Legislator Case Law & Legislation
650/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction compensation ruling, upholding application of specific cost calculation laws.

Case Number 650/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Lamia Court of Appeal's final decision regarding compensation for property expropriation. The Government argued that the lower court incorrectly applied cost calculation statutes, claiming the appeal process should have triggered different fee reductions. The court rejected this, ruling that the specific exclusionary clause barring the application of cost reduction laws does not apply to appeals against eviction compensation judgments, thereby validating the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 18 paragraph 4 of Law 2882/2001 and Article 22 of Law 3693/1957; The exclusionary clause preventing the application of cost reduction laws to eviction compensation judgments does not apply to appeals against such judgments.

Keywords

AI generated
property expropriation eviction compensation legal costs calculation appeal procedure statutory exclusion court fees reduction civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 18 paragraph 4 of Law 2882/2001
Article 22 of Law 3693/1957
Article 17 paragraph 4 of Presidential Decree 797/1971
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Articles 173 to 193 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 650 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 650/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Δ. Α. του Ε., κατοίκου ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 186α,

2) Μ. συζ. Α. Ζ., το γένος Α. Π., κατοίκου … Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 197,

3) Π. Θ. του Κ., κατοίκου ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 199,

4) Α. συζ. Θ. Π., το γένος Σ. Φ.,

5) Θ. Π. του Ι.,

6) Ε. Π. του Θ.,

7) Ε. Π. του Θ., κατοίκων ... ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 139α,

8) Β. χας Ν. Κ., το γένος Χ. Χ., κατοίκου ... Φθιώτιδος , αρ. ιδιοκτ. 186,

9) Γ. χας Δ. Π., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 15, 192α,

10) Σ. συζ. Σ. Π., το γένος Α. Τ., κατοίκου ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 682,

11) Ε. συζ. Α. Τ., το γένος Χ. Κ., κατοίκου ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 48,

12) Χ. Τ. του Γ., κατοίκου … Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 139,

13) Τ. Φ. του Σ., κατοίκου ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 179, 182, 192,

14) Η. Φ. του Γ., κατοίκου ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 182, 192, 185, 107δ,

15) Ε. Φ. του Γ., κατοίκου ... Φθιώτιδος, αρ. ιδιοκτ. 185 και

16) Α. συζ. Α. Χ., το γένος Γ. Φ., κατοίκου ... Φθιώτιδος , αρ. ιδιοκτ. 429, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία - Αγγελική Σκούρα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26.03.2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 64/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2018 του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14.12.2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου – Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Η κρινόμενη από 14.12.2018 (αρ. κατ.20/2018) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 103/2018 οριστικής απόφασης του Εφετείου Λαμίας, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι αναιρεσίβλητοι με την από 26.03.2008 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 1377/ΤΜ90/2008 αγωγή τους την οποία άσκησαν και με άλλους ενάγοντες ήδη μη διαδίκους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ισχυρίστηκαν ότι με την αναφερομένη σε αυτή κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠE.ΧΩ.ΔΕ. απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά εδαφική έκταση που βρίσκεται στο νομό Φθιώτιδας στην οποία περιλαμβάνονται και ακίνητα ανήκοντα στην αποκλειστική κυριότητα ή συγκυριότητα τους κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης με την με αρ. 58/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης με την με αρ. 3370/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ενώ όλοι οι ενάγοντες αναγνωρίστηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης που αναλογεί στο ακίνητο καθενός εξ αυτών.

