Appeal dismissed as inadmissible because the contested judgment was not yet final and subject to appeal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Church of Greece's appeal as inadmissible because the contested first-instance judgment remained subject to appeal and opposition. The court found the appeal was filed before the three-year appeal period expired and before the ten-day opposition period began for absent parties. Consequently, the court ruled that the appeal could not be entertained against a judgment that had not yet become legally final.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 1, Art. 577 para. 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed against a judgment that is not yet final and remains subject to appeal or opposition is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 788 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 788/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του καλούντος: Ν. Κ. του Λ., δικηγόρου και κατοίκου …, ως εκκαθαριστή της υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου κληρονοµίας του Γ.-Ν. Γ. του Σ., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις.
Των καθού η κλήση: 1) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Κ. χήρας Α. Β., το γένος Η. Τ., κατοίκου …, 3) Ν. Γ. του Β., κατοίκου …, ατομικώς και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Β. Γ. του Π., κατοίκου εν ζωή …., 4) Α. χήρας Β. Γ., το γένος Ν. Μ., κατοίκου …., ως εξ αδιαθέτου κληρονόµου του Β. Γ. του Π., 5) Β. Π. του Γ., κατοίκου …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-2005 αγωγή του πρώτου καθού που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η απόφαση 6672/2007 του ίδιου Δικαστηρίου. Το πρώτο καθού άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 28-12-2007 αίτησή του για την αναίρεσή της τελευταίας αποφάσεως, η οποία είχε προσδιορισθεί για τη δικάσιμο της 18-3-2009, ενώπιον του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, αλλά ματαιώθηκε. Επανέρχεται στην σημερινή δικάσιμο με την από 12-4-2019 κλήση του καλούντος.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Κουφούδη ανέγνωσε την από 3-3-2009 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, ερευνάται αν ο διάδικος που δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 12-4-2019 κλήση του, ο Ν. Κ. του Λ., δικηγόρος …, ο οποίος με την ΔΚΠ …/…-10-2014, απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, διορίσθηκε εκκαθαριστής της προς το Ελληνικό Δημόσιο κληρονομιάς του Γ. -Ν.
Γ., η οποία περιήλθε σ'αυτό, μετά την έκπτωση, από την ιδιότητα της κληρονόμου, της δεύτερης των καθών, λόγω ανυπαίτιας αδυναμίας της, να εκπληρώσει τον τρόπο που περιγράφεται στην από 22-5-1992 ιδιόγραφη διαθήκη του διαθέτη (Γ. Ν. Γ.), επανέφερε για συζήτηση την από 28-12-2007 αίτηση του πρώτου των καθών Ν.Π.Δ.Δ, με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", για αναίρεση της υπ' αριθ. 6672/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Η συζήτηση της κλήσεως, ορίστηκε για τις 20-11-2019, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 6-5-2020. Ακριβές δε αντίγραφο της κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αρχική δικάσιμο και της βεβαίωσης αναβολής της γραμματέως του πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά την αρχική δικάσιμο, για τις 6-5-2020 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους καθών η κλήση και κοινοποιήθηκε στη Διεύθυνση Κοινωφελών Περιουσιών του Υπουργείου Οικονομικών, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθ. 857Γ', 858Γ', 859Γ', 860Γ', 867Γ/18-12-2019 και 868Γ/19-12-2019, εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς Κ.
Μ.. Κατά την ορισθείσα αυτή δικάσιμο (6-5-2020), η συζήτηση ματαιώθηκε, λόγω του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας όλων των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών της Χώρας, για το χρονικό διάστημα από 28-4-2020 έως 15-5- 2020, με την Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) 26804- 25-4-2020 (ΦΕΚ Β 1588/25-4-2020). Στη συνέχεια, η Πρόεδρος του Γ' Πολιτικού Τμήματος Ασπασία Μαγιάκου, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν. 4690/30-05-2020 όρισε αυτεπάγγελτα δικάσιμο για την εκδίκαση της άνω υπόθεσης την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, αυτή δε, (ημερομηνία της νέας δικασίμου), γνωστοποιήθηκε ηλεκτρονικά από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων και στο site του Αρείου Πάγου, ο ίδιος δε ως άνω Γραμματέας ενέγραψε την υπόθεση στο οικείο πινάκιο, εγγραφή που ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση αυτής ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, οι καθών η κλήση. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.).
