Legislator Case Law & Legislation
626/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final first-instance judgment on co-ownership disputes for lack of reviewable errors.

Case Number 626/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn a final first-instance judgment regarding co-ownership disputes. The appellants alleged procedural errors and contradictions in the lower court's decision, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that factual assessments regarding property declarations are not subject to appellate review and that contradictions must exist in the operative part of the judgment to constitute a valid appeal ground.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553(1) & 321 KPolD; Art. 9(1) Law 1562/1985; Appeals against final first-instance judgments are permitted only for legal errors, not factual assessments, and contradictions must appear in the operative part to be reviewable.

Keywords

AI generated
appeal admissibility final judgment co-ownership disputes factual assessment contradiction in judgment

Cited Legislation

AI generated
Art. 553(1) KPolD
Art. 321 KPolD
Art. 9(1) Law 1562/1985
Art. 559 KPolD
Art. 495(3) KPolD

Cited Case Law

AI generated
AP 1113/1986
AP 1103/2023
Supreme Court dismisses appeal against final judgment in voluntary enforcement case, upholding bank's seizure rights.
AP 648/2023
Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to late filing after appeal period expired.
AP 460/2022
Supreme Court annuls first-instance judgment and dismisses tenants' lawsuit as inadmissible due to lack of standing.
AP 330/2022
Supreme Court dismisses appeal against labor contract finality ruling due to lack of evidence on permanent needs.
AP 788/2021
Appeal dismissed as inadmissible because the contested judgment was not yet final and subject to appeal.
AP 931/2022
Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination date, rejecting lack of reasoning and factual review claims.
AP 70/2022
Supreme Court dismisses appeal against final judgment regarding rice sales contract and guarantee liability.
AP 97/2019
Supreme Court dismisses appeal on inheritance trust claim, ruling it distinct from property ownership disputes barred by statute of limitations.
AP 804/2023
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds citing lack of legal basis and vague arguments.
AP 235/2019
Supreme Court dismisses appeal on VAT calculation error, ruling claim was inadmissible as not requested in original suit.
AP 1186/2012
Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court correctly evaluated evidence and did not distort document content.
AP 1368/2021
Supreme Court dismisses appeal for failure to specify contradictory provisions in the appeal petition under Article 559 of the Code of Civil Procedure.
AP 1162/2017
Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment due to lack of legal basis and insufficient reasoning.
AP 49/2016
Supreme Court dismisses appeal against lower court's valuation of land expropriation compensation based on comparable sales.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 626 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Φ. Β. του Γ. και 2) Γ. Λ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Κακαρούνα, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χας Μ. Β., το γένος Γ. Λ. και 2) Π. Κ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Πετροπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1215/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-10-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση...", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου Κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη. Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ. διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί, από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (Ολ.ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 1103/2023, ΑΠ 648/2023, ΑΠ 460/2022, ΑΠ 330/2022, ΑΠ 788/2021).

Περαιτέρω, η παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 1562/1985 "οικοδόμηση συνιδιοκτητών ακινήτων και τροποποίηση διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για τη διανομή και άλλες διατάξεις", ορίζει ότι " αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτισθεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων, να καταρτισθεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών".

Στις αναλόγως εφαρμοζόμενες διατάξεις περιλαμβάνεται και η της παρ. 3 του άρθρου 3 του ίδιου παραπάνω νόμου, που ορίζει ότι "η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έφεσης, αναψηλάφησης και αναίρεσης είναι οκτώ (8) ημέρες, εάν ο δικαιούμενος στην άσκησή τους διαμένει στην ημεδαπή και δεκαπέντε (15) ημέρες, αν διαμένει στο εξωτερικό ή έχει άγνωστη διαμονή".