Ότι τμήματα από τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα κατά τα ειδικότερα και με λεπτομέρεια εκτιθέμενα στην αγωγή θεωρήθηκαν αυτοαποζημιούμενα και το ήδη αναιρεσείον αρνήθηκε να τους καταβάλει την επιδικασθείσα αποζημίωση λόγω της επελθούσας ωφέλειας των ακινήτων πλην όμως εσφαλμένα, διότι τα ακίνητα αυτά δεν είχαν καμία ωφέλεια αλλά αντίθετα υπέστησαν βλάβη.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το ήδη αναιρεσείον να τους καταβάλει ως αποζημίωση για τις εκτάσεις που δεν αποζημιώθηκαν τα αναφερόμενα για τον κάθε ένα ποσά με βάση την ανά τ.μ. αξία όπως καθορίστηκε με την σχετική απόφαση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε την αγωγή όσον αφορά τους αναιρεσίβλητους ως βάσιμη στην ουσία της. Κατά της απόφασης αυτής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε ενώπιον του Εφετείου Λαμίας την από 03.04.2015 και με αρ. έκθεσης κατάθεσης 49/2015 έφεση του. Το Δικαστήριο με την με αρ. 103/2018 προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

[III] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται «αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών [...]». Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

[IV] Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις τoυ άρθρου 1 ν. 653/1977 και αρθ. 33 ν. 2971/2001 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη ωφέλειας για τα επίδικα ακίνητα, αφού δεν διευκρινίζει:

(1) αν οι όλοι οι λόγοι, που κατά τις παραδοχές του, οδηγούν στην μη συνδρομή του τεκμηρίου ωφελείας για τα επίδικα ακίνητα ισχύουν για όλα τα ακίνητα ή ορισμένοι λόγοι εξ αυτών ισχύουν μόνο για κάποια από τα ακίνητα και άλλοι (λόγοι) εξ αυτών για τα λοιπά ακίνητα και ποια•

(2) ποιες οι διαστάσεις κάθε ακινήτου από το όριο της απαλλοτρίωσης και από τον άξονα της οδού πριν την απαλλοτρίωση•

(3) αν τα ακίνητα πριν την διαπλάτυνση της Εθνικής οδού είχαν άμεση πρόσβαση σε αυτή, ενώ μετά την διαπλάτυνση έχουν πρόσβαση στην ίδια οδό μόνο μέσω ορισμένων κόμβων και ποίων και γιατί δυσχεραίνεται η δυνατότητα πρόσβασης για τα παρόδια ακίνητα•

(4) αν υπήρχε υψομετρική διαφορά της Εθνικής οδού πριν την διαπλάτυνση της και πως συντελούν στην έλλειψη ωφέλειας οι τάφροι απορροής υδάτων που κατασκευάστηκαν•

(5)ποια η θέση των ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση και ποια η κατά προορισμό χρήση αυτών.

Ότι ακόμη δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία άντλησε το συμπέρασμα του και από τα οποία προκύπτει ότι λόγω της απαλλοτρίωσης περιορίστηκε η πρόσβαση στα επίδικα ακίνητα και ποιοι παράγοντες συντελούν στην αύξηση της έντασης του θορύβου και της εκπομπής καυσαερίων.

Το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 103/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561παρ.1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης.

«| Με την υπ’ αριθμ.1090863/5414/0010/10-8-1994 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ’ αριθμ. 866/Δ/22-8-1994 ΦΕΚ κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της Εθνικής Οδού Αθηνών – Θεσσαλονίκης στο τμήμα κόμβος ..., από χ/θ 240 + 400 έως χ/θ 261 + 350, έκταση συνολικού εμβαδού 610.219,02 τ.μ.

που βρίσκεται στο νομό Φθιώτιδας και απεικονίζεται με κλίμακα 1: 500 στα με αριθμούς σχεδίων … έως και … κτηματολογικά διαγράμματα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Διεύθυνσης Μελετών Έργων οδοποιίας του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Κ. Δ., στις 29.09.1993. Η παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που θα αντιμετωπισθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα Οδοποιίας αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων (αρ.

εργ. ...), καθώς και των παρόδιων ιδιοκτητών που ωφελούνται. Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνονται και οι με A.K.Π 15, 48, 1076', 139, 139 α', 179, 182, 185, 186, 186 α', 192, 192 α', 193, 193 α', 197, 199, 200, 427, 429 και 682 ιδιοκτησίες, που αφορούν στους εδώ διαδίκους – εφεσιβλήτους, για τις οποίες καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης με την υπ’ αριθμ. 58/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας και οριστική τιμή μονάδος με την με αριθμό 3370/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ενώ συγχρόνως προσδιορίστηκε, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 4 του Ν.Δ. 797/1971 ιδιαίτερη αποζημίωση για την μείωση της αξίας των εκτάσεων, που εναπέμειναν.

