Legislator Case Law & Legislation
6/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court considered an uncontested expert report without proper notice.

Case Number 6/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Athens Court of Appeal's final judgment. The appellant argued the appellate court improperly considered an expert report that had not been formally contested by the appellees. The court found the appellant had explicitly referenced and submitted this specific expert report in their written submissions to the appellate court, rendering the argument baseless. Consequently, the appeal was rejected, the security bond was returned, and the appellant was ordered to pay the appellees' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495(3)(e) and 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the alleged consideration of an unappealed document is inadmissible if the appellant had previously submitted and referenced that document in their written submissions to the appellate court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility expert report notice written submissions legal costs uncontested evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 6 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 6/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Β., κατοίκου Αθηνών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Παπαλόη, και κατέθεσε προτάσεις

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Γ. του Σ., κατοίκου ... (θέση ...), 2) Ν. Γ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Παναγιωτόπουλο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 28-11-2007 αγωγή του δικαιοπαρόχου του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική, ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6-2-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 06-02-2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, αποτελεί δε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως:

Οι ενάγοντες, Ι. Γ. του Σ. και Ν. Γ. του Σ. (ήδη αναιρεσίβλητοι) άσκησαν κατά του εναγομένου, Ι. Τ., την από 05-01-2007 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός ακινήτου εμβαδού 119 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", στην Αθήνα, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν παραγώγως και πρωτοτύπως και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, ο οποίος το κατέλαβε παράνομα και αυθαίρετα το έτος 1991, να τους το αποδώσει.

Ο εναγόμενος, Ι. Τ., άσκησε ενώπιον του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, την από 28-11-2007 αντίθετη αγωγή κατά των εναγομένων, Ι. και Ν. Γ. του Σ., με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του επίδικου ακινήτου (αποτελούντος τμήμα ευρύτερης εδαφικής έκτασης 382,21 τ.μ. την κυριότητα της οποίας απέκτησε πρωτοτύπως, ως νεμόμενος αυτή, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από το έτος 1978).

Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων της πρώτης αγωγής, στη συνέχεια δε, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η υπ' αριθμ. ...

οριστική απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των Ι. και Ν. Γ. ως ουσιαστικά βάσιμη και απορρίφθηκε η αγωγή του Ι. Τ.. Ο τελευταίος άσκησε κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως την από 25-9-2014 έφεσή του. Μετά την άσκηση της εφέσεως και πριν τη συζήτησή της ο εκκαλών Ι. Τ. απεβίωσε και συνέχισε τη δίκη ως εκ διαθήκης κληρονόμος του ο ήδη αναιρεσείων, Ι.

Δ.. Τελικά, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη και πιο πάνω αναφερόμενη υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, κατά συνέπεια, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Α. Ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλομένης που αφορά την από 5-1-2007 διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων. 1. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς η αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Αντίθετα, η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, όταν οι πιο πάνω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και, ειδικότερα, αναφέρονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια (Ολ. ΑΠ 24/1992). Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ.1, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ, προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.

Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία της αποδοχής και της μεταγραφής αυτής δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 Πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, προκύπτει ότι, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες για να αποκτήσουν την κληρονομία πρέπει να δηλώσουν τη θέλησή τους για το σκοπό αυτό.

Η δήλωσή τους αυτή, που μπορεί να είναι ρητή (να διατυπωθεί δηλαδή με έγγραφο ή προφορικά) ή σιωπηρή (συναγόμενη από πράξεις η γενικά συμπεριφορά του καλουμένου στην κληρονομία, από τις οποίες γίνεται εμφανής ο σκοπός του προς απόκτηση της κληρονομίας), αποτελεί την υπεισέλευσή τους στην κληρονομία και αν μεν η υπεισέλευση, η οποία είναι δικαιοπραξία μονομερής, που δεν απευθύνεται, σε άλλο και υπάρχει από τη στιγμή που εκδηλώθηκε στον εξωτερικό κόσμο η πρόθεση του υπεισερχόμενου να είναι κληρονόμος έγινε με ρητή δήλωση δεν είναι ανάγκη να συνοδεύεται και με υλικές πράξεις επί της κληρονομιαίας περιουσίας, όταν όμως η πρόθεση κάποιου να είναι κληρονόμος εκδηλώνεται σιωπηρά είναι αναγκαίο να ενεργηθούν από τον υπεισερχόμενο πράξεις ή εκδηλωθεί συμπεριφορά που να αναφέρονται στην κληρονομία και καταδεικνύουν τη θέλησή του να γίνει κληρονόμος.

