Legislator Case Law & Legislation
765/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second instance judgment rejecting breach of contract claim based on fraudulent intent.

Case Number 765/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision to reject a breach of contract claim. The appellant argued that the defendant acquired property rights without knowing the seller's fraudulent intent, but the court found the lower court's reasoning sufficient and free of contradictions. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the defendants' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 503, 559, 495 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a second instance judgment must be rejected if the lower court's decision is based on clear, complete, and non-contradictory reasoning that allows for appellate review without requiring the appellant to prove new facts or errors in the original judgment.

Keywords

AI generated
breach of contract fraudulent intent appellate review Code of Civil Procedure legal costs property transfer second instance judgment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 503 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 765 / 2014 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 765/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Της εταιρείας με την επωνυμία "….", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αθανασιάδη.

Των αναιρεσιβλήτων:1.Ε. Β. του Γ. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μαυρομιχαλάκη και 2.Δ. Π. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Συμεών Γιαννιώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25 Μαΐου 2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6410/2008 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 2132/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2 Αυγούστου 2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κράνης, ανέγνωσε την από 5 Σεπτεμβρίου 2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2132/2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία ερήμην του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και απέρριψε στην ουσία την από 13.8.2008 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 6410/2008 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε προηγουμένως η από 25.5.2006 αγωγή της με αίτημα τη διάρρηξη ως καταδολιευτικής της περιεχόμενης στο υπ' αριθ. ... 2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Συνοδινού - Κυρατζή απαλλοτρίωσης ακινήτου του πρώτου προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564§1, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ), αν ληφθεί υπόψη ότι μετά την επίδοση, στις 11.7.2012, στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων, που ερημοδικάσθηκε στο Εφετείο, αντιγράφου της εφετειακής απόφασης (βλ.

σχετικά την υπ' αριθ. ... '/11.7.2012 έκθεση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …) αυτός δεν άσκησε μέσα στην 15νθήμερη προθεσμία του άρθρ. 503§1 ΚΠολΔ ανακοπή ερημοδικίας (βλ. το υπ' αριθ. 246/9.9.2013 πιστοποιητικό του Τμήματος Αρχείου του Εφετείου Θεσσαλονίκης), καθόσον, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 74, 75, 76§§1 και 4 και 553§1(β) ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαίας ομοδικίας, που υπάρχει και στη συγκεκριμένη περίπτωση μεταξύ των αναιρεσιβλήτων (ΑΠ 1736/2009? 1876/2009? 552/2011), η εφετειακή απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνον από τότε που θα καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους (ΟλΑΠ 18/2001? ΑΠ 2022/2006, ΕλλΔνη 2007.1376? 1611/2011), διότι διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος η υπόθεση που κρίθηκε από τον Άρειο Πάγο για εκείνους μόνον από τους αναγκαίους ομοδίκους, για τους οποίους η εφετειακή απόφαση είναι τελεσίδικη, να πρέπει να επανακριθεί και γι' αυτούς, αν μετά την τελεσιδικία της απόφασης ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους ασκηθεί κατ' αυτής αίτηση αναίρεσης από κάποιον από τους λοιπούς ομοδίκους, αφού η άσκηση ένδικων μέσων από οποιονδήποτε των αναγκαίων ομοδίκων έχει αποτελέσματα και για τους λοιπούς. 2.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού κατά την έννοια των άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 1440/2002), δηλαδή για να θεμελιώνεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραβιάσθηκε κατά το περιεχόμενό του.

Δεν αρκεί έτσι ότι το συνεκτίμησε απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξάρει το περιεχόμενό του σε σχέση με το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε και το οποίο, εξ άλλου, θα πρέπει να είναι επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αναφορικά με πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999? ΑΠ 627/2003? 402/2004? 832/2009? 1627/2010).

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης για να είναι ορισμένος θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 1315/1993? 194/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προσάπτεται με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της αίτησης που κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθμό 4042/1.2.2005 ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ζητώντας να υποχρεωθεί κατά την εκούσια δικαιοδοσία η Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς να καταχωρήσει στα κτηματολογικά βιβλία το υπ' αριθ. ... 10.1.2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσσαλονίκης Δέσποινας Συνοδινού - Κυρατζή, με το οποίο αυτός αγόρασε από τον πρώτο αναιρεσίβλητο το με αριθμό 7 διαμέρισμα στο δεύτερο όροφο οικοδομής επί της οδού …αριθ…, στην ….

