Legislator Case Law & Legislation
644/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against lower court's misinterpretation of contract exclusivity clause scope.

Case Number 644/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Third Instance Court's decision, finding the lower court misinterpreted a contract's exclusivity clause. The appellant argued the clause only covered specific products listed in an appendix, while the lower court erroneously concluded it applied to all products. Consequently, the Supreme Court reversed the lower court's ruling on this specific ground and remitted the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 174, 180 of the Civil Code; A contract clause defining exclusive supply rights for specific products does not extend to all products unless explicitly stated, and a lower court's misinterpretation of such scope constitutes grounds for appeal.

Keywords

AI generated
contract interpretation exclusivity clause scope of agreement appellate review civil code provisions remittal for retrial contractual freedom

Cited Legislation

AI generated
Articles 174, 180 of the Civil Code
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 178, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 644 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 644/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο-Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Κορνηλία Πανούτσου και Παναγιώτη Λυμπερόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Μαρίας Σουλάκα, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσείουσας Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." και διακριτικό τίτλο "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργιάδη κατ' άρθρο 242 παρ.2 και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Πρόκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/8/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 5/3/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4506/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1728/2019 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/3/2020 αίτησή της.

Με την υπ' αριθμ. 169/2023 Πράξη του Αναπληρωτή Προέδρου του Α3' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ674/2023, ΑΠ936/2018, ΑΠ 869/2017).

Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, ερήμην του πέμπτου αναιρεσίβλητου κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η από 11/3/2020 με αριθμ. καταθ. 1066/113/5-6-2020 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 169/19-6-2023 Πράξη του Προέδρου του Α3 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα σ' αυτούς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί ερήμην του πέμπτου και έκτου των αναιρεσίβλητων και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 7/2/2022 ενώπιον του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, λόγω παραίτησης του Αντιπροέδρου του ως άνω Τμήματος Χρήστου Τζανερίκου.

Σύμβαση δικαιόχρησης (γνωστή ευρύτερα ως franchising), νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων, που, από άποψη οικονομικής λειτουργίας, συνιστά μία μέθοδο προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμετάλλευσης του λεγομένου "συνόλου" ή "πακέτου" δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες.

Ως "πακέτο" δικαιόχρησης νοείται ένα σύνολο δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, τα οποία αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα καταστημάτων, πρότυπα χρήσεως, σχέδια, ευρεσιτεχνίες, υποδείγματα και τεχνογνωσία ή και άλλα συμβατικά δικαιώματα, όπως δικαιώματα προμήθειας προϊόντων από συγκεκριμένους παραγωγούς, δικαιώματα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως καταστημάτων, εξοπλισμού κ.λπ..

Με τη σύμβαση δικαιόχρησης εντάσσεται ο λήπτης αυτής σε ένα ενιαίο σύστημα διανομής, το οποίο χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ομοιομορφίας προς τα έξω των επιχειρήσεων (καταστημάτων), οι οποίες είναι ενταγμένες στο ίδιο σύστημα δικαιόχρησης. Η σύμβαση δικαιόχρησης περιλαμβάνει για τον δικαιοπάροχο ή δότη τις παρακάτω υποχρεώσεις:

α) την παραχώρηση στο λήπτη του δικαιώματος χρήσης και εκμετάλλευσης του "πακέτου", του οποίου το περιεχόμενο προσδιορίζεται επαρκώς στο κύριο μέρος της σύμβασης-πλαίσιο, β) την ένταξη του λήπτη στο σύστημα, με την παροχή σε αυτόν της απαιτούμενης τεχνικής και οργανωτικής υποδομής και της ανάλογης εκπαίδευσής του, που μπορεί να επαναλαμβάνεται περιοδικά, γ) τον εφοδιασμό αυτού με πρώτες ύλες, έτοιμα ή ημιέτοιμα προϊόντα, ιδίως όταν αυτά παράγονται από τον δότη, δ) τη συνεχή υποστήριξη του λήπτη, καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, σε οργανωτικά, τεχνικά, χρηματοδοτικά ή άλλα θέματα, την ανάληψη της υποχρέωσης διαφήμισης των προϊόντων του συστήματος και της συντήρησης των μηχανημάτων και του εξοπλισμού του καταστήματος του λήπτη.

Όλες αυτές οι υποχρεώσεις, παρά την αυτοτέλεια τους, αποτελούν επί μέρους εκδηλώσεις της γενικής υποχρέωσης του δικαιοπαρόχου ή δότη να μεριμνά για την οργανωτική και τεχνολογική ένταξη του λήπτη στο σύστημα, έτσι ώστε, η λειτουργία του καταστήματος του τελευταίου, να ανταποκρίνεται διαρκώς στα νέα δεδομένα της αγοράς και να έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα κατά τη λειτουργία της επιχείρησης του.

Εξάλλου, στο πλαίσιο της παραπάνω σύμβασης, ο δικαιοδόχος ή λήπτης, ο οποίος πωλεί τα προϊόντα του στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με ίδιο επιχειρηματικό κίνδυνο, έχει συνήθως τις παρακάτω υποχρεώσεις: α) την καταβολή εφάπαξ ποσού (entry fee) για την εκ μέρους του δότη παραχώρηση της χρήσης και εκμετάλλευσης της τεχνογνωσίας και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, β) την περιοδική καταβολή στον δότη ορισμένου ποσοστού από τις εισπράξεις των πωλήσεων καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης (royalties), όπου δεν αποκλείεται να ορισθεί και ένα ελάχιστο όριο, ανεξαρτήτως εισπράξεων, γ) την ενεργό προώθηση των πωλήσεων με την καλύτερη δυνατή αξιοποίηση της προσωπικής εργασίας και των άλλων μέσων που έχει στη διάθεσή του ο λήπτης, δ) τη συνεισφορά του στην κοινή διαφήμιση του συστήματος και των προϊόντων που αφορά, ε) τη συμμόρφωσή του στις οργανωτικές αρχές του συστήματος και ιδίως το σεβασμό του στην αρχή της ομοιομορφίας, σύμφωνα με την οποία η σύνθεση, παρασκευή, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα και γενικά η εικόνα (image) τόσο του καταστήματος όσο και των προϊόντων του συστήματος είναι ενιαία, ανεξάρτητα από τον τόπο ή την αγορά, στην οποία γίνεται η διάθεσή τους, στ) την υποχρέωση του λήπτη να τηρεί το απόρρητο, ως προς το εγχειρίδιο λειτουργίας του συστήματος που του παραχωρήθηκε από τον δότη και ζ) την υποχρέωση του λήπτη να μην διαθέτει ανταγωνιστικά προϊόντα καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης και να προμηθεύεται από τον δότη, ή από πρόσωπο που θα υποδείξει ο ίδιος, τα συμβατικά προϊόντα.

Όπως συνάγεται από την φύση της σύμβασης δικαιόχρησης, ως σχέσης διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει δε στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μίσθωσης προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ.

ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ) (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 123/2017). Η εκπλήρωση των διαφόρων εκατέρωθεν υποχρεώσεων, που προβλέπονται στη σύμβαση δικαιόχρησης, προϋποθέτει, πολλές φορές, τη σύναψη ειδικότερων εκτελεστικών συμβάσεων, όπως πώλησης του αναγκαιούντος εξοπλισμού για τη λειτουργία του συγκεκριμένου καταστήματος, πώλησης και προμήθειας των συμβατικών εμπορευμάτων και των πρώτων υλών κ.λπ.

Η μη ομαλή εξέλιξη της σύμβασης αυτής ως διαρκούς ενοχής, δημιουργεί πεδίο εφαρμογής των γενικών διατάξεων για την αδυναμία ή την υπερημερία της παροχής του οφειλέτη (άρθρα 382, 383 επ. ΑΚ), αν υπάρχει αθέτηση κύριας συμβατικής υποχρέωσης (ΑΠ 862/2023, ΑΠ 483/2021, ΑΠ 123/2017, ΑΠ 1043/2015). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 288 ΑΚ, υπέρ του οφειλέτη, αλλά και του δανειστή, κανόνας αναγκαστικού δικαίου, σύμφωνα με τον οποίο "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", αφορά την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσης του οφειλέτη ή του δανειστή, που απορρέει από οποιαδήποτε έγκυρη ενοχική σχέση, εφόσον δεν προβλέπεται από το νόμο άλλη προστασία των προσώπων της, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους ή προβλέπεται μεν, αλλά δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες ειδικές προϋποθέσεις (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1801/2011).

Ειδικότερα, προκειμένου για τη σύμβαση δικαιόχρησης, η παραβίαση της γενικότερης αυτής, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου, συνιστά πλημμελή εκ μέρους της εκπλήρωση κύριας παροχής του από τη σύμβαση.

Προκειμένου δε για σύμβαση δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, η λύση της επέρχεται είτε με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου, είτε με την έκτακτη καταγγελία της από το συμβαλλόμενο, στο πρόσωπο του οποίου θεμελιώνεται δικαίωμα καταγγελίας για σπουδαίο λόγο. Σπουδαίο λόγο, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία συμβάσεως δικαιόχρησης ορισμένου χρόνου, αποτελεί κατ' αρχήν η υπαίτια παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων από το ένα συμβαλλόμενο μέρος αλλά και η παράβαση της ως άνω γενικότερης, απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη και τη φύση της εν λόγω συμβάσεως, υποχρεώσεως του δικαιοπαρόχου για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου και τέλος εκείνα τα περιστατικά τα οποία, σε συσχέτιση με τη φύση, τους σκοπούς και τις λειτουργίες της συμβάσεως, καθιστούν κατά τα χρηστά συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη επαχθή και μη ανεκτή για το ένα ή και αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη τη συνέχιση της συμβατικής δεσμεύσεως, πράγμα που συμβαίνει π.χ.

όταν έχει εκλείψει η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών, που καθιστά αδύνατη την περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας. Στην περίπτωση της έκτακτης καταγγελίας, οφειλόμενης στην αντισυμβατική συμπεριφορά του καταγγελλόμενου μέρους, μπορεί από τη σύμβαση δικαιόχρησης να απορρέουν αξιώσεις αποζημιώσεως υπέρ του καταγγείλαντος.