Η οριζόμενη με το παραπάνω άρθρο προθεσμία των οκτώ (8) ημερών για την αναίρεση δικαιολογείται από την απλότητα των σχετικών υποθέσεων που εκδικάζονται σύμφωνα με τον παραπάνω νόμο και από την ανάγκη ταχείας επίλυσης της διαφοράς, που υφίστανται μεταξύ των συγκυρίων. Η προθεσμία αυτή ως ειδική επικρατεί της γενικής προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών που προβλέπεται από την παρ. 1 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Η οριζόμενη δε στο άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 1562/1985 για την αναίρεση προθεσμία των οκτώ (8) ημερών αρχίζει, σύμφωνα με τη γενική διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 564 του ΚΠολΔ από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η προθεσμία για την αναίρεση εναντίον απόφασης που υπόκειται σε έφεση, αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης (ΑΠ 648/2023, ΑΠ 1783/2005, ΑΠ 115/2003, ΑΠ 1470/2002).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με την υπό κρίση, από 2-10-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 580522/500094/2017), αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η με αριθ. 1215/2017 τελεσίδικη, όπως θα αναφερθεί παρακάτω, απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), με την οποία έγινε δεκτή κατ' ουσία η από 21-9-2016 αγωγή.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας και ειδικότερα από την αίτηση αναίρεσης (2η σελίδα), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κοινοποιήθηκε από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, στους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες στις 19-9-2017. Επομένως άρχισε (άρθρ. 144 παρ. 1 του ΚΠολΔ), από την επομένη (20-9-2017), η προθεσμία των οκτώ ημερών (άρθρ. 3 παρ. 3 του ν. 1562/1985) για την άσκηση της έφεσης που έληγε στις 27-9-2017.

Την επομένη άρχισε η οκταήμερη προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης που έληγε στις 5-10-2017. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί, με την κατάθεσή της στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), στις 4-10-2017 δηλαδή εμπρόθεσμα, πριν την πάροδο της οκταήμερης προθεσμίας από την ως άνω ημερομηνία που κατέστη τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση.

Συνεπώς, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ και 3 παρ. 3 του ν. 1562/1985), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 αριθ. 3 του ΚΠολΔ). Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Με την από 21-9-2016 (αριθ. έκθ. κατάθ. 60096/1982/2016) αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, επικαλούμενοι ότι τυγχάνουν αποκλειστικά κύριοι των ειδικότερα περιγραφόμενων αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών τριώροφης οικοδομής, οι οποίες αντιστοιχούν σε ποσοστό μεγαλύτερο του 60% επί του κοινού οικοπέδου που έχει ανεγερθεί, άδεια σύνταξης κανονισμού ρύθμισης των σχέσεων της συνιδιοκτησίας, σύμφωνα με το σχετικό, κατατεθέν σε συμβολαιογράφο του τόπου του ακινήτου, σχέδιο κανονισμού, που προτείνουν (οι ενάγοντες) και των σχετικών εγγράφων, δεδομένου ότι, αφενός δεν έχει καταρτιστεί σχετικός κανονισμός και αφετέρου είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών, οι δε εναγόμενοι, κύριοι των λοιπών αυτοτελών ιδιοκτησιών της επίδικης οικοδομής και εξ αδιαιρέτου συγκύριοι με τους ενάγοντες επί των κοινόχρηστων και κοινόκτητων μερών και εγκαταστάσεων της οικοδομής και του κοινού οικοπέδου, αρνούνται να συμπράξουν στη κατάρτιση αυτή του κανονισμού.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με αριθ. 1215/2017, τελεσίδικη ήδη απόφαση, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσία. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 10/2020).

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1630/2023, ΑΠ 505/2022, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικό μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς.

Έτσι ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 162/2020).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 224/2023, ΑΠ 932/2021, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).

Περαιτέρω, πέραν των ήδη εκτεθέντων, ότι δηλαδή κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 1562/1985, αν υπάρχει ήδη χωριστή κατ` ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτιστεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60% των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ` ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων (παροχής αδείας οικοδόμησης), να καταρτιστεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών (ΑΠ 1470/2002), κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειοψηφία τουλάχιστον 65% των συγκυρίων μπορεί να επιτραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονισμού, όταν εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου.