Ειδικότερα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι αν και στην αίτηση αυτή ο δεύτερος αναιρεσίβλητος αναφέρει για το ως άνω ακίνητο ότι "όπως με πληροφόρησε ο πωλητής μου, (μετά την άρνηση καταχωρήσεως της μεταβιβαστικής πράξης στα βιβλία κτηματολογίου), επίκειται έκδοση αποφάσεως περί συντηρητικής κατασχέσεώς του", που σημαίνει απλώς, εν όψει και της θέσης των σημείων στίξης (κομμάτων) στην πρόταση αυτή, ότι αφού είχε ήδη αποτύχει η καταχώρηση της μεταβιβαστικής πράξης για το ακίνητο στα βιβλία του κτηματολογίου, επέκειτο πλέον η έκδοση απόφασης για τη συντηρητική κατάσχεσή του και όχι ότι την επικείμενη τότε κατάσχεση του ακινήτου τη γνωστοποίησε ο πρώτος στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων μόνο μετά την κατάρτιση του μεταβιβαστικού συμβολαίου και μάλιστα μετά την άρνηση της καταχώρησής του στα κτηματολογικά βιβλία, εντούτοις η προσβαλλόμενη απόφαση, παραμορφώνοντας το περιεχόμενο της ως άνω αίτησης ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης γεγονός του χρόνου που ο δεύτερος αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση της ύπαρξης ως προς τη μεταβίβαση του ακινήτου καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου αναιρεσιβλήτου, δέχθηκε ότι από την αίτηση αυτή, σε συνδυασμό και με τα όσα κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η μάρτυρας των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει ότι ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων γνωστοποίησε στο δεύτερο αυτών μόνο μετά την κατάρτιση του υπ' αριθ. ... 10.1.2005 οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσσαλονίκης Δέσποινας Συνοδινού - Κυρατζή ότι επέκειτο η συντηρητική κατάσχεση του ακινήτου που αφορά το συμβόλαιο αυτό, με συνέπεια έτσι το Εφετείο, συνεκτιμώντας και την παραδοχή αυτή, να κρίνει, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορριπτέα στην ουσία την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, δεχόμενο τελικά ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων αγνοούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο της προς αυτόν μεταβίβασης του ως άνω ακινήτου την καταδολιευτική πρόθεση του πρώτου αυτών.

Ωστόσο με την ως άνω παραδοχή η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο της υπ' αριθ. 4042/1.2.2005 αίτησης του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και πρέπει έτσι να απορριφθεί ως αβάσιμος ο αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και το παραπάνω έγγραφο το Εφετείο, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο 3.

Διδάγματα της κοινής πείρας είναι γενικές αρχές, που επαγωγικά συνάγονται από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και από τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, αποτελώντας πλέον κοινό κτήμα. Κατά την έννοια αυτή χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο της ουσίας για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων, που με επίκληση νόμιμα προσκομίσθηκαν.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, μόνον όμως αν αφορά την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, ενώ αντίθετα ανέλεγκτη αναιρετικά είναι η παράβαση των διδαγμάτων αυτών κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών ή την εκτίμηση των αποδείξεων και την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561§1 ΚΠολΔ), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να εκτίθενται ποιά είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία παραβίασε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 161/2002? 420/2009? 2032/2009? 201/2010).

