Supreme Court dismisses State's appeal on inheritance acceptance under Byzantine law, rejecting retroactive registration claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court ruling regarding inheritance acceptance. The State argued that registration was required to acquire title, but the court found that under the applicable Byzantine law, acceptance via declaration was sufficient and retroactive to the decedent's death. The court held that the State's claim was inadmissible because the lower court correctly applied the pre-civil code rules governing inheritance acceptance.
Legislator headnote
AI generatedArt. 92 para.1 ESNAK; Art. 559 para. 19 CPolD: Inheritance acceptance under Byzantine law is effective upon declaration and retroactive to death, rendering subsequent registration claims by the State inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 69 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 69/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 1 Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τη Μαρία Βλάσση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσίβλητου: Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Μαργαρίτα Φλωράκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-2-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94ΤΜ/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 25/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 6-4-2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ.25/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον αυτή επιδόθηκε στις 9.3.2017, η δε κατ'αυτής αναίρεση ασκήθηκε (κατατέθηκε) στις 6.4.2017 (αρθρ.495 παρ.1, 3 και 552 επ. ΚΠολΔ). Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ.571 και 577 ΚΠολΔ).
Επειδή σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ.1 ΕισΝΑΚ "οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο", δηλαδή κατά το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Κατά τις διατάξεις των ν.12 πανδ. (28.7) ν.14 παρ.8 πανδ. (11.7) και ν.69 πανδ. (29.2) του εν λόγω προϊσχύσαντος ΒΠΔ, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται και η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση) στην κληρονομιά.
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγομένη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ'αυτή και απόκτησή της. Το δικαίωμα των εξωτικών κληρονόμων να δηλώσουν αποδοχή της κληρονομίας με τους ανωτέρω τρόπους, προκειμένου να καταστούν κληρονόμοι του θανόντος, με υπεισέλευση στην κληρονομία του, δεν υπέκειντο σε προθεσμία - επειδή ήταν προσωπικό - χάνονταν με το θάνατο του κληρονόμου.
Επίσης κατά το ίδιο δίκαιο, η από την κληρονομία κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου. Επί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής αγωγής ακινήτου λόγω υπεισέλευσης στην κληρονομιά απαιτείται η επίκληση συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες να εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομία, μη αρκούσης της επικλήσεως του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή.
Εξάλλου κατά το άρθρο 12 του Ν.2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου διαδοχής" "εάν κατά την επαγωγήν της κληρονομίας δεν υπάρχει ούτε συγγενής, ούτε σύζυγος του κληρονομουμένου καλείται ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος το Δημόσιον". Περαιτέρω κατά τα άρθρα 1868, 1869 και 1870 ΑΚ περί σχολάζουσας κληρονομιάς, που κατά την παρ.2 του προαναφερθέντος άρθρου 92 του ΕισΝΑΚ, εφαρμόζονται και στις πριν από την εισαγωγή του αποβιώσεις, η αναγνώριση του Δημοσίου, ως κληρονόμου, βεβαιώνεται με δικαστική απόφαση, από το δικαστήριο της κληρονομίας.
Η βεβαίωση αυτή του δικαστηρίου παραθέτει μαχητό τεκμήριο ότι το Δημόσιο είναι ο μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος, το οποίο (μαχητό τεκμήριο) μπορεί να ανατραπεί με ανταπόδειξη σε κάθε δίκη, ακόμη και στη δίκη έκδοσης κληρονομητηρίου, πριν από τη βεβαίωση αυτή, δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα από το Δημόσιο ή κατά του Δημοσίου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου, η δε αναδρομική ενέργεια της αποδοχής δεν συνεπάγεται και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία αποκτήθηκαν νομίμως μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, όπως η κυριότητα που αποκτήθηκε πρωτοτύπως με χρησικτησία, συμπληρωθείσα μέχρι του χρόνου της αποδοχής - υπεισέλευσης.
