Legislator Case Law & Legislation
887/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for misapplication of law due to failure to cite specific substantive law violated.

Case Number 887/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding property restitution. The appellants argued the lower court misapplied substantive law by failing to recognize a temporary injunction that allegedly prevented their violent eviction. However, the court found the appeal inadmissible because the appellants did not explicitly cite the specific substantive law provision they claimed was violated in their appeal petition.

Legislator headnote

AI generated

Article 559(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal for misapplication of law is inadmissible if the appellant fails to clearly identify and cite the specific substantive law provision allegedly violated in the appeal petition.

Keywords

AI generated
misapplication of law appeal admissibility substantive law citation Article 559 Civil Procedure property restitution violent eviction temporary injunction

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 940(3) of the Code of Obligations
Article 914 of the Code of Obligations
Article 919 of the Code of Obligations
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 1399/2011
Supreme Court 159/2004
Supreme Court 10/2011
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 36/1988
Supreme Court 32/1996
Supreme Court 1069/1983
Supreme Court 1148/1989
Supreme Court 1459/1997
Supreme Court 1658/1998
Supreme Court 1676/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 887 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 887/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα από τους 2) Α. σύζυγο Γ. Γ., 3) Σ. Γ. του Γ., ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Αλεξάνδρας Δερβίση και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Κ. του Γ., 2) Γ. Κ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Θεοδοσίου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/10/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3345/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2723/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/12/2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και την γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρηση τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).

Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (Ολ.

ΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988). Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας για την θεμελίωση της κρίσης του για την βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).

Για το ορισμένο δε και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008).

Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι η πράξη των αναιρεσιβλήτων να προβούν στην βιαία αποβολή τους δυνάμει της 2369/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών ενώ το ότι το σχετικό δικαίωμά τους είχε υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 922 του ΑΚ ήταν νόμιμη και συνακόλουθα ν' απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την επιστηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, 914 και 919 ΑΚ, ένδικη αγωγή, αφενός, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες και, αφετέρου, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη αντιφατικές αιτιολογίες, κρίνονται απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι.

Τούτο δε διότι, στο αναιρετήριο, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή του, εκτίθενται μόνο το διαδικαστικό ιστορικό της υποθέσεως, το κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων πραγματικό της μέρος και οι υποστηριζόμενες από αυτούς νομικές ερμηνείες των ως άνω διατάξεων, που φέρονται ως, ευθέως και εκ πλαγίου, παραβιασθείσες, ενώ δεν εκτίθενται, παντάπασι, οι κρίσιμες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στις οποίες το Εφετείο στήριξε την φερομένη ως λανθασμένη κρίση του να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.

ΙΙ. Ο από την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003). Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός λόγος αναίρεσης από τη διάταξη αυτή, ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει στο αναιρετήριο, τα αποδεικτικά μέσα που δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, ο νόμιμος τρόπος που αυτά προσκομίστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, και να καθορίζεται ο πραγματικός ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί αν ο ισχυρισμός είναι νόμιμος και προβλήθηκε παραδεκτώς και ως εκ τούτου ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1972/2007).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησής τους οι αναιρεσείοντες κατ' επίκληση παραβίασης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αποδίδουν στο Εφετείο, την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη το από 31-07-2003 συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης μεταξύ των αντιδίκων τους και της τρίτης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο "..." με ημερομηνία ενάρξεως της μίσθωσης από 01-10-2003, από το οποίο αποδεικνύεται ότι οι ήδη αναιρεσίβλητοι με κάθε τρόπο έπρεπε να τους αποβάλουν από το μίσθιο για να το παραχωρήσουν από τον ως άνω χρόνο στη νέα μισθώτρια και προκειμένου να μη βρεθούν αναξιόπιστοι έναντι αυτής, ενώ γνώριζαν ότι η σχετική αξίωσή τους δυνάμει της προαναφερθείσας απόφασης ασφαλιστικών μέτρων είχε παραγραφεί, έδωσαν εντολή, παράνομα καταχρηστικά και κακόπιστα, για την βίαιη αποβολή τους, η οποία, μεταγενέστερα ακυρώθηκε με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις.

Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας το επίμαχο έγγραφο. Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι από την γενική βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι : "...από την εκτίμηση της ενόρκου καταθέσεως του μάρτυρος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, των 2039/2010 και 2040/2010 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες δόθηκαν ύστερα από νόμιμη κλήτευση...και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:...", σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν το μνημονεύει ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και το παραπάνω, που φέρεται ότι αγνοήθηκε.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ, η οποία περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν ακυρωθεί αμετάκλητα η αναγκαστική εκτέλεση, εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση έχει δικαίωμα να ζητήσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τις ζημίες που επήλθαν από την εκτέλεση, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 του αστικού κώδικα. Προϋποθέσεις, δηλαδή, της εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, είναι: α) επίσπευση αναγκαστικής εκτελέσεως, ανεξαρτήτως του είδους του τίτλου βάσει του οποίου επισπεύδεται αυτή, β) αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως μετά από άσκηση ανακοπής, γ) συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 914 ή 919 του ΑΚ, δ) ζημία του καθ' ου η εκτέλεση θετική ή αποθετική ή και μη περιουσιακή (ηθική βλάβη) και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της παράνομης εκτελέσεως (ΑΠ 1437/2012, ΑΠ 1457/2006, ΑΠ 219/2003).

Συνεπώς, κατά την προαναφερθείσα διάταξη, μόνο η αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς τη, σωρευτική, συνδρομή και των λοιπών, ως άνω, προϋποθέσεων, δεν συνεπάγεται την κατάφαση της αποζημιωτικής ευθύνης εκείνου που την επέσπευσε, ούτε καθιστά, άνευ ετέρου, αδικοπρακτική τη συμπεριφορά του έναντι του καθ' ου, η οποία, συνακόλουθα, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο της αμετάκλητης ακυρωτικής της εκτελέσεως αποφάσεως.

Τούτο δε διότι αν το δεδικασμένο της ακυρωτικής αποφάσεως της εκτελέσεως κάλυπτε και την αδικοπρακτική συμπεριφορά του επισπεύδοντος δεν θα υπήρχε δικαιολογητικός λόγος να τεθεί ως προϋπόθεση της εφαρμογής της υπόψη διατάξεως, πέραν της αμετάκλητης ακυρώσεως της εκτέλεσης και η συνδρομή της αδικοπρακτικής ευθύνης του επισπεύδοντος.

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε τούτον, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (ΟλΑΠ 1339/1985.

ΑΠ 1253/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚπολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι από τις 4434/2005 και 3006/2008 αμετάκλητες αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ακυρώθηκαν η από 01-10-2003 επιταγή προς εκτέλεση της 2369/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών και η υπ' αριθμόν 2379/26-10-2003 έκθεση βιαίας αποβολής, απορρέει δεδικασμένο και για τον παράνομο χαρακτήρα των πράξεων των αντιδίκων τους να προβούν στις ακυρωθείσες πράξεις εκτελέσεως.

Ο ισχυρισμός αυτός, όμως, όπως ως άνω προβάλλεται, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές παραδοχές, δεν ιδρύεται ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, διότι από τις αποφάσεις με τις οποίες ακυρώνεται η εκτέλεση δεν παράγεται δεδικασμένο και για τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς αυτών που την επέσπευσαν.

Σε κάθε δε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της εφέσεως ο σχετικός ισχυρισμός των ήδη αναιρεσειόντων, που έχει κατά λέξη ως εξής: ".....Όπως εκθέτουμε και στην αγωγή μας στην οποία λεπτό παρουσιάζουμε τα πραγματικά γεγονότα και όλες τις δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν, οι εφεσίβλητοι παράνομα και μη συμμορφούμενοι στις δικαστικές αποφάσεις μας στέρησαν την χρήση των μισθίων ακινήτων αφού η απαίτησή τους κατά την ημέρα της αναγκαστικής σε βάρος μας εκτέλεσης και της αποβολής μας από τα μίσθια είχε ήδη υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 ΑΚ μη ασκώντας εντός του έτους από την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων τακτική αγωγή για αναγνώριση αυτών ως συννομέων των ακινήτων και κατά συνέπεια με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις ακυρώθηκαν τόσο η από 1-10-2003 επιταγή προς απόδοση της νομής των ακινήτων, όσο και η υπ' αριθμό …79/6-10-2003 έκθεση βιαίας αποβολής του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ.