Οι εφεσίβλητοι αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι της αποζημίωσης, με τις αναφερόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση, αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, παραδοχή ως προς την οποία η εκκαλουμένη απόφαση, δεν προσβάλλεται. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αποζημίωση, την οποία έλαβαν οι ενάγοντες λόγω της απαλλοτρίωσης των ακινήτων τους, αφορά ένα τμήμα από την συνολική απαλλοτριωθείσα έκταση, καθόσον για τα υπόλοιπα τετραγωνικά μέτρα – όπως αναλυτικά παρατίθενται κατωτέρω – κρίθηκε ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθούν, κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου ωφέλειας, που προβλέπεται στο άρθρο 1 του Ν. 653/1977, λόγω απόκτησης προσώπου των ακινήτων επί της Εθνικής οδού.

Σχετικώς αποδείχθηκαν τα εξής: Το προαναφερόμενο συγκοινωνιακό έργο αφορούσε την διαπλάτυνση της προϋφισταμένης Εθνικής Οδού Αθηνών – Θεσσαλονίκης και όχι την αρχική διάνοιξη αυτής.

Συνεπώς τα ως άνω ακίνητα των εναγόντων δεν απέκτησαν για πρώτη φορά πρόσοψη στην Εθνική οδό, λόγω του προαναφερθέντος έργου, αφού τέτοιο πρόσωπο είχαν ήδη από την προηγούμενη κατασκευή της ως εκ τούτου καμία ωφέλεια δεν απέκτησαν, εξαιτίας της ένδικης απαλλοτρίωσης. Εξάλλου μετά την διαπλάτυνση της Εθνικής οδού, αυτή χαρακτηρίστηκε ως κλειστός αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας και για αυτό είναι περίκλειστη γεγονός το οποίο δυσχεραίνει πλέον τη δυνατότητα πρόσβασης για τα παρόδια ακίνητα, καθόσον η πρόσβαση αυτή γίνεται μέσω ορισμένων κόμβων. Επίσης, η πρόσβαση των επιδίκων ακινήτων προς την Εθνική Οδό δυσχεραίνεται και από το γεγονός ότι ο διαπλατυνθείς αυτοκινητόδρομος έχει κατασκευαστεί με υψομετρική διαφορά από τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση ακίνητα, ενώ και στις δύο πλευρές αυτού έχουν κατασκευαστεί τάφροι απορροής ομβρίων υδάτων. Τέλος δε, συνεπεία του χαρακτηρισμού της Εθνικής Οδού ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας και των υψηλών ταχυτήτων που αναπτύσσουν πλέον τα διερχόμενα οχήματα, αλλά και της αύξησης της κυκλοφορίας αυτών, υπήρξε αντίστοιχη αύξηση της έντασης του θορύβου αλλά και των εκπεμπόμενων καυσαερίων.

Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα όσα αναφέρονται στην από 24.09.2012 τεχνική έκθεση του Μ. Κ., πολιτικού μηχανικού. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από τα όσα αναφέρονται στο υπ’ αριθμ. πρωτ. .../3-4-2006 έγγραφο του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, που προσκομίζει το εναγόμενο, αφού τα όσα αναφέρονται στο έγγραφο αυτό αφορούν στην έμμεση ωφέλεια, που θα προκύψει από την ολοκλήρωση του παραπάνω έργου γενικότερα και αφορά και τους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής και τους χρήστες της οδού αυτής και όχι συγκεκριμένα την άμεση ωφέλεια που αποκτούν οι ιδιοκτήτες των επιδίκων ακινήτων.

