Supreme Court dismisses appeal on lack of evidence consideration, ruling court properly weighed all documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' final judgment regarding unjust enrichment. The appellants argued the lower court failed to consider specific documents proving their ownership rights, but the court found the appellate decision explicitly stated all documents were reviewed. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellants were ordered to pay the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11)(c) and 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the appellate court's reasoning confirms that all submitted documents were duly examined and weighed.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 627 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 627/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: Α. Β. του Ε., κατοίκου ... ατομικά και με την ιδιότητα της ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας της Α. χήρας Ε. Β., 2) Δ. Β. του Ε., κατοίκου ... ατομικά και με την ιδιότητα του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αποβιωσάσης μητέρας του Α. χήρας Ε. Β., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Γ. του Χ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπούζα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/5/2009 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 20/4/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3820/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4647/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15/11/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 45/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 15-11-2017 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων ύστερα από την υπ' αριθμ. 45/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος λόγω επανασυζήτησης κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ.
Υπόκειται προς κρίση η από 15-11-2017 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 4647/2017 τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε η από 2-2-2015 έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 3820/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την από 15-5-2009 αγωγή της ενάγουσας, ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε καθένα των εναγομένων να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 55.000 ευρώ με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 20-4-2013 αγωγή των εναγόντων-εναγομένων-αναιρεσειόντων με την οποίαν ζητούσαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους καταβάλουν ατομικά εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 37.500 ευρώ ως αποθετική ζημία και το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητρός τους Α. Β. το ποσό των ων 37.500 ευρών ως αποθετική ζημία με βάση τις διατάξεις για την ευθύνη από διαπραγματεύσεις, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των ως άνω λόγων, και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1288/2017).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 197 ΑΚ, κατά το οποίο κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και 198 ΑΚ, κατά το οποίο όποιος κατά τις διαπραγματεύσεις για τη σύναψη σύμβασης προξένησε υπαιτίως στον άλλο ζημία είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει και αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίσθηκε, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, συνάγεται ότι η προσυμβατική ευθύνη κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων προϋποθέτει:
α) στάδιο διαπραγματεύσεων, β) συμπεριφορά κατά το στάδιο αυτό τους ενός διαπραγματευομένου απέναντι στον άλλο, που είναι αντίθετη με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, γ) ζημία, δ) υπαιτιότητα εκείνου που προξένησε τη ζημία, δηλαδή εκείνου που δεν τήρησε τη δέουσα συμπεριφορά και ε) αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας, αντισυναλλακτικής και κακόπιστης συμπεριφοράς του ζημιώσαντος και της ζημίας (ΟλΑΠ 37/2005).
Ως ζημία, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, νοείται μόνο το αρνητικό διαφέρον (διαφέρον διάψευσης εμπιστοσύνης), δηλαδή η θετική ή αποθετική ζημία, που επήλθε στον ζημιωθέντα διότι πίστεψε καλοπίστως στην επικείμενη κατάρτιση της σύμβασης, ενώ δεν νοείται ως ζημία και δεν αποκαθίσταται το εκ της μη εκπλήρωσης της σύμβασης διαφέρον (θετική ή αποθετική ζημία), διότι η ζημία αυτή έχει άλλη γενεσιουργό αιτία (ΑΠ 280/2013, ΑΠ 1175/2007).
Εξάλλου, ως διαπραγματεύσεις κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων νοούνται οι προφορικές ή έγγραφες ανταλλαγές απόψεων των ενδιαφερομένων για την κατάρτιση ορισμένης σύμβασης, με τις οποίες επιδιώκεται η βαθμιαία προσέγγιση των θέσεων τους σχετικά με τους όρους της υπό συζήτηση σύμβασης μέχρι την τελική σύμπτωσή τους ή την αδυναμία τέτοιας σύμπτωσης.
Περάτωση δε των διαπραγματεύσεων επέρχεται είτε με την έγκυρη κατάρτιση της επιδιωκόμενης σύμβασης (οριστικής ή προσυμφώνου), είτε με την οριστική διακοπή τους και τη ματαίωση της εν λόγω σύμβασης, ενώ το στάδιο των διαπραγματεύσεων δεν περατώνεται με την κατάρτιση άκυρης, ακόμη και λόγω μη τήρησης του απαιτούμενου κατά νόμο τύπου.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ.β, 914 και 932 ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση και προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης αντιστοίχως και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.
Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν ο δράστης, εξαιτίας της παράλειψής του να καταβάλει την επιμέλεια που, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητας του, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, είτε δεν προέβλεψε την επέλευση αυτού, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπιζε όμως ότι θα το αποφύγει.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα με την από 15-5-2009 αγωγή της η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθούν καθένας των εναγομένων να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 55.000 ευρώ με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, επειδή είχαν προσυμφωνήσει ακύρως με το από 29-5-2008 ιδιωτικό έγγραφο τη μεταβίβαση της κυριότητας του εκεί περιγραφόμενου ακινήτου, καταβάλλοντες στην ενάγουσα ως αρραβώνα το ποσό των 110.000 ευρώ, δίχως όμως στη συνέχεια να καταρτιστεί το οριστικό συμβολαιογραφικό έγγραφο εντός της ορισθείσας προθεσμίας, επειδή οι εναγόμενοι ήταν υπαίτιοι για τη μη κατάρτισή του.
Οι εναγόμενοι-ενάγοντες με την από 20-4-2013 αγωγή τους ζήτησαν να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, με βάση τις διατάξεις για την ευθύνη από διαπραγματεύσεις, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας, να τους καταβάλουν ατομικά εις ολόκληρον ο καθένας α) το ποσό των 37.500 ευρώ ως αποθετική ζημία, επειδή η μη κατάρτιση της οριστικής μεταβιβαστικής σύμβασης της κυριότητας του ως άνω ακινήτου ματαιώθηκε με αποκλειστική υπαιτιότητα τους, κατά τα εκεί αναφερόμενα αναληθή επικαλούμενα από αυτούς πραγματικά περιστατικά, με συνέπεια να υποστούν ζημία ανερχόμενη στο ποσό των 922.100 ευρώ, επειδή προέβησαν στην πώληση του ακινήτου τους σε τρίτους σε μειωμένο τίμημα ποσού 1.227.900 ευρώ, αντί του συμφωνηθέντος με τους εναγόμενους τιμήματος των 2.150.000 ευρώ που θα εισέπραταν, εάν είχε καταρτιστεί το οριστικό συμβόλαιο, την οποία (ζημία) περιόρισαν στο ως άνω ποσό των 37.500 ευρώ, β) το ποσό των 25.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, και γ) το ποσό των 37.500 ευρώ ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητρός τους Α.
Β. ως ζημία της τελευταίας με επίκληση των ίδιων ως άνω πραγματικών περιστατικών. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 3820/2014 οριστική απόφασή του δέχθηκε την πρώτη αγωγή της ενάγουσας και απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την βάση της δεύτερης αγωγής των εναγόντων από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις, ενώ έκρινε νόμιμη τη βάση της αγωγής από την αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων, την οποίαν όμως απέρριψε κατ' ουσίαν.
Ασκηθείσας έφεσης απ' αυτούς, η αναιρεισιβαλλόμενη απόφαση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 261 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπησή της δέχθηκε ως προς την πρώτη βάση της από 20-4-2013 αγωγής των εναγόντων από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις ότι "κατά τη βάση αυτής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί ευθύνης από τις διαπραγματεύσεις...είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, διότι με αυτήν δεν ζητείται, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων, η αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων, επειδή πίστεψαν καλοπίστως στην επικείμενη κατάρτιση της σύμβασης, αλλά η αποκατάσταση της ζημίας τους, επειδή η σύμβαση δεν εκπληρώθηκε".
Ως προς την ουσία δε της υπόθεσης επί των ως άνω δύο αγωγών η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα εξής : "Η ενάγουσα-εναγόμενη ανώνυμη εταιρία "..." τυγχάνει τεχνική-εργοληπτική εταιρία, η οποία έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την αγορά ακινήτων, προκειμένου να ανεγείρει επ' αυτών πολυώροφες οικοδομές, προς πώληση και εκμετάλλευση.