Κ., με την οποία αποβλήθηκε από τα μίσθια η πρώτη εξ ημών...." δεν προβλήθηκε νόμιμα, αφού δεν αναφέρονται σ' αυτόν, αλλά και ουδαμού στο εφετήριο, οι ως άνω αμετάκλητες αποφάσεις, καθώς και το περιεχόμενό τους, με τις οποίες ακυρώθηκε η εκτέλεση και, επομένως, το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν.

Εν πάση περιπτώσει, όμως, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ότι η εκτέλεση έχει ακυρωθεί αμετάκλητα, αφού αναφέρει σ' αυτήν ότι: "...Κατά της αποφάσεως αυτής (2369/2002) οι εναγόμενοι (αναιρεσίβλητοι) άσκησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 4434/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η απόφαση δε αυτή κατέστη αμετάκλητη...", έκρινε, όμως, στη συνέχεια, ότι δεν αποδείχθηκε η αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου από τον αριθμό 8 β' άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι "...κατά την διάρκεια των δικών που ήταν σε εξέλιξη και ενώ βρισκόταν σε ισχύ προσωρινή διαταγή του Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία είχε διατάξει την αναστολή εκτέλεσης της 2639/2002 οι εναγόμενοι έδωσαν εντολή σε δικαστικό επιμελητή να τους αποβάλει από το ένδικο ακίνητο, από το οποίο και πράγματι αποβλήθηκαν στις 6-10-2003...", χωρίς αυτοί να έχουν προβάλει τέτοιο ισχυρισμό, αφού, αντίθετα, στήριξαν το δικαίωμά τους για αποζημίωση, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, στην αμετάκλητη ακύρωση της ένδικης εκτέλεσης.

Και αυτός ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής οι ενάγοντες ιστορούν σ' αυτήν, μεταξύ άλλων, ότι "...Την 2-10-2003 ασκήσαμε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών την από 2-10- 2003 ανακοπή μας κατά της από 1-10-2003 επιταγής προς εκτέλεση και ταυτόχρονα ασκήσαμε την από 2-10-2003 αίτηση αναστολής εκτελέσεως της άνω αποφάσεως, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η 6-10-2003, ταυτόχρονα όμως λάβαμε προσωρινή διαταγή για την απαγόρευση της εκτέλεσης της υπ' αριθμό 2369/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, μέχρι την συζήτηση της αίτησης αναστολής.

Και ενώ την 6-10-2003 συζητήθηκε η άνω αίτηση αναστολής και αναμένετο η έκδοση απόφασης, οι αντίδικοι προχώρησαν στην εκτέλεση της άνω απόφασης Επί της αιτήσεώς μας αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμό 4573/10-10-2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία ανέστειλε την διαδικασία εκτέλεσης μέχρι εκδόσεως οριστικής απόφασης επί της από 2-10-2003 ανακοπής μας.

Την 6-10-2003 με εντολή των εναγομένων ο δικαστικός επιμελητής του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Κ. μας απέβαλε από τα ακίνητα και εγκατέστησε σ' αυτά τους εναγομένους δυνάμει της υπ' αριθμό υπ' αριθμό ….79/6- 10-2003 έκθεσης βιαίας αποβολής του. ...", το ίδιο δέχθηκε δε και το Εφετείο, ως περιεχόμενό της, αφού διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη ότι: "...Από τα ήδη αναφερθέντα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, δεν προέκυψε ότι κατά τον χρόνο που έγινε η βίαιη αποβολή των εναγομένων, ήτοι στις 6-10-2003 βρισκόταν σε ισχύ προσωρινή διαταγή, n οποία απαγόρευε την εκτέλεση την 2369/2002 αποφάσεως, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται οιοδήποτε έγγραφο, όπως για παράδειγμα αντίγραφο της αίτησης αναστολής, με σχετική σημείωση του Δικαστή, από να προκύπτει ότι έχει χορηγηθεί η επικαλούμενη προσωρινή διαταγή...", ενώ αξιολογώντας το όλο περιεχόμενο της αγωγής την έκρινε νόμιμη, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, 914 και 919 του ΑΚ, τις οποίες επικαλέσθηκαν ως νομική της βάση και οι ήδη αναιρεσείοντες ενάγοντες.

IV. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν στoυς αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν, με τις, εμπρόθεσμα κατατεθείσες, προτάσεις τους (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-12-2017 αίτηση για αναίρεση της 2723/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιανουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