Εξ ετέρου κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14) 20 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3) του ΒΡΔ, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ'αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνου του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.20.12 Πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ. (41.3), 3 και 5 παρ.1 Πανδ. (41.10), 109 Πανδ. (50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ. (51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ'ουσίαν το δικαίωμα άλλου, όπως τούτο συμβαίνει όταν κάποιος κατέχει το πράγμα που του παραδόθηκε ατύπως και συνεπώς ακύρως από τον κύριο για να το κατέχει ως δικό του, σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 1054 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται κατά τα άρθρα 64 και 65 ΕισΝΑΚ και επί χρησικτησίας που άρχισε πριν και δεν συμπληρώθηκε μέχρι της θέσεως του ΑΚ σε ισχύ, απαιτείται από τον χρησιδεσπόζοντα άσκηση διανοία κυρίου νομής πράγματος δεκτικού χρησικτησίας επί εικοσαετία.
Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 1051 ΑΚ, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 249, 271, 974, 976 και 1045 ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι στην έκτακτη χρησικτησία για τον συνυπολογισμό στο χρόνο νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος πράγμα κινητό ή ακίνητο, του χρόνου νομής του τελευταίου, για τη συμπλήρωση του από το νόμο αξιουμένου χρόνου νομής (εικοσαετίας), δεν απαιτείται ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή, η οποία (ειδική διαδοχή) αναγνωριζόμενη από τον ΑΚ, χωρεί με παράδοση, που γίνεται με τη βούληση του τέως νομέα (ΑΚ 976) και έχει την έννοια ότι σ'εκείνον που αποκτά μεταβιβάζεται η ίδια νομή, την οποία έχει και εκείνος που μεταβιβάζει και παραδίδει.
Σε περίπτωση που πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου χρησικτησίας, που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος κατά τη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος κατά τη διάρκεια ισχύος του ΒΡΔ, τότε, κατ'εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ, υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των τριάντα ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μικρότερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί το προηγούμενο δίκαιο και η 30ετία θα αρχίσει από την έναρξη της νομής του δικαιοπαρόχου, αν δε αντίθετα υπολείπεται χρόνος μεγαλύτερος των είκοσι ετών, θα εφαρμοσθεί ο ΑΚ και η 20ετία που καθορίζεται από αυτόν θα αρχίσει από την ισχύ τούτου, ήτοι από 23.2.1946.
Η επίκληση όμως του πριν από τον ΑΚ χρόνου χρησικτησίας θα γίνει με τα προσόντα του προηγούμενου δικαίου, δηλαδή η νομή να ασκήθηκε με διάνοια κυρίου και καλή πίστη. Εξ ετέρου για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται, κατά το άρθρο 1041 ΑΚ, άσκηση καλόπιστης νομής, με νόμιμο τίτλο επί 10ετία, ενώ κατά το άρθρο 1042 του ίδιου κώδικα, ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ'ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παράβαση, τούτο δε συμβαίνει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του ή εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του.
Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς και χωρίς αμφιβολίες τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, με επίκληση, προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή της αναιρεσίβλητης, τη διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής του στα Κτηματολογικά βιβλία και των κατ'αυτής ισχυρισμών του εναγομένου - αναιρεσείοντος Δημοσίου περί ιδίας κυριότητας και περί ακινήτου εξηρημένου της χρησικτησίας "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση "…" της περιφέρειας της … και ήδη της κοινοτικής ενότητας …, έχει εμβαδόν 3535 τμ, δεν περιέχει κανένα κτίσμα και απεικονίζεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία....στο από Δεκεμβρίου 1996 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού δομικών έργων Τ.Ε.
Λ. Ι.Β. και συνορεύει κατ'αυτό.....Δυνάμει του με αριθμό …/6.4.1937 συμβολαίου αγοραπωλησίας επί εξωνήσει του συμβ/φου Ερμούπολης Γ. Λ.Α., νομ. μεταγ....., ο Δ. Ρ. αγόρασε το επίδικο ακίνητο από τον Ι. Ν.Π., το οποίο περιγράφεται στο εν λόγω συμβόλαιο ως μία χωραφίδα που βρίσκεται στη θέση "…" στο …, εκτάσεως μίας ζευγαριάς, που συνορεύει.......Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στην κυριότητα του Ι.
