Legislator Case Law & Legislation
569/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property rights based on res judicata and evidence review.

Case Number 569/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality's appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment regarding property rights. The Municipality argued the lower court failed to consider a specific engineering report submitted by the Municipality to prove its possession rights. The court found the lower court had indeed reviewed all evidence, including the report, and correctly concluded the property did not match the granted areas, thus rejecting the appeal as unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322ter.1(a), 324 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata binds the court to treat prior final judgments as established truth, and a lower court's failure to consider evidence is only a ground for appeal if the omission materially affected the outcome and was not merely a general reference to the evidence.

Keywords

AI generated
res judicata appeal admissibility property rights evidence review technical report final judgment court of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322ter.1(a), 324 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) and (3) of Law 3693/1957
Article 276 of Law 3463/2006
Article 52(18) of the Judicial Organization Law
Common Decision 134423/8-12-1992 of the Ministers of Finance and Justice
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 569 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 569/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου-εισηγήτρια, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος ..." που εδρεύει στη ..., νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Δήμαρχό του, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λάμπρο Κιτσαρά, που ανακάλεσε την από 24-1-2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: της υπό εκκαθάριση τελούσης αστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπουμένης από τους εκκαθαριστές της, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μιχαήλ Βεκρή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2002 του ιδίου Δικαστηρίου, 6226/2005 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων Δήμος και εκδόθηκε η 1612/2010 απορριπτική απόφαση του Αρείου Πάγου.

Κατόπιν αυτών ασκήθηκε η από 30-9-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 533/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 2643/2015 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 30-11-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 24-1-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322τταρ.1 α’ και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί όχι μόνον αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο, αλλά και θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια.

Επομένως, αν με την τελεσίδικη απόφαση έχει αναγνωριστεί η κυριότητα του ενάγοντος σε ένα ακίνητο, παράγεται δεδικασμένο, που εμποδίζει την έρευνα της ύπαρξης κυριότητας στη δίκη για την απόδοση του ακινήτου, καθόσον καλύπτει την ιστορική και νομική αιτία της νέας αγωγής ως προς το ζήτημα της κυριότητας και δεν επιτρέπεται να ερευνηθεί εκ νέου ο τρόπος, με τον οποίο αυτή αποκτήθηκε (ΑΠ 1333/2000).

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για την έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Έννομη σχέση, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννομες συνέπειες.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 322παρ.1 εδ.β’ ΚΠολΔ ορίζεται ότι το δεδικασμένο εκτείνεται και στο δικονομικό ζήτημα που κρίθηκε οριστικά. Ως δικονομικό ζήτημα στην παραπάνω διάταξη νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής ως απαράδεκτης, για το λόγο ότι λείπει μια ή περισσότερες διαδικαστικές προϋποθέσεις.

Οι διαδικαστικές προϋποθέσεις αναφέρονται είτε στους διαδίκους (π.χ. ικανότητα δικαστικής παράστασης, ικανότητα διαδίκου)- είτε στο δικαστήριο (π.χ.αρμοδιότητα) είτε στο αντικείμενο της δίκης (π.χ. εκκρεμοδικία, δεδικασμένο) είτε τέλος στο εισαγωγικό της δίκης έγγραφο (π.χ. το ορισμένο της αγωγής). Η έρευνα των διαδικαστικών προϋποθέσεων από το δικαστήριο προηγείται της έρευνας για τη βασιμότητα της αγωγής.

Δεν μπορεί, δηλαδή, το δικαστήριο ούτε να δεχτεί ούτε να απορρίψει την αγωγή για ουσιαστικούς λόγους, αν δεν διαπιστώσει προηγουμένως τη συνδρομή ή μη των διαδικαστικών προϋποθέσεων, οι οποίες δεν αποτελούν ιδιαίτερο αυτοτελές (ανεξάρτητο δηλαδή του ουσιαστικού) αντικείμενο της δίκης, και άρα δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο αυτοτελώς και ανεξάρτητα από τον συγκεκριμένο νομικό συλλογισμό.

Κατά συνέπεια κάθε τελεσίδικη απόφαση επί της ουσίας δημιουργεί δεδικασμένο τόσο για το ουσιαστικό όσο και για το δικονομικό ζήτημα ως κύρια ζητήματα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν (Ολ.ΑΠ 10/1993).

Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν, με εξαίρεση εκείνες που στηρίζονται σε αυτοτελές δικαίωμα, καλύπτονται, μεταξύ άλλων, όλες οι ενστάσεις από το δικονομικό δίκαιο. Καλύπτονται, επίσης, οι κατά του προδικαστικού ζητήματος ενστάσεις κατά την ίδια έκταση, είτε το προδικαστικό ζήτημα αφορά στις διαδικαστικές προϋποθέσεις είτε στο επίδικο δικαίωμα (κύριο ζήτημα) και, αδιαφόρως, εάν η ένσταση ανάγεται στην ύπαρξη της προδικαστικής έννομης σχέσης (ΑΠ 1017/2001).

Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και, σε καταφατική περίπτωση, αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με την 6226/2005 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 3/9/2001 αναγνωριστική αγωγή κυριότητας της ενάγουσας και εδώ αναιρεσίβλητης, υπό εκκαθάριση τελούσας εταιρείας με την επωνυμία "... ...", κατά του εναγόμενου και εδώ αναιρεσείοντος "ΝΠΔΔ (ΟΤΑ)-Δήμου ...- Βάρης-...", και αναγνωρίστηκε κυρία τριών οικοπεδικών εκτάσεων που ευρίσκονται εντός του σχεδίου πόλεως του Δήμου ....

Στη συνέχεια η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 30/9/2010 ένδικη αγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων Δήμος να της αποδώσει τις ίδιες πιο πάνω εδαφικές εκτάσεις, τις οποίες έχει καταλάβει και αρνείται να τις αποδώσει, παρά την αναγνώριση της κυριότητάς της επ’ αυτών με την προαναφερόμενη αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 533/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην του εναγόμενου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, με την οποία αυτή έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, λόγω του τεκμηρίου ερημοδικίας του τελευταίου. Κατά της πιο πάνω απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε έφεση και πρόσθετους λόγους έφεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού τα έκανε δεκτά και εξαφάνισε την πρωτόδικη (ερήμην) απόφαση δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι με την 6226/2005 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών έχουν γίνει δεκτά, με δύναμη δεδικασμένου, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα συνεστήθη ως μετοχική εταιρεία με το υπ’ αριθμ. .../1924 συμβολαιογραφικό έγγραφο. Η εταιρεία αυτή λύθηκε, αφού η διάρκεια της είχε ορισθεί με το άρθρο 2 του ως άνω εταιρικού συμβολαίου, ότι δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία και από τότε τελεί υπό εκκαθάριση.

Με το αριθμ. 1/6-12-1991 πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων της έχουν ορισθεί ως εκκαθαριστές της η Ε. Ο., Χ. Κ. και Θ. Β., οι οποίοι εξακολουθούν να είναι εκκαθαριστές της άνω εταιρείας ακόμη και σήμερα. Με το αριθμ....1924 ως άνω συμβόλαιο, που νόμιμα μεταγράφηκε, περιήλθε κατά κυριότητα στην ενάγουσα και ήδη εταιρεία, που τελεί σε εκκαθάριση, λόγω συνεισφοράς των μελών της έκταση 1100 στρεμμάτων, η οποία ορίζεται [κατά τον τίτλο κτήσης] ανατολικά σε πλευρά 1.100 μέτρων, με έκταση της Ιεράς Μονής ..., δυτικά με τη θάλασσα, σε πλευρά 1.00 μέτρων, βόρεια με κτήμα της ιδίας Μονής σε πλευρά 1000 μέτρων και νότια, σε πλευρά 1.000 μέτρων με κτήμα της ιδίας Μονής ... , που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του τέως Δήμου ...