Οι αξιώσεις αυτές, κατά το άρθρο 298 ΑΚ, αναφέρονται στην αποκατάσταση του θετικού διαφέροντος, αλλά και του διαφυγόντος κέρδους, αυτού που με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε ο αντισυμβαλλόμενος από τη συνεργασία μέχρι τη συμπλήρωση του συμβατικά καθορισμένου χρόνου της συμβάσεως (ΑΠ 1180/2019, ΑΠ 1043/2015).

Σε όλες τις περιπτώσεις (καταγγελίας για σπουδαίο λόγο), η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, συνιστά εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του σπουδαίου λόγου και συνεπώς, η ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτήν των συγκεκριμένων περιστατικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τη διάταξη του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 483/2021, ΑΠ 1030/2015, ΑΠ 1665/2014).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ που ορίζει, ότι για την σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, καθιερώνεται στο ενοχικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της βούλησης, η αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, σύμφωνα με την οποία οι συμβαλλόμενοι έχουν πλήρη ελευθερία για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί τούτο να μη αντιβαίνει στα χρηστά ήθη ή σε κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως είναι οι διατάξεις των άρθρων 3, 174, 178, 179 ΑΚ, που δεν επιτρέπουν αντίθετες συμφωνίες (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 2053/2014, ΑΠ 12/2008) και, επίσης, να μη προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων (ΟλΑΠ 33-35/2002, ΑΠ 1169/2008).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 του ίδιου κώδικα, καθιερώνεται η αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, όταν αντιβαίνει σε απαγορευτική ή επιτακτικού χαρακτήρα δημόσιας τάξης διάταξη οποιουδήποτε νόμου.

Αντιβαίνει δε σε απαγορευτική διάταξη νόμου μια δικαιοπραξία όχι μόνο όταν έρχεται σε αντίθεση με αυτόν ευθέως, αλλά και όταν επιδιώκεται με αυτή αποτέλεσμα που αποδοκιμάζεται από το νόμο. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών, που γίνονται για περιγραφή ή καταστρατήγηση του νόμου, θεμελιώνεται στη λογική αρχή ότι ο νομοθέτης, απαγορεύοντας ορισμένη δικαιοπραξία, διότι αποδοκιμάζει τον οικονομικό και γενικά κοινωνικό σκοπό που επιδιώκεται με αυτήν, εκφράστηκε κατά τρόπο στενότερο από ότι επιβάλλονταν σύμφωνα με την πραγματική του βούληση.

Έτσι, η ακυρότητα της προς καταστρατήγηση του νόμου επιχειρηθείσας δικαιοπραξίας εξαρτάται από την ερμηνεία της υπό καταστρατήγηση διάταξης και στην περίπτωση που συντρέχουν οι όροι της επέκτασης της απαγόρευσης, είτε με διασταλτική είτε με αναλογική ερμηνεία της διάταξης, η δικαιοπραξία, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ είναι άκυρη από μόνο το λόγο ότι αντιστρατεύεται αντικειμενικά στο πνεύμα και το σκοπό δημόσιας τάξης διάταξης, είτε αυτή είναι απαγορευτική είτε επιτακτική (ΑΠ 596/2022, ΑΠ 49/2021 AΠ 781/2020, ΑΠ 676/2014, ΑΠ 1220/2012, ΑΠ 996/2011).

Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη, κατά δε το άρθρο 180 ΑΚ ορίζεται ότι η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σα να μην έγινε. Τέτοια δικαιοπραξία είναι αυτή που συνάπτεται κατά παράβαση απαγορευτικού κανόνα δικαίου, όταν δηλαδή ο ίδιος ο κανόνας δικαίου θεσπίζει ως έννομη συνέπεια την ακυρότητα ή όταν θεσπίζεται απαγόρευση με ταυτόχρονη αποδοκιμασία του περιεχομένου της δικαιοπραξίας, κατά τον σκοπό του νόμου, ο οποίος (σκοπός) πληρούται με την ακυρότητα ως έννομη συνέπεια της απαγορεύσεως (ΑΠ 1078/2022, ΑΠ161/2020, ΑΠ 331/2019).

Η πρώτη από τις ανωτέρω διατάξεις αποτελεί περιορισμό της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, που θεσπίσθηκε με το άρθρο 361 ΑΚ, και καθιερώνει την αρχή της ακυρότητας της δικαιοπραξίας, η οποία αντιβαίνει σε απαγορευτικού ή επιτακτικού χαρακτήρα-δημόσιας τάξης-διάταξη οποιουδήποτε νόμου, ακόμη και ποινικού.

Συνεπώς με βάση τα παραπάνω, η απαγόρευση περιλαμβάνει διατάξεις που αποδοκιμάζουν την δικαιοπραξία καθ' εαυτήν ή το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα ή της εξωτερικές συνθήκες της δικαιοπραξίας. Αν η απαγορευτική διάταξη απαγγέλλει ρητώς την ακυρότητα, περιττεύει η έρευνα του σκοπού αυτής, η ακυρότητα δε είναι απόλυτη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως, εφόσον υποβληθούν τα πραγματικά περιστατικά που τη συνιστούν, είναι οριστική και αθεράπευτη, δεν κυρώνεται δε η σχετική δικαιοπραξία με μεταγενέστερη έκλειψη του λόγου ακυρότητας, με αναγνώριση από τα μέρη ή παραίτηση, ακόμη δε και η τυχόν εκπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν την καθιστά έγκυρη (ΑΠ 1929/2009).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά τη γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε προς τα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν.

Κατά δε, το άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, που αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178 ΑΚ, "άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτον, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, προκύπτει ότι για να θεωρηθεί μια δικαιοπραξία, ενοχική ή εμπράγματη, ως αισχροκερδής (ή καταπλεονεκτική) και, ως τέτοια, άκυρη, πρέπει να συντρέχουν, αθροιστικώς, οι εξής προϋποθέσεις: 1) η ύπαρξη φανερής, υπό την έννοια της προφανούς, του αρχικού κειμένου (προ της μεταγλωττίσεως) του άρθρου 179, δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, που αναφέρεται στην αντικειμενικώς εκτιμώμενη οικονομική τους αξία κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, 2) η συνδρομή ανάγκης, κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου και 3) η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μίας ή περισσοτέρων από τις ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου, που ήταν γνωστές σ' αυτόν, η οποία συντρέχει όταν επωφελείται κάποιος της κατάστασης αυτής και με τον κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός από αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ως ανάγκη νοείται, εκτός άλλων και η οικονομική, η οποία έχει χαρακτήρα επιτακτικό και άμεσο, ήτοι ανεπίδεκτο αναβολής, ανεξαρτήτως αν είναι φύσεως παροδικής ή μόνιμης. Φανερή (προφανής) δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως θεμιτό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου με ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία δε των παροχών κρίνεται με βάση τον χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ' αυτόν ως, άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου (ΑΠ 751/2023, ΑΠ 27/2022, ΑΠ 269/2022, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 904/2019, ΑΠ 403/2017, ΑΠ 1186/2011, ΑΠ 1118/2011, ΑΠ 890/2011).

Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας κρίνεται αντικειμενικά, από το περιεχόμενό της, ενόψει, όχι της μεμονωμένης αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των συνθηκών και περιστάσεων, που συνοδεύουν την προβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 1097/2022).

Περαιτέρω, ο ν. 703/1977, που ήδη καταργήθηκε με το ν. 3959/2011, όριζε με το άρθρ. 1§1 ότι απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, καθώς και όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και οποιαδήποτε μορφής εναρμονισμένη πρακτική επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα την παρακώλυση, τον περιορισμό ή την νόθευση του ανταγωνισμού, ιδίως δε οι συνιστάμενες α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διάθεσης, της τεχνολογικής ανάπτυξης ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή στο εμπόριο, κατά τρόπο δυσχεραίνοντα τη λειτουργία του ανταγωνισμού, άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, όπως προπάντων είναι η αδικαιολόγητη άρνηση πώλησης, αγοράς ή άλλης συναλλαγής και ε) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή από μέρους των αντισυμβαλλομένων πρόσθετων παροχών, οι οποίες, κατά τη φύση τους ή κατά τις εμπορικές συνήθειες, δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών, ενώ η διάταξη της παρ. 2 του αυτού άρθρου 1 όριζε ότι οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαγορευμένες συμφωνίες και αποφάσεις είναι απόλυτα άκυρες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο.

Σκοπός των ρυθμίσεων αυτών και γενικότερα του ν. 703/1977 είναι η διασφάλιση του ελεύθερου ανταγωνισμού μέσω της διασφάλισης της οικονομικής ελευθερίας των συναλλασσομένων, που επιχειρείται να επιτευχθεί με την απαγόρευση όλων των περιοριστικών του ανταγωνισμού συμπράξεων επιχειρήσεων, είτε πρόκειται για οριζόντιες συμπράξεις είτε για κάθετες, δηλαδή εφόσον συνάπτονται μεταξύ επιχειρήσεων, η καθεμία από τις οποίες δραστηριοποιείται για τους σκοπούς της συμφωνίας σε διαφορετικό στάδιο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής.

Ειδικότερα το άρθρ. 1§1 του ν. 703/1977 απαγορεύει την άσκηση της οικονομικής ελευθερίας που κατατείνει με τη σύμπραξη επιχειρήσεων στο σχηματισμό οικονομικής ισχύος, όταν αυτή περιορίζει αδικαιολόγητα και συνεπώς αντίθετα προς το άρθρ. 5§1 του Συντάγματος, την οικονομική ελευθερία των τρίτων που δεν μετέχουν στη σύμπραξη, με αποτέλεσμα έτσι τη βλάβη ή τη διακινδύνευση και του ανταγωνισμού ως συστήματος ή μέσου κατεύθυνσης της οικονομίας της αγοράς.

Ο περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων συνίσταται στην αδυναμία τους να αναπτύξουν δραστηριότητα στη σχετική αγορά εξαιτίας ακριβώς της απαγορευμένης σύμπραξης των επιχειρήσεων (Kartell), που πλήττει ευθέως την ελευθερία των συμβάσεων (άρθρ. 5§1 Συντ., 361 ΑΚ) και κατ' αυτή την έννοια τριτενεργεί σε βάρος τους, προσβάλλοντας παράνομα τα ιδιωτικά συμφέροντά τους.