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το τίμημα των 81.000 ευρώ, που συμφωνήθηκε από τα μέρη για την επίδικη αγοραπωλησία, ανταποκρινόταν στην αγοραία αξία του ακινήτου και υπερέβαινε κατά πολύ την αντικειμενική αξία του, που ανερχόταν σε 26.926,67 ευρώ, δηλαδή δέχθηκε ότι επρόκειτο για μεταβίβαση για επαχθή και όχι για χαριστική αιτία, οπότε κατά τα άρθρ. 941 και 942 ΑΚ είναι αναγκαίο για τη διάρρηξή της να γνώριζε ήδη κατά τη σύναψή της ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων την καταδολιευτική πρόθεση του πρώτου αυτών, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, αφού δεν είναι λογικό να καταβάλλεται τέτοιο τίμημα, όταν στο ακίνητο υπήρχαν εμπράγματα βάρη και οφειλές του πωλητή προς τρίτους.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι συνεπώς απορριπτέος, αφού κατά τις περαιτέρω παραδοχές της εφετειακής απόφασης ο δεύτερος αναιρεσίβλητος παρακράτησε από το τίμημα του ακινήτου και δεν κατέβαλε στον πρώτο αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 76.000 ευρώ, με το οποίο εξόφλησε απευθείας ο ίδιος τα χρέη του πωλητή, καταβάλλοντας 26.433,58 ευρώ στην EUROBANK, 24.000 ευρώ στην Εμπορική Τράπεζα και 16.000 ευρώ στη Ι'Δ.Ο.Υ.

Θεσσαλονίκης, ενώ κατά τις παραδοχές της ίδιας απόφασης αυτός δεν γνώριζε τότε ούτε την ύπαρξη απαίτησης της αναιρεσείουσας κατά του πωλητή από τη μεταξύ τους σύμβαση αγοραπωλησίας ηλεκτρικών ειδών, που επιδικάστηκε σ' αυτή με τη μεταγενέστερη της μεταβίβασης του ακινήτου υπ' αριθ. 347/2006 απόφαση του Εφετείου Θεσ/νίκης. 4.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008? 222/2008) προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002? ΑΠ 911/2002? 1021/2002? 864/2003? 105/2005? 953/2005), το οποίο συνεπώς θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008).

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή δεν αρκεί ο ισχυρισμός να είχε προταθεί παραδεκτά μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά θα πρέπει να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό, εφόσον αναιρεσιβαλλόμενη είναι απόφαση δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1011/1994? 1795/2012).

Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του (ΑΠ 1134/1993). Ωστόσο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 22/2005? 1072-3/2005? 798/2010).

Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο εκείνο προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1535/1995? 567/1996).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη και με τις πέντε μερικότερες ενότητες του λόγου αυτού ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα τεκμήρια ως προς την ύπαρξη θετικής γνώσης του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων για τη καταδολιευτική πρόθεση του πρώτου αυτών κατά το χρόνο σύναψης της μεταξύ τους αγοραπωλησίας, τα οποία, στο πλαίσιο έμμεσης απόδειξης, συνάγονται, κατά την άποψή της, από τις ομολογίες του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων και από τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι σε πρώτο και δεύτερο βαθμό.

Ειδικότερα, κατά την αναιρεσείουσα, το γεγονός ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων γνώριζε κατά τη σύναψη της επίδικης αγοραπωλησίας ότι στο μεταβιβαζόμενο σ' αυτόν ακίνητο υπήρχαν εμπράγματα βάρη (προσημειώσεις υποθήκης) υπέρ της EUROBANK και της Εμπορικής Τράπεζας, καθώς και οφειλή του πρώτου αναιρεσιβλήτου προς τη Ι' Δ.Ο.Υ.

Θεσσαλονίκης, στο δε αγοραπωλητήριο συμβόλαιο υπήρχε διατυπωμένη η ασυνήθιστη στην πρακτική των συναλλαγών υπόσχεση του πωλητή ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο ήταν ελεύθερο όχι μόνον αναγκαστικής, αλλά και συντηρητικής κατάσχεσης, δημιουργεί τεκμήριο ότι κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης αγοραπωλησίας ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, που ήταν στη νομή του ακινήτου ήδη από τις 2.9.2004, γνώριζε ήδη από τότε και την ύπαρξη απαίτησής της κατά του πρώτου αυτών, καθώς και ότι προς εξασφάλιση της απαίτησής της είχε με αίτησή της εκδοθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης η από 8.11.2004 προσωρινή διαταγή που απαγόρευε κάθε πραγματική και νομική μεταβολή του παραπάνω ακινήτου, ενώ πρόσθετο τεκμήριο για την ύπαρξη θετικής γνώσης του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων ως προς την καταδολιευτική πρόθεση του πρώτου αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο συνάγεται από το ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος την ίδια ημέρα με τη σύναψη του αγοραπωλητήριου συμβολαίου επιδίωξε και τη μεταγραφή του για να κατοχυρώσει, όπως ομολογεί με τις προτάσεις του, τα δικαιώματά του έναντι τυχόν μεταγενέστερων απαιτήσεων τρίτων.