Ν. Π. από αγορά από την Α. συζ. Μ. Δ., δυνάμει του με αριθμό …/16-11-1934 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης, Ν. Π. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου......Στην Α. Δ. είχε περιέλθει από δωρεά εν ζωή από την Μ. χήρα Ι. Δ., δυνάμει του με αριθμό …/11.10.1933 δωρητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Γ.
Λ. Α., νομ.μεταγ.... Στη δε Μ. Δ. είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμό …/3.10.1882 προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σύρου Α., Π. Β., νομίμως μεταγεγραμμένου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο Δ. Ν. Ρ., ο οποίος όπως προαναφέρθηκε, ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου, δυνάμει του προαναφερομένου με αριθμό …/1937 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη στις 13-9-1941 και κατέλειπε μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, τη σύζυγο του, Φ.
Ρ., το γένος Β. Π., κάτοικο εν ζωή …, η οποία απεβίωσε στις 8.10.1941, χωρίς να αφήσει διαθήκη. Κατόπιν της από 10-11-1966 αιτήσεως του εφεσίβλητου - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 14/1967 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία βεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχουν άλλοι κληρονόμοι της αποβιωσάσης, Φ.
χήρας Δ. Ρ., πλην του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο κλήθηκε στην έκτη τάξη της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής της. Η δε ως άνω απόφαση μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ερμούπολης στις 6-10-1967, στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό … και το εφεσίβλητο - εναγόμενο καταχώρησε το επίδικο, ως ανήκον στην κληρονομιαία περιουσία της Φ.
Ρ., στο βιβλίο καταγραφής κτημάτων, ως δημόσιο κτήμα με ΑΒΚ …. Εξάλλου αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το έτος 1939 ο Ν. Π. ή Γ. αγόρασε άτυπα το επίδικο ακίνητο από τον Δ. Ν. Ρ. και από τότε το κατείχε και το νεμόταν, διανοία κυρίου, με καλή πίστη, με την ειλικρινή πεποίθηση ότι δια της κτήσεως της νομής του ακινήτου, που του παραδόθηκε από τον κύριο αυτού Δ.
Ρ., δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου, διενεργώντας σε αυτό όλες τις προσιδιάζουσες προς την φύση του πράξεις νομής, ήτοι το καλλιεργούσε με κριθάρι, ρεβίθια, φασόλια και το χρησιμοποιούσε και για βοσκή, φύτεψε δε σ'αυτό και εννέα συκόδενδρα. Στη συνέχεια ο Ν. Π., δώρισε εν ζωή το επίδικο ακίνητο, στον υιό του Ι.
Π. του Ν., με το νόμιμα μεταγραμμένο (τόμο … και α.α. …)με αριθμό …/11-3-1963, δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου, Γ. Α., ο οποίος συνέχισε να νέμεται αυτό (επίδικο) διάνοια κυρίου, διενεργώντας σ'αυτό πράξεις νομής, ήτοι φροντίζοντας και επιτηρώντας αυτό και μισθώνοντας το στους Μ. Ρ. και τον Α.
Β. (βλ κατάθεση μάρτυρα εκκαλούντος - ενάγοντος Λ. Ρ.). Κατά τον παραπάνω χρόνο δωρεάς του επιδίκου ακινήτου (11-3-1963), ο Ι. Π. δεν απέκτησε κυριότητα επ'αυτού, με παράγωγο τρόπο, λόγω της δωρεάς, διότι ο δωρητής αυτού, Ν. Π., δεν ήταν κύριος του επιδίκου, όπως απαιτείται κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, ούτε με παράγωγο τρόπο, καθόσον το αγόρασε από τον κύριο αυτού (επιδίκου), Δ.