Αττικής και ήδη εντός της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ... και το οποίο εκτείνεται από το Ασκληπιείο ..., μέχρι τις εγκαταστάσεις του Ναυτικού Ομίλου .... Η Μονή ... κατά τα έτη 1923-1924, με τα υπ’ αριθμ. .../1924 και .../1924 συμβόλαια, επώλησε κατά συγκυριότητα στους Γ. Δ., Χ. Λ. και Β. Β., ποσοστά 13%, 10% και 4% εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, συμβόλαια, που νόμιμα μεταγράφηκαν.

Επίσης, ποσοστό 13% εξ αδιαιρέτου περιήλθε - αιτία πωλήσεως, από την ίδια παραπάνω Μονή στους Σ. Σ., Θ. Τ., Κ. Γ., Β. Μ., Κ. Π., Δ. Η. και Σ. Κ., με το υπ’ αρϊθμ..../1924 συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα. Το υπόλοιπο ποσοστό 60% εξ αδιαιρέτου, είχε περιέλθει κατά κυριότητα στους Β. Μ. και Ν. Σ., αιτία πωλήσεως, με το υπ’ αριθμ ...1923 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Σ., που νομίμως μεταγράφηκε.

Όλη την πιο πάνω έκταση, οι αναφερόμενοι κύριοι αυτής, συνεισέφεραν στην ενάγουσα για την δημιουργία του εταιρικού της κεφαλαίου. Ύστερα από αίτηση της ενάγουσας, εκδόθηκε το από 15-09-1926 διάταγμα, που δημοσιεύθηκε νόμιμα [ Φ.Ε.Κ 311/1926 τ.Α ]. Με το διάταγμα αυτό εγκρίθηκε το σχέδιο του εξοχικού συνοικισμού ..., το οποίο είχε υποβληθεί από την ενάγουσα με τους όρους και τους περιορισμούς που αναφέρονται σε αυτό, όπως οι όροι αυτοί καθορίστηκαν μεταγενέστερα στην, από 16-09-1927 σύμβαση, που υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και του Ελληνικού Δημοσίου και στο, από 31-01-1927 παράρτημα της σύμβασης αυτής, που επικυρώθηκε με το από 20-09-1927 Π.Δ.

Από τους αρχικά εγκεκριμένους χώρους του ρυμοτομικού σχεδίου του έτους 1927, όπως αναθεωρήθηκαν το έτος 1938, [Φ.Ε.Κ 13771933] και μετά από τροποποίηση του σχεδίου πόλεως, που έγινε το έτος 1968, [Φ.Ε.Κ 51 Δ/1968] και ισχύει μέχρι σήμερα, παραμένουν σήμερα ως οικοδομικά τετράγωνα τα υπό στοιχεία Ο.Τ … εκτάσεως τ.μ 1372,61, Ο.Τ … εκτάσεως τ.μ 2.457,91 και Ο.Τ … εκτάσεως τ.μ 2.517,52 που βρίσκονται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δήμου ..., κάτωθι της Λεωφόρου ..., προς το μέρος της θάλασσας.

Αυτά αποτυπώνονται στο, από Φεβρουάριου 2001, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Α., αξίας 300.000.000 δραχμών ή 880.410 ευρώ. Στα, παραπάνω, ακίνητα των οποίων η ενάγουσα απέκτησε τη νομή μέχρι σήμερα ασκεί δια των εκπροσώπων της και των βοηθών νομής, όλες τις πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό των ακινήτων αυτών, με καλή πίστη, καθόσον χωρίς βαρειά αμέλεια επίστευε ότι απέκτησε την κυριότητα κατ’ άρθρο 1042 Α.Κ], ήτοι επέβλεπε και επόπτευε αυτά, διαπραγματευόταν την πώληση τους σε τρίτους, συνέτασσε τοπογραφικά διαγράμματα, παρίστατο στις αρχές για ζητήματα, που είχαν σχέση με τον καθορισμό του τρόπου εκμετάλλευσης αυτών και απέκρουε επεμβάσεις τρίτων, που ήθελαν να καταπατήσουν αυτά.

Ο εναγόμενος δήμος, [εδώ και δέκα χρόνια από της ασκήσεως της αγωγής], διατείνεται σε τρίτους ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν δημοτική περιουσία, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η κυριότητα της ενάγουσας επ’ αυτών. Ειδικότερα, ο εναγόμενος, από το έτος 1991, οπότε το πρώτον ενεφανίσθη στα επίδικα, εκτελώντας έργα διαμόρφωσης της παραλίας ..., δημιούργησε μέσα στα επίδικα διαδρόμους περιπάτου, παρεχώρησε τη χρήση του Ο.Τ … σε επιχειρηματία, ο οποίος ανήγειρε σε αυτό επιχείρηση με την επωνυμία "...".

Επίσης κατέλαβε τμήμα του ..., στο οποίο κατασκεύασε μνημείο του Ε. Β.. Σαφής και κατηγορηματική, καθόσον αφορά την εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου είναι η κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας εταιρείας Α. Ρ., [βλ πρακτικά συνεδριάσεως υπ’ αριθμ. .../08-10-2002], ο οποίος είναι από πολλά χρόνια κάτοικος ...

και έχει πολλάκις επισκεφθεί τα επίδικα, ως εκ τούτου έχει άμεση και σαφή γνώση, όχι μόνο των πράξεων νομής και κατοχής, τις οποίες με καλή πίστη και διανοία κυρίου άσκησε η ενάγουσα εταιρεία από του έτους ήδη 1927, μέχρι την άσκηση της αγωγής, αλλά και την προσπάθεια του εναγόμενου δήμου ... Αττικής να καταπατήσει τα επίδικα ακίνητα μετά το έτος 1991 δι’ αποστολής συνεργείων καθαρισμού και τοποθετήσεως συρματοπλέγματος επιφάνειας 100μ2, δια κατασκευής διαδρόμων μέσω των επιδίκων, αλλά και για τις γενόμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για την αγορά της επίδικης έκτασης από τον δήμο ..., οι οποίες εναυάγησαν.

Ενισχύεται η κατάθεση του, πιο πάνω, μάρτυρος απόδειξης, από την κατάθεση των μαρτύρων Γ. Χ. Σ. και Α. Δ., που εμπεριέχονται στην αριθμ. .../9-3-2004 πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Γ., η οποία νομότυπα ελήφθη, μετά από προηγούμενη κλήτευση του εναγόμενου δήμου ... [βλ σχετ με αριθμ. ...4-3-2001 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή Ν.

Κ.]. Οι, πρώτος και τρίτος, βεβαιώνουν μετά λόγου γνώσεως, ότι μέχρι το τέλος του 1991, ο εναγόμενος δήμος ..., δεν είχε καμία παρέμβαση στα επίδικα τμήματα, αλλά όλως αντιθέτως η ενάγουσα εταιρεία είχε τη νομή και κατοχή επί των επιδίκων, ήδη από το 1927, που πάντοτε νόμιμα κατείχε, ασκώντας στα επίδικα τις, αρμόζουσες σε κυρία και νομέα, διακατοχικές πράξεις με διανοία κυρίας και καλή πίστη [καθαρισμός, εποπτεία για να μην καταπατηθούν από τρίτους, σύνταξη σχεδιαγραμμάτων, αίτηση για ένταξη στο πολεοδομικό σχέδιο της περιοχής ...], και ότι για πρώτη φορά από το 1991, όταν ο δήμος αμφισβήτησε τα δικαιώματα, η εταιρεία κατέθεσε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων και συνέχεια και αγωγή, επί της οποίας δεν έχει εκδοθεί ακόμα απόφαση.