Συνεπώς προκειμένου για υπεισέλευση, που έγινε υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή αν πρόκειται για ρητή ή σιωπηρή υπεισέλευση και στην τελευταία περίπτωση να προσδιορίζονται οι υλικές πράξεις, από τις οποίες συνάγεται εμφανώς η θέληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, μη αρκούσης της επικλήσεως του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή.

Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2- 19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομιά του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη (ΑΠ 369/2022, 69/2018, ΑΠ 289/2016, 452/2016, 1432/2011, 266/2010).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν.2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής" που καταργήθηκε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 96 του Εισ.ΝΑΚ αλλά εφαρμόζεται για την κληρονομία των προσώπων που αποβίωσαν πριν την 23-2-1946, ο επιζών σύζυγος καλείται αυτοδικαίως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μετά των συγγενών της πρώτης τάξης στο 1/4 της κληρονομίας, χωρίς τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης προϋπόθεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με τις ένδικες αγωγές, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι εναγόμενοι, Ι.

Γ. του Σ. και Ν. Γ. του Σ., τυγχάνουν συγκύριοι, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο έκαστος, ενός ακινήτου (οικοπέδου), έκτασης 117,98 τ.μ., το οποίο ευρίσκεται στην Αθήνα, στη θέση "..." στο ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και στο υπ' αριθμ. ... οικοδομικό τετράγωνο, εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά περιμετρικά στοιχεία ...

στο από 22.10.2010 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Χ. Κ., το οποίο συνοδεύει τη με την ίδια ημερομηνία έκθεση πραγματογνωμοσύνης αυτού, που συντάχθηκε κατόπιν της ... μη οριστικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, και συνορεύει, ανατολικά, επί πλευράς Ε-Η, μήκους μέτρων 16,60, με υπ' αριθμ. 2 ιδιοκτησία, πρώην Ε.

Γ., δυτικά, επί πλευράς Α-Ζ, μήκους μέτρων 12,70 με την ..., νότια, επί πλευράς Α-Η, μήκους μέτρων 5,50, με ευθεία προέκταση της οδού ... και βόρεια, επί πλευράς Ζ-Ε, μήκους μέτρων 11,40, εν μέρει με οικία Β. Α. και εν μέρει με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της εν λόγω οικίας. Περιήλθε στην κυριότητα των εναγόμενων από κληρονομιά των γονέων τους Σ.

Γ. και Φ. Γ., ως ακολούθως: Ο πατέρας των εναγόμενων Σ. Γ. του Ν., ο οποίος ήταν κύριος του εν λόγω ακινήτου κατά το χρόνο του θανάτου του, απεβίωσε την 5.5.1944 χωρίς να έχει συντάξει διαθήκη, μετά δε το θάνατό του το εν λόγω ακίνητο περιήλθε λόγω κληρονομιάς στους εναγόμενους κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο εξ αυτών και στη σύζυγο του θανόντος Φ.

Γιαννακοπούλου κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, με πράξεις που φανερώνουν την ανάμειξή τους στην κληρονομιά, δεδομένου ότι ο κληρονομούμενος απεβίωσε προ της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) και ως εκ τούτου δεν απαιτείται για την κτήση της κυριότητας επί των κληρονομιαίων ακινήτων δήλωση αποδοχής της κληρονομιάς και μεταγραφή αυτής, παρά μόνο μονομερή δήλωση του κληρονόμου για αποδοχή της κληρονομιάς, η οποία μπορεί να είναι είτε ρητή είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομιά για ανάμειξη σε αυτή και απόκτησή της (βλ.