Εξάλλου, οι ενάγοντες-εναγόμενοι Α. Β. και Δ. Β. και η ήδη, αποβιώσασα μητέρα τους, Α. χήρα Ε. Β., της οποίας αυτοί τυγχάνουν μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας... είχαν στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή τους, κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου κάθε ενάγων- εναγόμενος και κατά ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου η ως άνω μητέρα τους, ένα οικόπεδο, επιφάνειας 1.035,70 τ.μ.
με την επ' αυτού τριώροφη οικοδομή, που βρίσκεται εντός του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου ... στη θέση "..." και επί της οδού .... Δυνάμει του από 29-5- 2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, που υπεγράφη μεταξύ αφενός της πρώτης ενάγουσας-εναγομένης Α. Β., που ενεργούσε για τον εαυτό της ατομικά και ως πληρεξούσια του αδελφού της, δευτέρου ενάγοντος- εναγομένου Δ.
Β. και αφετέρου του δευτέρου εναγόμενου Γ. Γ., που ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος (Πρόεδρος του Δ,Σ. και Διευθύνουν Σύμβουλος) της ενάγουσας-εναγομένης ως άνω ανώνυμης εταιρίας, οι αφενός συμβαλλόμενοι, συγκύριοι του ως άνω ακινήτου, ανέλαβαν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στην αφετέρου συμβαλλόμενη εταιρία τα ανήκοντα σ' αυτούς ποσοστά 6/16 εξ αδιαιρέτου, αντί τιμήματος, ποσού 806.250 ευρώ, που θα καταβαλλόταν σε μετρητά κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, έναντι του οποίου η ενάγουσα εναγόμενη εταιρία τους κατέβαλε αυθημερόν και συγκεκριμένα σε καθένα από αυτούς κατά την αναλογία του επί του ακινήτου, το ποσό των 10.000 ευρώ σε μετρητά, ως αρραβώνα, το οποίο θα συμψηφιζόταν στο συνολικό ποσό του τιμήματος, με τον όρο ότι, σε περίπτωση υπαίτιας υπαναχώρησης από τη συμφωνία, οι, μεν, πωλητές θα υποχρεούντο να επιστρέφουν τον αρραβώνα εις διπλούν, η δε αγοράστρια εταιρία θα τον έχανε, χωρίς να αποκλείεται η αξίωση αποζημίωσης για περαιτέρω ζημίες.
Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφόταν εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υπογραφή του εν λόγω ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ δηλώθηκε ότι οι οριζόντιες ιδιοκτησίες του ακινήτου ήταν μισθωμένες. Με το ίδιο ιδιωτικό συμφωνητικό, οι ενάγοντες- εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην ενάγουσα-εναγομένη εταιρία και το υπόλοιπο ποσοστό των 10/16 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, που, όπως προεκτέθηκε, ανήκε στη μητέρα τους, η οποία, λόγω πνευματικής νόσου στερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητας και, για το λόγο αυτό, οι ενάγοντες- εναγόμενοι είχαν, ήδη, καταθέσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-1-2008 αίτηση, που είχε, ήδη, συζητηθεί, στις 26-5-2008 και με την οποία ζητούσαν τη θέση της σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση και το διορισμό της πρώτης ενάγουσας-εναγομένης Α.
Β., ως δικαστικής της συμπαραστάτριας, Ενόψει δε της ιδιομορφίας της προσυμφωνημένης πώλησης του μεριδίου αυτού, τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν να υπογραφεί μεταξύ τους, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού, συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, με το οποίο οι ενάγοντες-εναγόμενοι θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στην ενάγουσα- εναγομένη εταιρία και το εν λόγω ποσοστό 10/16 εξ αδιαιρέτου, καθώς και ότι το οριστικό αγοραπωλητήριο συμβόλαιο θα υπογραφόταν εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, που θα επέτρεπε την πώληση.
