Legislator Case Law & Legislation
549/2025 AI generated

Supreme Court annuls appeal court decision due to insufficient reasoning regarding inheritance acceptance and remands case.

Case Number 549/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court annulled the final appeal judgment of the Patras Court of Appeal for insufficient reasoning concerning the acceptance of inheritance. The State argued that the defendants failed to prove they validly accepted their inheritance, yet the lower court accepted their ownership without addressing whether the 2001 deed was registered or if the 1935 inheritance was accepted under the old Civil Code. The Court ruled that the lack of specific findings on these critical legal requirements constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure, necessitating a remand for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577, 580 of the Code of Civil Procedure; A final judgment is annulled if it lacks sufficient reasoning regarding the acceptance of inheritance, requiring the case to be remanded for retrial.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning acceptance of inheritance Civil Code provisions remand for retrial procedural error Code of Civil Procedure annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
Article 22, paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 5, paragraph 12 of Law 1738/1987

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 549 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 549/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Κωνσταντία Εμμανουηλίδου- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Ν. του Β., 2) Ι. Ν. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Άγγελο Αγγελόπουλο με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 156/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-5-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την με αρ.κατ....2012 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, στρεφόμενο κατά των νυν αναιρεσίβλητων, ζήτησε την αναγνώριση α) της κυριότητας του επί της με ΑΚΠ ... ιδιοκτησίας, κείμενης στη θέση ..., έκτασης 5496,34 τμ, που απαλλοτριώθηκε για λόγους δημόσιας ωφέλειας και δη για την κατασκευή τμήματος της Α.Ο. Κορίνθου-Πατρών και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν έκαστος το ποσό των 399.145,70 ευρώ, που εισέπραξαν ως αποζημίωση από την απαλλοτρίωση της ανωτέρω έκτασης, εμφανιζόμενοι ως κύριοι αυτής, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Εκδόθηκε η 23/13-5-2014 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, αντιμωλία των διαδίκων, που δέχθηκε την αγωγή. Ακολούθως, με την 156/31-5-2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, αντιμωλία των διαδίκων, έγινε δεκτή η έφεση, που άσκησαν οι εναγόμενοι, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, διακρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε η αγωγή, η οποία και απορρίφθηκε. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης με αρ. κατ. ...2019 του Ελληνικού Δημοσίου με την οποία προσβάλλεται η προρρηθείσα απόφαση του Εφετείου, που ουδόλως επιδόθηκε, είναι παραδεκτή (άρθρα 577§1 ΚΠολΔ) διότι ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός διετίας από την δημοσίευσή της (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564§3, 566§1 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561§2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

I

ΙΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 § 3 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), με την καταβολή της αποζημίωσης στον δικαιούχο που αναγνωρίστηκε δικαστικά, το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων απαλλάσσεται από κάθε υποχρέωση και ευθύνη απέναντι σε οποιονδήποτε τρίτο διεκδικητή ή δικαιούχο, ενώ ευθύνη απέναντι σε αυτούς έχει εκείνος που εισέπραξε την αποζημίωση.

Με την απόφαση δε του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία γίνεται η αναγνώριση δικαιούχων κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, δεν δημιουργείται δεδικασμένο, κατά το άρθρο 331 ΚΠολΔ, και για το δικαίωμα κυριότητας, το οποίο κρίνεται παρεμπιπτόντως (ΑΠ 120/2023, ΑΠ 1141/2014). Επίσης, με τη διάταξη του άρθρου 26 §12 του ίδιου νόμου ορίζεται: "Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου για την αναγνώριση δικαιούχων δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.

Διάδικοι ή τρίτοι, που αξιώνουν δικαιώματα στο απαλλοτριωμένο ακίνητο, δύνανται να τα ασκήσουν κατά την τακτική διαδικασία, έστω και αν δεν προβλήθηκαν κατά την ειδική διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, προς είσπραξη της αποζημίωσης ή αναζήτηση αυτής από εκείνον που την εισέπραξε ή από εκείνον υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής, χωρίς αυτό να ασκεί επιρροή στη διαδικασία της απαλλοτρίωσης".

Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι, αφού συντελεσθεί η απαλλοτρίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 ν. 2882/2001, το δικαίωμα του αληθινού κυρίου του απαλλοτριωθέντος ακινήτου δεν προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά το αντικείμενο της αγωγής αυτής τρέπεται στο εξής από το νόμο σε ενοχική αξίωση πάνω στην αποζημίωση που παρακατέθηκε ή εισπράχθηκε κατ' εκείνου υπέρ του οποίου εκδόθηκε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής ή εκείνου που εισέπραξε την αποζημίωση (ΑΠ 120/2023, ΑΠ 922/2009).