Επομένως οι τρίτοι έχουν αξίωση αποζημίωσης κατά το άρθρ. 914 ΑΚ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου αυτού. Η ακυρότητα των απαγορευμένων συμπράξεων είναι κατ' αρχήν απόλυτη και δεν εξαρτάται από την πρόκληση ζημίας στους τρίτους ούτε από την πρόθεση ζημίας σ' αυτούς από την πλευρά των επιχειρήσεων που μετέχουν στην απαγορευμένη σύμπραξη, θα πρέπει όμως τα ανεπιθύμητα για τους τρίτους αποτελέσματα από τη σύμπραξη να συνδέονται αιτιωδώς μ` αυτή και να μην είναι αντανακλαστικές απλώς συνέπειές της.

Τρίτοι που προστατεύονται δεν είναι μόνον οι ανταγωνιστές, αλλά όλοι οι παράγοντες της αγοράς, δηλαδή όλα τα πρόσωπα τα οποία στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης έχουν συμφέρον να συμμετέχουν ελεύθερα στην αγορά, συνεπώς και οι ίδιοι οι καταναλωτές. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει ο περιορισμός του ανταγωνισμού, που συνεπάγονται οι απαγορευμένες συμπράξεις, να είναι σημαντικός (αισθητός), που συμβαίνει, όταν οι συμπράττουσες επιχειρήσεις κατέχουν σημαντική θέση στην αγορά με βάση το συνολικό κύκλο εργασιών τους.

Εξ άλλου απαγορεύοντας με το άρθρ. 1 ο ν. 703/1977 την εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές χωρίς αποχρώντα λόγο, δηλαδή απαγορεύοντας την άνιση μεταχείριση των ομοίων ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα περιοριστικής σύμπραξης, δεν απαγορεύει παράλληλα και την ίση μεταχείριση των ανομοίων, είναι δε αδικαιολόγητη η άνιση μεταχείριση, όταν δεν υπάρχει κάποια εύλογη γι` αυτή αιτία, οικονομική ή νομική (ΑΠ 1522/2013).

Περαιτέρω, στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στην διάταξη 18α του Ν. 146/1914 (προϊσχύσασα διάταξη 2α του Ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2837/2000-ΦΕΚ Α` 178/3-8-2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3373/2005-ΦΕΚ Α` 188/2-8-2005, καταργήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 3784/2009-ΦΕΚ Α` 137/7-8-2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ. 1 του Ν. 3784/2009 στο Ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18α) ορίζεται ότι: "1.

Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.

Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 3.

Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ. Σε περίπτωση υποτροπής τα παραπάνω όρια χρηματικής ποινής διπλασιάζονται.". Από την διάταξη αυτή συνάγεται, ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της.

Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζεται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς, καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.

Συνεπώς, νομικά κρίσιμη είναι η συμπεριφορά καθ` εαυτή και όχι το κίνητρα ή οι σκοποί της, τα οποία μπορεί να έχουν επιβαρυντικό ή ελαφρυντικό ρόλο. Βασικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή του ως άνω άρθρου 18 α Ν. 146/1914 είναι: 1) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας.

Οικονομική δε εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση όπου ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες.

Εξαρτώμενη είναι η επιχείρηση που δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση, με την έννοια ότι δεν προσφέρονται καθόλου τέτοιες λύσεις, ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα, δηλαδή δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή, ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις, ή, αν μπορεί, όχι με τους ίδιους αλλά δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση της εξαρτώμενης επιχείρησης σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται έτσι σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία, να συνεχίσει τη λειτουργία της και, 2) η επιχείρηση, από την οποία εξαρτώνται οι άλλες, να προβαίνει σε καταχρηστική εκμετάλλευση της εν λόγω εξάρτησης, δηλαδή να εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων, να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση, σύμφωνα, με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων.

Η παράβαση του ως άνω άρθρου συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. και δη 919 του ΑΚ, έτσι ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλες προϋποθέσεις της διάταξης αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 710/2023, ΑΠ 164/2018, ΑΠ 167/2015). Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ.

ΑΠ 10/2011). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 575/2019, ΑΠ 726/2017, ΑΠ 319/2015, ΑΠ 1060/2014).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1383/2022, ΑΠ 917/2020, ΑΠ 46/2020).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση συνεπώς υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του περιεχομένου του (σφάλμα αναγνώσεως) με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 630/2020).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε (ΑΠ 1435/2018), όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1244/2021,ΑΠ 1507/2021, ΑΠ 295/2018, ΑΠ 100/2018).

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016, ΑΠ 886/2008). Εξάλλου, για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση το αληθές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, το περιεχόμενο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχει, ώστε εκ της συγκρίσεως αυτών να παρέχεται στον Άρειο Πάγο η δυνατότητα να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος, το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου περί της συνδρομής ή μη κρίσιμων γεγονότων, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου και ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το επίμαχο έγγραφο (ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 11/2016, ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος με την από 13/8/2014 αγωγή του, ισχυρίστηκε ότι η αναιρεσείουσα παραβίασε όρους της από 8/9/2011 σύμβασης δικαιόχρησης και γι' αυτό την 12/5/2014 με την από 8/5/2014 έγγραφη δήλωσή του, επικαλούμενος τις παραβάσεις αυτές ως σπουδαίο λόγο έκτακτης καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, κατήγγειλε αυτήν και ζήτησε να αναγνωριστεί ότι, η ανωτέρω καταγγελία του είναι έγκυρη νόμιμη και ισχυρή.

Η αναιρεσείουσα με την από 10/3/2015 αγωγή της εξέθεσε ότι, ο αναιρεσίβλητος εναγόμενος ακύρως κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση και ότι εξ αιτίας της παραβίασης εκ μέρους του των όρων αυτής κατήγγειλε αυτήν και ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός να της καταβάλει τις προβλεπόμενες ποινικές ρήτρες για την παραβίαση των αντιστοίχων όρων καθώς και αναπόδεικτη αποζημίωση, που προκλήθηκε από την πρόωρη λήξη της σύμβασης με υπαιτιότητα του αναιρεσίβλητου, η οποία συνίσταται στο πλήρες ποσό των δικαιωμάτων δικαιόχρησης για όλο το διάστημα έως τη συμβατικά προβλεπόμενη λύση αυτής.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 4506/2017 απόφασή του, συνεκδίκασε τις δύο αντίθετες αγωγές, απέρριψε αυτήν του αναιρεσίβλητου ως ουσία αβάσιμη, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως ουσία βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο αυτής να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 151.108,27 ευρώ. Ακολούθως, επί των εφέσεων που οι διάδικοι άσκησαν, το Εφετείο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απέρριψε την έφεση της ενάγουσας δέχθηκε την έφεση του εναγόμενου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την αγωγή της ενάγουσας, ερεύνησε αυτήν εκ νέου και τη δέχθηκε κατά ένα μέρος, επιδικάζοντας το συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα στην ενάγουσα.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αναφορικά με την υπό στοιχείο (2) αγωγή της ενάγουσας, αποδείχτηκε ότι, ότι ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια της ένδικης σύμβασης, παρέβη τις ακόλουθες συμβατικές του υποχρεώσεις, όπως αυτές καταγράφηκαν στα αντίστοιχα φύλλα ελέγχου που διενήργησε η εναγομένη και οι οποίες, σύμφωνα με αντίστοιχους όρους της σύμβασης, επισύρουν την καταβολή ποινικών ρητρών.

Ειδικότερα, 1) παρέβη τη συμβατική υποχρέωσή του περί εξασφάλισης ενιαίας εμφάνισης (ενδυμασίας) του προσωπικού του καταστήματος του με το προσωπικό του δικτύου (ορ.6.10.2.1), η οποία καταγράφηκε ως "προσωπικό χωρίς ποδιά-καπέλα" στο από 13.11.2012 Φύλλο Ελέγχου της ενάγουσας, που παρέλαβε ανεπιφύλακτα ο ίδιος, ενώ η συγκεκριμένη παράβαση επαναλήφθηκε στις 7.1.2013 και 11.2.2013 και καταγράφηκε ως "χωρίς ποδιά-καπέλα" στα με την ίδια ημερομηνία Φύλλα Ελέγχου της ενάγουσας, που παραλήφθηκαν ανεπιφύλακτα από τον υπάλληλο, Φ.

Ν. και τον υπεύθυνο, Δ. Γ., αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον όρο 6.10.3. της συνομολογηθείσας σύμβασης, ορίστηκε ότι, σε περίπτωση που ο δότης παρατηρούσε καθ' όλη τη διάρκειά της ότι ο λήπτης παραβαίνει τον ανωτέρω όρο 6.10.2, θα είχε δικαίωμα να απαιτήσει εγγράφως από τελευταίο να λάβει, με δικό του κόστος (του λήπτη) όλα τα απαιτούμενα μέτρα προς αποκατάσταση του προβλήματος, ήτοι οφείλε να συμμορφωθεί με την υπόδειξη του δότη εντός προθεσμίας ενός μήνα από την έγγραφη σύσταση, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσής του, θα κατέπιπτε σε βάρος του για κάθε παράβαση το ποσό των 5.000,00 ευρώ ως δίκαιη και εύλογη ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη αποζημίωση (βλ.

προσκομιζόμενη επίδικη σύμβαση). Επομένως, εφόσον εν προκειμένω ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε εντός του άνω χρονικού διαστήματος, μετά την πρώτη παράβαση, αλλά επανέλαβε τις ίδιες παραβάσεις δύο φορές, οφείλει γι' αυτές ποινική ρήτρα, λαμβανομένου υπόψη και ότι, πράγματι, η προκειμένη παράβαση πλήττει τα συμφέροντα της εναγομένης, η οποία πρέπει να διατηρεί την ενιαία εικόνα και ομοιομορφία σε όλα τα καταστήματα του δικτύου της, μέρος δε, αυτής αποτελεί και η εμφάνιση του προσωπικού τους, η οποία, όμως, θα πρέπει να μειωθεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο προσήκον μέτρο, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (III) μείζονα σκέψη, ήτοι στο εύλογο ποσό των 500,00 ευρώ, γενομένου δεκτού και ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου και του σχετικού λόγου έφεσης.