Ως τίμημα για την πώληση του εν λόγω ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου συμφωνήθηκε το ποσό των 1.343.750 ευρώ, καταβλητέο σε μετρητά κατά την ημέρα υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, έναντι του οποίου η ενάγουσα-εναγομένη εταιρία κατέβαλε στους αντισυμβαλλομένους αυθημερόν το ποσό των 100.000 ευρώ σε μετρητά, ως αρραβώνα, το οποίο θα συμψηφιζόταν στο συνολικό ποσό του τιμήματος, με τον ίδιο, ως άνω, όρο ότι, σε περίπτωση υπαίτιας υπαναχώρησης από τη συμφωνία, οι μεν συμβαλλόμενοι Α.
Β. και Δ. Β. θα υποχρεούντο να επιστρέφουν τον αρραβώνα εις διπλούν, η δε αγοράστρια εταιρία θα τον έχανε, χωρίς να αποκλείεται η αξίωση αποζημίωσης για περαιτέρω ζημίες. Εξάλλου, με το εν λόγω από 29-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό διευκρινίσθηκε ότι οι ανωτέρω συμφωνίες και υποσχέσεις των εναγόντων-εναγομένων για την πώληση του ανήκοντος στη μητέρα τους μεριδίου επί του ακινήτου ήταν προσωπικές και δεν έγιναν στα πλαίσια οποιοσδήποτε μορφής αντιπροσώπευσής της.
Ακολούθως, η ενάγουσα- εναγόμενη εταιρία έδωσε εντολή σε συμβολαιογράφο να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για τη σύνταξη και υπογραφή του συμβολαίου για το ανήκον στους ενάγοντες-εναγομένους ποσοστό του ακινήτου, καθώς και του προσυμφώνου για το ανήκον στη μητέρα τους ποσοστό αυτού. Μάλιστα, εντός του Ιουνίου του έτους 2008, η ενάγουσα-εναγομένη απέστειλε και τα σχέδια των εν λόγω συμβολαιογραφικών πράξεων στους ενάγοντες-εναγομένους, προς μελέτη και έγκριση, όπως συνομολογούν οι τελευταίοι με την από 20-4-2013 αγωγή τους.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω προθεσμία, των τριάντα (30) ημερών, από την υπογραφή του από 29-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού για την κατάρτιση των παραπάνω συμβολαιογραφικών πράξεων (οριστικού συμβολαίου και προσυμφώνου), παρήλθε άπρακτη. Ειδικότερα, παρόλο που η ενάγουσα- εναγομένη εταιρία προέβαινε σε συνεχείς προς τούτο οχλήσεις των εναγόντων- εναγομένων, τονίζοντάς τους ότι, ενόψει του αντικειμένου της, επειγόταν για την κατάρτιση των εν λόγω συμβολαιογραφικών πράξεων, έτσι ώστε να μπορέσει να προχωρήσει άμεσα στην ανοικοδόμηση του ακινήτου, οι τελευταίοι επικαλούμενοι διάφορες δικαιολογίες, όπως καθυστερήσεις στην έκδοση της απόφασης για τη θέση της μητέρας τους σε δικαστική συμπαράσταση και ακολούθως για τη χορήγηση άδειας εκποίησης του ανήκοντος σ' αυτήν ποσοστού του ακινήτου, ζητούσαν πίστωση χρόνου.
Μάλιστα, ενώ είχαν διαβεβαιώσει την ενάγουσα-εναγομένη εταιρία ότι θα επιμελούντο για την άμεση εκκένωση των δύο οριζοντίων ιδιοκτησιών, που ήταν εκμισθωμένες, τελικά, όπως αποδείχθηκε, η πρώτη από αυτές εκκενώθηκε τον Ιούλιο του έτους 2008, η δεύτερη, όμως, εκκενώθηκε το Μάρτιο του έτους 2009. Εξάλλου, παρόλο που στις 7-7-2008 εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4562/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), με την οποία η μητέρα των εναγόντων- εναγόμενων τέθηκε σε πλήρη δικαστική συμπαράσταση και διορίσθηκε δικαστική συμπαραστάτρια η πρώτη από αυτούς, Α.
Β., και η οποία (απόφαση) κατέστη τελεσίδικη στις 22-9-2008, η αίτηση περί χορήγησης αδείας εκποίησης του ανήκοντος στη συμπαραστατούμενη ποσοστού εξ αδιαιρέτου του ακινήτου κατατέθηκε στις 27-11-2008 και δικάσιμος αυτής ορίσθηκε στις 12-3-2009, η σχετική δε απόφαση εκδόθηκε το Νοέμβριο του έτους 2009 και κατέστη τελεσίδικη στις 15-12-2009.