Συνακόλουθα, όλων των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι τα επίδικα ακίνητα ουδεμία ωφέλεια απέκτησαν από την επίδικη απαλλοτρίωση, σε σχέση με την προϋφισταμένη κατάσταση, δεδομένου ότι το έργο αφορούσε την διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών – Θεσσαλονίκης και όχι την αρχική διάνοιξη αυτής και ως εκ τούτου οι ιδιοκτήτες αυτών δεν μπορούν, σύμφωνα με την έννοια του προαναφερομένου Ν. 653/1977, να θεωρηθούν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και να επιβαρυνθούν αυτοαποζημίωση, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου.

Θα πρέπει να λεχθεί ότι με βάση τα ανωτέρω στοιχεία προκύπτει σαφώς ότι τα ακίνητα των εναγόντων δεν ωφελήθηκαν από την ένδικη απαλλοτρίωση και επομένως ουδεμία ανάγκη υπάρχει να ερευνηθεί η πολεοδομική αρτιότητα των επιδίκων ακινήτων πριν την απαλλοτρίωση και μετά την απαλλοτρίωση, προκειμένου να διακριβωθεί και εκ του λόγου αυτού, αν έχει επέλθει ή όχι ωφέλεια από την ένδικη απαλλοτρίωση.

Επομένως ο πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να ερευνηθεί και το παραπάνω στοιχείο της πολεοδομικής κατάστασης των επιδίκων ακινήτων πριν και μετά την ένδικη απαλλοτρίωση και μάλιστα ότι το στοιχείο αυτό θα έπρεπε να εκτίθεται στην υπό κρίση αγωγή, θα πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής|».

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης, είναι σαφώς και επαρκώς αιτιολογημένο, κατά τρόπο που να επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν και τις οποίες δεν παραβίασε εκ πλαγίου. Με πλήρεις, σαφείς και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες το δικαστήριο κατέληξε στο παραπάνω πόρισμα του, και χωρίς την ανάγκη παράθεσης άλλων, εκθέτοντας αναλυτικά τους λόγους εξ αιτίας των οποίων δεν ωφελούνται ως παρόδιοι ιδιοκτήτες οι αιτούντες.

Συγκεκριμένα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι τα ακίνητα αυτών (αιτούντων) δεν αποκτούν για πρώτη φορά πρόσοψη στην Εθνική οδό λόγω του έργου, αφού είχαν ήδη τέτοια, δεδομένου, ότι το έργο αφορά την διαπλάτυνση της προυφισταμένης Εθνικής οδού και όχι την αρχική διάνοιξη αυτής και συνεπώς καμία ωφέλεια δεν απέκτησαν εξ αιτίας της ένδικης απαλλοτρίωσης.

Ότι η Εθνική οδός, μετά την διαπλάτυνση χαρακτηρίστηκε ως κλειστός αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας και είναι περίκλειστη, ενώ έχει κατασκευαστεί με υψομετρική διαφορά από τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση ακίνητα και παράλληλα και στις δύο πλευρές του δρόμου έχουν κατασκευαστεί τάφροι απορροής υδάτων με συνέπεια να δυσχεραίνεται η δυνατότητα πρόσβασης στα παρόδια ακίνητα, η οποία γίνεται πλέον μέσω ορισμένων κόμβων και ότι συνεπεία των υψηλών ταχυτήτων που αναπτύσσουν τα διερχόμενα οχήματα επί της χαρακτηρισθείσης Εθνικής οδού ως αυτοκινητοδρόμου ταχείας κυκλοφορίας υπάρχει αντίστοιχη αύξηση θορύβου αλλά και καυσαερίων με συνέπεια να μην αποκτούν ωφέλεια όλα τα επίδικα ακίνητα στα οποία αφορούν οι παραπάνω λόγοι.

Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από το αναιρεσείον πλημμέλεια της έλλειψης αιτιολογιών απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού λόγου αναίρεσης και ανεξαρτήτως του ότι οι σχετικές αιτιάσεις και οι φερόμενες ελλείψεις αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικάσαν δικαστήριο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, υπό την επίκληση δε της προβαλλομένης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.

Επομένως οι από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις του δεύτερου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.