Ρ., άτυπα, ήτοι χωρίς συμβολαιογραφικό έγγραφο και επομένως άκυρα με παράγωγο τρόπο, αλλά ούτε με έκτακτη χρησικτησία, αφού ο χρόνος που νεμόταν αυτό διάνοια κυρίου, που στην προκειμένη περίπτωση αρχίζει, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη και τα άρθρα 64 και 65 ΕισΝΑΚ, από τις 23-2-1946 ( χρόνος ισχύος ΑΚ )μέχρι 11-3-1963, ήταν μικρότερος της 20ετίας, που απαιτείται για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, λαμβανομένου υπόψη ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για συνυπολογισμό χρόνου, που έχει διαρρεύσει κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του ΑΚ και κατά ένα μέρος του κατά τη διάρκεια ισχύος του β.ρ.δ., και τότε, κατ' εφαρμογή των άρθρων 64 και 65 του ΕισΝΑΚ, αν με τον συνυπολογισμό του χρόνου που έχει διαρρεύσει πριν από τον ΑΚ, υπολείπεται προς συμπλήρωση του χρόνου των 30 ετών, που απαιτείται κατά το προηγούμενο δίκαιο, χρόνος μεγαλύτερος των 20 ετών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, εφαρμόζεται ο ΑΚ και η 20ετία που καθορίζεται από αυτόν θα αρχίσει από την ισχύ τούτου (23-2-1946).
Επομένως ο Ι. Π. (δικαιοπάροχος του εκκαλούντος - ενάγοντος) δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, ήτοι με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, γιατί ο δωρητής (Ν. Π.) δεν ήταν κύριος του επιδίκου ακινήτου. Όμως, όπως προαναφέρθηκε, με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο, ο χρησιδεσπόζων Ν.
Π. παρέδωσε στον υιό του Ι. Π., την νομή που είχε ο ίδιος επί του επιδίκου και ο οποίος συνέχισε να νέμεται αυτό διάνοια κυρίου και επομένως με προσμέτρηση του χρόνου νομής του χρησιδεσπόζοντος πατέρα του στον χρόνο της δικής νομής, ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος - ενάγοντος, Ι. Π., κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία στις 24-2-1966, αφού από τις 23-2-1946 μέχρι 23-2-1966 παρήλθε χρονικό διάστημα είκοσι ετών.
Συνεπώς εφόσον ο θάνατος της κληρονομουμένης Φ. χήρας Δ. Ρ., επήλθε στις 8-10-1941 (πριν την ισχύ του ΑΚ) και από 23-2-1946 μέχρι την μεταγραφή της με αριθμό 14/1667 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία βεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχουν άλλοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της αποβιωσάσης χωρίς διαθήκη, Φ. χήρας Δ.
Ρ., πλην του εφεσίβλητου - εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, που έγινε στις 6-10-1967 (βλ. το με αριθμό πρωτ. …/2012 πιστοποιητικό του μεταγραφοφύλακα Σύρου), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ο δικαιοπάροχος του εκκαλούντος - ενάγοντος Ι. Π. κατέστη κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και έτσι δεν περιλαμβανόταν αυτό (επίδικο) στην κληρονομιαία περιουσία της Φ.
χήρας Δ. Ρ., η οποία, όπως προαναφέρθηκε είχε κληρονομήσει, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος, τον σύζυγο της Δ. Ρ. και επομένως το εφεσίβλητο - εναγόμενο δεν κατέστη κύριος του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής, λόγω του ότι αυτό δεν ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία και τούτο διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, με την επαγωγή της κληρονομιάς, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1846, 1198 και 1199 ΑΚ, δεν επέρχεται αυτοδικαίως μεταβίβαση της κυριότητας στα ακίνητα της κληρονομιάς, αλλά απαιτείται και μεταγραφή, η οποία, οποτεδήποτε και αν γίνει, ανατρέχει στο χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή έχει αναδρομική ενέργεια, η οποία δεν συνεπάγεται πάντως και την κατάλυση των δικαιωμάτων τρίτων, τα οποία αποκτήθηκαν νόμιμα μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, όπως της κυριότητας που κτήθηκε με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί μέχρι το χρόνο της μεταγραφής, όπως στην προκειμένη περίπτωση.
Στη συνέχεια ο Ι. Π., που απεβίωσε στις 5-12-1995, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κληρονομήθηκε από τους : 1)Μ. χήρα Ι. Σ., 2) Α. Π. του Ν., 3) Π. Π. του Ν., 4)Ε. συζ. Μ. Δ., 5)Τ. Π. του Τ. και 6) Ν. Π. του Τ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ'αυτούς κληρονομιά του κληρονομουμένου Ι. Π., στην οποία ανήκε και το επίδικο, με την με αριθμό …/1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου, Ε.
Α., νόμιμα μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ερμούπολης Σύρου (τόμο … και αριθ. …) και τέλος δυνάμει του υπ'αριθμ. …/20-1-1997 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, της συμβολαιογράφου Ερμούπολης Σύρου, Ε. Α., νομίμως μεταγραμμένου στο Υποθηκοφυλακείο Σύρου (τόμος … και αριθμό …), ο εκκαλών - ενάγων αγόρασε το ως άνω περιγραφόμενο επίδικο ακίνητο από τους παραπάνω κληρονόμους του Ι.
Π., ήτοι από αληθείς κυρίους.
Συνεπώς ο εκκαλών - ενάγων απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο. Το εφεσίβλητο - εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου, όπως προαναφέρθηκε, με παράγωγο τρόπο, λόγω κληρονομικής διαδοχής . Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το εφεσίβλητο - εναγόμενο ουδεμία πράξη νομής ενήργησε επί του επιδίκου και ο ισχυρισμός αυτού περί κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου με χρησικτησία είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι τόσο οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του εκκαλούντος - ενάγοντος, όσο και ο τελευταίος, κατείχαν το επίδικο ακίνητο και ασκούσαν σ'αυτό πράξεις νομής, διάνοια κυρίου με την ειλικρινή πεποίθηση ότι είναι κύριοι και δεν θίγονται δικαιώματα τρίτων και συγκεκριμένα αρχικά ο απώτερος δικαιοπάροχος Ν.
Π. από την άτυπη αγορά αυτού από τον αληθή κύριο, Δ. Ρ., καλλιεργούσε αυτό με σιτηρά, φασόλια, ρεβίθια, φύτεψε εννέα συκόδεντρα και συνέλεγε τους καρπούς τους, περιέφραξε αυτό με ξηρολιθιά και το χρησιμοποιούσε και για βοσκή μέχρι το 1963, που το δώρισε στον υιό του Ι. Π. με το με αριθμό …/11-3-1963, δωρητήριο συμβόλαιο, ο οποίος συνέχισε να νέμεται το επίδικο ακίνητο διάνοια κυρίου, διενεργώντας σ'αυτό πράξεις νομής, ήτοι φροντίζοντας, επιτηρώντας, επιβλέποντας και μισθώνοντας αυτό στους Μ.
Ρ. και τον Α. Β.. Στη συνέχεια, λόγω του ότι το εφεσίβλητο -εναγόμενο παραχώρησε τη χρήση του επιδίκου με σχετική απόφαση το 1979 στους προσκόπους, οι οποίοι έθεσαν επ'αυτού σχετική πινακίδα και προέβησαν σε δενδροφύτευση, ο Ι. Π., ο οποίος κατείχε και νεμόταν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, αντέδρασε άμεσα και αφού αφαίρεσε τόσο την πινακίδα, όσο και τα δένδρα που φύτευσαν οι πρόσκοποι, προασπίζοντας το δικαίωμα κυριότητας του επί του επιδίκου, άσκησε ανακοπή τόσο κατά του από 25-2-1980 πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, όσο και κατά του από 19-3-1980 πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης, που εξέδωσε το εφεσίβλητο -εναγόμενο, ζητώντας την ακύρωση αυτών, επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθμούς 28/1980 και 29/1980 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης Σύρου αντίστοιχα, με τις οποίες ακυρώθηκαν τα προαναφερόμενα πρωτόκολλα, με το σκεπτικό ότι το επίδικο ακίνητο ήταν πάντοτε στην κατοχή και νομή τόσο του Ν.
Π., όσο και του Ι. Π., δικαιοπαρόχων του εκκαλούντος - ενάγοντος. Μετά τον επισυμβάντα το 1995 θάνατο αυτού οι κληρονόμοι του, συνέχισαν να νέμονται αυτό διάνοια κυρίου, επιτηρώντας και φροντίζοντας αυτό, καταβάλλοντας τον αναλογούντα φόρο κληρονομιάς, δήλωσαν αυτό στις δημόσιες αρχές, τοπογράφησαν αυτό και τέλος το μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως στον εκκαλούντα - ενάγοντα με νόμιμο τίτλο, ο οποίος και αυτός συνέχισε να νέμεται αυτό διάνοια κυρίου, ενεργώντας πράξεις νομής, όπως επίβλεψη, φροντίδα, δήλωσε αυτό στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.