Αναγνωρίζεται, συνεπώς, από το νόμο ευθύνη του άνευ δικαιώματος εισπράξαντος την καθορισθείσα αποζημίωση προς απόδοση αυτής στον αληθινό κύριο του απαλλοτριωθέντος ακινήτου (ΑΠ 1724/2017, ΑΠ 992/2009). Η απαίτηση αυτή του αληθινού δικαιούχου της αποζημίωσης μπορεί να στηριχθεί στις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας ( ΑΠ 120/2023), στη δίκη δε για τη διεκδίκηση της παραπάνω αποζημίωσης θα ερευνηθεί ως πραγματικό ζήτημα η κυριότητα πάνω στο απαλλοτριωμένο (ΑΠ 243/1999, πρβλ.

ΟλΑΠ 7/2007). IV. Mε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση στις περιοχές του πρώτου ελληνικού κράτους (..., όπου κείται και το επίδικο) εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες.

Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασών, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους οθωμανικούς τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνταν δημόσια δάση.

Με τον τρόπο αυτό θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του πρώτου Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 1132/2020, ΑΠ 34/2019, ΑΠ 52/2014).

V. Κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο, δεν καθιστά, όμως, ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.

Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ` της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ/1880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένοντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 591/2024).

VI. Σύμφωνα με το ισχύσαν μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23.02.1946) ΒΡΔ, εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ήταν δυνατόν να αποκτηθεί κυριότητα από ιδιώτες ακόμη και σε έκταση χαρακτηριζόμενη ως δημόσια δασική, χορτολιβαδική, όπως και σε κάθε άλλο δημόσιο κτήμα. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος ΒΡΔ Δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο Δημόσιο, ακόμη και αν αυτά ήταν δημόσια δάση ή δασικές ή χορτολιβαδικές εκτάσεις.

Προϋπόθεση της χρησικτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ήταν η άσκηση νομής πάνω στο ακίνητο και χωρίς νόμιμο τίτλο, αλλά απλά με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48 Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16) τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο Δικαστής της ουσίας συμπερασματικά από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφ` όσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.

Η ύπαρξη οθωμανικού τίτλου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η υποβολή των τίτλων αυτών στη διαδικασία του προρρηθέντος άρθρου 3 του β.δ. της 17.11/29.11.1836 δεν αποτελεί προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστης (ΑΠ 52/2014) αλλά έχει σημασία για την κρίση ότι η νομή ήταν ανεπίληπτη, κατά τη συνείδηση του νομέα (ΑΠ 102/2010, ΑΠ 178/2004).

Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, προς εκείνες του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, και ακόμη του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/26.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του ΑΝ 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων" με τις οποίες απαγορεύθηκε κάθε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού από τις 26.5.1926 και εφεξής, συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημόσιων κτημάτων, όπως είναι και τα δημόσια δάση, οι δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις, είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915 (ΟλΑΠ 75/1987, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 7/2019, ΑΠ 8/2019, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 638/2016, ΑΠ 629/2016, ΑΠ 384/2014).

Αν βέβαια δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 34/2019, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 148/2016).

VIΙ. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Με την αριθμ. 1009486/644/Δ0010/08-02-2008 Κοινή, Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και ΥΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Φ.Ε.Κ.

τ.Α.Α. και Π.Θ. 71/25-02-2008, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του τμήματος από τη χ.θ. 97 + 100,00 έως τη χ.θ, 109+100,00 του Αυτοκινητοδρόμου Κόρινθος- Πάτρα, που βρίσκεται στα Δ.Δ. Καμαρών και ... του Δήμου ... του Νομού Αχαΐας. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η υπ'αριθ. 276/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος τόσο του εδάφους των απαλλοτριουμένων ακινήτων, όσο και των επικειμένων επ' αυτών.

Μεταξύ των απαλλοτριούμενων ακινήτων, φέρεται και η ιδιοκτησία με ΑΚΠ ..., η οποία βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... της Δημοτικής ενότητας .... Στη συνέχεια έπειτα από αίτηση των εναγόμενων- εκκαλούντων, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 78/2011 απόφαση του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου με την οποία οι τελευταίοι αναγνωρίστηκαν ως συνδικαιούχοι της αποζημίωσης για το ως άνω ακίνητο, παρά τους ισχυρισμούς που προέβαλλε το Δημόσιο.