Από τις διατάξεις του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, οι οποίες αφορούν βασικά την αγωγή παροχής αδείας οικοδόμησης, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, αλλά εφαρμόζονται αναλόγως και στην αγωγή παροχής αδείας κατάρτισης κανονισμού, προκύπτει ότι πριν από την άσκηση της ανωτέρω αγωγής, οι συγκύριοι, που ζητούν την κατάρτιση κανονισμού, πρέπει να καταθέσουν σε συμβολαιογράφο της έδρας του αρμόδιου δικαστηρίου εκτός άλλων:

α) σχέδιο κανονισμού των σχέσεων των συνιδιοκτητών και β) σχέδιο του πίνακα κατανομής ποσοστών εξ αδιαιρέτου του κοινού ακινήτου στις χωριστές ιδιοκτησίες με μνεία της αναλογίας κοινόχρηστων δαπανών που θα βαρύνει κάθε χωριστή ιδιοκτησία, τα έγγραφα δε αυτά πρέπει να είναι υπογεγραμμένα από όλους τους συγκύριους, που ζητούν τη σύνταξη κανονισμού και ειδικώς το δεύτερο έγγραφο (σχέδιο πίνακα κατανομής των ποσοστών ιδιοκτησίας), πρέπει - επιπλέον - να είναι υπογεγραμμένο από πολιτικό μηχανικό ή αρχιτέκτονα.

Αντίγραφα όλων αυτών των εγγράφων και σχεδιαγραμμάτων, που έχουν κατατεθεί στο συμβολαιογράφο, προσκομίζονται από τους διαδίκους στο δικαστήριο κατά την συζήτηση (ΑΠ 1736/2001, ΑΠ 66/1994, ΑΠ 551/1991, ΑΠ 558/1991). Στην εν λόγω αγωγή παροχής άδειας για την κατάρτιση κανονισμού πολυκατοικίας δεν απαιτείται να αναφέρεται ο τρόπος κτήσεως κυριότητας του κάθε ενάγοντος (ΑΠ 588/1991).

Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1 του ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ`ορόφους", που ορίζει ότι επιτρέπεται στους συνιδιοκτήτες, όπως με ιδιαίτερη συμφωνία, στην οποία είναι απαραίτητη η κοινή όλων συναίνεση, κανονίσουν τις υποχρεώσεις, δικαιώματα κ.λ.π. της συνιδιοκτησίας" και 26 παρ. 1 του ν.δ/τος 1003/1971 "περί ενεργού πολεοδομίας", που ορίζει ότι "επί των περιπτώσεων του προηγούμενου άρθρου, δύναται να καταρτίζεται γενικός κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των συνιδιοκτητών του όλου οικοπέδου ή της εδαφικής περιοχής και ιδιαίτερος κανονισμός των σχέσεων μεταξύ των ιδιοκτητών των κατά κτίριο ορόφων ή τμημάτων αυτών", συνάγεται ότι ο κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών οικοδομής, η οποία έχει υπαχθεί στο σύστημα της οροφοκτησίας του νόμου 3741/1929, προϋποθέτει καταρχήν την κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.

Εξαίρεση εισάγει η (προαναφερθείσα) διάταξη του άρθρου 9 του νόμου 1562/1985, που επιτρέπει στους συνιδιοκτήτες, οι οποίοι εκπροσωπούν το 60% της συγκυριότητας επί του οικοπέδου, να ζητήσουν από το δικαστήριο τη σύνταξη κανονισμού, όταν τέτοιος δεν έχει καταρτισθεί, με κοινή συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών και επιπλέον είναι αναγκαίος για τη ρύθμιση των σχέσεων αυτών.

Αίτημα της σχετικής αγωγής είναι ο προσδιορισμός από το δικαστήριο του περιεχομένου του υπό κατάρτιση κανονισμού, με βάση το σχέδιο που κατέθεσε σε συμβολαιογράφο η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών. Σε ότι, όμως, αφορά τον ίδιο τον κανονισμό πρέπει να γίνει διάκριση ανάμεσα: α) στις "σχέσεις" που συνιστούν το περιεχόμενο αυτού, δηλαδή στα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των συνιδιοκτητών που απορρέουν από την οργάνωση και λειτουργία της οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας και β) τη "ρύθμιση" στην οποία αυτές υποβάλλονται.

Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του ν. 3741/1929 προκύπτει ότι η πλειοψηφία του 60% μπορεί να ζητήσει τη σύσταση κανονισμού προς ρύθμιση υφιστάμενων από την συνιδιοκτησία σχέσεων και όχι τη σύσταση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων για τα οποία απαιτείται η κοινή συναίνεση όλων των συνιδιοκτητών.

Αλλά και το δικαστήριο, πέραν του ελέγχου της νομιμότητας, δεν έχει εξουσία να περιορίσει ή να διευρύνει τις "σχέσεις" που προτείνει η πλειοψηφία των συνιδιοκτητών ως περιεχόμενο του υπό κατάρτιση κανονισμού, γιατί τότε αυτός θα έχανε το δικαιοπρακτικό του χαρακτήρα. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για την προτεινόμενη από την πλειοψηφία "ρύθμιση" των σχέσεων αυτών, την οποία το δικαστήριο μπορεί, ενίοτε μάλιστα υποχρεούται, να τροποποιήσει, όπως όταν κρίνει ότι αυτή δεν είναι επωφελής για όλους τους συνιδιοκτήτες ή αντίκειται σε κανόνες δικαίου δημόσιας τάξης.

Αυτό ορίζεται ρητά στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 1562/1985, κατά την οποία "το δικαστήριο, αν δεχθεί την αγωγή επιτρέπει στους κατά την κρίση του πιο κατάλληλους από τους διαδίκους συγκύριους να καταρτίσουν τον κανονισμό, σύμφωνα με το κατατεθειμένο σχέδιο και έγγραφα, που αναφέρονται στις παρ. 1 και 4 του άρθρου 4, όπως αυτά τυχόν τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις της απόφασης" (ΑΠ 596/2000).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αρ. 2 του ΚΠολΔ ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα: "......

Οι διάδικοι είναι ιδιοκτήτες αυτοτελών οριζοντίων ιδιοκτησιών της πολυκατοικίας που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ... και συγκεκριμένα οι ενάγοντες κατέχουν τα διαμερίσματα ..., ενώ οι εναγόμενοι τα διαμερίσματα ... Η εν λόγω πολυκατοικία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και αρθρ. 1002 και 1117 ΑΚ δυνάμει της με αρ. 2.561/1969 πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμ/φου Βόλου Η.

Φ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα, σε συνδυασμό με την με αρ. ... πράξη συμπλήρωσης και τροποποίησης της ανωτέρω πράξης του συμ/φου Αθηνών Χ. Κ., που έχει επίσης μεταγραφεί νόμιμα. Και ναι μεν αναφέρονται στο συμβόλαιο αυτό διατάξεις που καθιερώνουν άρσεις και περιορισμούς που προσιδιάζουν προς κανονισμό και πρέπει να διατηρηθούν, με συνέπεια να μπορεί να εκτιμηθεί το εν λόγω συμβόλαιο και ως κανονισμός, τούτο όμως για να είναι ισχυρό και ως τέτοια πράξη, έπρεπε να μεταγραφεί χωριστά δηλαδή ως πράξη συστάσεως τεσσάρων νέων οριζόντιων ιδιοκτησιών επί του κοινού οικοπέδου και ως κανονισμός.

Εκτιμά, δηλαδή το δικαστήριο ότι το 6.612/19/3 συμβόλαιο αποτελεί πράξη συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών αυτών. Έπρεπε λοιπόν να μεταγραφεί και για τις δύο αυτές πράξεις και να καταχωρηθεί στο περιθώριο των μεταγραφών του τίτλου ιδιοκτησίας. Όπως όμως προκύπτει από το από 19-2-2010 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Ηλιουπόλεως, το συμβόλαιο αυτό έχει μεταγραφεί ως μια πράξη, προφανώς αυτή της συστάσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών, αφού αυτό ήθελαν οι συμβαλλόμενοι.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι οι ενάγοντες συγκεντρώνουν ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου 61,5%, έχουν λοιπόν οι ενάγοντες την πλειοψηφία των μερίδων, που υπερβαίνει εκείνη του 60% που απαιτεί ο νόμος για δικαίωμα της πλειοψηφίας να ζητήσει δικαστικώς να καταρτισθεί κανονισμός για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών, με περιεχόμενο τέτοιο που να σέβεται τα δικαιώματα της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας αλλά συγχρόνως να λαμβάνεται πρόνοια αποφυγής της φαλκίδευσης των δικαιωμάτων της μειοψηφίας από την πλειοψηφία και αντίστροφα.