στο έντυπο Ε9 και δήλωσε αυτό στην οικεία υπηρεσία Κτηματολογίου κατά την έναρξη της κτηματογράφησης στην Σύρο, όπου έλαβε ΚΑΕΚ …. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο απόσπασμα προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων της α'ανάρτησης, που εστάλη στον εκκαλούντα - ενάγοντα, το επίδικο ακίνητο είχε καταχωρηθεί στην κυριότητα του εφεσίβλητου - εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου με τις παρατηρήσεις ότι "σύνολο ή τμήμα του ακινήτου διεκδικείται από το ελληνικό δημόσιο (διεύθυνση Δασών Ν.
Κυκλάδων, υπ' αριθμ. 14/1967 δικαστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου), χωρίς να αναγνωρίζεται κάποιο ποσοστό δικαιώματος στον εκκαλούντα - ενάγοντα. Ο τελευταίος υπέβαλε ένσταση στην αρμόδια επιτροπή, πλην όμως αυτή απορρίφθηκε και όταν του κοινοποιήθηκαν τα κτηματολογικά στοιχεία της β'ανάρτησης, επαναλαμβανόταν η ίδια παρατήρηση "το σύνολο ή τμήμα του ακινήτου έχει καταχωρηθεί στους πίνακες στο όνομα Υπουργείο Οικονομικών Κτημ.
Υπηρεσία (ΑΠ …) (έχει υποβληθεί αντίθετη δήλωση)" και με την επιπρόσθετη παρατήρηση "έχει υποβληθεί δήλωση από Υπουργείο Οικονομικών κτηματική Υπηρεσία με ΑΠ. …, δεν προέκυψε μεταβολή των στοιχείων του ακινήτου σύμφωνα με την Α.Π … ένσταση, τα στοιχεία τα οποία μας προσκομίσατε κρίθηκαν ανεπαρκή και ως εκ τούτου δεν συμπεριληφθήκατε στους προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες, το παρόν δεν αποτελεί απόσπασμα των κτηματολογικών πινάκων, αλλά περιλαμβάνει τα στοιχεία της δήλωσης σας".
Ο εκκαλών - ενάγων προσέφυγε κατά των προσωρινών εγγραφών β'ανάρτησης ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής ενστάσεων με την υπ'αριθμ. πρωτ. …/2003προσφυγή του, ζητώντας να καταχωρηθεί δικαίωμα του πλήρους κυριότητας 100% επί του επιδίκου ακινήτου, το οποίο έχει καταχωρηθεί εσφαλμένα στους κτηματολογικούς πίνακες στο Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών).
Η προσφυγή αυτή έγινε δεκτή από την αρμόδια επιτροπή ενστάσεων με την με αριθμό … /15-12-2003 απόφαση της, πλην όμως το επίδικο καταχωρήθηκε στους κτηματολογικούς πίνακες, στην κυριότητα του εφεσίβλητου - εναγομένου, εγγραφή η οποία είναι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, ανακριβής. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, ο εκκαλών - ενάγων έγινε κύριος του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο (αγορά από αληθείς κυρίους ), αλλά και με τακτική χρησικτησία, αφού νεμόταν αυτό με νόμιμο τίτλο, διάνοια κυρίου με καλή πίστη και την ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν παραβιάζεται δικαίωμα τρίτου και ιδίως του εφεσίβλητου - εναγομένου, πάνω από δεκαετία.
Το εφεσίβλητο - εναγόμενο δεν έγινε κύριος του επιδίκου, ούτε με παράγωγο τρόπο, καθόσον κατά τον χρόνο μεταγραφής της δικαστικής απόφασης με την οποία βεβαιώθηκε ότι δεν υπάρχουν άλλοι κληρονόμοι της Φ. Ρ., πλην του ελληνικού δημοσίου, το επίδικο ακίνητο δεν ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία, όπως προαναφέρθηκε, αλλά ούτε με πρωτότυπο τρόπο, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτό νεμόταν το επίδικο.
Ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου - εναγομένου εκ των διατάξεων των άρθρων 2 και 4 του Α.Ν. 1539/1938 είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, η απαγόρευση αυτή προϋποθέτει ακίνητα, που ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου και στην προκειμένη περίπτωση το εφεσίβλητο - εναγόμενο δεν απέκτησε ποτέ κυριότητα επί του επιδίκου.
Επομένως, εφόσον αποδείχθηκε η κυριότητα του εκκαλούντος - ενάγοντος, επί του προαναφερόμενου ακινήτου, η αρχική εγγραφή του επιδίκου (ΚΑΕΚ …) ως κύριος το εφεσίβλητο - εναγόμενο είναι ανακριβής, και προσβάλλει το δικαίωμα κυριότητας του εκκαλούντος - ενάγοντος επί του ακινήτου αυτού, διότι κατά τα προαναφερόμενα, αυτό ανήκει στην κυριότητα του εκκαλούντος - ενάγοντος.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η κυριότητα του εκκαλούντος -ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σύρου, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη, απορρίψαν τους ισχυρισμούς του εναγομένου περί ιδίας κυριότητας ως κληρονόμου κληθέντος στην έκτη τάξη, άλλως λόγω χρησικτησίας.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί κληρονομικού δικαιώματος του Δημοσίου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου στην έκτη τάξη (αφού το επικαλούμενο στην απόφαση άρθρο 1824 ΑΚ είναι ταυτόσημο με το αναφερόμενο στη νομική σκέψη και καταλαμβάνον την ένδικη περίπτωση άρθρο 12 του Ν.2310/1920) καθώς και τις περί κληρονομικής διαδοχής διατάξεις των εξωτικών κληρονόμων του προϊσχύσαντος δικαίου, που σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ.1 του ΕισΝΑΚ ήταν εφαρμοστέο, καθώς και τις αυτεπαγγέλτως προστιθέμενες (αρθρ. 562 παρ.4 ΚΠολΔ) και εφαρμοσθείσες, κατά την παρ.2 του ίδιου άρθρου του ΕισΝΑΚ, διατάξεις των άρθρων 1868, 1869 και 1870 ΑΚ, καθόσον τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, καλύπτουν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στις προαναφερθείσες οικείες νομικές σκέψεις.
Προσέτι το Εφετείο δεν παραβίασε και τις επίσης αυτεπαγγέλτως προστιθέμενες και προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγώγου, αλλά και πρωτοτύπου από τακτική και έκτακτη χρησικτησία διατάξεις, τόσο του ισχύοντος όσο και του προϊσχύσαντος δικαίου. Ειδικότερα από τα ως άνω γενόμενα δεκτά, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν στο πρόσωπο του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου οι νόμιμες προϋποθέσεις για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, λόγω αγοράς από κυρίους (που οι ίδιοι και οι άμεσοι και απώτεροι δικαιοπάροχοί τους είχαν γίνει κύριοι παραγώγως και πρωτοτύπως), καθώς και με τακτική χρησικτησία, αφού αυτός (ενάγων) νεμήθηκε το επίδικο με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη επί μία 10ετία.
Συγκεκριμένα γίνεται δεκτό ότι ο ενάγων αγόρασε το επίδικο, το οποίο και νεμήθηκε κατά τα άρθρα 1041 ΑΚ, με νομ.μετ. αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1997 από τους καταστάντες το ίδιο έτος (1997) κυρίους, με αποδοχή και μεταγραφή της εξ αδιαθέτου κληρονομιάς του Ι. Π., που είχε καταστεί κύριος στις 23.2.1966 με έκτακτη χρησικτησία λόγω ασκήσεως 20ετούς νομής από της ισχύος του Αστικού Κώδικα (23.2.1946), με την προσμέτρηση στο δικό του χρόνο νομής, που άρχισε στις 19.3.1963 της νομής του δικαιοπαρόχου πατέρα του, που νεμόταν το επίδικο από το 1939, που είχε, με άτυπη αγορά, αποκτήσει τη νομή του από τον Δ.
