Supreme Court dismisses appeal claiming lower court misinterpreted private contracts regarding exclusive distribution status.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's partial acceptance of a distribution contract dispute. The appellant argued the appellate court misinterpreted specific clauses in three private agreements to wrongly classify the appellant as an exclusive distributor. The court found the appeal baseless because the lower court correctly read the documents but reached a different conclusion, a finding that is legally unreviewable on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 1 and 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the court of first instance correctly read the evidence but reached a different conclusion, as such factual evaluation is unreviewable, or if the document was merely one of several considered without being the sole basis for the verdict.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 533 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 533/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουράκο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-06-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2965/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3016/2020 του Μονομελές Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-06-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 12/6/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 3016/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις που άσκησαν αμφότερες οι διάδικες πλευρές κατά της με αριθμό 2965/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί εν μέρει την από 20/6/2016 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006, Ολ 4/2005, ΑΠ 326/2018, ΑΠ 191/2018).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999, ΑΠ 935/2020, ΑΠ 1392/2019). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 30/1997, ΑΠ 224/2018, ΑΠ 162/2018).
Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1112/2018, ΑΠ 191/2016).
Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμενης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.
Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής, η οποία όμως αίρεται, κατ' αρχήν, όταν εντός αυτής η διανομή περιορίζεται συμβατικά από τον παραγωγό σε ορισμένα μόνον σημεία ή σε περιορισμένο κύκλο πελατών, αφού ο περιορισμός αυτός επηρεάζει καταφανώς την επιχειρηματική δραστηριότητα του διανομέα και μειώνει την αυτοδέσμευση του παραγωγού.
Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών.
Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, αντιδιαστέλλεται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361 ΑΚ, 1 παρ. 2 του ΠΔ 219/1991 και 14 παρ. 4 Ν. 3577/2007, είναι δυνατή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, και επί της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικώς στο νόμο, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).
Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας.
Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.
Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιό του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018).
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (Ολ ΑΠ 16/2013). (ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019).
Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π. δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα.
Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης, διαρκώς και αποκλειστικώς, των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013).
Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος.
Δηλαδή, με βάση τα στοιχεία αυτά, επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης, από την παρ. 1 εδ. α' αυτού, αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΑΠ 1369/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη με αριθμό 3016/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον πρώτο αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία με την• επωνυμία "..." (αναιρεσίβλητη), δραστηριοποιείται στον τομέα διανομής καταναλωτικών προϊόντων, η δε εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (αναιρεσείουσα) δραστηριοποιείται στον τομέα παρασκευής, εισαγωγής και διανομής τροφίμων, που φέρουν το σήμα ...
και .... Στο πλαίσιο των ως άνω δραστηριοτήτων τους, οι εν λόγω εταιρείες, συνήψαν, στο ..., την από 1.4.2009 σύμβαση αποκλειστικής διανομής, με την οποία, η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση αποκλειστικής διανομής των καταναλωτικών προϊόντων εμπορίας της εναγομένης, στους Νομούς ..., ..., ... και ..., καθώς και 1) σε μεμονωμένους (ανεξάρτητους) πελάτες (που δεν ανήκουν σε Όμιλο). 2) σε πελάτες μέλη Ομίλων (..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., κλπ), 3) στα καταστήματα της εταιρείας ... , στους ανωτέρω νομούς και 4) στις εταιρείες "..." και "..." (σε όλα τα καταστήματα), εκτός προϊόντων P/L, ανεξαρτήτως περιοχών.
Ως αμοιβή συμφωνήθηκε έκπτωση 14% επί του εκάστοτε ισχύοντος επισήμου τιμοκαταλόγου των προϊόντων και επί του μικτού τζίρου αφαιρουμένων των επιστροφών, ενώ συμφωνήθηκε και έκπτωση (μπόνους) βάσει στόχου τζίρου με δύο κλίμακες στόχων (1% και 2%). Οι τιμές πώλησης των προϊόντων προς τους πελάτες, συμφωνήθηκε ότι θα είναι οι τιμές του εκάστοτε ισχύοντος επισήμου τιμοκαταλόγου της εναγομένης.