Τα ανωτέρω επιβεβαίωσε ο μάρτυρας Α. Δ. και ενώπιον του ακροατηρίου του Εφετείου, κατά την δικάσιμο της 12-05-2005. Περαιτέρω και οι τρεις παραπάνω μάρτυρες εβεβαίωσαν ως αληθή τ’ ακόλουθα: Α]. Ότι η ενάγουσα νεμόταν αδιαταράκτως τα επίδικα, μέχρι και το έτος 1991, των οποίων είχε πάντοτε την επίβλεψη και φροντίδα.

Ειδικότερα : 1. Με δική της επιμέλεια και φροντίδα τα επίδικα τμήματα το έτος 1968 χαρακτηρίσθηκαν ως οικοδομικά τετράγωνα, [Ο.Τ]. Είναι προφανές, ότι αν τα επίδικα είχαν καταληφθεί έκτοτε από τον Δήμο ... και είχαν παραδοθεί στην κοινή χρήση, όπως αβασίμως ο Δήμος ... διατείνεται, τα τελευταία [επίδικα], θα είχαν χαρακτηρισθεί ως κοινόχρηστοι χώροι, όπως άλλα τμήματα της παραλίας ...

και όχι ως οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία είναι δυνατόν να αξιοποιηθούν για ‘ ορισμένες χρήσεις. 2.Πάντοτε η ενάγουσα είχε την φροντίδα για τον καθαρισμό των επιδίκων, τα οποία μάλιστα είχε οριοθετήσει με πασσάλους το έτος 1980, παρουσία και εκπροσώπων του Δήμου, όπως άλλωστε βεβαίωσε ο μάρτυς της [ενάγουσας] Δ.

Α. και μάλιστα , τα ορόσημα, που είχαν τοποθετηθεί με αυτόν τον τρόπο , επανατοποθετήθηκαν , με επιμέλεια της ενάγουσας το έτος 1985. 3. Ο Δήμος ... άρχισε έργα αναπλάσεως της παραλίας το έτος 1987, όπως βεβαιώνουν άλλωστε και οι μάρτυρες του, αλλά για πρώτη φορά παρενέβη στα επίδικα το έτος 1991, όπως προειπώθηκε, οπότε και άμεση υπήρξε η αντίδραση της ενάγουσας δια της προσφυγής στα δικαστήρια, ειδικότερα δε, το έτος 1992 κατέθεσε και μήνυση κατά του τότε Δημάρχου ...

Α. Α., επί του οποίας εκδόθηκε το με αριθμ. 4454/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Αθηνών, με το οποίο αυτός παραπέμφθηκε για να δικαστεί για το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, και 4. Όπως βεβαίωσαν όλοι οι μάρτυρες της ενάγουσας, κατά το χρονικό διάστημα 1993-1998 έγιναν επανειλημμένες συζητήσεις μεταξύ εκπροσώπων της ενάγουσας και του εναγομένου Δήμου ..., προκειμένου να βρεθεί λύση, στη βάση της αναγνώρισης δικαιωμάτων της ενάγουσας εταιρείας στα επίδικα από τον δήμο ..., με αντάλλαγμα την παραχώρηση τμημάτων αυτών στην κοινή χρήση [βλ.

ιδιαίτερα κατάθεση Α. Δ. επ’ ακροατηρίου, που επιβεβαιώνει τα ανωτέρω πρακτικά της 12-5-2005 του Εφετείου]. Αντιθέτως, οι καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης Α. Χ. του Ε., αρχιτέκτονος, Δ. Ρ. και Δ. Κ., που εμπεριέχονται στις, νομίμως προσκομισθείσες ένορκες βεβαιώσεις με αριθμ. ... της 2ας Μαρτίου 2004 της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Α.Κ., δεν είναι σαφείς και μετά λόγου γνώσης, ή σε κάθε περίπτωση αντικειμενικές για το Δικαστήριο τούτο, καθόσον αυτοί καταθέτουν γενικώς και αορίστως, ότι το επίδικο τμήμα νεμόταν ο Δήμος ... από το έτος 1960, χωρίς όμως να προσδιορίζουν σαφώς και με χρονολογική τάξη πράξεις νομής και κατοχής εκ μέρους του.

Μεταξύ άλλων καταθέτουν, ότι ο δήμος ... έδινε άδεια σε κατασκηνωτές να κατασκηνώνουν στην παραλία, ότι έκανε έργα αναπλάσεως της παραλίας κατά τα έτη 1986-1987 και ότι εν γένει προέβαινε σε καθαρισμό του επίδικου τμήματος [βλ ιδιαίτερα κατάθεση Δ. Π. στα πρακτικά του Εφετείου της 12-05-2005]. Από τους πιο πάνω ισχυρισμούς, ο πρώτος δεν είναι αληθής, καθόσον στα επίδικα ουδέποτε εγκαταστάθηκαν κατασκηνωτές.

Σε κάθε περίπτωση, η βασιμότητα του πρώτου ανωτέρω ισχυρισμού θα έπρεπε να αποδεικνύεται εγγράφως, καθόσον η χορήγηση παρόμοιας άδειας κατασκηνώσεως μόνο εγγράφως έπρεπε να γίνει. Περαιτέρω εν σχέσει με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς - ενστάσεις του εναγόμενου δήμου ..., περί παραιτήσεως της ενάγουσας από τα δικαιώματα της [κυριότητας] επί των ανωτέρω επιδίκων, περί ιδίας κυριότητάς της επ’ αυτών, κτηθείσα με έκτακτη χρησικτησία και [ενστάσεως] καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων της ενάγουσας κατ’ άρθρο 281 Α.Κ, πρέπει να ειπωθούν τα παρακάτω.

Ως προς την πρώτη ένσταση, δηλονότι η ενάγουσα έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων της ως άνω [ βλ. σχετ και άρθρ. 3, 12 της από 16-09-1927 σύμβασης υπογραφείσης , μεταξύ της ενάγουσας και του Υπουργού Συγκοινωνιών, [Φ.Ε.Κ 204726-9-1927 σε συνδ. Με το από 14-3-1994 Π.Δ περί αναγνωρίσεως της κοινότητας ..., στο Νομό Αττικής και Βοιωτίας], καθόσον ο συνοικισμός ..., με το όνομα κοινότητα ...

και με έδρα τον ομώνυμο οικισμό, που είχε αποσπασθεί από την κοινότητα Βάρης, στον οποίο υπήγετο μέχρι τότε, έκτοτε δε από της αναγνωρίσεως της υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που απορρέουν από την παραπάνω αναφερόμενη σύμβαση του Ελληνικού Δημοσίου, ως διάδοχος αυτού, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου, δυνάμει της υπ’ αριθμ 12637/1974 τελεσιδίκου και αμετακλήτου κατάστασης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεπεία μη ασκήσεως κατ’ αυτής οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, στο οποίο δεν αντιλέγει ο εναγόμενος δήμος ..., ότι ο Δήμος ...-και όχι η ενάγουσα- έχει παραιτηθεί της κυριότητας και νομής δια τους καθορισθέντες κοινόχρηστους χώρους, συνεπεία μεταγενέστερης τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου, εφόσον η τροποποίηση αυτή εχώρησε τη αιτήσει των ιδιοκτητών ή αυτή έγινε υπό τούτου μέχρι 8-5-1974 αποδεκτή, έστω και σιωπηρώς.