Ακολούθως δε, και με βάση την απόφαση αυτή, οι εναγόμενοι εισέπραξαν, στις 18-5-2011 και στις 25-5-2011, το συνολικό ποσό των 798.291,40 ευρώ, βάσει σχετικών ενταλμάτων του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, και, συγκεκριμένα, έκαστος εξ αυτών, εισέπραξε το ποσό των 399.145,70 ευρώ. Το εν λόγω ακίνητο βρίσκεται στη θέση της αγροτικής περιφέρειας με την ονομασία ..., της Κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ..., έχει εμβαδόν 5.446,34 τ.μ.

και αποτυπώνεται στο από Σεπτεμβρίου 2007 κτηματολογικό διάγραμμα, σε κλίμακα 1 προς 500 από τους μελετητές Χ., Ο. και Κ., θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο Διεύθυνσης 1 Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ και εγκρίθηκε δυνάμει της με αριθ. πρωτοκόλλου ... απόφασης του Διευθυντή της ίδιας υπηρεσίας. Το ακίνητο οριοθετείται περιμετρικά κατά τις πλευρικές του διαστάσεις σε μηκοτομές αρκτικά με δημόσια δασική έκταση, νότια με όμοια τέτοια και με χώρο παλιού ποιμνιοστασίου, ανατολικά με δημόσια δασική έκταση και δυτικά επίσης με συναφή, καλύπτονται δε οι όμορες γειτονικές και σε επαφή εκτάσεις με δασική βλάστηση, το δε καταληκτικό όριο δυτικά μετά τη δασική δημόσια έκταση, είναι ο χείμαρος όχι αέναης ροής, αλλά σταδιακά το φθινόπωρο και χειμώνα, ονόματι ...ς.

Το έδαφος του χώρου, είναι αμμοργιλώδες βασικό ασβεστολιθικό πέτρωμα, έχει δε κλίση 2-12%, απέχει από τη νέα Εθνική οδό Πατρών - Κορίνθου (50) πενήντα μέτρα, από τη θάλασσα 150 μέτρα, έχει προνομιούχο θέση. Η παραπάνω έκταση ουδέποτε υπήρξε δημόσια, απεναντίας είναι ιδιωτική και ανήκει στους εκκαλούντες, στους οποίους περιήλθε από κληρονομιά του κατά το έτος 2001 θανόντα πατέρα τους Β.

Ν., με ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με τα ... πρακτικά δημοσίευσης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. ... απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν με την με αριθ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Κ.. Το ακίνητο δε περιήλθε στον πατέρα τους Β. Ν.

από κληρονομιά του κατά το έτος 1935 θανόντα πατέρα του Γ. Ν. με διαθήκη ιδιόγραφη εκείνου, που δημοσιεύθηκε ενώπιον του πρωτοδικείου Πατρών, με το υπ' αριθμ. ... πρακτικό δημοσίευσης, συνακόλουθα δε έγινε κυρία με την υπ' αριθμ. ... απόφαση του ως άνω Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα στην ως άνω διάταξη τελευταίας βούλησης, κατά απερίφραστο και σαφή τρόπο παρατίθετο ότι αφήνεται στον Β.

Ν.υ, μεταξύ άλλων αγρός και δασώδης τόπος στο ..., καθώς και ποιμνιοστάσιο με φυτευμένα ελαιόδενδρα στο άκρο του ρεύματος. Μάλιστα η επικαρπία του ακινήτου είχε αφεθεί στη χήρα γυναίκα του διαθέτη, μητέρα του τιμηθέντα, ονόματι Ε. και μετά το θάνατο εκείνης συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα του τιμηθέντα.

Περαιτέρω στο δικαιοπάροχο αυτού, πατέρα του Γ. είχε περιέλθει αυτή από κληρονομιά του προ 180 και πλέον ετών αποβιώσαντα πατέρα του Δ. Ν., που την κατείχε και την ενέμετο πλέον των 40 πριν από το θάνατό του επομένως είχε καταστεί κύριος αυτής πριν το 1915 με έκτακτη χρησικτησία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι το έτος 1967 ο πατέρας των εναγομένων- εκκαλούντων εξέδωσε την υπ' αριθ. 547 άδεια ισογείου οικοδομής και κατασκεύασε εντός του επιδίκου ισόγεια οικία, τα όρια μάλιστα του ακινήτου επί του οποίου εκδόθηκε η άδεια είναι πανομοιότυπα με τα όρια που έθεσε το Δημόσιο στο τοπογραφικό της απαλλοτρίωσης.