Κατά το άρθρο 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1185/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 περ.
β' Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 Κ.Πολ.Δ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης, με την κατάθεση του δικογράφου της, στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 παρ.1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (Ολ.Α.Π 18/2001).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη, για κάποια αιτία που έχει επέλθει, π.χ.
διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενομένης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να αναμένει να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της Γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. (Ολ .Α.Π 1113/1986). Με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον Κ.Πολ.Δ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του Κ.Πολ.Δ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων και το άρθρο 518 παρ. 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".
Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίηση της όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη. Περαιτέρω, στο άρθρο 1 ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591- 645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1/1/2016 ένδικα μέσα και αγωγές, ενώ στην παρ. 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".
Η αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015 ορίζει, όσον αφορά τις μεταβατικές διατάξεις, τα εξής: "Με τις παραγράφους 1-4 των μεταβατικών διατάξεων ρυθμίζεται το χρονικό σημείο έναρξης ισχύος των διατάξεων του προτεινόμενου σχεδίου νόμου, κατά τρόπον, ώστε να παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος προσαρμογής στις νέες ρυθμίσεις όλων των παραγόντων της δικαιοσύνης".
Η ως άνω μεταβατική διάταξη, όμως, που περιορίζεται μόνο στην πρόβλεψη ότι οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται σε όσα εξ αυτών ασκούντα μετά την 1/1/2016, κάθε άλλο παρά σαφής είναι και για το λόγο αυτό οι σχετικές θεωρητικές προσπάθειες, αλλά - το κυριότερο - και οι πρώτες δικαστικές προσπάθειες που εκδίδονται μετά την 1/1/2016 παρείχαν συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες προσεγγίσεις των νέων ρυθμίσεων, που διακύβευαν σε μεγάλο βαθμό την απαιτούμενη ασφάλεια δικαίου.
Με την φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης και της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης των ενδίκων αυτών μέσων από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στη προθεσμία άσκησης αυτών, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
Ως εκ τούτου κρίθηκε αναγκαία η προσφυγή στις διαχρονικού δικαίου διατάξεις του Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 Εισ. Ν.Κ.Πολ.Δ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης/κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση, ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ. 2, 545 παρ. 5 και 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του.
Από την αντιπαραβολή μεταξύ των δύο παραγράφων τίθεται το ερμηνευτικό ζήτημα, αν η προθεσμία για την άσκηση των ένδικων μέσων της έφεσης και της αναίρεσης θα πρέπει να κριθεί με βάση την αρχή του άρθρου 24 παρ. 1 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ, η οποία αναφέρεται στο παραδεκτό (στοιχείο του οποίου αποτελεί και το εμπρόθεσμο του ενδίκου μέσου) ή στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου, η οποία αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες.
Όμως, η προσήλωση στη φραστική διατύπωση του άρθρου ένατου παρ. 2 ν. 4335/2015 θα ήγειρε ανυπολόγιστους κινδύνους ανασφάλειας δικαίου και διάψευσης της εύλογης πεποίθησης και δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των συναλλασομένων από ενδεχόμενη απώλεια κρίσιμων προθεσμιών και δικαιωμάτων. ΓΓ αυτούς τους λόγους η ρύθμιση του ως άνω νόμου πρέπει να υποχωρήσει υπέρ της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής, που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 Εισ Ν.Κ.ΠολΔ, δηλαδή να εφαρμόζεται επί της προθεσμίας των ενδίκων μέσων και εναντίον των αποφάσεων που δεν έχουν επιδοθεί ο κατά το χρόνο της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης ισχύων νόμος.
Έτσι, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση (πρβλ. Ολ ΑΠ 296/1974, στην αντίστροφη περίπτωση της αύξησης της ως άνω καταχρηστικής προθεσμίας από διετή, κατά το άρθρο 817 παρ. 4 της ΠολΔ, σε τριετή με τον ΚΠολΔ/1968).
Η με τον τρόπο αυτό τελολογική προσέγγιση του άρθρου ένατου παρ. 2 του ν. 4335/2015 συντελεί στην εγκαθίδρυση αισθήματος εμπιστοσύνης του πολίτη και άρσης οποιασδήποτε ανασφάλειας δικαίου (Ολ ΑΠ 10/2018, ΑΠ 111/2019).