[V] Κατά την διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 ν. 2882/2001,όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.4 αρθ.126 ν. 4070/2012, και η οποία εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που κηρύχτηκαν από 01.02.1971 κατά το άρθρο 29 παρ.3 ίδιου νόμου 2882/2001 η αξίωση για την είσπραξη της αποζημίωσης που προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά παραγράφεται μετά την παρέλευση οκταετίας από την αποδεδειγμένη κατάληψη του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση δεκαετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7. Εάν η οριστική αποζημίωση καθορισθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την κατάληψη του ακινήτου, η αξίωση για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης παραγράφεται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη δημοσίευση της απόφασης που καθορίζει την οριστική τιμή. Κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου η παραγραφή διακόπτεται και με την ενέργεια πράξεων του δικαιούχου της αποζημίωσης που αποβλέπουν: (α) στη δικαστική ή διοικητική αναγνώριση, (β) στην είσπραξη μέρους ή του συνόλου της αποζημίωσης και (γ) στον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, ενώ κατά την παρ.3 του αυτού άρθρου «Το δικαίωμα για δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης δεν υπόκειται στην παραγραφή του παρόντος άρθρου».

Περαιτέρω η αξίωση προς είσπραξη αποζημίωσης από απαλλοτρίωση κατόπιν ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, υπόκειται στην προβλεπόμενη από την διάταξη του αρθρ.10 ν. 2882/2001 δεκαετή παραγραφή και αρχίζει από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 733/2012). Συνεπώς δεν πρόκειται για αξίωση προς καθορισμό αποζημίωσης για την οποία ισχύει ή εικοσαετής παραγραφή. Η σχετική ένσταση παραγραφής παραδεκτά προτείνεται το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου κατ’ αρθ.527 ΚΠολΔ δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός λαμβάνεται υπόψη αυτεπάγγελτα (αρθ.144 εδ.δ’ ν.4270/2014).

Ακόμη σύμφωνα με την παρ.1 του άρθρου 261 ΑΚ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 101 παρ.1 ν.4139/2013 (ΦΕΚ 74/20-3-2013) «Την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής. Η παραγραφή που διακόπηκε με τον τρόπο αυτόν αρχίζει και πάλι από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την κατ` άλλον τρόπο περάτωση της δίκης». Κατά την παρ. 2 ίδιου άρθρου «Στην περίπτωση που οι διάδικοι δεν επισπεύδουν την πρόοδο της δίκης και εφόσον δεν προβλέπεται άλλη προθεσμία για την ενέργεια διαδικαστικών πράξεων από αυτούς, η παραγραφή αρχίζει και πάλι έξι μήνες μετά την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Στις περιπτώσεις αυτές η παραγραφή διακόπτεται εκ νέου εφόσον κάποιος διάδικος επισπεύσει την πρόοδο της δίκης», ενώ κατά την παρ. 3. «Η παρούσα διάταξη εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς υποθέσεις εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση».

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το δικαστήριο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 10 ν.δ.797/1971 ήδη άρθρου 10 ν. 2882/2001 με το να δεχθεί ότι οι αξιώσεις των εναγόντων υπάγονται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ και επομένως δεν έχουν υποπέσει στην παραγραφή απορρίπτοντας την νομίμως προταθείσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ένσταση του περί παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων που υπάγονται στην οριζόμενη από την παραπάνω διάταξη δεκαετή παραγραφή.

Το Μονομελές Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 103/2018 απόφασή του δέχθηκε, ως προς το παραπάνω ζήτημα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης «[...]».