ΑΠ 383/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Την 12.10.1999 απεβίωσε αδιάθετη και η μητέρα των εναγόμενων, Φ. χήρα Σ. Γ. το γένος Γ. Η. και κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τα ως άνω τέκνα της, οι οποίοι κληρονόμησαν αυτή και ως προς το παραπάνω μερίδιό της επί του εν λόγω ακινήτου (2/8 εξ αδιαιρέτου), ήτοι κατά το 1/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος, αποδέχθηκαν δε την κληρονομιά της μητέρας τους δυνάμει της 14001/19.6.2002 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της συμβολαιογράφου Α.

Μ. Γ. - Π., νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., τ. 4409, αρ. 29. Εξάλλου, ο δικαιοπάροχος των εναγόμενων Σ. Γ. είχε καταστεί συγκύριος αρχικά μείζονος έκτασης, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και το ως άνω ακίνητο, ως κληρονόμος του κατά το έτος 1924 αποβιώσαντος πατέρα του Ν. Γ. και της κατά το έτος 1928 αποβιώσασας μητέρας του Ά.

χήρας Ν. Γ., το γένος Θ. Π. Στη συνέχεια, ο Σ. Γ. προέβη από κοινού με τους συγκληρονόμους - αδέλφια του, ήτοι τους Κ. ή Α. σύζυγο Α. Μ., το γένος Ν. Γ., Ε. σύζυγο Σ. Π., το γένος Ν. Γ., Κ. Γ. του Ν., Θ. Γ. του Ν. και Ε. Γ. του Ν., σε διανομή της εν λόγω μείζονος έκτασης, δυνάμει του 3843/4.1.1934 συμβολαιογραφικού εγγράφου του συμβολαιογράφου Αθήνας Ι.

Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., τ. 1043, αρ. 472. Στο εν λόγω συμβόλαιο η μείζων έκταση περιγράφεται ως ένας αγρός ή γήπεδο κείμενο στην Αθήνα εντός του σχεδίου πόλης της Αθήνας της περιφέρειας του Δήμου ... και στη θέση "...", έκτασης τριών (3) παλαιών στρεμμάτων, συνορευόμενο περιμετρικά, ανατολικά, με οδό Δ.

Κ. πρώην Π., δυτικά, με ..., βόρεια, με οικία Π. Σ. Εταιρίας και, νότια, με διασταύρωση οδών ... και .... Οι παραπάνω συμβαλλόμενοι προέβησαν σε διανομή τμήματος της εν λόγω έκτασης, εμβαδού 1.241,75 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται, υπό το στοιχείο Α', στο προσαρτημένο στο παραπάνω συμβόλαιο σχεδιάγραμμα του μηχανικού Α. Γ., διαιρώντας αυτό, με το σκοπό της διανομής, σε έξι ίσα τεμάχια, εμφαινόμενα στο εν λόγω σχεδιάγραμμα υπό τους αριθμούς 1, 2, 3, 4, 5 και 6, ο δε Σ.

Γ. έλαβε στην αποκλειστική του κυριότητα το με αριθμ. 3 τεμάχιο, έκτασης, σύμφωνα με το παραπάνω συμβόλαιο 160 τ.μ., συνορευόμενο, ανατολικά, επί πλευράς μέτρων 8,00, με την οδό ..., δυτικά, επί πλευράς μέτρων 14,00, με το με αριθμ. 4 οικόπεδο, νότια, επί πλευράς μέτρων 12,70, με την ..., και, βόρεια, επί πλευράς μέτρων 18,00, με το με αριθμ. 2 οικόπεδο (σημειώνεται ότι στο συμβόλαιο αναγράφεται λανθασμένα ο προσανατολισμός του ακινήτου).