Το Δικαστήριο προέβη στη μείωση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας εκτιμώντας, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, το μέγεθος της ποινής για κάθε παράβαση, σε σύγκριση με την αξία της αντιπαροχής του δανειστή, την οικονομική κατάσταση των συμβαλλομένων μερών, τα συμφέροντα του δανειστή που επλήγησαν από την αθέτηση της σύμβασης, την έκταση της συμβατικής παράβασης του οφειλέτη εναγομένου, τον βαθμό του πταίσματός του, την ωφέλεια του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον της δανείστριας ενάγουσας.

Επομένως, για την ανωτέρω αιτία ο τελευταίος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (500,00€Χ2=) 1.000,00 ευρώ. 2) Ο εναγόμενος παραβίασε την ίδια συμβατική υποχρέωση (όρ. 6.10.2.1), αναφορικά με την καθαριότητα του καταστήματος του, καθώς παρά τις σχετικές υποδείξεις της ενάγουσας, που καταγράφηκαν ως "εξωτερικό μέρος βρώμικο, αντλία μαγιονέζας βρώμικη, βρώμικες τουαλέτες με άσχημη μυρωδιά, ψυγεία βιτρίνας και ψυγεία ποτών πολύ βρώμικα, φούρνος πολύ βρώμικος με άσχημη μυρωδιά" στο από 16.10.2012 Φύλλο Ελέγχου, που παρέλαβε ο ίδιος ανεπιφύλακτα, επανέλαβε τις εν λόγω παραβάσεις, οι οποίες καταγράφηκαν ακολούθως ως "βρώμικες αντλίες, ψυγεία βιτρίνας και ποτών χρειάζονται καθαριότητα, μαγιονέζα βρώμικη, υπόδειξη καθαριότητας στα λάστιχα από πόρτες ψυγείων εσωτερικά, έλλειψη κάδου σκουπιδιών" στα από 13.11.2012, 7.1.2013, 11.2.2013 και 26.2.2014 Φύλλα Ελέγχου.

Επομένως, ο εναγόμενος για την ανωτέρω αιτία (παράβαση του ανωτέρω όρου) υποχρεούται, σύμφωνα με τον ίδιο, ως άνω, όρο 6.10.3 της ένδικης σύμβασης, να καταβάλει στην ενάγουσα ως δίκαιη και εύλογη ποινική ρήτρα, μειωμένη ωστόσο στο προσήκον μέτρο, και δη το συνολικό ποσό των (500,00€Χ4=) 2.000,00 ευρώ, γενομένου δεκτού και ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου και του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος, 3) ο εναγόμενος παραβίασε τον όρο 6.14 της ένδικης σύμβασης, αναφορικά με την ορθή συντήρηση των διατιθέμενων προϊόντων προς αποφυγή κινδύνου αλλοίωσής τους, για την οποία προβλέπεται καταβολή ποινικής ρήτρας, ομοίως, ποσού 1.500,00 ευρώ (όρ.17.2).

Ειδικότερα, ο εναγόμενος παρά τις υποδείξεις της ενάγουσας, που καταγράφηκαν ως "εσφαλμένη φύλαξη των κρύων σάντουιτς εκτός ψυγείου" στο άνω, από 16.10.2012 Φύλλο Ελέγχου της τελευταίας, εξακολούθησε να παραβιάζει την ανωτέρω συμβατική του υποχρέωση, δεδομένου ότι η ίδια παράβαση καταγράφηκε και στα άνω από 7.1.2013, 11.2.2013, 29.1.2014 και 26.2.2014 Φύλλα Ελέγχου.

Εξάλλου, η συμβατική αυτή παραβίαση του εναγομένου δεν μπορεί να αποδοθεί στην επικαλούμενη από τον τελευταίο έλλειψη ορθής χωροταξικής διάρθρωσης του καταστήματος του, προκειμένου να φυλάσσονται σωστά τα ως άνω προϊόντα, γεγονός για το οποίο ήταν υπεύθυνη η ενάγουσα, δεδομένου ότι, σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος δεν διατύπωσε τέτοια επιφύλαξη στα ανωτέρω Φύλλα Ελέγχου, ενώ και σε καμία εκ των ανωτέρω αναφερόμενων εξωδίκων του προς την ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για το εν λόγω ζήτημα.

Επομένως, για την αιτία αυτή ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (500,00€Χ4=) 2.000,00 ευρώ. Περαιτέρω, ως προς την παράβαση της συμβατικής υποχρέωσης του εναγόμενου, (όρ. 6.5.2) περί προμήθειας συγκεκριμένων προϊόντων και πρώτων υλών "αποκλειστικής προμήθειας" αποκλειστικά από τους εγκεκριμένους προμηθευτές του δικτύου "...", για την οποία (παράβαση) προβλέπεται υποχρέωση καταβολής ποσού 1.500,00 ευρώ, ως συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη αποζημίωση για κάθε τέτοια παράβαση (όρ. 17.1).

πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η ρήτρα περί αποκλειστικής προμήθειας των προϊόντων από τη δεύτερη ενάγουσα, ή από εγκεκριμένους από αυτήν προμηθευτές όλων ανεξαιρέτως των προϊόντων που χρησιμοποιούσε στο κατάστημα του ο εναγόμενος, χωρίς δυνατότητα επιλογής και άλλων προμηθευτών, με τους οποίους θα συναλλασσόταν ελεύθερα και χωρίς προέγκριση τους από την ενάγουσα, όταν έκρινε αυτό αναγκαίο, αποτελούσε όρο που δέσμευε υπερβολικά την επιχειρηματική ελευθερία του εναγομένου και, επομένως και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ενώ δεν αποτελούσε μέτρο διαφύλαξης της ταυτότητας και φήμης του δικτύου.

Ως εκ τούτου ο όρος αυτός, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην υπό στοιχείο (I) μείζονα σκέψη, ήταν άκυρος (άρθρα 3, 174, 180 του ΑΚ και 1 παρ. 1 Ν 703/1977), καθώς επέβαλε αποκλειστική προμήθεια των προϊόντων και ειδών αδιακρίτως, στερώντας οποιαδήποτε δυνατότητα επιλογής στον εναγόμενο. Η εν λόγω ακυρότητα δεν συνεπέφερε ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, καθόσον δεν συνάγεται ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος.

Με την παραδοχή και τα κριτήρια αυτά, αποδεικνύεται ότι η προμήθεια των παρακάτω τυποποιημένων ειδών: καφές NESCAFE, ελληνικός καφές Λουμίδη, μπύρες AMSTEL 330ml, FIX 330 ml, KAISER 330 ml, HEINEKEN 330ml, AMSTEL BOCK 330 ml, BUCKLER, BUD, CORONA 330ml, CALBERG 330ml, DESPERADOS, ERDINGER 330ml, MCFARLAND 330ml, STELLA ARTOIS 330ml, συσκευασμένα αλκοολούχα ποτα, όπως, GORDONS SPACE, BACARDI FREEZER, SMIRNOFF ICE, αναψυκτικά όπως, COCA COLA, COCA COLA ZERO, COCOLA LIGHT, SRITE, FANTA, NESTEA, χυμοί ΑΜΙΤΑ, εμφιαλωμένα νερά μάρκας "ΖΑΓΟΡΙ, ενόψει μάλιστα και του ότι στην άνω έκθεση ελέγχου δεν έγιναν δυσμενή σχόλια για τυχόν κακή ποιότητα τους, δεν συνιστούσε αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου, καθόσον, τα προϊόντα αυτά δεν ήταν πρόσφορα να αλλοιώσουν το επιθυμητό και ενιαίο για όλο το δίκτυο γευστικό αποτέλεσμα των παρασκευαζόμενων εδεσμάτων (....).

Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος καταβολής ποινικής ρήτρας για την ως άνω παράβαση, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος εναγομένου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 15.6 της ένδικης σύμβασης, ορίστηκε ως υποχρέωση του λήπτη να μεριμνήσει, ώστε στο μισθωτήριο που θα συνάψει για την κατοχή και εκμετάλλευση του καταστήματος του, να περιληφθεί όρος, σύμφωνα με τον οποίο θα παρέχεται συμβατικά το δικαίωμα στον δότη να υπεισέρχεται αυτόματα στη θέση του λήπτη σε περίπτωση πρόωρης λήξης της σύμβασης, με υπογραφή σχετικού συμφωνητικού συνυπογραφόμενου υποχρεωτικά από τον εκμισθωτή και υπό τους ίδιους όρους ισχύος της μίσθωσης, ενώ για την παραβίαση της υποχρέωσης αυτής προβλέφθηκε καταβολή ποινικής ρήτρας, ποσού 20.000,00 ευρώ.

Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, πέραν της ακυρότητας του ανωτέρω όρου λόγω της ευθείας αντίθεσής του προς τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, το από 25.6.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης του καταστήματος του εναγομένου, που καταρτίστηκε μεταξύ αυτού και του εκμισθωτή Α. Μ., είχε καταρτιστεί προγενέστερα της σύναψης της ένδικης σύμβασης, η οποία έγινε στις 8.9.2011 και ως εκ τούτου τέτοια πρόβλεψη δεν έλαβε χώρα, διότι η σύμβαση μίσθωσης προηγήθηκε της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης.

Η δε ενάγουσα, καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης από το 2011 μέχρι το 2014, δεν αξίωσε, αλλά ούτε και έλεγξε την τροποποίηση του εν λόγω μισθωτηρίου συμβολαίου, ούτε ενόχλησε ποτέ τον εναγόμενο για την τροποποίησή του και τη συμμόρφωση του περιεχομένου του με τον ως άνω συμβατικό όρο. Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος καταβολής ποινικής ρήτρας για την ως άνω παράβαση, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος εναγομένου.