Mε τον τρίτο λόγο έφεσης το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η ένδικη απαίτηση των εναγόντων έχει παραγραφεί σύμφωνα με το αρθ. 10 ν.δ. 797/1971 (ήδη αρθ.10 ν.2882/2001) που ορίζει ότι συντελεσθείσης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η προς είσπραξη της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημίωσης αξίωση κατά του υποχρέου στην καταβολή αυτής παραγράφεται μετά από δεκαετία. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος αφού στην συγκεκριμένη περίπτωση η αξίωση που εισάγεται με την υπό κρίση αγωγή δεν στηρίζεται στο αρθ.105 ΕισΝΑΚ και κατόπιν τούτου υπάγεται στην εικοσαετή παραγραφή του αρθ. 249 ΑΚ που αρχίζει από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης (βλ. ΑΠ 410/2015, ΑΠ 101/2015, ΑΠ 1367/2010, ΕφΛαμ 48/2013) η οποία δεν έχει παρέλθει. Επομένως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο αποφάνθηκε ομοίως και απέρριψε την ένσταση παραγραφής ορθά τον νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον άνω λόγο έφεσης θα πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα. Αλλά σε κάθε περίπτωση ο ως άνω ισχυρισμός του εκκαλούντος είναι απορριπτέος και εκ του λόγου ότι, όπως προκύπτει από τις προτάσεις του, που κατέθεσε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, πρότεινε ενώπιον αυτού την ένσταση της πενταετούς παραγραφής και όχι την ένσταση της δεκαετούς παραγραφής την οποία προτείνει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι με την με αρ.1090863/5414/0010/10-8-1994 κοινή απόφαση των υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο με αρ. 866Δ/22-8-1994 ΦΕΚ κηρύχτηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την βελτίωση της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης στο τμήμα κόμβος ...

από την χ/θ 240 +400 έως χ/θ 261+350 έκταση συνολικού εμβαδού 610.219,02 τ.μ. που βρίσκεται στο νομό Φθιώτιδας. Η απαλλοτρίωση αυτή συντελέστηκε την 15.11.1999 με την δημοσίευση στο με αριθμό φύλλου 805 /15-11-1999 της Εφημερίδας της Κυβέρνησης τεύχος τέταρτο γνωστοποίησης, ότι η αποζημίωση των εκτάσεων και των επικειμένων τους, η οποία αφορά τα ακίνητα που απαλλοτριώθηκαν με την παραπάνω απόφαση, κατατέθηκε στην Γ’ ΔΟΥ Στυλίδος με την έκδοση του γραμματίου παρακαταθήκης 782/3-11-1999 συνολικού ποσού 6.708.990 δρχ.

Από την ημερομηνία αυτή άρχισε σύμφωνα με τα παραπάνω να τρέχει η δεκαετής παραγραφή της αξίωσης για την είσπραξη της αποζημίωσης. Η κρινόμενη από 26.03.2008 αγωγή ασκήθηκε την 10.04.2008 αφού κατατέθηκε με αύξοντα αριθμό 1377ΤΜ/90/2008 στο κατάστημα του Πρωτοδικείου Λαμίας την 08.04.2008 και επιδόθηκε στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την 10.04.2008 (βλ την με αρ. .../10-4-2008 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Νικολάου Σταυροπούλου).Συνεπώς η κρινόμενη αγωγή, η οποία ασκήθηκε πριν την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής της ένδικης αξίωσης των εναγόντων διέκοψε αυτή (παραγραφή).

Η παραπάνω αγωγή προσδιορίστηκε προς συζήτηση αρχικά στην δικάσιμο της 02.04.2009 και στην συνέχεια, μετά από αναβολές, ματαιώθηκε η συζήτηση της κατά την δικάσιμο της 04.10.2012, κατά την οποία είχε προσδιοριστεί κατόπιν των προαναφερθεισών αναβολών. Επαναπροσδιορίστηκε προς συζήτηση με τη από 40-10-2012 κλήση στην δικάσιμο της 7-2-2013 οπότε και συζητήθηκε.

Ε’' αυτής εκδόθηκε η με αρ. 64/22-7-2013 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά της απόφασης αυτής άσκηθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο η από 02.04.2015 με αριθμό κατάθεσης 49 έφεση, η οποία κατατέθηκε στην γραμματεία του παραπάνω δικαστηρίου την 03.04.2015 και η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 10.05.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε, συζητηθείσα στην δικάσιμο της 19-9-2017.