Με το περιεχόμενο αυτό ο τρίτος λόγος αναίρεσης στηρίζεται σε εσφαλμένη, επίσης, προϋπόθεση και είναι απορριπτέος, αφού το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, αν παραλείψει να λάβει υπόψη του αποδεικτικά μέσα που κατατείνουν σε άμεση ή αναλόγως και σε έμμεση απόδειξη, όχι όμως αν παραλείψει να συναγάγει από τα αποδεικτικά αυτά μέσα τα τεκμήρια που τυχόν μπορούν να συναχθούν.

Σε κάθε περίπτωση τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα τεκμήρια είναι στην πραγματικότητα δικά της επιχειρήματα και συμπεράσματα, με τα οποία επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος, που συνήγαγε το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη και τα επικαλούμενα προς το σκοπό αυτό από την ίδια έγγραφα και ομολογίες του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων. 5.

Κατά τη διάταξη του άρθρ. 939 ΑΚ, βασική προϋπόθεση για τη γέννηση της αξίωσης του δανειστή προς διάρρηξη της γενόμενης από τον οφειλέτη προς τρίτο καταδολιευτικής απαλλοτρίωσης περιουσιακού του στοιχείου αποτελεί η εξ αιτίας αυτής δημιουργούμενη για τον οφειλέτη αφερεγγυότητα, δηλαδή η ανεπάρκεια της υπολειπόμενης (εμφανούς) περιουσίας του προς ικανοποίηση του δανειστή, πρέπει δε η αφερεγγυότητα να υπάρχει (και) κατά το χρόνο άσκησης της σχετικής αγωγής, οπότε κρίνεται το στοιχείο της βλάβης του δανειστή (ΑΠ 858/2002? 1189/2003? 1937/2006? 1800/ 2008), ενώ αδιάφορο είναι αν η απαίτηση του δανειστή τελεί υπό αναβλητική αίρεση ή προθεσμία ή αν αυτή έχει δικαστικά βεβαιωθεί και εξοπλισθεί με εκτελεστό τίτλο, αρκεί αυτή να έχει γεννηθεί κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης και να είναι ληξιπρόθεσμη κατά τη συζήτηση της σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974? ΑΠ 1482/2004? 602/2005).

Περαιτέρω, ορίζοντας το άρθρ. 941 ΑΚ ότι η απαλλοτρίωση υπόκειται σε διάρρηξη, αν ο τρίτος, υπέρ του οποίου έγινε, γνώριζε ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών του, απαιτεί ο τρίτος να γνωρίζει θετικά την καταδολιευτική πρόθεση του οφειλέτη και δεν αρκεί η υπαίτια άγνοιά του, έστω και οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του (ΑΠ 1798/2007).

Εξ άλλου κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999? 26/2004? ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της απόφασης, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (ΟλΑΠ 20/2005).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561§2 ΚΠολΔ) ότι το Εφετείο, εκτιμώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, δέχτηκε, μεταξύ άλλων, ως προς την ουσία της υπόθεσης και τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα (αναιρεσείουσα)...

στα πλαίσια της εμπορικής της δραστηριότητας συνήψε στις 21.3.2002 με την εταιρεία με την επωνυμία "…." σύμβαση, δυνάμει της οποίας αγόρασε απ' αυτή 10.332 μικρές εστίες (ματάκια)... αντί τιμήματος 30.156,84 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 18%..., ρητά δε συμφωνήθηκε ότι η παράδοση των εμπορευμάτων θα γινόταν στις 10.4.2002 και στις 30.4.2002, ενώ αντί καταβολής του τιμήματος η ενάγουσα εξέδωσε και παρέδωσε στην πωλήτρια αυθημερόν δυο μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης την 5.5.2002 και την 12.4.2002, ποσών αντίστοιχα 5.375,16 και 24781,68 ευρώ, οι οποίες εξοφλήθηκαν.