Η έκταση του εν λόγω οικοπέδου, μετά την υπ' αριθμ. ... πράξη αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας της Πολεοδομίας Αθήνας, μειώθηκε σε 119 τ.μ. (ορθό εμβαδόν 117,98 τ.μ.). Περαιτέρω, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου ..., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ..., τ. 1579, αρ. 311, η μητέρα των εναγόμενων Φ.

χήρα Σ. Γ., το γένος Γ. Η., ενεργούσα για τον εαυτό της και ως νόμιμος εκπρόσωπος των τότε ανηλίκων τέκνων της (εναγόμενων), προέβη σε πώληση και μεταβίβαση του εν λόγω οικοπέδου, κατά ποσοστό 92/100 εξ αδιαιρέτου στις α) Ά. χήρα Σ. Ζ., το γένος Δ. Κ., β) Ε. σύζυγο Α. Κ., το γένος ... και γ) Ε. Κ. του Χ. και δη κατά 32/100 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εξ αυτών, 35/100 εξ αδιαιρέτου στη δεύτερη και 25/100 εξ αδιαιρέτου στην τρίτη.

Σύμφωνα με το συμβόλαιο, το μεταβιβαζόμενο οικόπεδο εμφαίνεται υπό τα αλφαβητικά στοιχεία Α-Η-Ε-Ζ στο από 20.5.1953 σχεδιάγραμμα του μηχανικού Χ. Κ., έχει έκταση, έπειτα από τη διεύρυνση της οδού ..., 119,10 τ.μ., περιλαμβάνεται στο οικοδομικό τετράγωνο που περιβάλλεται από τις οδούς ..., ..., Σ. Μ. και ... και συνορεύει ανατολικά με οικόπεδο κληρονόμων Ε.

Γ., δυτικά, επί πλευράς μέτρων με ..., μεσημβρινώς, επί πλευράς μέτρων 5,50, με οδό ... και πέραν της οδού αυτής με οικόπεδο πρώην κληρονόμων Ν. Γ. και ήδη με πλατεία σχηματιζόμενη εκ των συγκλινουσών οδών ..., ..., Σ. Μ. και ..., και βόρεια, επί πλευράς μέτρων 11,40, με οικία ήδη Β. Α.. Ως αντάλλαγμα για τη μεταβίβαση των παραπάνω ιδανικών μεριδίων οι αγοράστριες ανέλαβαν την υποχρέωση να ανοικοδομήσουν με δαπάνες και επιμέλειά τους επί του οικοπέδου ισόγειο κατάστημα, έκτασης 20 τ.μ., ανήκον στους πωλητές, το οποίο θα αντιστοιχούσε σε ποσοστό 8/100 εξ αδιαιρέτου, που αυτοί είχαν παρακρατήσει, εντός προθεσμίας δέκα μηνών από την ημέρα της έναρξης των οικοδομικών εργασιών με την έκδοση της σχετικής άδειας- οικοδομής, ενώ συμφωνήθηκε η ανατροπή της σύμβασης, αζημίως για αμφότερα τα μέρη, σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της ως άνω προθεσμίας.

Συμφωνήθηκε, επίσης, με το δέκατο όρο της σύμβασης, ότι σε περίπτωση που το πωληθέν οικόπεδο θα αποτελούσε αντικείμενο διεκδίκησης εν όλω ή εν μέρει από τρίτους, η ως άνω προθεσμία ανοικοδόμησης θα άρχιζε μετά την έκδοση τελεσίδικης και αμετάκλητης απόφασης επί των διεκδικήσεων αυτών. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η όλη σύμβαση τελούσε υπό τη διαλυτική αίρεση της εμπρόθεσμης ανοικοδόμησης και παράδοσης στους πωλητές του πιο πάνω ισογείου καταστήματος.

Το ακίνητο αυτό αποτέλεσε πράγματι αντικείμενο διεκδίκησης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο άσκησε την από 27.1.1975 ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου διεκδικητική αγωγή. Επ' αυτής εκδόθηκε η 8015/1975 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που την απέρριψε, εν συνεχεία εκδόθηκε η 992/1976 απόφαση του Εφετείου Αθήνας, που απέρριψε τη σχετική έφεση του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ η αντιδικία έληξε με την 532/1980 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου.