Επ’ αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιευθείσα την 18.09.2018. Έκτοτε και σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις άρχισε να τρέχει νέα παραγραφή της αξίωσης των εναγόντων, η οποία δεν έχει συμπληρωθεί. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την προταθείσα από το αναιρεσείον ένσταση παραγραφής, αφού έκρινε ότι η ένδικη αξίωση των εναγόντων δεν έχει υποπέσει σε παραγραφή, κατέληξε στο ορθό συμπέρασμα, έστω και αν το αιτιολογικό του κρίνεται εσφαλμένο, αφού στήριξε την κρίση του στην διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ δεχόμενο, ότι το χρονικό διάστημα παραγραφής στην προκειμένη περίπτωση είναι εικοσαετές κι όχι δεκαετές.

Επομένως αφού το διατακτικό της απόφασης είναι ορθό, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το άρθρο 578 ΚΠολΔ, κατά την διάταξη του οποίου, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, (περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω) οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Η δε αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στη με την απόφαση του υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. (ΑΠ 861/2013, ΑΠ 342/2013).

[VI] Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του ν.δ. 797/1971 «Περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων», όπως ίσχυε (μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν.δ. 446/1974), και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 εδάφ. α’-γ’ του ν. 2882/2001 (α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημίωσης και επιδικάζεται πάντοτε από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση που καθορίζει την αποζημίωση, (β) η εκκαθάρισή της γίνεται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του «Κώδικα Δικηγόρων» που ισχύουν κάθε φορά και (γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται.

Λόγω της πιο πάνω συνταγματικής αρχής, δηλαδή ότι η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης, το ποσό αυτής πρέπει να περιέρχεται στο δικαιούχο ακέραιο. Μέρος αυτής αποτελούν και τα δικαστικά έξοδα, αφού ο καθ’ ου η απαλλοτρίωση αναγκαίως υποβάλλεται σ’ αυτά για να επιτύχει τον καθορισμό της αποζημίωσης που δικαιούται να λάβει.

Άρα, αυτά, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του (άρθρο 189 ΚΠολΔ), αποτελούν παρακολούθημα της αποζημίωσης, προσαυξάνουν το ποσό της και βαρύνουν, όπως εκείνη, τον υπόχρεο στην καταβολή της και συνεπώς, πρέπει να επιδικάζονται σε βάρος του υπόχρεου και να περιέρχονται στο δικαιούχο της αποζημίωσης.

Η δικηγορική αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δικαιούχου της αποζημίωσης, που πρέπει να επιδικαστεί και να περιέλθει σ` αυτόν, συνίσταται στο ποσό που προκύπτει κατ` εφαρμογή των οικείων διατάξεων του «Κώδικα Δικηγόρων» (άρθρ. 100 επ. ν.δ. 3026/1954, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, ήδη άρθρ. 63 επ.

ν. 4194/2013), γιατί αυτό αποτελεί τη νόμιμη αμοιβή και, συνακόλουθα, τη δαπάνη στην οποία αναγκαίως αυτός υποβάλλεται. Για το λόγο αυτό κατά τον καθορισμό της δικηγορικής αμοιβής δεν λαμβάνεται υπόψη τυχόν ιδιαίτερη με το δικηγόρο συμφωνία (εργολαβία δίκης), ενώ το ποσό αυτής δεν υπόκειται, κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ.18 ΕισΝΚΠολΔ), σε συμψηφισμό, ούτε σε μείωση ή περιορισμό [μέχρι του ποσού των 293 ευρώ), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993)], αφού έτσι ο δικαιούχος θα επιβαρυνόταν με τη διαφορά, με αποτέλεσμα τη φαλκίδευση του ποσού της αποζημίωσης.