Όμως η πωλήτρια κατέστη υπερήμερη ως προς την παράδοση των εμπορευμάτων και για το λόγο αυτό η ενάγουσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την με αριθμό 37539/29.10.2002 αγωγή, με την οποία υπαναχώρησε από τη σύμβαση και ζήτησε την επιστροφή των ποσών των επιταγών... Με την υπ' αριθ. 24038/30.8.2004 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου η αγωγή απορρίφτηκε ως αόριστη, όμως η απόφαση αυτή εξαφανίστηκε με την υπ' αριθ. 347/13.2.2006 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία δέχτηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εταιρεία "…." και το ομόρρυθμο μέλος και διαχειριστή αυτής Ε.

Β. (πρώτο αναιρεσίβλητο) να καταβάλουν, εις ολόκληρο ο καθένας, στην ενάγουσα το ποσό των 30.156,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής... Παράλληλα η ενάγουσα κατέθεσε την υπ' αριθ. 37152/8.11.2004 αίτηση συντηρητικής κατάσχεσης κάθε κινητής και ακίνητης περιουσίας του πρώτου των εναγομένων Ε. Β. , επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2210/26.1.2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης..., με την οποία η αίτηση έγινε δεκτή...

Κατά την ίδια δε ημερομηνία της κατάθεσης της αίτησης εκδόθηκε και προσωρινή διαταγή, που απαγόρευσε μέχρι τη συζήτηση της αίτησης κάθε μεταβολή της νομικής και πραγματικής κατάστασης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη..., στον οποίο επιδόθηκε αυθημερόν... Ο πρώτος των εναγομένων, στις 10.1.2005, ήτοι μετά τη γέννηση της δευτερογενούς αξίωσης της ενάγουσας για επιστροφή του προκαταβληθέντος στην πωλήτρια εταιρεία τιμήματος..., μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον δεύτερο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσίβλητο), αιτία πωλήσεως, το μοναδικό ακίνητό του.

Ειδικότερα δυνάμει του υπ' αριθ. ... 10.1.2005 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Συνοδινού μεταβίβασε σε εκτέλεση του υπ' αριθ. ... /2.9.2004 προσυμφώνου της αυτής συμβολαιογράφου ένα αυτοτελές διαμέρισμα διαιρεμένης ιδιοκτησίας με αριθμό 7, στο δεύτερο όροφο οικοδομής επί της οδού …, στην …, εμβαδού 67,28 m2...

Κατά το χρόνο μεταβίβασης του ως άνω διαμερίσματος η ενάγουσα είχε γεννημένη απαίτηση κατά της πωλήτριας εταιρείας, αλλά και κατά του πρώτου των εναγομένων, για επιστροφή του προκαταβληθέντος σ' αυτή τιμήματος ποσού 30.156,84 ευρώ... Ο πρώτος των εναγομένων προέβη στην επίδικη απαλλοτρίωση με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα, δηλαδή να ματαιώσει την ικανοποίηση της απαίτησής της, δεδομένου ότι δεν είχε άλλη εμφανή περιουσία, επαρκή για την ικανοποίηση της απαίτησης της τελευταίας, η αφερεγγυότητά του δε αυτή υπήρχε και κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής...

Όσον αφορά δε τον δεύτερο εναγόμενο αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της επίδικης απαλλοτρίωσης... είχε πληροφορηθεί την ύπαρξη δυο προσημειώσεων υποθήκης υπέρ της EUROBANΚ, για ποσό 58.500 ευρώ, από το οποίο το ανεξόφλητο κεφάλαιο, πλέον τόκων και εξόδων, ανερχόταν στο ποσό των 26.433,58 ευρώ, και υπέρ της Εμπορικής Τράπεζας για ποσό 60.000 ευρώ, από το οποίο δεχόταν η εν λόγω Τράπεζα να λάβει το ποσό των 24.000 ευρώ για να συναινέσει στην άρση της προσημείωσης.

Επίσης κατά το ίδιο χρόνο ο δεύτερος των εναγομένων γνώριζε και την ύπαρξη αναγκαστικής κατάσχεσης υπέρ της ενάγουσας στο αυτό ακίνητο του πρώτου εναγομένου, που είχε επιβληθεί από αυτή για την ικανοποίηση άλλης απαίτησής κατ' αυτού. Η κατάσχεση όμως αυτή είχε ήδη αρθεί στις 3.1.2005 με την υπ' αριθ. 7559/25.11.2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης...