Πριν δε την έκδοση, και περαιτέρω, την τελεσιδικία της εν λόγω απόφασης δεν ήταν δυνατή η κατάρτιση ούτε του προσυμφώνου πώλησης του ανήκοντος στη μητέρα των εναγόντων- εναγομένων ποσοστού του ακινήτου, αφού για την έγκυρη κατάρτιση και αυτού απαιτείτο η σχετική άδεια του δικαστηρίου, όπως, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του....
Περαιτέρω, εξαιτίας της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγόντων-εναγομένων, οι οποίοι για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, καθυστερούσαν να προβούν στις εκ μέρους τους αναγκαίες ενέργειες για την κατάρτιση των συμβολαιογραφικών πράξεων, δημιουργήθηκε στην ενάγουσα- εναγομένη εταιρία η εύλογη πεποίθηση ότι αυτοί δεν είχαν τη βούληση να της μεταβιβάσουν το ακίνητο.
Για το λόγο αυτό, σε συνάντηση των εναγόντων- εναγομένων και του δευτέρου εναγόμενου της από 20-4-2013 αγωγής, που έλαβε χώρα στις 18-11-2008, ο τελευταίος εξέφρασε ρητά τη βούληση της εταιρίας, που εκπροσωπούσε, να μην προχωρήσει στην αγορά του ακινήτου. Ακολούθως, στις 21-11-2008, οι ενάγοντες- εναγόμενοι κοινοποίησαν στην ενάγουσα-εναγομένη εταιρία την από 19-11-2008 εξώδικη πρόσκληση δήλωση, με την οποία, επικαλούμενοι ότι η τελευταία, με διάφορες δικαιολογίες, καθυστερούσε από υπαιτιότητά της να προβεί στις εκ μέρους της ενέργειες για την κατάρτιση των συμβολαιογραφικών πράξεων, την κάλεσαν να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις μέχρι τις 26-11-2008.
Η ενάγουσα- εναγομένη εταιρία, με την κοινοποιηθείσα στις 24-11-2008 από 21-11-2008 εξώδικη δήλωσή της προς τους ενάγοντες-εναγομένους, επικαλούμενη ότι η σχεδόν εξάμηνη καθυστέρηση στην υπογραφή των συμβολαιογραφικών πράξεων οφειλόταν σε δική τους υπαιτιότητα (των εναγόντων-εναγομένων πωλητών) τους δήλωσε και εγγράφως ότι δεν επιθυμούσε, πλέον, να προβεί στην αγορά του ακινήτου θεωρώντας τους αποκλειστικά υπαίτιους για τη ματαίωση της κατάρτισης των εν λόγω συμβάσεων και τους κάλεσε να της αποδώσουν εις διπλούν τον καταβληθέντα αρραβώνα, δηλαδή το ποσό των 220.000 ευρώ.
Οι ενάγοντες-εναγόμενοι με την κοινοποιηθείσα στις 12-12-2008 από 12-12-2008 εξώδικη δήλωσή τους, επαναλαμβάνοντας τους περιεχόμενους στην προηγηθείσα από 19-11-2008 εξώδικη δήλωση ισχυρισμούς τους, την κάλεσαν εκ νέου να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις μέχρι την 17-12-2008. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί των εναγόντων- εναγόμενων, που περιέχονται στις από 19-11-2008 και από 12-12- 2008 εξώδικες δηλώσεις τους δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, αποδείχθηκε ότι οι ίδιοι, από δική τους υπαιτιότητα, καθυστερούσαν την κατάρτιση των συμβολαιογραφικών πράξεων και όχι η εναγόμενη, η οποία, για το λόγο αυτό, ήδη, από τις 18-11-2008 είχε δηλώσει δια του ανωτέρω νομίμου εκπροσώπου της ότι δεν επιθυμούσε, πλέον, να προβεί στην αγορά του ακινήτου.