Περαιτέρω, αναφορικά με την ενέργεια του εναγόμενου, να προβεί μονομερώς στην αυθαίρετη αφαίρεση της ένδειξης "..." και στη συνέχιση άσκησης της εν λόγω επιχείρησης υπό τη δική του πλέον επωνυμία, η οποία αποτελούσε παράβαση και του όρου 14.1.(θ) της σύμβασης, λεκτέα τα εξής: Όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα παρέβη τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι του εναγόμενου, ως προς το γεγονός της άνισης μεταχείρισης του τελευταίου σε σχέση με τους άλλους λήπτες του δικτύου, της έλλειψης παροχής προς αυτόν του κατάλληλου τεχνικού εξοπλισμού και της κάθε είδους τεχνικής και εμπορικής υποστήριξής του για την επίτευξη της ομαλής ένταξής του στο δίκτυο.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από τη σαφή και με λόγο γνώσης κατάθεση του μάρτυρα, Ε. Π., του οποίου η κατάθεση κρίνεται πειστική. Αποδείχτηκε ότι, ο εναγόμενος της υπό στοιχείο (2) αγωγής, εκκαλών και εφεσίβλητος, (λήπτης), λόγω της εξ αρχής τεταμένης σχέσης του με την ενάγουσα εκκαλούσα και εφεσίβλητη, (δότρια), υφίστατο άνιση μεταχείριση σε σχέση με τους άλλους λήπτες και αντιμετωπίζονταν από την ενάγουσα με δυσπιστία και καχυποψία.

Ειδικότερα, η ενάγουσα παρέλειψε να τοποθετήσει στο κατάστημά του ειδικό εξοπλισμό για την παρασκευή χάμπουργκερ, κατά παράβαση της συμβατικής της υποχρέωσης της απορρέουσας από το άρθρο 5.7 της σύμβασης, περί συνεχούς παροχής προς τον λήπτη εμπορικής και τεχνικής υποστήριξης κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καθυστέρησε να του παραδώσει συγκεκριμένο πίνακα με αναγραφόμενα τα προϊόντα που θα μπορούσε αυτός να προμηθεύεται από προμηθευτή της επιλογής του και παρέλειψε να του διασφαλίσει όμοια τιμή προμήθειας του καφέ τύπου espresso lavazza grand bar από τον αποκλειστικό προμηθευτή του, καθώς εκείνος προμηθευόταν τον καφέ με 15,35 ΔΕ το κιλό, ενώ οι άλλοι λήπτες του δικτύου τον προμηθεύονταν στην τιμή των 13,80 το κιλό.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι ο λόγος για τον οποίο καθυστέρησε ο εφοδιασμός του συγκεκριμένου εξοπλισμού παρασκευής χάμπουργκερ στο κατάστηθα του εναγομένου ήταν ότι, στο τελευταίο δεν υφίστατο σύστημα απαγωγής καπνών-αερίων καύσεως ("χοάνης") το οποίο, δυνάμει του άρθ. 5 της με αριθμό Υ1γ/Γ.Π/οικ.96967/2012 απόφασης του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β' 2718/8.10.2012), ήταν απαραίτητο προκειμένου να λειτουργεί νόμιμα το λόγω μηχάνημα, αποδεικνύεται αβάσιμος, καθώς, εάν δεν υπήρχε το ως άνω σύστημα απαγωγής καπνών-αερίων, το οποίο ήταν απαραίτητο για την μέχρι τότε λειτουργία του καταστήματος, όσον αφορά το ψήσιμο των εδεσμάτων κρέατος, δεν θα ήταν δυνατή η λειτουργία του καταστήματος και θα είχε οπωσδήποτε επισημανθεί από την ενάγουσα κατά τους ελέγχους της.

Επίσης η ενάγουσα παρέβη την υποχρέωση υποστήριξης του εναγόμενου, (άρθρο 5.7 της σύμβασης), προέβη δηλαδή στην παραβίαση της κατ' άρθρο 288 ΑΚ υποχρέωσης πίστης, σχετικά με την αυξημένη για τον ίδιο τιμή προμήθειας του καφέ espresso lavazza. Κυρίως όμως παρέβη την υποχρέωση εδαφικής προστασίας του (άρθρο 4.2 της σύμβασης), παραβλάπτοντας την εδαφική προστασία του καταστήματος του (άρθρο 4.2.

σύμβασης), με τη λειτουργία νέας επιχείρησης "..." ακριβώς έξω από το όριο της δικής του προστατευόμενης γεωγραφικής περιοχής, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό και προϋποθέσεις ανάπτυξης αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ των δικαιοληπτών του δικτύου, εγκαθιστώντας νέα επιχείρηση με το σήμα της ακριβώς έξω από το όριο της δικής του προστατευόμενης γεωγραφικής περιοχής και μάλιστα σε σημείο το οποίο βρισκόταν σε οπτική επαφή με το κατάστημα του εναγομένου, το οποίο παραχώρησε στον αδελφό της διαχειρίστριάς της, όπως προαναφέρθηκε, ενώ συγχρόνως επέτρεψε τη διανομή διαφημιστικού υλικού για τη λειτουργία του νέου καταστήματος στην ίδια οδό ...

εντός των ορίων της γεωγραφικής περιοχής του εναγομένου. Σημειώνεται ότι, ο εναγόμενος στις 28-4-2014 βρήκε διαφημιστικό υλικό του νέου καταστήματος διανεμημένο εντός των ορίων της δικής του γεωγραφικής περιοχής, (βλ. σχετικά τη σαφή και με λόγο γνώσης κατάθεση του μάρτυρα, Α. Μ., εκμισθωτή του καταστήματος, κατοίκου της ίδιας οικοδομής, ο οποίος καταθέτει ότι τα εν λόγω φυλλάδια διανέμονταν στη γειτονιά και στην ίδια την οικοδομή του, γεγονός το οποίο σχολιάσθηκε από τους περίοικους), εξ αυτού δε του γεγονότος, όπως προαναφέρθηκε, ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση.

Η παραπάνω ενέργεια της ενάγουσας είχε ως άμεση συνέπεια, τα διαφημιστικά φυλλάδια να απευθύνονται σε όλους τους κατοίκους της δικής του γεωγραφικής περιοχής, κατά προφανή παράβαση εκ μέρους της ενάγουσας του σχετικού όρου της σύμβασης και κατά παράβαση της κατ' άρθρο 288 ΑΚ υποχρέωσης πίστης, ενώ εν τω μεταξύ ο εναγόμενος εξακολουθούσε να καταβάλλει τα μηνιαία δικαιώματα χρήσης (royalties) των 900,00 Ε.

Το γεγονός αυτό αποτέλεσε σοβαρή αιτία διασάλευσης της εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλόμενων διαδίκων, που αποτελεί θεμέλιο λίθο των διαρκών συμβάσεων συνεργασίας, συνθήκη η οποία οδήγησε τον εναγόμενο στην έγγραφη καταγγελία της σύμβασης, η οποία ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, ήταν άκυρη λόγω της έλλειψης πληρεξουσιότητας.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από την ακυρότητα της καταγγελίας του εναγομένου, ενάγοντος της υπό στοιχείο (1) αγωγής, η ως άνω συμπεριφορά της εναγόμενης σε κάθε περίπτωση αποτελούσε παραβίαση ρητών συμβατικών όρων, αλλά και της γενικότερης απορρέουσας από την αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη (ΑΚ 288) και τη φύση της σύμβασης δικαιόχρησης υποχρέωσης της για ένταξη και διαρκή υποστήριξη του δικαιοδόχου-εναγομένου και συνιστούσε πλημμελή εκ μέρους της εκπλήρωση κύριας παροχής της από τη σύμβαση.

Οι παραπάνω παραδοχές οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση, ότι η καθαίρεση της πινακίδας της ενάγουσας και η περαιτέρω λειτουργία του καταστήματος του εναγομένου στο όνομά του ατομικά, εκτός του συμβατικού πλαισίου με την ενάγουσα, η οποία έλαβε χώρα ύστερα από την γενομένη, έστω και άκυρη για τυπικό λόγο, καταγγελία του, οφείλονταν σε λόγους που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα του ιδίου, ούτε σε πρόθεση παράβασης των συμβατικών του δεσμεύσεων, αλλά υπαγορεύθηκε από την προαναφερθείσα υπαίτια παράβαση ουσιωδών όρων της σύμβασης εκ μέρους της ενάγουσας και κυρίως αυτού της εδαφικής του προστασίας, η οποία υπονόμευε τη βιωσιμότητα, την οικονομική πορεία και την εξέλιξη της επιχείρησής του.

Ο δε εναγόμενος, εκκαλών, ο οποίος, μετά την παρέλευση δέκα ημερών από την έναρξη λειτουργίας του νέου καταστήματος, διέκοψε τη λειτουργία του δικού του καταστήματος με το σήμα της ενάγουσας και συνέχισε αυτήν ατομικώς, δεν είχε την υποχρέωση, υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αναμείνει περαιτέρω την επέλευση, ή μη της βλάβης των συμφερόντων του από τη λειτουργία του γειτονικού αυτού καταστήματος της ίδιας αλυσίδας, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσής του και απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού της ενάγουσας.

Σύμφωνα με τον όρο 13 της ένδικης σύμβασης, ορίστηκε ότι ο λήπτης υποχρεούται καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της, να μην ασκεί άμεσα ή έμμεσα, για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων οποιαδήποτε δραστηριότητα ανταγωνιστική προς τις δραστηριότητες, που ασκούνται μέσω του δικτύου "...", ενώ ως άσκηση ανταγωνιστικής δραστηριότητας ορίστηκε η άσκηση κάθε είδους επιχείρησης, μέσω της οποίας διατίθενται στο κοινό υπηρεσίες και προϊόντα παρεμφερή ή ευρισκόμενα σε σχέση αντικατάστασης προς τα προσφερόμενα μέσω του δικτύου "...".

Με τον όρο 13.2 συμφωνήθηκε ότι η ανωτέρω υποχρέωση ισχύει καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης και για χρονικό διάστημα ενός έτους από την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη της, ενώ για το μετά τη λήξη της σύμβασης χρονικό διάστημα η απαγόρευση θα αφορά στα γεωγραφικά πλαίσια της "περιοχής δραστηριότητας". Τέλος, δυνάμει του όρου 13.3 της σύμβασης αυτής, ορίστηκε ότι η παραβίαση της εν λόγω υποχρέωσης του λήπτη, έχει ως συνέπεια την καταβολή προς τον δότη (ήδη ενάγουσα) ποινικής ρήτρας, ποσού 50.000,00 ευρώ.