Στη συνέχεια, έπειτα από τη λήξη της παραπάνω αντιδικίας, κατόπιν υποβολής αίτησης εκ μέρους των αγοραστριών, εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας του Διαμερίσματος Αθηνών η υπ' αριθμ. 905/12.5.1981 άδεια ανέγερσης οικοδομής επί του ως άνω οικοπέδου. Οι οικοδομικές εργασίες όμως διακόπηκαν την 15.7.1981 κατόπιν σχετικής εντολής της ως άνω Διεύθυνσης Πολεοδομίας και δεν επετράπη πλέον η συνέχιση αυτών, καθώς το εν λόγω οικόπεδο κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο με την υπ' αριθμ. ...

απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος (ΦΕΚ 398/24.7.1981, τ. Δ'), με τη μετατροπή του από οικοδομήσιμο σε κοινόχρηστο χώρο πρασίνου. Κατά συνέπειαν, δεδομένου ότι οι εργασίες δεν εξακολούθησαν έκτοτε, πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση που διείπε την παραπάνω σύμβαση αγοραπωλησίας, με αποτέλεσμα αυτή να ανατραπεί και η κυριότητα να επανέλθει στους πωλητές, ήτοι στους εναγόμενους και στη μητέρα αυτών.

Ας σημειωθεί ότι το γεγονός αυτό, δηλαδή η πλήρωση της διαλυτικής αίρεσης, έχει κριθεί τελεσίδικα σε δίκη μεταξύ των πωλητών και των αγοραστριών, εκδοθεισών της 4738/1993 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και της 6620/1994 απόφασης του Εφετείου Αθήνας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το έτος 1991, όπως κατέθεσε με σαφήνεια ο μάρτυρας των εναγόμενων, ο ενάγων κατέλαβε οικοπεδική έκταση εμβαδού 382,21 τ.μ., η οποία βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου οικοδομικού σχεδίου του Δήμου ..., στο ΟΤ ..., επί των οδών Σ.

Μ. και ... 27 - 29 στο ..., εμφαίνεται υπό τα κεφαλαία αλφαβητικά και αριθμητικά στοιχεία Α1-Α2-Α2'-Α3-Α4-Α5-Α6-Α7-Α8-Α9-Α10-Α11-A12-A1 στο από Νοεμβρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου πολιτικού μηχανικού Κ. Λ. και συνορεύει, βόρεια, επί πλευράς Α1-Α2, μήκους μέτρων 9,45, με διώροφη οικία Β. Α., επί πλευράς Α2-Α2', μήκους μέτρων 5,07, με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου της εν λόγω οικοδομής και επί πλευράς Α2-Α3, μήκους μέτρων 6,04, με ιδιοκτησία ...και πρώην κληρονόμων ...

και ήδη κοινοχρήστου πρασίνου, ανατολικά, επί πλευράς Α3-Α4, μήκους μέτρων 8,35, και Α4-Α5, μήκους μέτρων 16,89, συνολικού μήκους μέτρων 25,24, με την οδό Σ. Μ., νότια, επί πλευρών Α5-Α6, μήκους μέτρων 4,29, Α6-Α7, μήκους μέτρων 2,92, Α7-Α8 μήκους μέτρων 1,88, Α8-Α9, μήκους μέτρων 1,76, και Α9-Α10, μήκους μέτρων 1,50, συνολικού μήκους μέτρων 12,35, με βράχο και πέραν αυτού με πλακόστρωτη τριγωνική πλατεία, πρώην ιδιοκτησία κληρονόμων Ε.

Γ. και Γ. Κ. και, δυτικά, επί πλευράς Α10-Α11, μήκους μέτρων 7,75, Α11-Α12, μήκους μέτρων 9,17 και Α12-Α1, μήκους μέτρων 12,97, συνολικού μήκους μέτρων 29,89, με την .... Την οικοπεδική αυτή έκταση ο ενάγων την κατέλαβε προς εξυπηρέτηση της επιχείρησής του ενοικίασης αυτοκινήτων που διατηρούσε επί της οδού ... αρ. 26, και συγκεκριμένα προκειμένου να σταθμεύει εκεί τα αυτοκίνητα που είχε προς ενοικίαση.