Η ανωτέρω αμετάκλητη απόφαση, εκδόθηκε επί αγωγής του εναγόμενου Δήμου ..., με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του, επί άλλων τμημάτων του ιδίου με τα επίμαχα ακίνητα χώρου, χαρακτηριζομένων αρχικά ως τριών [ 3 ] νησίδων και είτα ως Ο.Τ με στοιχεία Κ [επίδικα]. Επομένως, ενόψει και του ισχυρότατου τεκμηρίου [υπέρ της απόψεως της ενάγουσας] το Δικαστήριο πείθεται [και εξ αυτού] στη βασιμότητα των ισχυρισμών της ενάγουσας.

Εξάλλου, με την αριθμ. 2271/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίθηκε τελεσίδικα [δεν προκύπτει το αμετάκλητο], ότι κατά την ανωτέρω προπαρασκευαστική φάση της τροποποίησης του ως άνω ρυμοτομικού σχεδίου ..., η εκ των εναγόμενων και ήδη ενάγουσα εταιρεία, στην οποία συνομολογείται ότι ανήκει η κυριότητα των επιδίκων, ενέστη κατά της αριθμ. .../1939 αποφάσεως του Κοινοτικού Συμβουλίου και ο χαρακτηρισμός των επιδίκων ως κοινοχρήστων, υποβαλλούσα την, από 6-10-1939 ένσταση μετά διαμαρτυρίας, απορρίψασα μετά ταύτα, τους αντίθετους ισχυρισμούς του δήμου ....

Περαιτέρω, δεν απεδείχθη εκ μέρους του εναγόμενου δήμου, η υπ’ αυτού προβληθείσα ένσταση ιδίας κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με όσα προειπώθηκαν, επομένως ο εναγόμενος δήμος δεν ηδυνήθη να αποδείξει το, σε βάρος του τεθέν, θέμα απόδειξης, με την παραπάνω προδικαστική Εφετειακή απόφαση. Ως προς την προβληθείσα εκ μέρους του εναγομένου δήμου ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της ενάγουσας, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ διατεινόμενου, ειδικότερα ότι η ενάγουσα αδράνησε να ασκήσει το δικαίωμα της [κυριότητας], επί των επιδίκων ακινήτων, ως εκ τούτου, ανεχόταν την κατάληψη εκ μέρους του δήμου ...

επί μακρόν και επ’ αρκετό χρονικό διάστημα, [που δεν προσδιορίζεται επακριβώς] θα πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθόσον ο εναγόμενος δήμος παρεκτός της αδρανείας δεν παραθέτει τα απαραίτητα κατά το νόμο πραγματικά περιστατικά, προς θεμελίωση της ανωτέρω ενστάσεως του, περιστατικά ειδικότερα, που να καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η κριθείσα αγωγή ,ως βάσιμη και από ουσιαστικής πλευράς, να αναγνωρισθεί η ενάγουσα εταιρεία κυρία των ακινήτων, που περιγράφονται ειδικότερα στο διατακτικό ...". Στη συνέχεια το Εφετείο, εξετάζοντας τον πρώτο κύριο και τον πρώτο πρόσθετο λόγους της έφεσης, αντίστοιχα, δέχθηκε τα εξής:

"Με τον πρώτο λόγο της εφέσεως καθώς και τον συνεχόμενο με αυτόν πρώτο λόγο των προσθέτων λόγων της εφέσεως ο εκκαλών δήμος προβάλει ένσταση έλλειψης ικανότητας παράστασης και πληρεξουσιότητος της ενάγουσας εφεσίβλητης και αοριστίας αυτής ως προς την ενεργητική νομιμοποίησή της. Ειδικότερα, επικαλείται ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε από την ενάγουσα αστική εταιρεία τελούσα υπό εκκαθάριση, η οποία εκπροσωπείται κατ’ αυτήν από τους εκκαθαριστές της Ε.

Ο., Χ. Κ. και Ε. Π. χωρίς πουθενά στην αγωγή να αναφέρεται η λύση της εταιρείας, ο τρόπος λύσης της και η τήρηση της νόμιμης διαδικασίας [δημοσιεύσεως], ο τρόπος και ο χρόνος διορισμού των ανωτέρω ως εκκαθαριστών της εταιρείας κατά τη διαδικασία που προβλέπει η ιδρυτική πράξη, ούτε γίνεται επίκληση της σχετικής διάταξης του καταστατικού της, η οποία προβλέπει τα της εκκαθάρισης της εταιρείας, πολύ περισσότερο που αυτοί δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αρχικών εταίρων, με συνέπεια να αμφισβητείται η ιδιότητα αυτών ως εκκαθαριστών και νομίμως εκπροσωπούντων την ενάγουσα εφεσίβλητη και, κατ’ ακολουθία, η νόμιμη πληρεξουσιότητα στο πρόσωπο του παριστάμενου δικηγόρου που οι ως άνω χορήγησαν σε αυτόν.

Επίσης με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης, συνεχόμενα με το ως άνω εκκληθέν κεφάλαιο της απόφασης, ο εκκαλών δήμος διατείνεται ότι η ενάγουσα, η οποία έχει συσταθεί κατά το προϊσχύσαν του Αστικού Κώδικος δίκαιο στερείται νομικής προσωπικότητας και, συνεπώς, δεν μπορούσε να καταστεί υποκείμενο δικαιωμάτων, ως εν προκειμένω εμπραγμάτων.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, οι οποίοι περιλαμβάνονται στον πρώτο λόγο έφεσης και στον συνεχόμενο με αυτόν πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού προσκρούουν στο δεδικασμένο, κατ’ άρθρα 321-322 ΚΠολΔ, που απορρέει από την προαναφερόμενη με αριθμό 6226/2005 αμετάκλητη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου η οποία δέχθηκε, αφενός ότι "Η ενάγουσα συνεστήθη ως μετοχική εταιρεία με τα υπ’ αριθμ. .../1924 συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Η εταιρεία αυτή λύθηκε, αφού η διάρκεια της είχε ορισθεί με το άρθρο 2 του ως άνω εταιρικού συμβολαίου, ότι δεν μπορεί να υπερβεί την πενταετία και από τότε τελεί υπό εκκαθάριση. Με το αριθμ. 1/6-12-1991 πρακτικό της γενικής συνέλευσης των μετόχων της έχουν ορισθεί ως εκκαθαριστές της η Ε. Ο., Χ. Κ. και Θ. Β., οι οποίοι εξακολουθούν να είναι εκκαθαριστές της άνω εταιρείας, ακόμη και σήμερα", δηλαδή κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η εταιρεία τελεί σε καθεστώς εκκαθάρισης και εκπροσωπείται νόμιμα από τους ανωτέρω εκκαθαριστές.

Το ανωτέρω αναγκαίο προδικαστικό ζήτημα του κυρίου ζητήματος της κυριότητος ερευνήθηκε από το Δικαστήριο και το δεδικασμένο εκτείνεται και σε αυτό το κριθέν δικονομικό ζήτημα, αφού η παρούσα δίκη και η προηγηθείσα, επί της οποίας εκδόθηκε η 6226/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, αφορούν στην ίδια έννομη σχέση μεταξύ των διαδίκων, αφετέρου δε αναγνώρισε την ενάγουσα ως κυρία των επίδικων ακινήτων, δηλαδή ως υποκείμενο δικαιωμάτων και, συγκεκριμένα, του εμπραγμάτου δικαιώματος της κυριότητας.