Σύμφωνα, ωστόσο, με τις παραπάνω παραδοχές και κάτω από τις παραπάνω συνθήκες, το αίτημα της ενάγουσας για καταβολή ποινικής ρήτρας εξ αιτίας της παράβασης των ως άνω όρων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, ως αντικείμενο στις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, (281, 288 ΑΚ), καθώς, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης του εναγομένου εκκαλούντος και του σχετικού λόγου έφεσής του.

Εν όψει των ανωτέρω παραδοχών, για τον ίδιο ως άνω λόγο πρέπει να απορριφθεί και το αγωγικό αίτημα καταβολής ποινικής ρήτρας και αναπόδεικτης αποζημίωσης του πλήρους ποσού των δικαιωμάτων (Μηνιαία Δικαιώματα Χρήσης) στην ενάγουσα για όλο το διάστημα έως τη συμπλήρωση της κανονικής διάρκειας της σύμβασης, συνυπολογιζόμενων των ετήσιων αναπροσαρμογών, (όρος 5.3 της σύμβασης), δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εναγομένου εκκαλούντος και απορριπτομένου του σχετικού λόγου έφεσης της ενάγουσας εκκαλούσας.

Για τον ίδιο ως άνω λόγο πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος έφεσης της ενάγουσας εκκαλούσας, περί αθροιστικής παραβίασης της ρήτρας υποχρέωσης της τήρησης εμπιστευτικότητας και της ρήτρας υποχρέωσης μη ανταγωνισμού. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι, οι αιτιάσεις του εναγομένου ήταν προσχηματικές και ότι αυτός προσπαθούσε να μεταφέρει και να επιβάλει τις απόψεις του και σε άλλους λήπτες του δικτύου της ενάγουσας, τους οποίους παρότρυνε να αυτονομηθούν από το άνω δίκτυο, με σκοπό, να ασκούν τις επιχειρήσεις τους, είτε στο πλαίσιο καινούριας αλυσίδας, είτε ως ανεξάρτητα καταστήματα, αναφέροντας σε αυτούς, ότι εάν οργανωθούν από κοινού και ανεξαρτητοποιηθούν, δεν θα υπάρξουν συνέπειες σε βάρος τους, αποδείχτηκε αβάσιμος, οι δε σχετικές περί αυτού ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της εναγομένης, Θ.

Μ. και Γ. Ζ., ληπτών του δικτύου, δεν κρίνονται πειστικές, καθώς αναιρούνται από όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, εάν ο εναγόμενος είχε την πρόθεση που του καταλογίζει η ενάγουσα, να αυτονομηθεί από αυτήν και να λειτουργήσει έκτοτε ως ελεύθερος επιχειρηματίας οργανώνοντας και τους υπόλοιπους λήπτες, όπως κατέθεσε ο ανωτέρω μάρτυρας, από το Φεβρουάριο του 2012, δεν θα ανέμενε από τις αρχές του έτους 2012 μέχρι τα μέσα του έτους 2014, δηλαδή επί 2,5 έτη, προκειμένου να υλοποιήσει το στόχο του και το σχέδιό του, καταβάλλοντας μάλιστα μηνιαίως το ποσό των 900,00 Ε στην ενάγουσα, αλλά θα το πραγματοποιούσε νωρίτερα.

Η δε μαζική διαμαρτυρία λοιπών ληπτών της ενάγουσας με ομοίου περιεχομένου εξώδικες δηλώσεις έγινε μετά από την πραγματοποίηση της συνάντησης όλων των ληπτών και των εκπροσώπων της ενάγουσας σε κεντρικό ξενοδοχείο, όπου οι επιφυλάξεις και οι αντιδράσεις τις οποίες διατύπωσε ο εναγόμενος, οι οποίες υιοθετήθηκαν από πολλούς άλλους λήπτες, αντιμετωπίστηκαν κατ' αρχήν με επιθετικότητα και κατόπιν με αδιαφορία από την ενάγουσα.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος εκκαλών παρέδωσε στην ενάγουσα μετά από δεκαεννέα ημέρες τα εγχειρίδια, πίνακες, τιμοκαταλόγους και λοιπά έγγραφα που του παραδόθηκαν κατά την κατάρτιση της μεταξύ τους σύμβασης προς τον σκοπό εκπλήρωσης αυτής. Ειδικότερα, η ένδικη σύμβαση καταγγέλθηκε από την ενάγουσα και λύθηκε την 13.5.2014, ενώ τα ως άνω έγγραφα επιστράφηκαν σ' αυτήν την 2.6.2014.

Σύμφωνα, δε, με τον σχετικό συμβατικό όρο (15.1.1.δ) ο εναγόμενος όφειλε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 50,00 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Ωστόσο, το χρονικό διάστημα των δεκαεννέα ημερών, εν όψει των προαναφερομένων συνθηκών, κρίνεται εύλογο για τη συμμόρφωσή του στην ως άνω υποχρέωσή του, το δε αίτημα της ενάγουσας για καταβολή της σχετικής ποινικής ρήτρας πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο.

Γεγονός είναι ότι, κατόπιν όλων αυτών των περιστατικών που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της επίδικης σύμβασης μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων, έχει εκλείψει οριστικά η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μερών και καθίσταται αδύνατη κάθε περαιτέρω συνέχιση της εμπορικής τους συνεργασίας, η οποία έχει λήξει ήδη από τις γενόμενες εκατέρωθεν καταγγελίες της σύμβασης, αμφότεροι δε οι διάδικοι επιθυμούν και έχουν ήδη υλοποιήσει τη διακοπή των συμβατικών τους σχέσεων και τη λύση της σύμβασης, η οποία, ουσιαστικά μεν έχει λυθεί, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, τυπικά δε, με την έγκυρη καταγγελία της ενάγουσας δότριας εταιρίας.

Ωστόσο, αναφορικά με την υπό στοιχείο (2) αγωγή, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος αυτής Κ. Κ., να καταβάλει στην ενάγουσα αυτής, Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", το ποσό που αντιστοιχεί στις ποινικές ρήτρες για την εκ μέρους του παράβαση των προαναφερθέντων όρων της σύμβασης και δη το ποσό των πέντε χιλιάδων (1.000+2.000+2.000=5.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε διαφορετικά ως προς το δικαίωμα και το ποσό της αποζημίωσης της ενάγουσας λόγω των παραβάσεων των συμβατικών όρων εκ μέρους του εναγόμενου, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της έφεσης του εκκαλούντος εναγόμενου, με τους οποίους προβάλλεται το ανωτέρω σφάλμα, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η υπό στοιχείο (1) έφεση του εναγόμενου εκκαλούντος πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και αφού εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο της υπ' αριθμ. 5910/2015 (υπό στοιχείο 2) αγωγής της ενάγουσας, το Δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει την ουσία της.

Στη συνέχεια, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό στοιχείο (2) υπ' αριθμ. 5910/2015 αγωγή της ενάγουσας εφεσίβλητης και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος εκκαλών να καταβάλει στην ενάγουσα ποσό 5.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, ως προς την υπό στοιχείο (2) έφεση της εκκαλούσας, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσίαν....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας, κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο που αφορούσε στην αγωγή της αναιρεσείουσας, την οποία αφού ερεύνησε εκ νέου, τη δέχθηκε κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να της καταβάλει:

α) το ποσό των 500 ευρώ για κάθε μία από τις δύο παραβάσεις στην τήρηση ομοιογενούς εμφάνισης του προσωπικού, β) το ποσό των 500 ευρώ για κάθε μία από τις τέσσερεις παραβάσεις στην τήρηση κανόνων καθαριότητας, γ) το ποσό των 500 ευρώ για κάθε μία από τις τέσσερεις παραβάσεις στην τήρηση κανόνων αποθήκευσης και απέρριψε τα υπόλοιπα αιτήματα της αγωγής για καταβολή ποινικής ρήτρας για παράβαση των όρων της σύμβασης, που αφορούσαν:

α) στη μίσθωση του καταστήματος που κατήρτισε ο αναιρεσίβλητος, β) στην αποκλειστική προμήθεια προϊόντων, γ) στη ρήτρα μη ανταγωνισμού και δ) στην καταβολή των υπολειπομένων μετά την καταγγελία και μέχρι το χρόνο της συμβατικής λύσης της σύμβασης δικαιωμάτων.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 178 και 179, 281, 288 ΑΚ, του άρθρου 1 §§ 1 και 2 του ν. 703/1977, (το οποίο σημειωτέον είχε καταργηθεί κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης δικαιόχρησης, και αντικατασταθεί από το άρθρο 1 §§ 1 και 2 του ν, 3959/2011), αλλά και τον κανόνα του άρθρου 18α του ν. 146/1914, που το δικαστήριο αναφέρει στη μείζονα σκέψη της απόφασης, στην οποία και παραπέμπει, για να δικαιολογήσει την κρίση περί ακυρότητας, οι οποίοι δεν ήσαν εφαρμοστέοι, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις τους, ενώ εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, η οποία ήταν εφαρμοστέα.

Ειδικότερα, δεχόμενο την ακυρότητα του όρου 6.5.2 της σύμβασης, περί προμήθειας συγκεκριμένων προϊόντων και πρώτων υλών "αποκλειστικής προμήθειας" αποκλειστικά από τους εγκεκριμένους προμηθευτές του δικτύου "..." της αναιρεσείουσας και όχι από άλλους προμηθευτές και κρίνοντας ότι έτσι ο αναιρεσίβλητος δεσμευόταν υπέρμετρα στην επιχειρηματική του ελευθερία και στον ελεύθερο ανταγωνισμό και ως εκ τούτου δεν παραβίασε τη σύμβαση και δεν οφείλει τις ανωτέρω ποινικές ρήτρες, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, παρότι δεν συνέτρεχαν, υπό τα δεκτά γενόμενα, κατά τα προεκτεθέντα, οι νόμιμοι όροι και οι προϋποθέσεις τους, τις ακόλουθες διατάξεις:

α) τα άρθρα 178 και 179 του ΑΚ διότι η εντός του πλαισίου της ελευθερίας των συμβάσεων (361 ΑΚ) η εκούσια υποχώρηση των δικαιωμάτων των συμβαλλόμενων στη σύμβαση δικαιόχρησης, δεν είναι κατ' αρχήν αντίθετη στα χρηστά ήθη, καθόσον από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν προκύπτει ότι εδράζεται στις αμοιβαίες υποχωρήσεις των μελών προκειμένου αυτά να επωφεληθούν από τους λοιπούς όρους και τη συνολική λειτουργία της σύμβασης.