Οι ενάγοντες προέβησαν στην κατάρτιση σχεδίου κανονισμού το οποίο και κατέθεσαν στη συμβ/φο Αθηνών Χ. Κ. ( ...). Οι εναγόμενοι προς απόκρουση της αγωγής προβάλλουν αφενός, την προΰπαρξη κατάρτισης Κανονισμού όπως προαναφέρθηκε και αφετέρου: α) ότι με το άρθρο 9 του σχεδίου του Κανονισμού προβλέπεται επιβολή νέου καθεστώτος εγκαταστάσεως εξ υπαρχής αυτόνομης θέρμανσης που θα τους υποβάλλει σε καταβολή σημαντικότατης δαπάνης και β) ότι είναι δυνατή με απόφαση της πλειοψηφίας η τροποποίηση του κανονισμού πολυκατοικίας και κατά τις διατάξεις αυτού με τις οποίες παραχωρούνται σ' αυτούς δικαιώματα αποκλειστικής χρήσης κοινόκτητων μερών.

Ως προς τα πιο πάνω αναφερόμενα πρέπει να λεχθούν τα εξής: Με βάση την προαναφερόμενη συστατική της οροφοκτησίας πράξη έχουν καθοριστεί τα ποσοστά συμμετοχής κάθε ιδιοκτησίας στις κοινόχρηστες δαπάνες, στις δαπάνες θέρμανσης κ.λπ. Με το προαναφερόμενο σχέδιο κατάρτισης Κανονισμού στο άρθρο 9 προβλέπεται η εγκατάσταση αυτόνομης θέρμανσης που θα επιφέρει διάφορο τρόπο συμμετοχής στις δαπάνες θέρμανσης και θα επηρεάσει και τα ποσοστά συμμετοχής των ιδιοκτησιών σ' αυτές και εν προκειμένω και των εναγομένων τροποποιώντας έτσι τα καθορισμένα με την συστατική πράξη ποσοστά, τροποποίηση όμως για την οποία απαιτείται συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών ( ...).

Αντίθετα ως προς το δεύτερο, όπως η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στο άρθρο 13 του σχεδίου του υπό κατάρτιση Κανονισμού, πέραν του ότι κανένας από τους ιδιοκτήτες δεν μπορεί να αποκτήσει δικαίωμα αποκλειστικής ή μεγαλύτερης από τη μερίδα τους χρήσης επί των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών, ούτε να απολέσει με αχρησία, δικαίωμα συμμετοχής του στην κοινή χρήση των ως άνω μερών (... ) δεν κρίνεται επί πλέον τέτοια (ρύθμιση) μη επωφελής για τους συνιδιοκτήτες, αφού πρόθεσή τους είναι η νομιμοποίηση της αυθαίρετης κατασκευής του υπογείου, το οποίο εξυπηρετεί όλη την οικοδομή και τις κοινόχρηστες ανάγκες, όπως και η ρύθμιση των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η ομαλή και εύρυθμη λειτουργία της πολυκατοικίας, η αποκατάσταση των φθορών της πολυκατοικίας και η μη μετάθεση των προβλημάτων της πολυκατοικίας στο μέλλον....''.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσία και επέτρεψε τη κατάρτιση και υπογραφή του Κανονισμού της ως άνω οικοδομής, με την επιμέλεια του επιμελέστερου των διαδίκων, σύμφωνα με το κατατεθειμένο από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους στη συμβολαιογράφο Αθηνών Χ.