Συνεπώς οι ως άνω ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στους λόγους έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321,322, 330, 331 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς το ορισμένο των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης περί ενεργητικής της νομιμοποίησης και ικανότητας παράστασής της στην παρούσα δίκη, αφού το δικονομικό ζήτημα ως προς την συνδρομή των παραπάνω διαδικαστικών προϋποθέσεων κρίθηκε αναγκαίως με την επί της ουσίας 6226/2005 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς το ουσιαστικό ζήτημα της αναγνώρισης δικαιώματος κυριότητας της αναιρεσίβλητης στα επίδικα ακίνητα και, συνεπώς, καλύπτεται, ως ενιαίο αντικείμενο (με το ουσιαστικό αντικείμενο της κυριότητας) από το δεδικασμένο που απορρέει από την απόφαση αυτή. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, εκτός του ότι είναι απαράδεκτος, διότι δεν προκύπτει ότι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί που τον στηρίζουν προτάθηκαν κατά τη διάρκεια της επί της αναγνωριστικής αγωγής δίκης, και άρα καλύπτονται και αυτοί από το δεδικασμένο της 6226/2005 αμετάκλητης απόφασης, είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος.

Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, λόγω του απόλυτου χαρακτήρα του δικαιώματος κυριότητας, ο εναγόμενος μπορεί να προβάλει τον ισχυρισμό ότι κύριος του πράγματος έγινε τρίτος. Ο ισχυρισμός αυτός αν, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, στηρίζεται σε γεγονότα προγενέστερα ή σύγχρονα με εκείνα που θεμελιώνουν τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και της ενεργητικής νομιμοποίησής της.

Αν όμως τα προαναφερόμενα γεγονότα είναι μεταγενέστερα από εκείνα που επικαλείται ο ενάγων στην αγωγή του, ο ισχυρισμός ότι κύριος του πράγματος έγινε τρίτος αποτελεί ένσταση, η οποία δεν πηγάζει από δικαίωμα τρίτου. Περαιτέρω ο εναγόμενος για την απόκρουση του καταψηφηστικού αιτήματος της πιο πάνω αγωγής, με το οποίο ζητείται η απόδοση του πράγματος, μπορεί να προβάλει την ένσταση του δικαιώματος ιδίας νομής ή κατοχής επ’ αυτού (άρθρο 1095ΑΚ).

Η ένσταση αυτή μπορεί να συνίσταται, μεταξύ άλλων, στην παραχώρηση του πιο πάνω δικαιώματος δυνάμει ενοχικής συμφωνίας, η οποία όμως θα πρέπει να δεσμεύει και τον ενάγοντα είτε μέσω ρητής δέσμευσης του ιδίου στη συμφωνία παραχώρησης είτε λόγω παροχής συγκατάθεσης, δυνάμει των άρθρων 236 επ.ΑΚ, είτε διότι τούτο ορίζεται από το νόμο.

Με την εν λόγω ένσταση ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί την κυριότητα του ενάγοντος, αλλά επιδιώκει την απόρριψη του αιτήματος απόδοσης του πράγματος, επικαλούμενος δική του εξουσία που νομιμοποιεί τη διατήρηση της νομής ή κατοχής αυτού έναντι του ενάγοντος, δυνάμει έγκυρης έννομης σχέσης. Εξάλλου κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν.

Οι μη προταθείσες ενστάσεις καλύπτονται από το δεδικασμένο, μόνον αν ήταν δυνατόν να προταθούν κατά την διάρκεια προηγούμενης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως και όχι όταν αυτά δημιουργήθηκαν μεταγενεστέρως (ΑΠ 1017/2001).

Περαιτέρω από το άρθρο 520 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να αναφέρονται στα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και σε εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, διαφορετικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 532 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στους πρόσθετους λόγους έφεσης για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Αναγκαίως συνεχόμενα είναι τα κεφάλαια που αφορούν παρεπόμενα ή παρακολουθήματα της κύριας απαίτησης ή προέρχονται από την ίδια ιστορική αιτία. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.

ΑΠ 24/1992). Περαιτέρω, ως πράγματα, για τα οποία, αν παρά το νόμο λήφθηκαν ή δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, νοούνται οι, νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ’ αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούνται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996).Τέλος, αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μια αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μιας από τις δύο κ.λπ.

αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμιάς αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1875/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση κύριο ουσιαστικό ζήτημα της παρούσας δίκης είναι η αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την απόδοση των επίδικων εδαφικών εκτάσεων που ασκήθηκε με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετά από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης που άσκησε ο τελευταίος κατά της (ερήμην του εκδοθείσας) πρωτόδικης απόφασης.

Προδικαστικό ζήτημα της δίκης αυτής είναι η ύπαρξη κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των επίδικων εκτάσεων, ζήτημα που κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, με την 6226/2005 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία αυτή αναγνωρίστηκε κυρία των παραπάνω ακινήτων. Ο αναιρεσείων-εκκαλών με το δεύτερο λόγο του κύριου δικογράφου της έφεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, πρόβαλε την ένσταση από το άρθρο 1095 ΑΚ, ισχυριζόμενος, ειδικότερα, ότι αρνείται να αποδώσει τα επίδικα ακίνητα στην ενάγουσα- εφεσίβλητη, διότι έχει αποκτήσει σε αυτά νόμιμο δικαίωμα νομής και κατοχής μέχρι το έτος 2023, δυνάμει της από 19/8/1993 σύμβασης παραχώρησης που υπογράφηκε μεταξύ του τότε Δήμου ... (στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ο αναιρεσείων Δήμος) και του EOT, ο οποίος είχε αποκτήσει τη διοίκηση και διαχείριση (επικαρπία) του ευρύτερου παραλιακού (χαρακτηρισθέντος ως τουριστικού) χώρου, εντός του οποίου βρίσκονται και τα ανήκοντα στην κυριότητα της αναιρεσίβλητης επίδικα ακίνητα, σύμφωνα με τις διατάξεις της ...

Συντακτικής Πράξης, κατά ρητή επιταγή της οποίας οποιοσδήποτε τρίτος κύριος αυτών θεωρείται έναντι του EOT ως ψιλός κύριος. Επίσης με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της πιο πάνω έφεσης ο εκκαλών πρόβαλε, για πρώτη φορά, την ένσταση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των επίδικων ακινήτων, από το οποίο ισχυρίστηκε ότι έλκει το δικαίωμα νομής και κατοχής τους και, συγκεκριμένα, ότι έλκει το δικαίωμα αυτό από το Ελληνικό Δημόσιο ως κύριο και από τον EOT (ήδη ΕΤΑΔ Α.Ε.) ως διαχειριστή, δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας (1045 ΑΚ) που συμπληρώθηκε το έτος 2008, δηλαδή, σε χρόνο μεταγενέστερο του απορρέοντος από την προαναφερόμενη απόφαση δεδικασμένου.

Επί των ισχυρισμών που προβλήθηκαν με τους παραπάνω (κύριο και πρόσθετο) λόγους έφεσης το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Ο ανωτέρω (δεύτερος κύριος) λόγος έφεσης παραδεκτώς προβάλλεται, αφού η εκ του άρθρου 1095 ΑΚ ένσταση ως γνήσια μη αυτοτελής, δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την 6226/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αφού η ένσταση του εναγομένου που θεμελειώνεται σε δικαίωμα νομής ή κατοχής δεν προτείνεται για απόκρουση αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας αλλά μόνο κατά την διεκδικητική αγωγή, διότι με την αναγνωριστική αγωγή, ζητείται μόνο η αναγνώριση της κυριότητας και όχι η απόδοση του πράγματος.