Συνεπώς, η προθεσμία της έφεσης στην περίπτωση που δεν επιδόθηκε η απόφαση είναι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, (πριν την αντικατάσταση του με το Ν. 4335/2015), τρία χρόνια, αρχίζει δε από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη και τελειώνει όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε, η απόφαση εφόσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.
Η προθεσμία, εξ άλλου, της αναίρεσης, ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, και είναι, κατά το άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ, (πριν την αντικατάσταση του με το Ν. 4335/2015) τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη, δηλαδή, είναι συνολικά έξι (6) χρόνια, τρία για να περάσει η προθεσμία της έφεσης για να γίνει τελεσίδικη και άλλα τρία από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση (Ολ ΑΠ 1113/1986).
Εξάλλου, η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (Ολ.Α.Π 15/2001), ενεργοποιεί αμέσως τη δυνατότητα άσκησης απ* αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνεπώς αποκλείεται η άσκηση αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα, αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη - και ούτε θα όφειλε να είναι - καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 § 2 και 564 § 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση. Έτσι, όμως η, παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των τριών ετών (πριν την τροποποίηση των ανωτέρω διατάξεων με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015) που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση. (ΑΠ 33/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη πρωτόδικη 6672/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιτρεπτά επισκοπείται (άρθ. 561 αρ. 2 Κ.Πολ.Δ), για την έρευνα του δικονομικού ζητήματος της τελεσιδικίας της, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για την παραδεκτή άσκηση αναίρεσης, προκύπτει ότι η πιο πάνω απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, για αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί των αναφερομένων στην αγωγή περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντος ιερομονάχου Ν., κατά κόσμο Γ. Γ. του Σ., εκδόθηκε αντιμωλία των πρώτης και τέταρτου των εναγομένων και ερήμην των λοιπών και δημοσιεύθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2007. Επίδοση της απόφασης αυτής δεν προκύπτει, (αν και στην αναίρεση αναφέρεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη, λόγω μη ασκήσεως εφέσεως κατά αυτής, εντός της νομίμου προθεσμίας), ούτε προκύπτει παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως του αναιρεσείοντος ή ανακοπής ερημοδικίας των ερήμην δικασθέντων.
Η αίτηση δε, για την αναίρεση της πιο πάνω απόφασης, ασκήθηκε στις 7-1-2008, όπως προκύπτει από την 3/2008 έκθεση κατάθεσης δικογράφου αναίρεσης, του Γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου, και ενώ δεν είχε καταστεί τελεσίδικη η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είχε παρέλθει, η καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ηττηθέντος ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, των τριών ετών, από της δημοσιεύσεως της κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 518 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο, του νόμου 4335/2015, που εφαρμόζεται στη προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα τ' αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, δημοσιεύθηκε, πριν την δημοσίευση του πιο πάνω νόμου. Εξάλλου, ως προς τους ερημοδικασθέντες εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, δεν άρχισε η δεκαπενθήμερη προθεσμία για την εκ μέρους τους, άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, κατά της μη επιδοθείσας πιο πάνω προσβαλλόμενης απόφασης και, συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως προς αυτούς, κατά αποφάσεως, που εξακολουθεί να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και δεν έχει καταστεί τελεσίδικη. Επομένως, η ένδικη αναίρεση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ασκήθηκε κατά αποφάσεως, η οποία υπόκειται σε έφεση και ανακοπή ερημοδικίας, κατ' αυτεπάγγελτη κατ' άρθρο 577 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ έρευνα.
Το αναιρεσείον, πρώτο των καθών η κλήση, που ηττήθηκε πρέπει, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα, του καλούντος, ο οποίος υπεισήλθε κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, στη θέση της πρώτης των αναιρεσειβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του, το οποίο νόμιμα και βάσιμα, υπέβαλε με τις προτάσεις του, (άρθρ. 176, 183, 189 § 1,191 § 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28-12-2007 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" για αναίρεση της 6672/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως απαράδεκτη.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του καλούντος, ο οποίος υπεισήλθε στη θέση της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Απριλίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, η αμέσως αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης