Legislator Case Law & Legislation
607/2022 AI generated

Appeal allowed against first instance judgment for insufficient reasoning on inheritance acceptance and property ownership transfer.

Case Number 607/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the first-instance judgment, finding the lower court's reasoning insufficient regarding inheritance acceptance. The appellant argued that the defendants failed to prove they accepted the inheritance and transferred title, which is required for them to bear liability for the property's use. Consequently, the court annulled the contested portion of the judgment and remanded the case for retrial by a different judge.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560(5) and 559(8) of the Code of Civil Procedure; A judgment is subject to appeal if the court of first instance fails to provide adequate reasoning on the acceptance of inheritance and the transfer of title, which are prerequisites for establishing liability regarding the use of the property.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning inheritance acceptance property ownership transfer remittal for retrial liability for property use Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 560(5) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 1846 and 1096 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 607 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 607/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Ρ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μοσκιό και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Λ. του Κ., χήρας Δ. Ρ., ατομικά και ως ασκούσας την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Ε. - Σ. Ρ., 2) Σ. - Μ. Ρ. του Δ., κατοίκων Ε. Α., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Βασιλικής Τσόνογλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/4/2011 αγωγή της πρώτης ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ελευσίνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6851/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/2/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28-2-2018 αίτηση αναίρεσης του Π. Ρ. προσβάλλεται η υπ' αριθ. 6851/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε η από 5-3-2013 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 81/2011 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ελευσίνας, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 29-4-2011 αγωγή των αναιρεσίβλητων κατά του αναιρεσείοντος και, πέραν άλλων που δεν ενδιαφέρουν την παρούσα δίκη, τον είχε υποχρεώσει να καταβάλει σ' αυτούς το ποσό των 11.333,71 ευρώ, που αντιστοιχεί στην ωφέλεια που καρπώθηκε από την αποκλειστική χρήση του αναφερομένου ακινήτου (καταστήματός) τους. Η αίτηση αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα. "Πράγματα", κατά την έννοια των άνω διατάξεων, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί αόριστοι, εκπρόθεσμοι, μη νόμιμοι, αλυσιτελείς και γενικά απαράδεκτοι (Ολ ΑΠ 2/89, ΑΠ 867/1988, ΑΠ 1058/98), καθώς και ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ή που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Για την πληρότητα δε του άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, να αναφέρεται ποιά ήταν τα πράγματα αυτά που παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, προτάθηκαν παραδεκτά, και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1632/2007). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002, 17/1995), μόνη δε η μακρά αδράνεια του δικαιούχου, ακόμη και αν δημιούργησε στον οφειλέτη ή τον προσβολέα την πεποίθηση ότι αυτός δε θα ασκήσει το δικαίωμά του, δεν καθιστά τη μεταγενέστερη άσκησή του καταχρηστική, υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος, εκτός αν συνοδεύεται από ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, έτσι ώστε η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς, όχι δε κατ' ανάγκην και αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων κρίνεται, με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, επιβεβλημένη η θυσία του αξιούμενου δικαιώματος.

Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος προϋποθέτει τη γέννηση και την ύπαρξή του.

Συνεπώς η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυση του δικαιώματος δε θεμελιώνει και ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 1799/2006).

Περαιτέρω, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ.1 και 269 του ΚΠολΔ, η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, για να είναι παραδεκτή, έτσι ώστε η μη λήψη υπόψη αυτής από το δικαστήριο της ουσίας να ιδρύει τον από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, πρέπει να προβληθεί καταρχήν κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, κατά την οποία πρέπει να προταθούν από τον ενιστάμενο τα πραγματικά γεγονότα που τη στηρίζουν και να διατυπωθεί και αίτημα απόρριψης της αγωγής για το λόγο αυτό, εκτός αν συντρέχει λόγος, ο οποίος δικαιολογεί τη μεταγενέστερη προβολή (ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 1337/2005, ΑΠ 966/1986).