Εξάλλου και οι ταχθείσες με τις ανωτέρω εξώδικες δηλώσεις προθεσμίες (μέχρι τις 26-11-2008 και μέχρι τις 17-12-2008) για την κατάρτιση των συμβολαιογραφικών πράξεων ήταν προσχηματικές, αφού δεν ήταν δυνατή η κατάρτιση τουλάχιστον του προσυμφώνου για τη μεταβίβαση του ανήκοντος στη μητέρα των εναγόντων-εναγομένων ποσοστού του ακινήτου, εφόσον μέχρι τότε, όπως προεκτέθηκε, δεν είχε εκδοθεί η τελεσίδικη απόφαση, που παρείχε τη σχετική άδεια.
Επιπλέον, δε, αποδείχθηκε ότι, ήδη, από τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2008, δηλαδή πριν τη λήξη της ταχθείσας με τη δεύτερη εξώδικη δήλωση προθεσμίας, οι ενάγοντες-εναγόμενοι είχαν δώσει σε μεσιτικό γραφείο εντολή ανεύρεσης νέων αγοραστών για το ακίνητό τους, ενώ ολίγους μήνες αργότερα, στις 9-4-2009, υπεγράφη το υπ' αριθ. 20.987/2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Δήμητρας Σταφυλάκη, με το οποίο πωλήθηκε το ανήκον στην ενάγουσα-εναγομένη Α.
Β. ποσοστό εξ αδιαιρέτου του ακινήτου σε άλλη εταιρία και συγκεκριμένα στην κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία μέχρι το Δεκέμβριο του ιδίου έτους προέβη τμηματικά στην αγορά και των λοιπών ποσοστών εξ αδιαιρέτου αυτού. Ενόψει των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι τόσο η κατάρτιση της σύμβασης αγοραπωλησίας των ανηκόντων στους ενάγοντες- εναγομένους συνολικών ποσοστών 6/16 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, όσο και η κατάρτιση του προσυμφώνου αγοραπωλησίας του ανήκοντος στη μητέρα τους ποσοστού 10/16 εξ αδιαιρέτου αυτού ματαιώθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγόντων-εναγομένων πωλητών.
Αντιθέτως, ουδόλως αποδείχθηκε ο ισχυρισμός των τελευταίων ότι η ενάγουσα-εναγομένη ήταν εκείνη, που καθυστερούσε την κατάρτιση των εν λόγω συμβολαιογραφικών πράξεων, επικαλούμενη ψευδώς φόρτο εργασίας του νομίμου εκπροσώπου της, καθώς και ότι ο τελευταίος, ενώ αντιμετώπιζε δυσχέρειες για την έγκριση του δανείου, που θα ελάμβανε από τράπεζα για την αγορά του ακινήτου, τους διαβεβαίωνε ψευδώς ότι το δάνειο είχε εγκριθεί.
Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα- εναγομένη θα κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος κατόπιν λήψης τραπεζικού δανείου, ενώ δεν περιελήφθη σχετικός όρος στο από 29-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, ούτε σχετικός ισχυρισμός των εναγόντων-εναγομένων στις προαναφερόμενες εξώδικες δηλώσεις τους. Αποδείχθηκε, αντιθέτως, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από την υπογραφή του ιδιωτικού συμφωνητικού μέχρι την, κατά τα ανωτέρω, ματαίωση των συμβάσεων, η ενάγουσα-εναγομένη διέθετε τραπεζικές καταθέσεις και χρηματικά διαθέσιμα, που υπερκάλυπταν το συνολικό ποσό του τιμήματος, ανερχομένου σε 2.150.000 ευρώ.