Όμως η ένσταση νομής και κατοχής (1095 ΑΚ), αν γίνει δεκτή έχει ως συνέπεια όχι την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της, αλλά μόνο κατά το καταψηφιστικό αίτημα για απόδοση του πράγματος, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εφεσιβλήτου και δύναται να προβληθεί στην παρούσα δίκη. Πλην όμως ο ανωτέρω ισχυρισμός κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι οι επίδικες εδαφικές εκτάσεις περιλαμβάνονται στην ... ΣΠ, ούτε ότι ο EOT είχε αποκτήσει στα πλαίσια αυτής την διοίκηση και διαχείριση και συνεπώς την επικαρπία των επίδικων εδαφικών εκτάσεων. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι ο ίδιος ο EOT έχει ποτέ αντιδικήσει με την εφεσίβλητο για το ως άνω νεοπαγώς προβαλλόμενο ισχυρισμό.

Ο ανωτέρω μάλιστα ισχυρισμός ουδέποτε προεβλήθη από τον εκκαλούντα κατά την προηγηθείσα δίκη επί της οποίας εξεδόθη η 6226/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και ενώ τα πραγματικά περιστατικά που τον επιστηρίζουν ήταν ήδη γεγενημμένα, αφού η επικαλούμενη σύμβαση παραχώρησης έλαβε χώρα την 19-8-1993 και η αγωγή επί της οποίας εξεδόθη η 6226/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ασκήθηκε το έτος 2001, χωρίς ουδέποτε να προβάλλει τον ως άνω ισχυρισμό, αντιθέτως, στην δίκη αυτή προέβαλε τον ισχυρισμό της ιδίας κυριότητας των επίδικων εκτάσεων και όχι ότι κατέχει αυτά, στο πλαίσιο της ΑΚ 1095, κατά τους νεοπαγείς και μη πειστικούς ισχυρισμούς του.

Ειδικότερα δε, πρέπει να αναφερθούν και τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ 1 της Συντακτικής Πράξης ... [ΦΕΚ Α 33/14-08-1968] ορίστηκε ότι: "Από της ενάρξεως της ισχύος της παρούσης Συντακτικής πράξεως, δύναται δι’ αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδιδομένης προτάσει των Υπουργών Συντονισμού, Προεδρίας της Κυβερνήσεως, να κηρύσσονται ως τουριστικοί χώροι προς αξιοποίησιν ακίνητα ή τμήματα αυτών, ανήκοντα εις την κοινόχρηστον ή ιδιωτικήν περιουσίαν του Δημοσίου, Δήμων, Κοινοτήτων και Λιμενικών Ταμείων, είτε εις την περιουσίαν ετέρων Οργανισμών και Νομικών Προσώπων Δημοσίου ή Ιδιωτικού δικαίου, εφ’ όσον τα τελευταία ταύτα επιχορηγούνται υπό του Κράτους ή απολαμβάνουν ειδικών προνομίων κατά παραχώρησιν τούτου".

Σύμφωνα δε με την παρ. 3 του άρθρου 1 της ιδίας ως άνω Συντακτικής Πράξης "από της δημοσιεύσεως της κατά την προηγούμενην παράγραφον αποφάσεως του Υπουργικού Συμβουλίου εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η διαχείρισις και η πλήρης εν γένει εκμετάλλευσις του χαρακτηρισθέντος ως τουριστικού χώρου ανήκει εις τον Ελληνικόν Οργανισμόν Τουρισμού, των δικαιωμάτων του κυρίου περιοριζομένων εις την επί του ακινήτου ψιλήν κυριότητα".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 της ιδίας ως άνω Συντακτικής Πράξης "επί σκοπώ αξιοποιήσεως των εν των προηγουμένω άρθρω ακινήτων, ο EOT δύναται, κατά τας διέπουσας αυτόν διατάξεις, να παραχωρεί εις τρίτους την εκμετάλλευσιν τούτων εν όλω ή εν μέρει επί χρονικώ διαστήματι μη δυναμένω να υπερβή τον εν τον εν παρ 4 του άρθρου 1 χρόνον παραχωρήσεως".

Κατ’ εφαρμογή της ως άνω Συντακτικής Πράξεως εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 166/5-11-1968 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου [ΦΕΚ Α 271/21-11-1968] η οποία κήρυξε ως τουριστικούς χώρους προς αξιοποίηση τις εδαφικές εκτάσεις φερόμενης κυριότητας του Δημοσίου ή ετέρου ΝΠΔΔ, στις οποίες κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος περιλαμβάνονται και οι επίδικες εκτάσεις.

Πλην όμως όπως προαναφέρθηκε στην έκταση που περιήλθε κατά τη διοίκηση και επικαρπία στον EOT με την ως άνω Συντακτική πράξη περιλαμβάνονται αποκλειστικά και μόνο ακίνητα ή τμήματα ακινήτων, ανήκοντα εις την κοινόχρηστον ή ιδιωτικήν περιουσίαν του Δημοσίου, Δήμων , Κοινοτήτων και Λιμενικών Ταμείων, είτε εις την περιουσίαν ετέρων Οργανισμών και Νομικών Προσώπων Δημοσίου ή Ιδιωτικού δικαίου, εφ’ όσον τα τελευταία ταύτα επιχορηγούνται υπό του Κράτους ή απολαμβάνουν ειδικών προνομίων κατά παραχώρησιν τούτου.

Στην συγκεκριμένη δε περίπτωση τα επίδικα ακίνητα, δεν περιλαμβάνονται στα παραχωρηθέντα στον EOT με τη ως άνω ΣΠ, έναντι του εκκαλούντος ανήκουν στην κυριότητα της εφεσιβλήτου εναγούσης και δεν περιλαμβάνονται στην κοινόχρηστη ή ιδιωτική περιουσία των προαναφερομένων, με συνέπεια να μην περιλαμβάνονται σε αυτά, των οποίων τη διοίκηση και διαχείριση και, συνεπώς, την επικαρπία απέκτησε κατά παραχώρηση ο EOT με την ως άνω ΣΠ, την οποία βέβαια δεν θα μπορούσε στην συνέχεια ο EOT να παραχωρήσει κατά χρήση στον εκκαλούντα δήμο.

Το ότι δεν περιλαμβάνονται τα ως άνω στην ως άνω ΣΠ προκύπτει επίσης από τα κάτωθι α] το από 07-06-1933 διάγραμμα του Συνοικισμού ... που εγκρίθηκε με το από. 5/07/1933 διάταγμα του Υπουργού Συγκοινωνίας, που έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 137/1933 και με το οποίο καθορίζονται τα όρια του Συνοικισμού. Στο διάγραμμα αυτό τα επίδικα χαρακτηρίζονται με τα στοιχεία Κ και όπως εξηγείται στο σχετικό υπόμνημα επιτρέπονται οι χρήσεις καφενείου και Κέντρου Διασκέδασης β] Από το διάταγμα "περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου ...

Αττικής και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτών", που έχει δημοσιευθεί στο ΦΕΚ 51/19-03-1968, δηλαδή μετά την ... ΣΠ και το συνημμένο από 16-01-1968 τοπογραφικό διάγραμμα. Με το διάταγμα αυτό τα επίδικα χαρακτηρίζονται ως Οικοδομικά Τετράγωνα με τα στοιχεία ... και ορίζονται οι όροι και οι περιορισμοί δόμησης των οικοπέδων που ευρίσκονται εντός αυτών, γεγονός που δεν θα συνέβαινε αν αντιμετωπίζονταν ως κοινόχρηστες εκτάσεις του Δημοσίου, γ] Από την αποτύπωση των ιδιοκτησιών του δήμου ...

