Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to late filing after appeal period expired.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court declared the appeal inadmissible because it was filed after the statutory thirty-day appeal period had expired. The plaintiffs had lost their first-instance labor dispute against the State and subsequently filed an appeal, but the court found the filing date fell outside the legal deadline. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the plaintiffs to pay the defendant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 570 and 576 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after the expiration of the statutory period is inadmissible and must be rejected ex officio.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 648 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 648/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Σ. Π. του Κ., κατοίκου ... 2.Γ. Β. του Ι., κατοίκου ... 3.Φ. Π. του Κ., κατοίκου ... 4.Τ. Σ. του Ε., κατοίκου ... 5.Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ... 6.Χ. Γ. του Ν., κατοίκου ... 7.Ζ. Τ. του Κ., κατοίκου ... 8.Δ. Δ. του Ν., κατοίκου ... 9.Σ. Κ. του Ι., κατοίκου ... 10.Λ. Χ. του Μ., κατοίκου ... 11.Χ. Δ. του Μ., κατοίκου ... 12.Μ. του Α., κατοίκου ... 13. Β. Δ. Μ., κατοίκου ...14.Ν. Λ. του Μ., κατοίκου ... 15.Α. Σ. Ε., κατοίκου ...16.Ν. Α. του Η., κατοίκου ...17.Ι. Μ. του Γ., κατοίκου ... που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας-Μαγδαληνής Τσίπρα, η οποία κατέθεσε προτάσεις, εκτός των με α/α 8ης και 13ου αναιρεσειόντων που δεν παραστάθηκαν.
Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Ελένης Χατζούλη, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2967/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-11-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ, σε αποφατική περίπτωση, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Αν δε ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι, η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α` 201/22.12.2017), προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 105, 226 παρ. 4, 576 παρ. 1 και 577 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι, για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο, πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 39/2005, 9/2003, ΑΠ 536/2020, 334/2017). Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1374/2017, 526/2016, 1622/2013, 453/2011). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 εδ. β` του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση μετέχουν περισσότεροι, συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1036/2020).
Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 234/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 2967/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έλαβε χώρα με την επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, δέκα επτά (17) τον αριθμό, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της πληρεξουσίας Δικηγόρου αυτών Μαρίας- Μαγδαληνής Τσίπρα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 1195Γ/15.3.2022 έκθεση επιδόσεως, την οποίαν συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α.
Π.. Μ., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση προς το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (18.10.2022). Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, η όγδοη και ο δέκατος τρίτος των αναιρεσειόντων, Δέσποινα Δ.
του Ν. και Β. Δ. του Μ., δεν εμφανίστηκαν, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ, σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπηθέντες από την πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρο τους, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι η ως άνω Δικηγόρος Αθηνών, η οποία έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπόμενους όγδοη και δέκατο τρίτο των αναιρεσειόντων, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς την εν λόγω δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφης εξουσιοδότησης των εν λόγω διαδίκων προς αυτή, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτή επέσπευσε τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε, επίσης, προκύπτει η, εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου, κλήτευση των ως άνω αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί, κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι όγδοη και δέκατος τρίτος των αναιρεσειόντων δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως, κατά τη συζήτηση από τον αντίδικό τους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες, πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. 2.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (παρ. 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (παρ. 2) (ΑΠ 817/2020). Το εμπρόθεσμο δε της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 144, 145, 294, 296, 297, 299, 98, 516, 553 παρ.1 στοιχείο (β), 566 παρ.1, 309 εδ. (α), 321, 495 παρ.1 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ -και όπως τα άρθρα 294, 297 και 495 ΚΠολΔ ίσχυσαν πριν από το άρθρο δεύτερο - άρθρο 1 παρ. 2, άρθρο δεύτερο - άρθρο 1 παρ. 3, άρθρο τρίτο - άρθρο 1 παρ. 1 και άρθρο ένατο - άρθρο 1 παρ. 4 ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015)- συνάγονται (και) τα εξής :
Σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη` δηλ. εκείνη, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της εφέσεως (Ολ ΑΠ 5/2001, ΑΠ 891/2014). Δικαίωμα εφέσεως έχουν, εφ` όσον νικήθηκαν, ολικά ή εν μέρει, στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων και ο εναγόμενος, επίσης, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος, που νίκησε, εφ` όσον έχει έννομο συμφέρον.
Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης (ή μη), κρίνεται, τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση` ενώ, δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη, τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017).
Η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ` ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της αποφάσεως, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ.1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των τριών (3) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015 (άρθρα 518 παρ.2 ΚΠολΔ, 13 παρ.2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015) ή των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε από 1.1.2016 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015)- (ΑΠ 221/2020).
Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τον ως άνω τρόπο (Ολ ΑΠ 1113/1986, ΑΠ 460/2022, 878/2017). Εξάλλου, κατά το άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 1 και 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η προθεσμία για την αναίρεση εναντίον απόφασης που υπόκειται σε έφεση, αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση της έφεσης, δηλαδή, εφόσον η προθεσμία για την έφεση είναι τριάντα ημέρες (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), γίνεται πλέον εξήντα ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης (ΑΠ 61/2009).
Τέλος, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 144 ΚΠολΔ, οι με την επίδοση εγγράφου κινούμενες προθεσμίες τρέχουν και κατ` εκείνου κατά παραγγελία του οποίου έγινε η επίδοση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, καθώς και άλλοι μη διάδικοι στην παρούσα δίκη, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 31.3.2009 και αριθ. κατάθ. 51764/1567/2009 αγωγή, με την οποία ζητούσαν ν` αναγνωρισθεί ότι καθένας απ' αυτούς συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας των εργασιακών τους συμβάσεων και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί στις θέσεις που κατείχαν πριν την καταγγελία τους.
Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ` αριθ. 2967/2013 προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, απέρριψε ως μη νόμιμη ως προς αυτούς (ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες) την ένδικη αγωγή. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 3271Β/14.1.2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Μ. οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες επέδωσαν την ως άνω υπ' αριθ. 2967/2013 πρωτόδικη απόφαση στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στις 14.1.2014. Ωστόσο, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από την από 18.11.2016 σημείωση της γραμματέως του εκδόσαντος την απόφαση δικαστηρίου που υπάρχει στο προσκομιζόμενο επίσημο αντίγραφο αυτής ασκήθηκε στις 18.11.2016 και έλαβε αριθμό κατάθεσης 127/18.11.2016, ήτοι ασκήθηκε μεν μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση της έφεσης αλλά και μετά τη λήξη της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για την άσκηση της αναίρεσης.
Εξ αυτού συνάγεται ότι η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εκπρόθεσμα, δηλαδή, μετά τη λήξη της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών από την επίδοση της πρωτόδικης απόφασης, κατά της οποίας, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, δεν ασκήθηκε έφεση. Πρέπει, επομένως, δεκτού καθισταμένου του σχετικού ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, που προβλήθηκε με τις προτάσεις του εμπροθέσμως (άρθρο 570 παρ. 1 ΚΠολΔ), αν και το εκπρόθεσμο της άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης ερευνάται, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, και αυτεπαγγέλτως, να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως απαράδεκτη, λόγω του εκπροθέσμου της άσκησής της.
Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας αυτών (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ), μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της υπ' αριθμό 134423 οικ. της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους όγδοη και δέκατο τρίτο των αναιρεσειόντων Δ. Δ. του Ν. και Β. Δ. του Μ..
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτούς.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες την από 17.11.2016 και με αριθ. κατάθ. 127/18.11.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 2967/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Απριλίου 2023.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