Εντός αυτής της καταληφθείσας από τον ενάγοντα έκτασης περιλαμβάνεται και το ως άνω περιγραφέν οικόπεδο, το οποίο ανήκει στους εναγόμενους. ...........Εξάλλου δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέλαβε το επίδικο από το έτος 1978 και έχει αποκτήσει κυριότητα επ' αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας......".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες - εναγόμενοι (ήδη αναιρεσίβλητοι) έγιναν κύριοι του επιδίκου παραγώγως, με κληρονομική διαδοχή και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 3/8 εξ αδαιρέτου έκαστος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος το έτος 1944 πατέρα τους, Σ. Γ., ο οποίος ήταν κύριος του επιδίκου, υπεισερχόμενοι στην κληρονομία αυτού σιωπηρά (με πράξεις που φανερώνουν την ανάμιξή τους στην κληρονομία) και κατά το υπόλοιπο ποσοστό 1/8 εξ αδαιρέτου έκαστος ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της μητέρας τους, Φ.

χήρας Σ. Γ., που απεβίωσε το έτος 1999 και στην οποία είχε περιέλθει το ανωτέρω ποσοστό από την προαναφερθείσα κληρονομία του πατέρα των αναιρεσιβλήτων, συζύγου της. Την κληρονομία της τελευταίας αποδέχθηκαν με την 14001/2002 συμβολαιογραφική δήλωση αποδοχής κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης δέχθηκε ότι ο ενάγων - εναγόμενος (δικαιοπάροχος του ήδη αναιρεσείοντος) κατέλαβε το επίδικο το έτος 1991 και έκτοτε το κατέχει.

Ακολούθως απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος. Με τα δεδομένα αυτά, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, από τη διάταξη του άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ως προς το ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, είναι αβάσιμος διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον από τις ανωτέρω παραδοχές του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι τούτο στήριξε την κρίση του για την απόκτηση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, αποκλειστικώς σε παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή).

Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, των νόμων 12 πανδ. 28. 7, 14 παρ.8, πανδ. (11.7), 69 πανδ. (29.2), οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 92 του ΕισΝΑΚ, είχαν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, λόγω του χρόνου θανάτου του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, καθόσον δέχθηκε, ότι οι αναιρεσίβλητοι και η μητέρα τους απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, κατά τα προαναφερθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά έκαστος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος κατά το έτος 1944 πατέρα και συζύγου τους, αντίστοιχα, χωρίς όμως να παραθέτει στην απόφασή του περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι αυτοί μετά το θάνατο εκείνου υπεισήλθαν με ανάμειξη στην κληρονομία του ή ότι τα τέκνα αυτού (ενάγοντες) ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του ανήλικα και άρα υπεξούσιοί του, οπότε δεν απαιτείτο ανάμειξή τους για την απόκτηση της κληρονομίας του.

Κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το έτος 1954, όταν ήταν ακόμα ανήλικοι οι αναιρεσίβλητοι, η μητέρα τους, ενεργούσα για τον εαυτό της και ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτών, μεταβίβασε λόγω πωλήσεως σε τρίτους ποσοστό 92/100 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου προς ανοικοδόμηση (μεταβίβαση η οποία στη συνέχεια ανετράπη).