Από τη διάταξη δε του άρθρου 238 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, προκύπτει, ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του ειρηνοδικείου, όπου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι και η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επί πλέον οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις τους, απαιτείται, δηλονότι, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που "ως γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά (Ολ ΑΠ 2/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ψέγεται το μονομελές πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο την αγωγή των αναιρεσίβλητων εναντίον του, για πλημμέλεια από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προέβαλε, ότι έκανε εν μέρει δεκτή την άνω αγωγή, χωρίς όμως να λάβει υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δη τον ισχυρισμό του, περί καταχρηστικής άσκησης του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος των αναιρεσίβλητων.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων με τις από 7-2-2013 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ε…, προέβαλε τα ακόλουθα: "Ουδέποτε αρνήθηκα την κατασκευή μεσοτοίχου προς διαχωρισμό των ιδιοκτησιών μας, που αναφέρει στην αγωγή της (εν.

την πρώτη ενάγουσα, που τότε ενεργούσε και για λογαριασμό των τότε ανηλίκων τέκνων της)..., γνωρίζει ότι η εκμετάλλευση του καταστήματος και του συνεχομένου δικού μου ως εκ της κατασκευής τους δεν μπορεί να γίνει με άλλο τρόπο παρά μόνον αν λειτουργούν ενωμένα και υπό ενιαία εκμετάλλευση..., η κλειδαριά των καταστημάτων είχε τοποθετηθεί και λειτουργούσε από την κατασκευή τους και δεν την τοποθέτησα εγώ..., κλειδί αυτής είχε πάντοτε η αντίδικος, της το είχα παραδώσει εγώ ο ίδιος μετά το θάνατο του αδελφού μου..., το κατάστημα είναι κενό και αχρησιμοποίητο (όπως το ίδιο και είναι και το κατάστημά μου) και πριν από το θάνατο του αδελφού μου..., δεν το έκανα ποτέ αποθήκη ούτε έβαλα, ούτε υπάρχουν μέσα σε αυτό πράγματα δικά μου ή της οικογενείας μου..., την 5-10-2010 εγώ με τον πολιτικό μηχανικό Α.

Μ. μεταβήκαμε στα επίμαχα καταστήματα, όπου προσήλθε και η αντίδικος για να ρυθμισθεί το θέμα του διαχωρισμού..., το κατάστημα τούτο ήταν και εξακολουθεί να παραμένει απρόσοδο..., επί τούτοις και ενόψει της υπό της αντιδίκου επιχειρούμενης οικτράς κακοποίησης της προσωπικότητάς μου και των νομίμων δικαιωμάτων μου είμαι υποχρεωμένος με μεγάλη μου λύπη να αναφέρω για την εκατέρωθεν προστασία, ότι η αντίδικος επιχειρεί εκδήλως καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, διότι από τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει κανένας βάσιμος και αληθής λόγος προκλήσεως του παρόντος δικαστικού αγώνος και ως εκ τούτου η άσκηση του δικαιώματος αυτού με τη χρήση ψευδών, αβασίμων και συκοφαντικών κατά του προσώπου μου αιτιάσεων και ισχυρισμών, απαγορεύεται, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του, σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ".

Οι άνω προτάσεις του αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επ' αυτών του αρμοδίου γραμματέως, κατατέθηκαν στις 8-2-2013, ήτοι την επομένη της επ' ακροατηρίου συζήτησης, στις 7-2-2013, στα πρακτικά δε, που συντάχθηκαν σχετικώς, κατ' άρθρο 256 ΚΠολΔ, δεν περιλήφθηκε προφορική πρόταση της ένστασης αυτής, έστω και συνοπτική.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με την από 5-3-2013 έφεσή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραπονούμενος για κακή εκτίμηση των αποδείξεων κατά της υπ' αριθ. 13/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Ε…, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή των αναιρεσίβλητων εναντίον του, προέβαλε, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: "Όμως η προπεριγραφείσα τακτική της αντιδίκου με την αδικαιολόγητη, εχθρική και απαράδεκτη συμπεριφορά της εναντίον μου, με τη σκόπιμη και αναίτια δημιουργία προβλημάτων στις σχέσεις μας γενικώς και με την κακόβουλη αδιαφορία της επί 50,5 μήνες, να ανακτήσει τη χρήση και λειτουργία του επιμάχου καταστήματος, καίτοι ηδύνατο να πράξει ακωλύτως, αποδεικνύει ότι σκοπίμως, κακοβούλως και τεχνηέντως και με την επιστράτευση αναξιόπιστων αποδεικτικών μέσων, επεδίωξε να δημιουργήσει λόγους για να ζητήσει αποζημίωση.

Η συμπεριφορά της αυτή κατέστησε το (ανύπαρκτο εν πάση περιπτώσει) δικαίωμα της αντιδίκου, που ασκείται με την κρινόμενη αγωγή της, εκδήλως καταχρηστικό, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος...

επομένως, αποδεικνύεται ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και κατά την εφαρμογή του νόμου, γι' αυτό και πρέπει αν ακυρωθεί και να εξαφανισθεί...". Ενόψει ότι οι προτάσεις του αναιρεσείοντος, ο οποίος υποστηρίζει, ότι με αυτές προέβαλε την άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ένδικου δικαιώματος, κατατέθηκαν την επομένη της συζήτησης στο ακροατήριο και ούτε περιλήφθηκε προφορική πρόταση αυτής, έστω και συνοπτική, στα οικεία πρακτικά, η ένσταση αυτή ήταν προεχόντως απαράδεκτη.

Σε κάθε δε περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά η προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος των αναιρεσίβλητων, την οποία επανέφερε και ενώπιον του εφετείου με την έφεσή του, είναι μη νόμιμη, διότι επιχειρείται να θεμελιωθεί στην άρνηση των πραγματικών περιστατικών της αγωγής, καθώς και στην αδράνεια των δικαιούχων, κατά την έννοια όμως του άρθρου 281 ΑΚ, όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, την ένσταση αυτή δεν μπορούν να τη θεμελιώσουν γεγονότα που συνιστούν άρνηση, έστω και αιτιολογημένη, των περιστατικών που στηρίζουν την απόκτηση του δικαιώματος από τους αναιρεσίβλητους, αλλ' ούτε και η μακρά αδράνεια αυτών να ασκήσουν το δικαίωμά τους.

Η με τις έγγραφες δε ενώπιον του εφετείου προτάσεις του αναιρεσείοντος-εκκαλούντος-εναγομένου επίκληση νέων περιστατικών, πέραν αυτών που είχε προβάλει πρωτοδίκως προς στήριξη της εν λόγω ένστασης, ήταν, προεχόντως, απαράδεκτη. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ, όπως η τελευταία ίσχυε κατά τον κρίσιμο εδώ χρόνο, οι ενστάσεις του εκκαλούντος- εναγομένου, πρέπει, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να προταθούν μόνο με το δικόγραφο της έφεσης ή των προσθέτων λόγων της, (σε όσες διαδικασίες οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, όπως στην τακτική διαδικασία), είτε είχαν προταθεί και απορριφθεί πρωτοδίκως, είτε είναι οψιγενείς, είτε, ενώ δεν είναι οψιγενείς και δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως, συντρέχει όμως, ως προς αυτές, λόγος, που συγχωρεί τη βραδεία προβολή τους, από τους αναγραφόμενους στο άρθρο 269 παρ. 2 ΚΠολΔ, και τη συνδρομή του επικαλείται ο εκκαλών.

Επομένως, εφόσον δεν προβλήθηκε παραδεκτώς ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος των αναιρεσίβλητων και σε κάθε περίπτωση τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν είναι ικανά να θεμελιώσουν την ένσταση αυτή, το ως εφετείο δικάσαν μονομελές πρωτοδικείο, που δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, δεν υπέπεσε στην ως άνω πλημμέλεια και ο πιο πάνω από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος.

Από το συνδυασμό των άρθρων 1193, 1198, 1199, 1710 και 1846 του ΑΚ συνάγεται, ότι ο κληρονόμος είτε καλείται από διαθήκη, είτε εξ αδιαθέτου, αποκτά αυτοδίκαια την κληρονομία με μόνο το θάνατο του κληρονομουμένου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε ενέργεια από μέρους του, ακόμα και χωρίς τη γνώση ή θέλησή του, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομία, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ' αυτά μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικά από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εάν αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό.

Με την επαγωγή, δηλαδή της κληρονομίας, δεν επέρχεται αυτοδικαίως μεταβίβαση της κυριότητας στα ακίνητα της κληρονομίας, αλλά απαιτείται αποδοχή αυτής και μεταγραφή, η οποία, οποτεδήποτε και αν γίνει, ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή έχει αναδρομική ενέργεια (ΑΠ 171/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096, 1098, 961 και 962 ΑΚ προκύπτει ότι ο νομέας αλλοτρίου πράγματος, αν ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα, ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής.

Δηλαδή, ενέχεται σε απόδοση των εξαχθέντων ωφελημάτων, αλλά και για τα ωφελήματα, τα οποία από δική του υπαιτιότητα δεν εισέπραξε, ενώ κατά τους κανόνες της τακτικής διαχείρισης μπορούσε να εισπράξει. Η ενοχή υφίσταται ανεξαρτήτως αιτίας για την οποία νέμεται το πράγμα και ανεξαρτήτως όχλησης προς απόδοση και αρκεί η πληροφόρηση του νομέα με οποιονδήποτε τρόπο ότι δεν έχει δικαίωμα νομής.

Ωφελήματα δε είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος, αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (ΑΚ 962). Επομένως, ωφέλημα είναι και κάθε όφελος που έχει ο νομέας από την ενοίκηση ή την κατ' άλλο τρόπο χρήση του πράγματος από τον ίδιο συνεπεία των οποίων εξοικονομεί τη δαπάνη στην οποία θα υποβαλλόταν, αν μίσθωνε άλλο όμοιο πράγμα, οπότε η ωφέλεια συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 1099 ΑΚ, αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, αφαίρεση, δηλαδή, υπαίτια από τον κύριο, χωρίς τη θέλησή του, της νομής του πράγματος ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (ΑΚ 914 επ), δηλαδή σε πλήρες διαφέρον, το οποίο περιλαμβάνει τόσον τη θετική όσον και την αποθετική ζημία που υπέστη ο κύριος από την αφαίρεση και τη μη απόδοση σ' αυτόν της νομής του πράγματος, χωρίς να ενδιαφέρει η καλή ή η κακή πίστη αυτού ή η αν η ενέργειά του αποτελεί ή όχι ποινικό αδίκημα.

Οι παρεχόμενες από τις παραπάνω διατάξεις αγωγές προς απόδοση των ωφελημάτων ή της αποζημίωσης δεν έχουν ως θεμέλιο τη βλάβη της νομής του ενάγοντος, αλλά απορρέουν από το δικαίωμα της κυριότητας (ΑΠ 1495/2009) και ανήκουν όχι στον εκάστοτε κύριο του πράγματος, αλλά σε εκείνον ο οποίος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, που συνέβη το θεμελιωτικό της σχετικής αξίωσης γεγονός, ήταν κύριος αυτού ( ΑΠ 822/2014).

Από τα παραπάνω παρέπεται, ότι για την εκ μέρους του αποκτήσαντος την κυριότητα ακινήτου, κατά παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα από κληρονομία, άσκηση των άνω αγωγών, με τις οποίες επιδιώκεται η απόδοση των ωφελημάτων από τον κακής (ή και καλής) πίστης νομέα ή η αποζημίωση, λόγω κτήσης της νομής ακινήτου ανήκοντος στην κληρονομία από τρίτο με παράνομη και υπαίτια πράξη, απαιτείται αυτός να έχει καταστεί κύριος του ακινήτου αυτού, μετά από αποδοχή της κληρονομίας του δικαιοπαρόχου του και μεταγραφή αυτής.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα και ιδρύεται όταν από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού της συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει πλήρως και χωρίς αντιφάσεις να καλύπτεται από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μη καταλείπονται αμφιβολίες.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το μονομελές πρωτοδικείο, που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 9-4-2007 απεβίωσε ο σύζυγος και πατέρας των τέκνων της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, αλλά και αδελφός του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, Δ.

Ρ., ο οποίος δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την ίδια την ενάγουσα, κατά ποσοστό 25%, και από τα δύο τέκνα τους, κατά ποσοστό 37,5% για το καθένα. Μεταξύ της κληρονομιαίας περιουσίας του ανωτέρω αποβιώσαντος ήταν μία ισόγεια οριζόντια ιδιοκτησία (κατάστημα), που βρίσκεται επί της οδού … αριθ.