Κ. σχέδιο με αριθ. κατάθεσης ...-2016 με τις αναφερόμενες στο αιτιολογικό αναγκαίες διορθώσεις των σχετικών άρθρων του σχεδίου του υπό κατάρτιση κανονισμού. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 6 και 9 του ν. 1562/1985, τις οποίες ορθά εφάρμοσε, ούτε εκ πλαγίου, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις ανέλεγκτα αναιρετικά παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο δέχτηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα: α) ότι οι ενάγοντες είναι ιδιοκτήτες των ..., αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής για την οποία έχει συσταθεί οροφοκτησία (ν. 3741/1929 και άρθρ. 1002 και 1117 του ΑΚ) με νόμιμο τρόπο, β) ότι λείπει Κανονισμός, αφού η με αριθ. ...

πράξη συμπλήρωσης και τροποποίησης της με αριθ. 2561/1969 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ. δεν αποτελεί Κανονισμό, καθόσον για να είναι ισχυρή ως τέτοια πράξη (Κανονισμός) έπρεπε να μεταγραφεί ως Κανονισμός χωριστά στο περιθώριο μεταγραφών και όχι ως ενιαία πράξη με αυτή της σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας, καθόσον το άρθρο 13 του ν. 3741/1929 απαιτεί συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή για τις ενοχικές (και τις εμπράγματες) συμφωνίες των συνιδιοκτητών, με τις οποίες ρυθμίζονται δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών, γ) ότι οι ενάγοντες έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας τουλάχιστον 60% και ειδικότερα 61,5 % επί του οικοπέδου, δ) ότι συντρέχει ανάγκη κατάρτισης Κανονισμού για τη ρύθμιση των σχέσεων των συνιδιοκτητών με περιεχόμενο που να σέβεται τα δικαιώματα της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας, αλλά συγχρόνως να λαμβάνεται πρόνοια αποφυγής της φαλκίδευσης των δικαιωμάτων της μειοψηφίας από την πλειοψηφία και ε) ότι οι ενάγοντες προέβησαν στη κατάρτιση σχεδίου Κανονισμού με τα σχετικά έγγραφα, μεταξύ των οποίων και τα ποσοστά συμμετοχής κάθε ιδιοκτησίας στις κοινόχρηστες δαπάνες, στις δαπάνες θέρμανσης κλπ, τα οποία κατατέθηκαν στη συμβολαιογράφο Αθηνών Χ.

Κ. και προσκομίστηκαν στο δικαστήριο. Τα περιστατικά αυτά, που το δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. α' του ν. 1562/1985 την οποία και ορθώς εφάρμοσε. Η επικαλούμενη από τους αναιρεσίβλητους αιτίαση περί ανεπαρκούς αιτιολογίας καθόσον δεν αναφέρεται στη προσβαλλόμενη απόφαση ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας κάθε ενάγοντος ώστε να προκύπτει η πλειοψηφία του 60% τουλάχιστον των συγκυρίων της οικοδομής ώστε να αιτηθούν την κατάρτιση Κανονισμού, ούτε αναφέρονται α) τα ποσοστά συνιδιοκτησίας και οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που κατέχει ο καθένας των εναγόντων και β) η αξία κάθε ιδιοκτησίας, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού δεν απαιτείται να αναφέρεται ο τρόπος κτήσεως κυριότητας του κάθε ενάγοντος [ΑΠ 588/1991], ούτε η αξία κάθε ιδιοκτησίας, πλέον του ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ότι οι ενάγοντες είναι κύριοι των ..., διαμερισμάτων της οικοδομής.

Εξάλλου και στις διαφορές μεταξύ συνιδιοκτητών που υπάγονταν στην ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. του ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν την έμμεση κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 και ήδη 614 αριθ. 2 του ΚΠολΔ), οι ενάγοντες, για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής τους, πρέπει να αναφέρουν ότι τόσο οι ίδιοι όσο και οι εναγόμενοι είναι κύριοι αυτοτελών και οριζόντιων ιδιοκτησιών της ιδίας κοινής οικοδομής, χωρίς να χρειάζεται να αναφέρουν και τους τίτλους ιδιοκτησίας πολύ περισσότερο όταν αυτή (ιδιοκτησία) δεν αμφισβητείται [ΑΠ 406/1996].

Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες, λοιπές αιτιάσεις περί ανεπαρκούς αιτιολογίας (δεν επικαλούνται έλλειψη παντελούς αιτιολογίας), καθόσον δεν εκτίθενται στη προσβαλλόμενη απόφαση: α) οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη κατάρτιση του Κανονισμού της οικοδομής, β) δεν αξιολογούνται κάθε ένα ξεχωριστά τα άρθρα του σχεδίου Κανονισμού που κατατέθηκε στη συμβολαιογράφο Αθηνών Χ.

Κ., γ) αν κρίθηκε νόμιμο ή όχι το άρθρο 9 του σχεδίου του Κανονισμού και ποια τροποποίηση επιβλήθηκε σ' αυτό, καθώς επίσης δεν προκύπτει το άρθρο 13 του σχεδίου του Κανονισμού, δ) δεν αναφέρεται αν υπογράφηκαν από τους συγκυρίους της οικοδομής (δηλ. και από τους εναγόμενους) το σχέδιο του Κανονισμού, ο πίνακας κατανομής ποσοστών, καθώς και αν προσκομίστηκαν τα πιστοποιητικά ιδιοκτησίας και βαρών, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, καθόσον α) στη προσβαλλόμενη απόφαση, με σαφήνεια αναφέρονται οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία τη κατάρτιση του Κανονισμού της οικοδομής και συγκεκριμένα αναφέρεται η ανάγκη τακτοποίησης της αυθαίρετης κατασκευής του υπογείου, η ρύθμιση των σχέσεων των συνιδιοκτητών και η αποκατάσταση των φθορών της οικοδομής, β) δεν είναι απαραίτητη η ιδιαίτερη αναφορά σε κάθε άρθρο του Κανονισμού, παρά μόνο σε αυτά που κατά τη κρίση του δικαστηρίου χρήζουν αλλαγής ή τροποποίησης και ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια αναφέρεται ότι χρήζει τροποποίησης το άρθρο 9, ενώ για το άρθρο 13 αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους δεν είναι απαραίτητη η τροποποίησή του, γενόμενου δεκτού κατά τα λοιπά του κατατεθέντος σχεδίου Κανονισμού, γ) στην προσβαλλόμενη, όσον αφορά το άρθρο 9 αναφέρεται ότι χρήζει τροποποίησης και ειδικότερα μη εφαρμογή της προβλεπόμενης σε αυτό αυτόνομης θέρμανσης για την οποία απαιτείται συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών καθώς θα επιφέρει διάφορο τρόπο συμμετοχής στις δαπάνες θέρμανσης και θα επηρεάσει και τα ποσοστά συμμετοχής των ιδιοκτησιών σε αυτές και, ως εκ τούτου, το προτεινόμενο άρθρο δεν τροποποιείται ως προς την αυτόνομη θέρμανση, αφού η παρεχόμενη από το νόμο εξουσία στο δικαστήριο για συμπλήρωση του κανονισμού δεν επεκτείνεται σε θέματα, για τα οποία απαιτείται ομόφωνη απόφαση των συνιδιοκτητών, αλλά περιορίζεται σε όσα θέματα μπορούν οι συνιδιοκτήτες να ρυθμίσουν αποφασίζοντας κατά πλειοψηφία, όσον δε αφορά το άρθρο 13 δεν προβλέπει, ούτε επιβάλλει αλλαγή αφού αφενός κανένας από τους συνιδιοκτήτες δεν αποκτά ούτε χάνει δικαιώματα συμμετοχής στη κοινή χρήση των κοινόχρηστων πραγμάτων, αφετέρου δεν κρίνεται τέτοια ρύθμιση μη επωφελής για τους συνιδιοκτήτες και δ) δεν υπάρχει υποχρέωση προσκόμισης πιστοποιητικών ιδιοκτησίας και βαρών ενώπιον του συμβολαιογράφου στον οποίο κατατέθηκε το σχέδιο κατάρτισης Κανονισμού παρά μόνο απαιτείται κατάθεση του εν λόγω σχεδίου του Κανονισμού και του πίνακα κατανομής ποσοστών, τα έγγραφα δε αυτά πρέπει να είναι υπογεγραμμένα από τους συγκύριους, που ζητούν τη σύνταξη του Κανονισμού, τα έγγραφα δε αυτά προσκομίστηκαν.

Επιπρόσθετα πρέπει να απορριφθούν και ως απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτούς εκδοχής περί της μη αναγκαιότητας κατάρτισης Κανονισμού, η οποία δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που αυτοί θεωρούν ορθό.

Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα.

Τέλος, η αιτίαση των αναιρεσειόντων, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ και αυτό ''διότι ενώ δέχεται ότι το ... συμβόλαιο αποτελεί πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και κανονισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών, εν τούτοις δέχεται ότι, όπως προκύπτει από το από 19-2-2010 πιστοποιητικό του υποθηκοφύλακα Ηλιουπόλεως το συμβόλαιο αυτό έχει μεταγραφεί ως μια πράξη, προφανώς αυτή της συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών, αφού αυτό ήθελαν οι συμβαλλόμενοι'', κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον το δικαστήριο με την ως άνω παραδοχή δεν δέχεται την ύπαρξη κενού, ασάφειας ή αμφιβολίας για τη μεταγραφή της ...

σύμβασης ως πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και όχι ως Κανονισμού, ώστε να γεννάται υποχρέωση αυτού να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, για να διαπιστώσει το περιεχόμενό της. Η αναφορά ότι η ως άνω σύμβαση έχει μεταγραφεί ως πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και όχι ως Κανονισμός [αφού για να είναι ισχυρή ως τέτοια πράξη (Κανονισμός) έπρεπε να μεταγραφεί χωριστά στο περιθώριο μεταγραφών και όχι ως ενιαία πράξη με αυτή της σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας καθόσον το άρθρο 13 του ν. 3741/1929 απαιτεί συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και για τις ενοχικές συμφωνίες των συνιδιοκτητών με τις οποίες ρυθμίζονται δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών] δεν αποτελεί ερμηνεία της σύμβασης, αλλά έγινε ακριβώς για τη συναγωγή συμπερασμάτων ενίσχυσης της κρίσης για το σαφές περιεχόμενο της σύμβασης.

Κατά το μέρος δε με το οποίο, με την ως άνω αιτίαση αμφισβητείται η κρίση του Εφετείου, σχετικά με την ανάγκη ερμηνείας του περιεχομένου της ως σύμβασης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, για το αν υπάρχουν ή δεν υπάρχουν κενά ή ασάφειες στη δήλωση βουλήσεως των συμβαλλομένων μερών, ως κρίση αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 931/2022, ΑΠ 70/2022, ΑΠ 97/2019).

Επομένως, ο πρώτος (κατά τα έξη σκέλη του) και ο δεύτερος (κατά τα τρία σκέλη του) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι, ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις ως άνω διακρίσεις. Τέλος οι εμπεριεχόμενοι στο δεύτερο και τρίτο σκέλος του δεύτερου αναιρετικού λόγου, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους οι αναιρεσείοντες, με αριθμητική μνεία, επικαλούνται τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 8, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, χωρίς την παράθεση αντίστοιχου πραγματικού, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι (ΑΠ 804/2023, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 1186/2012).

Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ ιδρύεται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης με βάσει την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξ αιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1368/2021, ΑΠ 1162/2017, ΑΠ 49/2016, ΑΠ 644/2014). Κατ` ακολουθία ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθ. 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά τον οποίο πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί υπάρχει αντίφαση μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί.

Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016).

Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει, την, από 2-10-2017 (αριθ. έκθ. κατάθ. 580522/500094/2017), αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθ. 1215/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών.

Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης, παραβόλου.

Επιβάλλει, σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων , τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