Έτσι οι εκκαλούντες έγιναν διαδοχικά κύριοι αυτής, από αληθινούς κυρίους της περιελθούσας σ' εκείνον επίδικης έκτασης. Η επίδικη εδαφική επιφάνεια καλλιεργείται από τα παλαιά χρόνια, από τους δικαιοπάροχους των εκκαλούντων με δημητριακά, ψυχανθή, βίκο, βρώμη, οι δε προκτήτορές τους, σε ενάσκηση των προσιδιαζόντων στην φύση και τον προορισμό του αγροκτήματος συναφών διακατοχικών πράξεων συνέλλεγαν τους καρπούς-, έβοσκαν μέσα επίδικο τα ποίμνια τους, έσπερναν, επόπτευαν το χώρο και απέκοπταν τα αυτοφυή χόρτα.

Μάλιστα ο πατέρας τους κατασκεύασε στο ακίνητο το έτος 1967, μικρή οικία, τοποθέτησε κυψέλες μελισσών, φύτευσε οπωροφόρα δένδρα (λεμονιές). . Από εκεί τελικά πέρασε η διανοιγείσα εθνική Οδός Κορίνθου - Πατρών ενώ ο πατέρας τους, δεν προέβη σε καταλήψεις, γιατί ανέκαθεν, βρισκόταν μέσα στο επίδικο η δε ισοπέδωση απέβλεπε στη μορφοποίηση του ακινήτου.

Μάλιστα περί το έτος 1967 είχε δημιουργηθεί κάποιο θέμα αναφορικά με το επίδικο, λόγω εκσκαφής αλλά παρά ταύτα η δασική υπηρεσία μετά από ενέργειες της δεν προέβη σε έκδοση πρωτοκόλου. Από αυτό συνάγεται η Υπηρεσία Δασών το θεώρησε ως ατομική ιδιοκτησία. Περαιτέρω το 1981 εκδόθηκε το με αριθ. 3130/1981 πρωτόκολο διοικητικής αποβολής σε βάρος του πατέρα των εκκαλούντων, το οποίο ακυρώθηκε με την με αριθ. 61/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία επικυρώθηκε με την με αριθ. 274/1986 απόφαση Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου και όπως προκύπτει από τις αποφάσεις αυτές και μετά από επιτόπια θεώρηση του Ειρηνοδίκη, το επίδικο ακίνητο ήταν πάντα ιδιωτικό και όχι δημόσιο. ...

Συνεπώς από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εκκαλούντων χρησιδέσποζε το ακίνητο επί 30 και πλέον έτη και απέκτησε την κυριότητα αυτού με χρησικτησία πριν από το έτος 1915, ο δε πατέρας των εκκαλούντων συνέχισε να νέμεται και να χρησιμοποιεί το ακίνητο, όπως μετά το θάνατο του και οι εκκαλούντες και συνεπώς ήταν κύριοι του ακινήτου κατά το στάδιο ολοκλήρωσης της απαλλοτρίωσης και καλώς έλαβαν την ορισθείσα από το Δικαστήριο αποζημίωση.".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή απόδοσης αποζημίωσης των άρθρων 9 §4 και 26 §12 του ν.2882/2001 του αναιρεσείοντος, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσίβλητων που νόμιμα επαναφέρθηκε στην κατ' έφεση δίκη. Με την κρίση του, όμως, αυτή, παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ.

της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών" και 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", μη διαλαμβάνοντας αιτιολογίες ως προς το καίριο ζήτημα της κρινόμενης υπόθεσης δηλ. το είδος του επιδίκου ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο και δη κατά το 1830, στον οποίο αναφέρονται οι αγωγικές βάσεις περί κτήσης της κυριότητας σε δάσος και δασική έκταση, άλλως χορτολιβαδική, εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ενώ για το μετέπειτα χρονικό διάστημα και μέχρι το 1915, οπότε ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη επί δημοσίου κτήματος- κατά τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρ.

VI της παρούσας- διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, η αναιρεσιβαλλομένη ενώ δέχεται ότι το επίδικο, έκτασης 5446,34 τμ, περιβάλλεται από δημόσιες δασικές εκτάσεις και ότι το ποιμνιοστάσιο είναι εκτός του επιδίκου ("αρκτικά με δημόσια δασική έκταση, νότια με όμοια τέτοια και με χώρο παλιού ποιμνιοστασίου, ανατολικά με δημόσια δασική έκταση και δυτικά επίσης με συναφή, καλύπτονται δε οι όμορες γειτονικές και σε επαφή εκτάσεις με δασική βλάστηση, το δε καταληκτικό όριο δυτικά μετά τη δασική δημόσια έκταση, είναι ο χείμαρος όχι αέναης ροής, αλλά σταδιακά το φθινόπωρο και χειμώνα, ονόματι ...ς") και ότι στην ιδιόγραφη διαθήκη του Γ.