Επίσης, υπό τις ανωτέρω παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης δεν συντρέχουν αθροιστικώς οι κατά την ανωτέρω νομική σκέψη προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και ειδικότερα: 1) η ύπαρξη προφανούς δυσαναλογίας της οικονομικής αξίας παροχής και αντιπαροχής κατά τον χρόνο της κατάρτισης της δικαιοπραξίας, 2) η συνδρομή ανάγκης στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου και 3) η εκμετάλλευση από την αναιρεσείουσα της κατάστασης του αναιρεσίβλητου, που της ήταν γνωστή κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, β) το άρθρο 1 παρ.1 και 2 του ν.3959/2011 (με το οποίο καταργήθηκε το άρθρο 1 §§ 1 και 2 του ν. 703/1977), διότι, οι ρυθμίσεις αυτές έχουν σκοπό την προστασία της οικονομικής ελευθερίας τρίτων που δεν μετέχουν στη σύμπραξη έτσι ώστε να διασφαλίζεται ο ελεύθερος ανταγωνισμός, ενώ στη σύμβαση δικαιόχρησης οι συμβαλλόμενες επιχειρήσεις συμπράττουν, γ) το άρθρο 18α του ν.146/1914, διότι η ρύθμιση αυτή έχει ως βασική προϋπόθεση την οικονομική εξάρτηση του ενός συμβαλλόμενου από τον άλλο, εξ αιτίας της πλήρους προσαρμογής του στις ανάγκες του προμηθευτή του, λόγω μακρόχρονης συνεργασίας και επενδύσεων που έκανε και της αδυναμίας του να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση από τον προμηθευτή της ισχύος του, ενώ στη σύμβαση δικαιόχρησης τα μέρη συμβάλλονται ελεύθερα με συγκεκριμένους όρους και προκαθορισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις εκατέρωθεν που αποσκοπούν στην στενή συνεργασία και αλληλεξάρτηση τους, πέραν του ότι δεν προεβλήθη στο δικαστήριο της ουσίας από τον αναιρεσίβλητο αντίστοιχος ισχυρισμός θεμελιούμενος στις ανωτέρω διατάξεις (178, 179 ΑΚ, 1παρ.1,2 ν.703/1977,18α ν.146/1914).

Αντίθετα, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 361 ΑΚ, διότι η κατάρτιση σύμβασης δικαιόχρησης έχει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, ιδιαίτερη φύση και αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία ρυθμίζονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών κατόπιν συμφωνίας τους για εκατέρωθεν παραχωρήσεις, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων.

Περαιτέρω, έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις, γιατί διέλαβε στο αποδεικτικό του πόρισμα ανεπαρκείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής και τα αντίστοιχα αιτήματα της, ήτοι τις επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα στην αγωγή της παραβιάσεις της σύμβασης δικαιόχρησης από τον αναιρεσίβλητο.

Ειδικότερα, αν και δέχθηκε, ότι: α) μεταξύ των διαδίκων είχε συναφθεί οικειοθελώς, κατά την έννοια του άρθρου 361 ΑΚ, η επίδικη σύμβαση, η οποία είχε τα απαραίτητα στοιχεία για τον χαρακτηρισμό της ως σύμβαση δικαιόχρησης, μεταξύ αυτών δε, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, περιλαμβανόταν η λειτουργία της επιχείρησης υπό συγκεκριμένη ενιαία επωνυμία, που έφεραν όλα τα καταστήματα του δικτύου, η προμήθεια συγκεκριμένων συμβατικών προϊόντων από την δικαιοδόχο ή από πρόσωπο που αυτή θα υποδείκνυε, η τήρηση συγκεκριμένων οδηγιών για την ομοιομορφία των καταστημάτων του δικτύου, των συνθηκών λειτουργίας τους και διαχείρισης των προϊόντων που πωλούνται σε αυτά, β) ότι ο αναιρεσίβλητος έπληξε τα συμφέροντα της αναιρεσείουσας, παραβιάζοντας, κατά την διάρκεια της εν λόγω σύμβασης, τις συμβατικές του υποχρεώσεις, που επισύρουν την καταβολή των συμφωνηθεισών ποινικών ρητρών και ειδικότερα εκείνες της εξασφάλισης ενιαίας ενδυμασίας του προσωπικού του, της τήρησης των κανόνων καθαριότητας, της ορθής συντήρησης των διατιθέμενων προϊόντων και δεν συμμορφώθηκε στις υποδείξεις της, αλλά υπέπεσε στις εν λόγω παραβάσεις, κατ' επανάληψη (δύο φορές ως προς την πρώτη παράβαση και τέσσερεις φορές ως προς τη δεύτερη και την τρίτη αντιστοίχως) γ) ότι η καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσείουσα ήταν έγκυρη, διότι μεταξύ των συμβληθέντων είχε εκλείψει οριστικά η αμοιβαία εμπιστοσύνη και ήταν αδύνατη η εξακολούθηση της συνεργασίας τους, ιδίως μετά τις παραβιάσεις των όρων αυτής από τον αναιρεσίβλητο και την υποβολή εκ μέρους του άκυρης καταγγελίας, εν συνεχεία, αντιφατικά δέχθηκε, ότι συνέτρεχε και αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, η οποία, (άνευ άλλου τινός, παρά το γεγονός της αμέσως προηγούμενης παραδοχής περί της άκυρης καταγγελίας εκ μέρους του), απάλλασσε τον αναιρεσίβλητο από την καταβολή των ποινικών ρητρών, που είχαν συμβατικά συμφωνηθεί για την περίπτωση καταγγελίας της επίμαχης σύμβασης λόγω παραβίασης εκ μέρους του όρων της, παρότι προηγουμένως είχε δεχθεί ότι είχε λάβει χώρα παραβίαση αυτών, υπό τις παραδοχές, ότι:

α) η συμβατική υποχρέωση του αναιρεσίβλητου περί αποκλειστικής προμήθειας συγκεκριμένων προϊόντων και πρώτων υλών από εγκεκριμένους προμηθευτές του δικτύου της αναιρεσείουσας δέσμευε υπερβολικά την επιχειρηματική ελευθερία του αναιρεσίβλητου και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, β) ο όρος της σύμβασης περί υποχρέωσης του αναιρεσίβλητου να συμπεριλάβει στο μισθωτήριο όρο περί δικαιώματος της δικαιοδόχου να υπεισέρχεται στη θέση του δικαιολήπτη σε περίπτωση πρόωρης λήξης της σύμβασης, ήταν αντίθετος στη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, γ) η αναιρεσείουσα παραβίασε την σύμβαση ως προς την κατά το άρθρο 288 ΑΚ υποχρέωση της να υποστηρίζει τον αναιρεσίβλητο, δ) η αυθαίρετη καθαίρεση από τον αναιρεσίβλητο της πινακίδας με το λογότυπο της αναιρεσείουσας μετά την άσκηση της άκυρης καταγγελίας του και η επακολουθήσασα λειτουργία του καταστήματος ως ατομικής του επιχείρησης με προϊόντα και υπηρεσίες παρεμφερή των προσφερομένων μέσω του δικτύου της αναιρεσείουσας και εντός της γεωγραφικής περιοχής δραστηριότητας της τελευταίας πριν την παρέλευση του ορισθέντος συμβατικά χρόνου λήξης της επίδικης σύμβασης, και για συγκεκριμένο συμφωνηθέν χρονικό διάστημα μετά τη λήξη αυτής, δεν συνιστά παραβίαση των συναφών όρων 13, 13.2 και 13.3 της εν λόγω σύμβασης (ρήτρες εμπιστευτικότητας και υποχρέωσης μη ανταγωνισμού), διότι έγινε εξ ανάγκης για την προστασία των δικαιωμάτων του, λόγω της πληροφόρησης που είχε για την ανάπτυξη άλλης επιχείρησης με το λογότυπο της αναιρεσείουσας κοντά στην περιοχή του, παρά το γεγονός ότι αντιφατικά προηγουμένως δέχεται ότι η νέα επιχείρηση με σύμβαση δικαιόχρησης με την αναιρεσείουσα που επρόκειτο να λειτουργήσει ήταν εκτός των γεωγραφικών ορίων της δικής του δραστηριότητας, ε) ότι το χρονικό διάστημα των 19 ημερών που μεσολάβησε μέχρι ο αναιρεσίβλητος να παραδώσει στην αναιρεσείουσα τα εγχειρίδια, πίνακες, τιμοκαταλόγους και λοιπά έγγραφα που του είχε παραδώσει κατά την υπογραφή της σύμβασης και όφειλε άμα τη λύση της να επιστρέψει ήταν εύλογος χρόνος, στ) ότι οι ανωτέρω αμοιβαίως συμφωνηθέντες όροι στο πλαίσιο της σύμβασης δικαιόχρησης και για τις ανάγκες της λειτουργίας της ήσαν άκυροι ως καταχρηστικοί, αντίθετοι στα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, τις διατάξεις των άρθρων 174 και 178 ΑΚ καθώς και εκείνες του άρθρου 1 παρ.1 του ν.703/1977, παρότι το Εφετείο δεν διέλαβε αντίστοιχες παραδοχές περί συνδρομής συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών που να θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις τους, περιοριζόμενο απλώς (ειδικά όσον αφορά τις διατάξεις των άρθρων 281, 288 ΑΚ) στην παράθεση μόνον του πραγματικού του οικείου κανόνα, καθώς και ότι ζ) ο αναιρεσίβλητος δεν οφείλει να καταβάλει τις σχετικές ποινικές ρήτρες και τα υπολειπόμενα μέχρι τη λήξη της σύμβασης δικαιώματα, παρά την παραδοχή για την παραβίαση εκ μέρους των προμνημονευομένων συμβατικών υποχρεώσεων.