… στα … …, αποτελούμενη, κατά τον τίτλο κτήσης της, από μία αίθουσα εμβαδού 46,71 τμ, wc εμβαδού 9,10 τμ και αποθήκη εμβαδού 19 τμ, ήτοι συνολικού εμβαδού 74,81 τμ. Το κατάστημα αυτό συνορεύει με έτερο κατάστημα ιδιοκτησίας του εναγομένου, συνολικού εμβαδού 76,43 τμ. Τα δύο αυτά καταστήματα είναι στην πράξη ενοποιημένα και πριν από το θάνατο του Δ.

Ρ. χρησιμοποιούνταν από κοινού από τους δύο αδελφούς. Μετά το θάνατο του τελευταίου, ο εναγόμενος μη νόμιμα και υπαίτια χρησιμοποιούσε αποκλειστικά και μόνο αυτός το εν λόγω ακίνητο, ως αποθηκευτικό χώρο για τις ανάγκες της οικογένειάς του και αρνούνταν να παραδώσει στην ενάγουσα τα κλειδιά του, παρά τις επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις της, αλλά και την από 14-12-2009 έγγραφη εξώδικη όχλησή της, μέχρι την 23-6-2011, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, οπότε απέδωσε στην ενάγουσα το εν λόγω κατάστημα.

Συνεπώς, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα την ωφέλεια που είχε από το εν λόγω ακίνητο, η οποία αντιστοιχεί στα μισθώματα, που θα κατέβαλε για την ίδια χρήση άλλου παρόμοιου ακινήτου...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εν λόγω κατάστημα βρίσκεται κοντά στο κέντρο των Β. Α. και κοντά σε άλλα καταστήματα, η δε μηνιαία μισθωτική του αξία ανερχόταν κατά τον επίδικο χρόνο σε 3,00 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, ήτοι σε 224,43 ευρώ (3,00 ευρώΧ74,81τμ) και ως εκ τούτου το οφειλόμενο από τον εναγόμενο για την ανωτέρω αιτία ποσό ανέρχεται σε 11.33,71 ευρώ (224,43Χ50,5 μήνες".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως εφετείο δικάσαν μονομελές πρωτοδικείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή, που είχε ασκήσει η ενάγουσα για τον εαυτό της και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων της και, πέραν άλλων, που δεν ενδιαφέρουν την προκείμενη δίκη, τον είχε υποχρεώσει να της καταβάλει το παραπάνω ποσό.

Με αυτά όμως που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το εφετείο περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας των εναγόντων επί του κληρονομιαίου επιδίκου ακινήτου, δεδομένου ότι αναφέρεται μεν, ότι αυτοί τυγχάνουν εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του κυρίου του επιδίκου ακινήτου, Δ.

Ρ., κατά ποσοστό 25% η πρώτη, ως σύζυγος, και 37,5% καθένας από τους δύο άλλους, ως τέκνα του, δεν αναφέρεται όμως ότι αυτοί αποδέχτηκαν την κληρονομία αυτή και ότι μετέγραψαν τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής, όπως απαιτείται, ώστε να μεταβιβασθεί σ' αυτούς, κατά κυριότητα, το άνω ακίνητο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου και να υφίσταται εντεύθεν ευθύνη του αναιρεσίβλητου έναντι αυτών από την αναφερόμενη παράνομη και υπαίτια χρήση αυτού εκ μέρους του.

Επομένως, ο σχετικός από τον αριθ. 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 εδ. β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ψέγεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι τα χρησιμοποίησε εσφαλμένα ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε στους κανόνες δικαίου των άρθρων 1846 και 1096 επ. ΑΚ, είναι, μετά την παραδοχή του παραπάνω δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης και της αναιρετικής εμβέλειάς του, αλυσιτελής. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το παραπάνω μέρος, που αναφέρεται στην εξέταση του δευτέρου λόγου της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να παραπεμφθεί, προς εκδίκαση η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά τα σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσίβλητων, λόγω της ήττας τους, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό (άρθ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 6851/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο, που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου που καταβλήθηκε στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένα στο Δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