Ως τίμημα συμφωνήθηκε το ποσό των 81.000 ευρώ.. Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης ο δεύτερος των εναγομένων γνώριζε την ύπαρξη μόνον των προαναφερθέντων βαρών, ενώ η απαίτηση της ενάγουσας κατά του πρώτου εναγομένου δεν ήταν σ' αυτόν γνωστή, οπότε δεν γνώριζε ότι με την από μέρους του οφειλέτη εκποίηση επέρχεται ματαίωση της ικανοποίησης της απαίτησης της ενάγουσας...

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι τον δεύτερο εναγόμενο δεν τον συνέδεε προηγουμένως με τον πρώτο εναγόμενο καμία σχέση συγγενική, φιλική ή επαγγελματική... Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος γνώριζε στις 10.1.2005 την ύπαρξη της προσωρινής διαταγής, που απαγόρευε την οποιαδήποτε μεταβολή στο επίδικο ακίνητο...

Άλλωστε η γνώση μόνον της ύπαρξης οφειλής του δικαιοπαρόχου του δεν καταδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι αυτός (αγοραστής) δεν ήταν καλής πίστης κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας, καθόσον αναγκαία προϋπόθεση της διάρρηξης είναι η γνώση του τρίτου ότι με την από μέρους του οφειλέτη εκποίηση επέρχεται ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή.

Εν όψει όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι η άγνοια, έστω και από βαριά αμέλεια, δεν αρκεί, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος των εναγομένων δεν είχε θετική γνώση της καταδολιευτικής πρόθεσης του πρώτου αυτών, δηλαδή ότι ο δικαιοπάροχός του επιδίωκε να περιέλθει με την καταρτισθείσα μεταξύ τους δικαιοπραξία σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η απομένουσα περιουσία του να μην επαρκεί για την ικανοποίηση της απαίτησης της ενάγουσας".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε στην ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης και επικύρωσε την απόφαση αυτή, που απέρριψε προηγουμένως ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένδικη αγωγή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμά του, για τη διατύπωση του οποίου είναι χωρίς έννομη επιρροή το ότι εμπεριέχεται σ' αυτό η παραδοχή ότι με τη σύναψη του υπ' αριθ. ... 10.1.2005 οριστικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Συνοδινού ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων απέκτησε την κυριότητα, αλλά και τη νομή και την κατοχή του ακινήτου που του μεταβιβάστηκε με το συμβόλαιο αυτό, αν και ο ίδιος ομολογεί ότι απέκτησε τη νομή και την κατοχή του ακινήτου ήδη από τη σύναψη για το ακίνητο αυτό του υπ' αριθ. ... /2.9.2004 προσυμφώνου της αυτής συμβολαιογράφου, αφού η ως άνω παραδοχή δεν αναιρεί την τελική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων αγνοούσε κατά τη σύναψη του οριστικού μεταβιβαστικού συμβολαίου τη καταδολιευτική πρόθεση του πωλητή, με δεδομένο ότι κατά λογική αναγκαιότητα η ίδια άγνοια υπήρχε ασφαλώς και κατά τη σύναψη του χρονικά προηγούμενου ως άνω προσυμφώνου.

Συνεπώς τα αντίθετα που υποστηρίζονται με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός. Συνακόλουθα η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί κατά την παρ. 4 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρ. 12§2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα με τα υπ' αριθ. 913658, 913661 και 913685/2012 διπλότυπα είσπραξης του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτά αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 182/2.8.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Εξ άλλου η αναιρεσείουσα, που νικήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.8.2012 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "…" για αναίρεση της υπ' αριθ. 2132/2011 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε με τα υπ' αριθ. 913658, 913661 και 913685/2012 διπλότυπα είσπραξης του Ελληνικού Δημοσίου, όπως αυτά αναφέρονται στην καταχωρημένη στο τέλος του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης υπ' αριθ. 182/2.8.2012 βεβαίωση της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων και σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ για το δεύτερο αυτών, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