που έχει εκδοθεί από το Δήμο ... και αναρτάται στην ιστοσελίδα του, όπου αποτυπώνεται η παραλιακή ζώνη και τα επίδικα ως Ο.Τ. με τα στοιχεία ..., καθώς και από τον χάρτη του Υπουργείου Οικονομικών για τον καθορισμό ζωνών για την αντικειμενική αξία των ακινήτων, όπου τα επίδικα χαρακτηρίζονται ως ιδιοκτησίες ...

και δ] από τις υπ’ ...1994 και …2000 οικοδομικές άδειες του Δήμου ...-Δνση Τ.Υ και Πολεοδομίας, οι οποίες εκδόθηκαν μετά από αίτηση του Δήμου ... και αφορούν την ανέγερση και ανακαίνιση Κέντρου αναψυχής στο ... Ο.Τ και στις οποίες το ακίνητο αυτό δεν εμφανίζεται ως κοινόχρηστος χώρος, αλλά ως οικοδομικό τετράγωνο.

Από τα πιο πάνω αποδεικνύεται ότι τα επίδικα ακίνητα δεν έχουν καμία σχέση με τις εκτάσεις που περιλαμβάνονται στις παραχωρηθείσες προς τον EOT με την ... Συντακτική Πράξη και, συνεπώς, ουδένα δικαίωμα εκ του EOT παραχωρήθηκε στον εκκαλούντα με την ως άνω από 19-8-1993 σύμβαση παραχώρησης, αφού τα επίδικα ακίνητα δεν περιλαμβάνονταν σε αυτά που παραχωρήθηκαν από τον EOT στον εκκαλούντα.

Συνεπώς, δεν θεμελιώνεται δικαίωμα εκ του άρθρου 1095 ΑΚ, το οποίο να δύναται να αντιταχθεί κατά της εφεσιβλήτου εκ μέρους του εκκαλούντος, ενώ και με δεδομένο ότι και ουδεμία εμπράγματη ή ενοχική σύμβαση μεταξύ του εκκαλούντος και της εφεσιβλήτου που να παρέχει στον πρώτο το δικαίωμα να νέμεται και κατέχει τα επίδικα ακίνητα υφίσταται, ο εκ του άρθρου 1095 του ΑΚ ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στον δεύτερο λόγο έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο έφεσης ο εκκαλών Δήμος προβάλει ένσταση κυριότητος του Ελληνικού Δημοσίου, εκ του οποίου ο εκκαλών έλκει τα δικαιώματα του και, συγκεκριμένα, του Ελληνικού δημοσίου ως κυρίου και του EOT [ήδη ΕΤΑΔ ΑΕ] ως διαχειριστή αυτού δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας συμπληρωθείσης το έτος 2008.

Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ’ άρθρο 520 παρ 2 του ΚπολΔ, αφού δεν αφορά λόγο έφεσης σχετικά με τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί είτε και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, αφού ο εκκαλών το πρώτον επικαλείται ένσταση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των επιδίκων συμπληρωθείσης με έκτακτη χρησικτησία το έτος 2008.

Επί του θέματος αυτού ουδένα ισχυρισμό προέβαλε με το δικόγραφο της κύριας εφέσεως, προβάλει, δε τον ισχυρισμό αυτό το πρώτον με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Πέραν όμως αυτού, ακόμα όμως και υπό την αντίθετη άποψη ότι ο πρόσθετος λόγος έφεσης συνέχεται αναγκαστικά με τα κεφάλαια που έχουν προσβληθεί με το κύριο δικόγραφο της εφέσεως και, συγκεκριμένα τον δεύτερο λόγο εφέσεως, όπως αυτός προπεριγράφηκε και απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω, ωσαύτως ο πρόσθετος λόγος εφέσεως αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος.

Συγκεκριμένα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο ευρίσκεται στην νομή και κατοχή των επιδίκων ακινήτων από του έτους 1988 έως και του έτους 2008. Ούτε αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι το ίδιο χρονικό διάστημα το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων, ούτε αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών Δήμος βρισκόταν στην κατοχή αυτού αναγνωρίζοντας ως κύριο το Ελληνικό Δημόσιο και τον EOT ως διαχειριστή, ούτε ότι το ίδιο χρονικό διάστημα το Ελληνικό δημόσιο μέσω του Δήμου ..., ως κατόχου αντιπροσώπου στην άσκηση της νομής του [986 ΑΚ], ασκούσε όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που προσιδιάζουν στον χαρακτήρα των ακινήτων.

Σημειώνεται ότι ο ως άνω νεοπαγής ισχυρισμός του εκκαλούντος το πρώτον προβάλλεται στην παρούσα δίκη. Στην δε προηγούμενη, που προηγήθηκε, επί της οποίας εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 6226/2005 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ο εκκαλών δήμος όχι μόνο δεν επικαλέσθηκε ότι ασκούσε πράξεις νομής επί των επιδίκων ως αντιπρόσωπος νομής του Ελληνικού Δημοσίου, αλλά αντιθέτως επικαλέστηκε ότι το ίδιο το εκκαλούν νεμόταν το επίδικο ιδίω ονόματι, προβάλλοντας ένσταση ιδίας κυριότητας, κτηθείσα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.

Σε κάθε δε περίπτωση ο σχετικός ισχυρισμός προσκρούει εν μέρει και στο δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω απόφαση του Εφετείου, αφού το τελευταίο δέχθηκε ότι η εφεσίβλητος βρισκόταν στην νομή και κατοχή των επιδίκων μέχρι και το έτος 1991, οπότε, και το πρώτον, ο εκκαλών εμφανίσθηκε και προέβη σε αμφισβήτηση της κυριότητας της εφεσιβλήτου επί των επιδίκων ακινήτων.

Συνεπώς ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ευρισκόταν στην νομή και κατοχή του επιδίκου από του έτους 1988, προσκρούει στο δεδικασμένο της ως άνω απόφασης που δέχθηκε αντιθέτως ότι η εφεσίβλητος μέχρι το έτος 1991 βρισκόταν στην νομή και κατοχή αυτού και ότι το πρώτον ο εκκαλών εμφανίσθηκε στα επίδικα ακίνητα το έτος 1991 και, συνεπώς, κατά το μέρος αυτό ο σχετικός ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Συνεπώς, και αληθής ο ισχυρισμός του εκκαλούντος, δύναται να προβληθεί με αφετηριακό χρόνο το έτος 1991 οπότε σε κάθε περίπτωση δεν δύναται να έχει συμπληρωθεί η έκτακτη χρησικτησία [20ετής άσκηση νομής] έως του έτους 2008 ως αβασίμως ισχυρίζεται αυτός. Σε κάθε δε περίπτωση τον σχετικό ισχυρισμό περί ιδίας κυριότητος δεν προέβαλε καν το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο σε οποιαδήποτε δίκη με αντίδικο την εφεσίβλητο. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών τελούσε, σε σχέση με τα επίδικα ακίνητα, σε σχέση υπηρεσιακής εξάρτησης και πολύ περισσότερο δεν προκύπτει από πουθενά ότι έχει υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του, όσον αφορά τη διοίκηση και διαχείριση των επιδίκων ακινήτων, και συνεπώς, απορριπτέος κρίνεται ο νεοπαγής ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι ασκούσε πράξεις νομής επί των επιδίκων ως αντιπρόσωπος νομής του Ελληνικού Δημοσίου. Σε σχέση δε με όσα επαναλαμβάνονται στον πρόσθετο λόγο έφεσης, σχετικά με την από 19-08-1993 σύμβαση παραχώρησης χρήσης από τον EOT στον εκκαλούντα των επιδίκων ακινήτων και το δικαίωμα διαχείρισης και διοίκησης του EOT επ’ αυτών, σύμφωνα με την ... ΣΠ, οι σχετικοί ισχυρισμοί έχουν ήδη κριθεί και απορριφθεί με τον δεύτερο λόγο της παρούσας κύριας έφεσης".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση ως προς την απόρριψη της ένστασης δικαιώματος νομής και κατοχής του αναιρεσείοντος στα επίδικα ακίνητα και της ένστασης κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, που προβλήθηκαν με τους δεύτερο κύριο και τρίτο πρόσθετο λόγους της έφεσης, αντίστοιχα.