Εξάλλου, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η αποκατάσταση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων από τη μη καταβολή της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε για τα απαλλοτριωμένα ακίνητά τους που εσφαλμένα αναφέρονται στον κτηματολογικό πίνακα (ΚΠ) ως «αυτοαποζημιούμενα», ενώ, παράλληλα, το ποσό της ζημίας τους αυτής ταυτίζεται με το ποσό της παραπάνω αποζημίωσης, στην ουσία πρόκειται για δίκη με αντικείμενο την καταβολή αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Επομένως, αναφορικά με τη δικαστική δαπάνη, θα εφαρμοστούν οι διατάξεις που εφαρμόζονται στη δίκη της απαλλοτρίωσης, εκείνες δηλαδή των άρθρων 176, 189, 191 ΚΠολΔ, 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 και 100, 107, 109 και 114 του ν.δ. 3026/1954 («Κώδικα Δικηγόρων»), όπως ίσχυε και εφαρμόζεται εδώ. Αντίθετα, δεν εφαρμόζονται και στη δίκη αυτή, όπως και στη δίκη της απαλλοτρίωσης, οι διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 και 2 του νόμου 3693/1957, διότι έτσι φαλκιδεύεται η πλήρης αποζημίωση, με συνέπεια την παραβίαση του άρθρου 17 του Συντάγματος που την προβλέπει.

Με την αντίθετη εκδοχή, αν μεν το δικαστικό στάδιο της απαλλοτριωτικής διαδικασίας είχε προχωρήσει ομαλά, στην αποζημίωση του δικαιούχου θα περιλαμβανόταν η πλήρης δικαστική δαπάνη του, ενώ, όταν αυτός αναγκάζεται, λόγω υπαιτιότητας του υπόχρεου, να διεκδικήσει, όχι με την απλούστερη απαλλοτριωτική διαδικασία, αλλά με την τακτική, την αποζημίωσή του, να περιορίζεται αυτή με τον κατακερματισμό της δικαστικής του δαπάνης (ΑΠ 473/2017, ΑΠ 406/2015, ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 2161/2013, ΑΠ 895/2010, αντίθ., πάντως, ΑΠ 1129/2014, ΑΠ 1333/2013)..

Με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, όπως αυτός εκτιμάται από το δικαστήριο, το εκκαλούν και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την παραπάνω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18 παρ.4 εδ γ του ν. 2882/2001 (που ορίζει ότι στις απαλλοτριώσεις δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 22 του ν.3693/1957), η οποία δεν ήταν εφαρμοστέα, ενώ εσφαλμένα δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 22 του ν.3693/1957, η οποία ήταν εφαρμοστέα, με την παραδοχή ότι ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υποχρέωσε αυτό (αναιρεσείον) στην καταβολή του ποσού των 4.340 ευρώ για δικαστικά έξοδα και αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου των εναγόντων και νυν αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τις διατάξεις του «Κώδικα Δικηγόρων», με την αιτιολογία ότι η κατά το άρθρο 17 παρ. 4 ν.δ. 797/1971 (και ήδη άρθρ. 18 παρ. 4 ν. 2882/2001) δικαστική δαπάνη σε βάρος του υπόχρεου προς αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου υπολογίζεται με βάση τις διατάξεις αυτές και δεν υπόκειται σε συμψηφισμό, μείωση ή περιορισμό κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957, ενώ έπρεπε, κατά το αναιρεσείον, αφού η δίκη διεξήχθη κατά την τακτική διαδικασία, η δικαστική δαπάνη που επιβλήθηκε σε βάρος του να υπολογιστεί μειωμένη σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται από το άρθρο 22 του ν. 3693/1957).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, σύμφωνα με την αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, με την κρίση του αυτή, δεν παραβίασε, ευθέως, τις παραπάνω διατάξεις που είναι και ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1055/2017, 473/2017, 218/2003), τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ενώ ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 22 του ν. 3693/1957 δεδομένου ότι αυτές πράγματι δεν εφαρμόζονται στην ερευνώμενη περίπτωση, και, ως εκ τούτου, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 815/2017, ΑΠ 807/2017). Επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί.

[VII] Μετά απ’ αυτά πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), τα οποία ορίζει μειωμένα κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, δοθέντος ότι η αποκλείουσα την εφαρμογή του εν λόγω άρθρου διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 δεν έχει εφαρμογή στην δίκη της αναίρεσης κατ’ απόφασης εφετείου περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά στη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 103/2018 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