Επίσης, παρότι προηγουμένως είχε δεχθεί ότι η καταγγελία του αναιρεσίβλητου δεν επέφερε την έννομη συνέπεια της λήξης της επίδικης σύμβασης λόγω της ακυρότητάς της, εν συνεχεία αντιφατικά διέλαβε παραδοχή ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δικαιόχρησης έχει λήξει από τις γενόμενες εκατέρωθεν καταγγελίες.

Παράλληλα, μείωσε τις ποινικές ρήτρες που δέχθηκε ότι κατέπεσαν για τις παραβάσεις της σύμβασης, στις οποίες επιλεκτικά δέχθηκε ότι υπέπεσε ο αναιρεσίβλητος (της εξασφάλισης ενιαίας ενδυμασίας του προσωπικού του, της τήρησης των κανόνων καθαριότητας, της ορθής συντήρησης των διατιθέμενων προϊόντων), χωρίς όμως να προβεί σε στάθμιση δυσαναλογίας και μέτρου της ποινής, παραλείποντας να παραθέσει ποια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά συνέτρεχαν εν προκειμένω, και τα οποία έλαβε υπόψη του για την εξειδίκευση της αόριστης έννοιας του "υπέρμετρου" και την υπαγωγή τους στα κριτήρια της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ, στην απλή παράθεση των οποίων περιορίστηκε γενικώς, χωρίς να προσδιορίσει, ποια ήταν στην ερευνώμενη περίπτωση η αξία της αντιπαροχής της αναιρεσείουσας δανείστριας σε σύγκριση με το αναφερόμενο μέγεθος της ποινής, ποια η οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών, ποια τα πληγέντα συμφέροντα της εν λόγω δανείστριας από την αθέτηση της σύμβασης, ποια η έκταση της συμβατικής παράβασης του αναιρεσίβλητου οφειλέτη, ποια η ωφέλεια του τελευταίου από τη μη εκπλήρωση της παροχής, ποια τα απώτερα επιβλαβή αποτελέσματα και ποιο το δικαιολογημένο συμφέρον της άνω δανείστριας.

Επομένως, είναι βάσιμοι οι αναιρετικοί λόγοι, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος και έκτος κατά το συναφές μέρος τους με το οποίο μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι υπέπεσε στις εκ του αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες με την αιτίαση της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των προπαρατεθεισών ουσιαστικών διατάξεων, σύμφωνα με όσα στην οικεία σκέψη αναπτύχθηκαν.

Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με το τέταρτο σκέλος του πρώτου αναιρετικού λόγου προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι υπέπεσε στην εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε με εσφαλμένη ανάγνωση το περιεχόμενο της από 8/9/2011 σύμβασης δικαιόχρησης μεταξύ της αναιρεσείουσας και του αναιρεσίβλητου και συγκεκριμένα τους όρους 6.5.2 και 17.1 αυτής, με το να δεχθεί ότι τούτο περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, με επιζήμιο για την αναιρεσείουσα πόρισμα.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος ότι: "Η ρήτρα περί αποκλειστικής προμήθειας των προϊόντων από τη δεύτερη ενάγουσα, ή από εγκεκριμένους από αυτήν προμηθευτές όλων ανεξαιρέτως των προϊόντων που χρησιμοποιούσε στο κατάστημα του ο εναγόμενος, χωρίς δυνατότητα επιλογής και άλλων προμηθευτών, με τους οποίους θα συναλλασσόταν ελεύθερα και χωρίς προέγκριση τους από την ενάγουσα, όταν έκρινε αυτό αναγκαίο, αποτελούσε όρο που δέσμευε υπερβολικά την επιχειρηματική ελευθερία του εναγομένου και, επομένως και τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ενώ δεν αποτελούσε μέτρο διαφύλαξης της ταυτότητας και φήμης του δικτύου.

Ως εκ τούτου ο όρος αυτός, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, ήταν άκυρος (άρθρου 174, 180 του ΑΚ και 1 παρ. 1 Ν 703/1977), καθώς επέβαλε αποκλειστική προμήθεια των προϊόντων και ειδών αδιακρίτως, στερώντας οποιαδήποτε δυνατότητα επιλογής στον εναγόμενο. Η εν λόγω ακυρότητα δεν συνεπέφερε ακυρότητα ολόκληρης της σύμβασης, καθόσον δεν συνάγεται ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος.

Με την παραδοχή και τα κριτήρια αυτά, αποδεικνύεται ότι η προμήθεια των παρακάτω τυποποιημένων ειδών: (παρατίθενται τα προϊόντα...), ενόψει μάλιστα και του ότι στην άνω έκθεση ελέγχου δεν έγιναν δυσμενή σχόλια για τυχόν κακή ποιότητα τους, δεν συνιστούσε αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου, καθόσον, τα προϊόντα αυτά δεν ήταν πρόσφορα να αλλοιώσουν το επιθυμητό και ενιαίο για όλο το δίκτυο γευστικό αποτέλεσμα των παρασκευαζόμενων εδεσμάτων. ........

Ως εκ τούτου, δεν συντρέχει λόγος καταβολής ποινικής ρήτρας για την ως άνω παράβαση, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου έφεσης του εκκαλούντος εναγομένου". Όμως, από τη θεώρηση της σύμβασης αυτής, που προσκόμισε πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου η αναιρεσείουσα, προς απόδειξη του ουσιώδους αγωγικού ισχυρισμού της, προκύπτει ότι α) στον όρο 6.5.2.

προβλέπεται ότι "ειδικά για τα προϊόντα που ορίζονται ως προϊόντα αποκλειστικής προμήθειας τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο παράρτημα Γ' της παρούσας συμφωνείται ότι ο λήπτης θα τα προμηθεύεται αποκλειστικώς από το δότη, ο οποίος και θα αναλαμβάνει τη διανομή των εν λόγω προϊόντων στο κατάστημα του λήπτη ή από τους υποδεικνυόμενους από το δότη αποκλειστικούς προμηθευτές.

Στην περίπτωση αυτή, ο Λήπτης θα συμμετέχει στις εκπτώσεις που διαπραγματεύεται και συμφωνεί κατά περίπτωση ο Δότης", β) στον όρο 6.5.3. αναφέρεται ότι "Όλα τα υπόλοιπα προϊόντα πέραν των προϊόντων αποκλειστικής προμήθειας μπορούν να αγοράζονται από το λήπτη από προμηθευτές της επιλογής του..."...γ) στον όρο 17.1 "Σε περίπτωση που ο λήπτης πωλεί προϊόντα ή παρέχει υπηρεσίες πέραν αυτών που περιγράφονται στο εγχειρίδιο και στις οδηγίες του Δότη, ή αν προμηθεύεται προϊόντα που περιλαμβάνονται στις κατηγορίες "προϊόντων αποκλειστικής προμήθειας" από προμηθευτές μη υποδεικνυόμενους από τον Δότη, έχει την υποχρέωση να καταβάλει το ποσό των 1.500 ευρώ για κάθε παράβαση, το οποίο συμφωνείται από τώρα μεταξύ των μερών ως δίκαιη και εύλογη ποινική ρήτρα και αναπόδεικτη αποζημίωση....".

Συνεπώς, από την ανάγνωση των ανωτέρω όρων ουδόλως προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος δεσμευόταν από την σύμβαση με ρήτρα αποκλειστικής προμήθειας "όλων ανεξαιρέτως" των προϊόντων. Αντίθετα, προκύπτει ότι σε αυτήν έχει προβλεφθεί ο διαχωρισμός των προϊόντων σε αυτά που "ειδικά" ορίζονται ως αποκλειστικής προμήθειας και προβλέπεται η διαφοροποίηση τους από "όλα τα υπόλοιπα".

Ωστόσο, το Εφετείο, δέχθηκε ότι η συμφωνία των διαδίκων ήταν ο αναιρεσίβλητος να προμηθεύεται όλα ανεξαιρέτως τα προϊόντα και είδη αποκλειστικά και αδιακρίτως από την αναιρεσείουσα και επ' αυτής της εσφαλμένης ανάγνωσης βάσισε την κρίση του και όχι ότι αυτή η συμφωνία αφορούσε μόνον ειδική κατηγορία προϊόντων που προσδιορίζονταν στο Παράρτημα Γ-Πίνακα 2 του Εγχειριδίου της επίδικης σύμβασης, που του είχε παραδοθεί κατά την υπογραφή της.

Έτσι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, δηλαδή της επίδικης σύμβασης, διότι δέχθηκε ως πραγματικό γεγονός, ότι ο αναιρεσίβλητος δεσμευόταν από τους συγκεκριμένους όρους ως προς όλα τα προϊόντα, αντί για αυτά που περιοριστικά αναφέρονταν στην ανωτέρω σύμβαση και κατέληξε σε επιζήμιο για την αναιρεσείουσα πόρισμα, ότι οι ανωτέρω όροι είναι άκυροι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 ΑΚ και δεν οφείλεται η σχετική ποινική ρήτρα για την παραβίαση εκ μέρους του αναιρεσίβλητου του επίμαχου ως άνω συμβατικού όρου με την προμήθεια από τρίτους συγκεκριμένων προϊόντων που περιλαμβάνονταν στο εγχειρίδιο του δικτύου της αναιρεσείουσας (κατά το συναφή ουσιώδη για την έκβαση της δίκης αγωγικό ισχυρισμό της).

Αντίθετα, εάν το δικαστήριο της ουσίας δεν είχε παραμορφώσει το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, θα κατέληγε στην κρίση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δεσμευόταν υπέρμετρα στην επιχειρηματική του ελευθερία και στον ελεύθερο ανταγωνισμό και ότι ως εκ τούτου παραβίασε τη σύμβαση και όφειλε τις εν λόγω ποινικές ρήτρες.

Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το τέταρτο σκέλος του, είναι βάσιμος.

Μετά ταύτα, κατά παραδοχή των ως άνω αναιρετικών λόγων, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει τους λοιπούς, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατ`άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιστραφεί το καταβληθέν παράβολο στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρο 178, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1728/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά της έξοδα, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