Και, ως εκ τούτου, δε υπήρχε λόγος δανειοδότησής της. Τέλος, το γεγονός ότι η ενάγουσα-εναγομένη είχε σοβαρή πρόθεση και επειγόταν για την αγορά του ακινήτου προκύπτει και από το γεγονός ότι κατέβαλε μεγάλο χρηματικό κατά την κατάρτιση του από 29-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού, ενώ αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε άτι οι ενάγοντες- εναγόμενοι είχαν άμεση ανάγκη πώλησης του ακινήτου τους, κρίση που ενισχύεται από το γεγονός ότι καθυστέρησαν να υποβάλουν προς το δικαστήριο την αίτηση για χορήγηση άδειας εκποίησης του ανήκοντος στη μητέρα τους ποσοστό του ακινήτου, ενώ, εξάλλου, τα ανήκοντα στους ίδιους ποσοστά δεν πωλήθηκαν άμεσα με την εύρεση της νέας αγοράστριας, αφού οι σχετικές συμβάσεις καταρτίσθηκαν σταδιακά, εντός του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο έως και το Δεκέμβριο του έτους 2009....Κατόπιν των ανωτέρω, το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ, που εισέπραξαν οι ενάγοντες-εναγόμενοι ως αρραβώνα για την κατάρτιση των, τελικώς μη καταρτισθέντων, οριστικών συμβολαίων πώλησης των ανηκόντων στους ιδίους και στη μητέρα τους ποσοστών εξ αδιαιρέτου του εν λόγω ακινήτου και το οποίο καταβλήθηκε σ' αυτούς σε εκτέλεση των ακύρων, λόγω μη τήρησης του συμβολαιογραφικού τύπου, προσυμφώνου (από 29-5-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού) και συμφωνίας περί αρραβώνα (που περιέχεται στο από 29-5-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό), συνιστά πλουτισμό αυτών σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας εταιρίας χωρίς νόμιμη αιτία, αφού δόθηκε για αιτία, που δεν επακολούθησε.
Υφίσταται, επομένως, υποχρέωσή τους για απόδοση του ποσού αυτού στην ενάγουσα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της από 15-5-2009 αγωγής της μέχρι την εξόφληση". Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την από 2-2-2015 έφεση των εκκαλούντων-εναγομένων-εναγόντων ως ουσία αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα ότι η κύρια βάση της αγωγής των εναγόντων από την ευθύνη από τις διαπραγματεύσεις είναι μη νόμιμη κατά τα προαναφερθέντα, επειδή η επικαλούμενη ζημία τους συνδέεται με την μη εκπλήρωση της σύμβασης και όχι επειδή αυτοί πίστεψαν καλόπιστα στην κατάρτιση αυτής, και ότι ως προς την βάση της αγωγής για την αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων δεν συνέτρεχε υπαιτιότητά τους, διότι η ματαίωση της κατάρτισης της οριστικής σύμβασης αγοραπωλησίας του εκεί αναφερόμενου ακινήτου, την οποίαν είχαν προσυμφωνήσει ακύρως οι διάδικοι μεταξύ τους με το από 29-5-2008 ιδιωτικό έγγραφο, στο πλαίσιο του οποίου η ενάγουσα είχε προκαταβάλει το ποσό των 110.000 ευρώ, κατά το οποίο κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι οι εναγόμενοι, ορθώς εφάρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερθείσες διατάξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές ή ενδοιαστικές αιτιολογίες, συνολικά εκτιμώμενες, καθώς το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ αντίστοιχα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι λόγοι αυτοί αναίρεσης. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.11 περ.
γ ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008).
Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 765/2014).
Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ.11 περ. γ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017, ΑΠ 967/2015).
Στοιχεία για το ορισμένο του λόγου αυτού είναι μεταξύ των άλλων να προσδιορίζεται ο πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν απ' αυτό και να αναγράφονται οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 887/2019, 901/2019, 354/2011). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο επικαλείται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη έγγραφα, τα οποία νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιόν του κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα το υπ' αριθμ. 8172/18-12-2008 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.
Αλεξανδρή, με το οποίο οι ενάγοντες απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου τις εκεί αναφερόμενες ιδιοκτησίες. Όμως, ανεξάρτητα από την αοριστία του ως άνω λόγου, διότι δεν εκτίθεται ποιος είναι ο ουσιώδης ισχυρισμός που αυτό αποδεικνύει και ποια η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και τη ρητή διαβεβαίωση, που υπάρχει στο αιτιολογικό της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των άλλων "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν".
Επομένως, ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως πρέπει να απορριφθεί και η από 15-11-2017 αναίρεση στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες, στο Δημόσιο Ταμείο.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων αντίστοιχα, λόγω της ήττας τους (άρθ. 176, 180, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4647/2017 απόφασης του τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Απριλίου 2023.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