Ειδικότερα, ως προς την ένσταση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου που προβλήθηκε με τον τρίτο πρόσθετο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος, δέχτηκε, με σαφή και πλήρη επάλληλη αιτιολογία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, μεταξύ των άλλων, ότι ".. από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι το Ελληνικό Δημόσιο ευρίσκεται στη νομή και κατοχή των επίδικων ακινήτων από του έτους 1988 έως και του έτους 2008.

Ούτε αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων..". Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο, ως προς την απόρριψη του πιο πάνω τρίτου πρόσθετου λόγου έφεσης, τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14,19, 16, 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι:

α) παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο τον πρόσθετο αυτό λόγο, επειδή δεν αφορούσε τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης που προσβλήθηκαν με την έφεση ούτε και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονταν με αυτά, β) εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου, ως προς το ζήτημα της νομής χρησικτησίας του Ελληνικού Δημοσίου στα επίδικα ακίνητα, αυτοτελώς, για το διάστημα των ετών 1988-1991, χωρίς να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η νομή αυτή συνεχίστηκε και κατά το διάστημα των ετών 1991-2011, που δεν καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο, γ) εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από την 6226/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία είχε ως αντικείμενο την κυριότητα της αναιρεσίβλητης και όχι, ως προδικαστικό ζήτημα, τη νομή της στα επίδικα ακίνητα κατά τα έτη 1988-1991, δ) παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 980 παρ. 1, 982 και 986 ΑΚ, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι προσδιοριστικό στοιχείο του αντιπροσώπου στη νομή είναι η υπηρεσιακή εξάρτηση ή η υποχρέωση συμμόρφωσής του στις οδηγίες για τη διαχείριση και διοίκηση των ακινήτων, ενώ τα στοιχεία αυτά αφορούν στο βοηθό νομής και ε) με ελλιπή αιτιολογία απέρριψε τον ισχυρισμό του ότι κατείχε τα επίδικα ακίνητα κατά παραχώρηση από τον EOT και, κατ’ επέκταση, από το Ελληνικό Δημόσιο, ως αντιπρόσωπος τους στη νομή/οιονεί νομή αυτών και ότι έτσι οι τελευταίοι απέκτησαν την κυριότητα/επικαρπία, αντίστοιχα, των πιο πάνω ακινήτων (και) με έκτακτη χρησικτησία.

Η προβαλλόμενη με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης υπό στοιχείο (β) αιτίαση είναι απορριπτέα ως αλυσιτελής, αφού και με την εκδοχή ότι η νομή του Δημοσίου συνεχίστηκε και μετά το έτος 2008 μέχρι το έτος 2011, το χρονικό αυτό διάστημα δεν επαρκεί για τη συμπλήρωση της 20ετούς άσκησης νομής για τη κτήση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ), μετά την προαναφερόμενη, αναιρετικά ανέλεγκτη και ανεπιτυχώς πληττόμενη με το λόγο αυτό αναίρεσης, παραδοχή του Εφετείου ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν βρισκόταν στη νομή και κατοχή των επίδικων ακινήτων το διάστημα των ετών 1988-2008.

Κατόπιν αυτών οι περαιτέρω υπό στοιχεία (α),(γ),(δ) και (ε) πιο πάνω αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης και με τις οποίες πλήττονται οι λοιπές επάλληλες αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη του προαναφερόμενου τρίτου πρόσθετου λόγου έφεσης, είναι επίσης απορριπτέες ως αλυσιτελείς.

Επιπροσθέτως η υπό στοιχείο (α) αιτίαση από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέα και ως αβάσιμη, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του κύριου και του πρόσθετου δικογράφου της έφεσης του αναιρεσείοντος η ένσταση περί ιδίας νομής και κατοχής αυτού στα επίδικα ακίνητα (άρθρο 1095 ΑΚ), που προβλήθηκε με τον δεύτερο (κύριο) λόγο της έφεσης, δεν αναφέρεται ούτε συνέχεται αναγκαστικά με την ένσταση κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία (άρθρο 1045 ΑΚ) που προβλήθηκε με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, διότι με τη μεν πρώτη (ένσταση) επιδιώκεται η απόκρουση του μοναδικού αιτήματος της ένδικης αγωγής που συνίσταται στην απόδοση των επίδικων ακινήτων, χωρίς να αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα η κυριότητα της αναιρεσίβλητης σε αυτά (η οποία άλλωστε έχει αναγνωριστεί αμετακλήτως με προηγούμενη δικαστική απόφαση), ενώ με τη δεύτερη (ένσταση) επιδιώκεται η κατάλυση του ήδη κριθέντος πιο πάνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, με την επίκληση (και μάλιστα αβασίμως), για πρώτη φορά, διαφορετικών περιστατικών, προκειμένου να θεμελιωθεί κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου και, επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον τρίτο πρόσθετο λόγο της έφεσης, προεχόντως, ως απαράδεκτο, κατ’ άρθρο 520παρ.2 ΚΠολΔ, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη πιο πάνω γενική αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Στην προκείμενη περίπτωση με το δεύτερο, κατά το τέταρτο υπό στοιχείο Β’ μέρος, από το άρθρο 559 αρ.11περ.γ’ ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο η από Σεπτεμβρίου 2011 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού Ε.Μ.Π. Δ. Μ., την οποία νόμιμα επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί ύπαρξης δικαιώματος κατοχής του ιδίου στα επίδικα ακίνητα, που του παραχωρήθηκε κατά το έτος 1993, δυνάμει σχετικής σύμβασης από τον EOT και, κατ’ επέκταση, από το Ελληνικό Δημόσιο.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο βεβαιώνει ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα για τη μη ύπαρξη του πιο πάνω επικαλούμενού δικαιώματος του αναιρεσείοντος στα εν λόγω ακίνητα, επειδή αυτά δεν περιλαμβάνονται στις παραχωρηθείσες εκτάσεις προς τον EOT με την Συντακτική Πράξη ...

ούτε, κατ’ επέκταση, και σε εκείνα που παραχωρήθηκαν στον αναιρεσείοντα με τη σύμβαση του έτους 1993, αφού έλαβε υπόψη το σύνολο των εγγράφων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό αναπτύχθηκε στην προηγούμενη σκέψη, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το παραπάνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και το συγκεκριμένο έγγραφο, το οποίο, ως μη αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο, διάφορο δηλαδή των εγγράφων, δεν ήταν απαραίτητο να μνημονεύεται ειδικώς στην απόφαση και, επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ.2ΚΠολΔ), τα οποία πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Δήμων), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/11/2015 αίτηση του Ο.Τ.Α με την επωνυμία "Δήμος ... ...-..." για αναίρεση της 2643/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαρτίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 11 Απριλίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