Ν.Ρ., ο οποίος καθώς και οι δικαιοπάροχοί του Ι. Π., Α. Δ. και Μ. Δ. είχαν καταστεί κύριοι ου επιδίκου παραγώγως με τους αναφερόμενους στην απόφαση νόμιμα μετάγεγρ. τίτλους των ετών 1937, 1934, 1933 και 1877. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κλήθηκε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος στη έκτη τάξη της αποβιώσασας πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) και δή στις 8.10.1941 Φ.
Δ. Ρ., η οποία ήταν η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος στις 13.9.1941 απώτερου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος Δ. Ρ.. Μέχρι όμως της δημοσιεύσεως (και όχι της μεταγραφής) της σχετικής υπ'αριθμ.14/20.1.1967 βεβαιωτικής αποφάσεως του Πολ.Πρωτ.Σύρου, που αποτελεί και την πρώτη πράξη αναμείξεως του Δημοσίου στην κληρονομιά, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος Ι.
Π. είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας από έκτακτη χρησικτησία, ήδη από τις 23.2.1966. Περαιτέρω με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενό της, διέλαβε σ'αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της αποκτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τον απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντα Ι.
Π. με έκτακτη χρησικτησία, στο διάστημα που μεσολάβησε από τις 8.10.1941 που πέθανε η Φ. συζ.Δ. Ρ. μέχρι τότε που αναμείχθηκε στην κληρονομιά της το Δημόσιο και το οποίο δικαίωμα του εν λόγω απώτερου δικαιοπαρόχου δεν μπορούσε να καταλυθεί από το ότι η αποδοχή ανατρέχει στο χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης.
Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δύο λόγοι της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω οι αιτιάσεις των ίδιων λόγων κατά τις οποίες το Εφετείο δέχθηκε ότι για την απόκτηση από το Δημόσιο της κυριότητας των κληρονομηθέντων ακινήτων χρειαζόταν και μεταγραφή που ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, ενώ κατά το εφαρμοστέο ενόψει του άρθρου 92 παρ.1 του ΕισΝΑΚ προϊσχύσαν ΒΡΔ αρκούσε η υπεισέλευση, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού και κατά το χρόνο της επίμαχης υπεισελεύσεως, που πράγματι ήταν εκείνος της δημοσιεύσεως της προαναφερθείσας βεβαιωτικής δικαστικής αποφάσεως - 20.1.1967 - (αφού κατά το άρθρο 1870 ΑΚ δεν νοείται η από το Δημόσιο υπεισέλευση σε προγενέστερο χρόνο) και που ανατρέχει (όπως η μεταγραφή της ΑΚ 1199) στο χρόνο θανάτου της κληρονομουμένης, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε αποκτήσει από προγενέστερο χρόνο, ήτοι από 23.2.1966 δικαίωμα κυριότητας που δεν μπορούσε να καταλυθεί.
Προσέτι οι αιτιάσεις του δεύτερου λόγου κατά τις οποίες γίνεται ως νομική σκέψη επίκληση των διατάξεων του ισχύοντος και όχι του προϊσχύσαντος και εφαρμοστέου δικαίου ως προς την αποδοχή και απόκτηση των κληρονομιαίων ακινήτων, είναι αλυσιτελείς, αφού ελλείψεις και ατέλειες της μείζονος πρότασης (που στην ένδικη περίπτωση εμπεριέχεται ως προς το επίμαχο ζήτημα στο αιτιολογικό της αποφάσεως), δηλαδή η μη αναγραφή των ορθών νομικών διατάξεων που θεμελιώνουν την έννομη συνέπεια δεν καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, αφού ως αιτιολογίες, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντ. , 305 αρ.4 και 559 αρ.19 ΚΠολΔ, νοούνται μόνο οι πραγματικές παραδοχές.
Αρκεί να υπάρχει, κανόνας δικαίου (όπως στην ένδικη διαφορά το προϊσχύσαν ΒΡΔ περί υπεισελεύσεως κ.λπ. στην κληρονομιά) ο οποίος με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας να επάγεται την γενομένη δεκτή έννομη συνέπεια. Ενόψει τούτων η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (αρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ) να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ'αριθμ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.4.2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά του Γ. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ'αριθμ.25/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