Η συγκεκριμένη υλική πράξη, την οποία εξαίρει η προσβαλλομένη απόφαση, υποδηλώνει ότι αυτή ήδη από το χρόνο θανάτου του συζύγου της επελήφθη ως κληρονόμος του επιδίκου με τη θέληση να αποκτήσει την κληρονομιά. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΒΡΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις και του συμπεράσματος του νομικού της συλλογισμού και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης από τους ενάγοντες της κυριότητας, επί του επιδίκου, με παράγωγο τρόπο, ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους το έτος 1944, καθ' ον χρόνο αυτοί ήταν ανήλικοι και της αποβιωσάσης το έτος 1999 μητέρας τους, η οποία αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου της αναμίχθηκε στην κληρονομία και επελήφθη του επιδίκου ως κληρονόμος του, προκειμένου δε να το εκμεταλλευθεί οικονομικά το μεταβίβασε λόγω πωλήσεως σε τρίτους, λίγα χρόνια αργότερα.

Ενόψει τούτων, ο περί του αντιθέτου και εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ, ειδικώς για την περιγραφή του διεκδικούμενου ακινήτου, αρκεί να καθορίζονται τα όρια και η θέση αυτού, ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που δεν εφαρμόσθηκε.

Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές διέλαβε στην απόφασή του, πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της περιέλευσης, με παράγωγο τρόπο, του επίδικου ακινήτου, στους ενάγοντες, καθώς και της ταυτότητας του επίδικου ακινήτου, του οποίου γίνεται πλήρης περιγραφή, κατ' είδος, θέση και όρια, ώστε να μην καταλείπεται καμία αμφιβολία περί τούτου.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ενάντια, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, διότι δεν περιέχονται σ' αυτήν αιτιολογίες, για το αν ταυτίζεται το επίδικο με το ακίνητο που κληρονόμησαν οι ενάγοντες από τον πατέρα τους, καθώς επίσης και για το αν ολοκληρώθηκε η λόγω ρυμοτομίας απαλλοτρίωση τμήματος του επιδίκου, είναι απαράδεκτος, διότι οι πλημμέλειες αυτές δεν ανάγονται σε ουσιώδη ζητήματα, υπό την έννοια που εκτέθηκε, αλλά στην αξιολόγηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Β. Ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλομένης που αφορά την από 28-11-2007 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή του Ι. Τ.. 1. Με βάση τις προδιαληφθείσες παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων - εναγόμενος, Ι. Τ., δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτός νεμόταν το επίδικο από το έτος 1978 (όπως ισχυρίζεται) και μετέπειτα ήτοι για διάστημα είκοσι και πλέον ετών μέχρι την άσκηση της αγωγής (2007), αλλά αντίθετα κατέλαβε αυτό το έτος 1991 και έκτοτε το κατέχει.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 1045, 1046, 1053 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 19, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου (ως προς την ανάλυση και την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων), κατά τις οποίες το Εφετείο, θα έπρεπε εφαρμόζοντας τις επίμαχες διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ να δεχθεί ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμόμενος αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1979 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2007 (άσκηση αγωγής), είναι απαράδεκτες, γιατί υπό την επίφαση της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την περί τα πράγματα, ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

2. Ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11γ` ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως (άρθρο 106 ΚΠολΔ), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά.

Ο λόγος όμως είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Ωστόσο, ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν, παρά τη διαβεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα, ο Άρειος Πάγος, συνεκτιμώντας και το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καταλήγει ότι δεν καθίσταται οπωσδήποτε βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο αποδεικτικό έγγραφο, το οποίο, αν το είχε λάβει υπόψη, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 180/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ` ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο ότι, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του για το ουσία αβάσιμο της ένδικης αγωγής του δικαιοπαρόχου του, δεν έλαβε υπόψη του και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα κάτωθι έγγραφα:

α) την από 16-7-2003 αγωγή νομής των αναιρεσιβλήτων εναντίον του δικαιοπαρόχου του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, β) την υπ' αριθμ. 4738/1993 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, γ) την υπ' αριθμ. 1729/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (με την οποία απορρίφθηκε αγωγή νομής των αναιρεσιβλήτων εναντίον του δικαιοπαρόχου του), δ) τις υπ' αριθμ. 717/2005, 718/2005, 719/2005, 360/2007, 333/2008, 1059/2008 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με τις οποίες απορρίφθηκαν οι εναντίον του δικαιοπαρόχου του αγωγές τρίτων, που αφορούσαν το νεμόμενο από τον τελευταίο οικόπεδο, τα οποία νόμιμα με επίκληση είχε προσκομίσει, κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθ` όσον από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στην οποία ρητά βεβαιώνεται ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της αποδεικτικής του κρίσεως έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, πλην των άλλων, " ......

και το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται.. ", σε συνδυασμό και με τις λοιπές αιτιολογίες αυτής, καμιά αμφιβολία δεν καταλείπεται ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα, το οποία ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε νομίμως, χωρίς, ωστόσο, να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών. 3.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β ιδρύεται λόγος αναιρέσως και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει από το συνδυασμό αυτής με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 453 και 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Στο Εφετείο η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.

ΑΠ 9/2000, 14/2005, 15/2005). Καμία όμως διάταξη νόμου δεν επιβάλλει ούτε στον διάδικο που επικαλείται τα αποδεικτικά έγγραφα, να αναφέρει την ημεροχρονολογία καθενός τούτων ή τον τυχόν υπάρχοντα αριθμό πρωτοκόλλου αυτών ή άλλο μερικότερο στοιχείο για την εξειδίκευσή του, ούτε στο δικαστήριο, προκειμένου να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει σ' αυτήν τέτοια στοιχεία κάθε αποδεικτικού εγγράφου, αρκεί να μην γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητα του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου εγγράφου και ότι τούτο πράγματι προσκομίστηκε νόμιμα (ΑΠ 2182/2007).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 11 (περ. β) του ΚΠολΔ ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ότι ο δικαιοπάροχός του δεν είχε κατά την τελευταία εικοσαετία πριν την άσκηση της αγωγής τη νομή του επιδίκου, αλλά μόνο για χρονικό διάστημα 17 ετών, αναγόμενο από το 1991 μέχρι το Νοέμβριο του 2007, έλαβε υπόψη του την από 22-20-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, Χ.

Κ., την οποία οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν επικαλεσθεί νομίμως με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν στο Εφετείο, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως, όμως, προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο των ενώπιον του Εφετείου εγγράφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων, αυτοί είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει, πλην των άλλων, την παραπάνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καταγράφοντας στην πρώτη σελίδα των εν λόγω εγγράφων προτάσεων τους, επί λέξει: "Κατά του Ι.

Τ. του Κ. είχαμε καταθέσει την από 5-1-2007 και με αριθμό κατάθεσης 7211/358/2007 αγωγή μας (σχετικό 1), απευθυνομένη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Η αγωγή μας αυτή συνεκδικάσθηκε λόγω συναφείας με την από 28-11-2007 και με αριθμό κατάθεσης ... αγωγή του αντιδίκου μας εναντίον μας (σχετικό 2). Επί των αγωγών αυτών που συζητήθηκαν κατά τη δικάσιμο της 6-5-2008 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθμ. ...

απόφαση (σχετικό 3), η οποία διέταξε την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης επί των θεμάτων που αναφέρονταν στο διατακτικό της και όρισε πραγματογνώμονα τον Χ. Κ. του Θ., τοπογράφο - μηχανικό, εκ του καταλόγου των πραγματογνωμόνων του Πρωτοδικείου Αθηνών, ο οποίος αφού έδωσε τον όρκο του πραγματογνώμονα (σχετικό 4), συνέταξε και κατέθεσε εμπρόθεσμα την σχετική με την επίδικη διαφορά έκθεση πραγματογνωμοσύνης (σχετικά 5 και 5α).....".

Η επίκληση αυτή είναι σαφής και ορισμένη, χωρίς να απαιτείται η αναφορά της ημεροχρονολογίας συντάξεως της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης ή άλλων μερικότερων στοιχείων αυτής, αφού δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία για την ταυτότητα του παραπάνω εγγράφου και ότι αυτό πράγματι προσκομίσθηκε. Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο λόγος αυτός της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη επικληθέν νομίμως έγγραφο.

Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 εδ.ε' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-2-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο αναιρεσείων. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