Ν., που δημοσιεύθηκε με το ... πρακτικό, καταλείφθηκε στον Β. Ν.υ, δικαιοπάροχο των εναγόντων, "μεταξύ άλλων αγρός και δασώδης τόπος στο ..., καθώς και ποιμνιοστάσιο με φυτευμένα ελαιόδενδρα στο άκρο του ρεύματος", παραδοχή που υποδηλώνει ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων δεν είχε μόνο το επίδικο στην περιοχή, ούτε ήταν σαφής η θέση και τα όριά του έναντι των άλλων ακινήτων, ακολούθως δέχεται ότι το επίδικο καλλιεργείται από τα παλαιά χρόνια από τους δικαιοπαρόχους των εκκαλούντων-εναγομένων (ενώ πρόκειται για έναν, τον πατέρα τους Β.

Ν.υ) "με δημητριακά, ψυχανθή, βίκο, βρώμη", "οι δε προκτήτορές τους, συνέλλεγαν τους καρπούς-, έβοσκαν μέσα επίδικο τα ποίμνια τους, έσπερναν, επόπτευαν το χώρο και απέκοπταν τα αυτοφυή χόρτα". Με τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο δεν διαλαμβάνει στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για το καίριο ζήτημα που φέρεται προς κρίση με την αγωγή, αν δηλ.

το επίδικο ήταν εξ αρχής (δηλ. από το 1830) ιδιωτικό ακίνητο, καταλήφθηκε δε από ιδιώτες κατά την διάρκεια του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα, ή αν και ήταν δημόσιο κτήμα ως δάσος ή λιβάδι εξέφυγε της δημόσιας κτήσης έως το 1915 λόγω χρησικτησίας κατά το ΒΡΔ εκ μέρους των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων, που, όμως, προϋποθέτει πλέον της τριακονταετούς νομής πριν το 1915 και καλή πίστη για την συνδρομή της οποίας ουδεμία παραδοχή διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη.

Αλλά και πέραν των ανωτέρω πλημμελειών, κατά τον αυτεπάγγελτο κατ' άρθρο 562 §4 ΚΠολΔ έλεγχο, ανεπαρκείς αιτιολογίες εντοπίζονται στο ότι η αναιρεσιβαλλομένη α) ενώ δέχεται ότι οι εναγόμενοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με κληρονομική διαδοχή, αποδεχόμενοι "με την ... πράξη της συμβολαιογράφου Κ." την κληρονομία που τους επήχθη το 2001 με ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα τους Β.

Ν., ουδεμία παραδοχή υπάρχει στο εάν η ως άνω πράξη μεταγράφηκε και τα στοιχεία μεταγραφής αυτής κατ' άρθρα 1193, 1195,1199 και 1846 του ΑΚ (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 191/2023, ΑΠ 607/2022), β) ενώ δέχεται ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Β. Ν. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου το 1935 δηλ. πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) εκ κληρονομίας του πατέρα του Γ.

Ν. δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης του, ουδεμία παραδοχή περιλαμβάνεται περί αποδοχής της τοιαύτης κληρονομίας σύμφωνα με τις διατάξεις του ΒΡΔ, ένεκα του χρόνου επαγωγής (92 ΕισΝΑΚ) και δη είτε με ρητή δήλωσή του ή με την ενεργή υπεισέλευσή του στη διοίκηση και διαχείριση της κληρονομιαίας περιουσίας εφόσον ήταν ενήλικος [ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2)], είτε αυτοδικαίως εφόσον ήταν ανήλικος [ν. 2 Εισ. (2- 19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16)] (ΑΠ 6/2024, ΑΠ 369/2022, 69/2018, ΑΠ 289/2016, 452/2016, 1432/2011, 266/2010) και γ) ομοίως, ενώ δέχεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων Γ.

Ν. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου "από κληρονομιά του προ 180 και πλέον ετών αποβιώσαντα πατέρα του Δ. Ν.", αφενός δεν προσδιορίζει συγκεκριμένο χρόνο (άραγε 180 έτη πριν την δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης, άρα το 1834...) και αφετέρου ουδεμία παραδοχή εκθέτει περί του ότι αποδέχθηκε την τοιαύτη κληρονομίας.

Έτσι, το Εφετείο υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες προβάλλονται από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επιπλέον να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι λόγω της ήττας τους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίοντος που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 156/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