Ακολούθως, οι ανωτέρω εταιρείες συνήψαν την από 1.1.2010 έγγραφη συμφωνία, με όμοιο περιεχόμενο με την προηγούμενη από 1.4.2009 σύμβαση, συμπεριλαμβάνοντας επιπλέον την περιοχή του Νομού ... για την αποκλειστική διανομή των ανωτέρω προϊόντων. Επίσης, την 1.1.2011, συνήψαν νέα σύμβαση με το ίδιο ως άνω περιεχόμενο, εκτός από το ύψος της έκπτωσης επί του εκάστοτε ισχύοντος τιμοκαταλόγου το οποίο καθορίσθηκε σε 10% επί του εκάστοτε ισχύοντος επισήμου τιμοκαταλόγου των προϊόντων και επί του μικτού τζίρου αφαιρουμένων των επιστροφών και της συμφωνίας περί επιστροφών, το ποσοστό των οποίων σε αξία συμφωνήθηκε ότι δεν θα υπερβαίνει το 1% του τιμολογημένου τζίρου σε ετήσια βάση.
Σε εφαρμογή των όρων των ανωτέρω συμβάσεων, η ενάγουσα, αγόραζε από την εναγομένη τα συμβατικά προϊόντα, για τα οποία η εναγομένη εξέδιδε τιμολόγια δελτία αποστολής, η δε ενάγουσα, μεταπωλούσε, στη συνέχεια, στις προαναφερόμενες κατηγορίες πελατών. Με βάση τα ανωτέρω. η εμπορική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων είχε χαρακτήρα, διανομής, είχε, δε καταστεί, σύμφωνα με το άρθρο 8 Π.Δ. 219/1991, αορίστου χρόνου, καθόσον, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, καταρτίζονταν αλυσιδωτές ορισμένου χρόνου, συμβάσεις, με ταυτόσημο ή, κυρίως, με ίδιο περιεχόμενο, χωρίς να αποτελούν κάθε φορά αντικείμενο διαπραγμάτευσης, μεταξύ τον μερών, όλοι οι διέποντες τη συνεργασία τους ουσιώδεις συμβατικοί όροι, αφού εξακολουθούσαν, κατά βάση, να ισχύουν αυτοί, που περιέχονταν, σε προγενέστερες συμβάσεις.
Επιπλέον, με βάση τα παραπάνω, οι ένδικες συμβάσεις φέρουν το χαρακτήρα αποκλειστικότητας, καθόσον η εναγομένη τιμολογούσε, μόνον, στην ενάγουσα, η οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε τα προϊόντα στις τιμές, που καθορίζονταν από τον εκάστοτε ισχύον επίσημο τιμοκατάλογο της εναγομένης, φέροντας η ίδια τον επιχειρηματικό κίνδυνο από τη μεταπώληση των προϊόντων.
Σύμφωνα, δε, με όρους της σύμβασης, η ενάγουσα είχε αναλάβει την υποχρέωση να ενημερώνει για την πορεία των πωλήσεων την εναγομένη με αναλυτικά στοιχεία ανά πελάτη (κωδικοί - ποσότητες - αξίες) ανά τρίμηνο, ενώ τα εμπορεύματα μεταφέρονταν με μεταφορικά μέσα της εναγομένης από την … στις κεντρικές αποθήκες της ενάγουσας στο ... ....
όπου αποθηκεύονταν μέχρι να διανεμηθούν με μεταφορικά μέσα της ενάγουσας στα σημεία πώλησης. Επίσης, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, η ενάγουσα είχε υποχρέωση προβολής και προώθησης των προϊόντων στους πελάτες, το κόστος των οποίων κάλυπτε η εναγομένη μετά την έκδοση σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών από την ενάγουσα.
Εξάλλου, η ενάγουσα για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων είχε εξασφαλίσει ικανή επιχειρηματική οργάνωση και συγκεκριμένα διέθετε λογιστήριο, αποθηκευτικό χώρο με τον αναγκαίο εξοπλισμό για τη φύλαξη, αποθήκευση και συντήρηση των προϊόντων, γραφεία, οκτώ πωλητές, οδηγό, αποθηκάριο και δικά της μεταφορικά μέσα για τη διανομή των προϊόντων, είχε, δε, και υποχρέωση μη ανταγωνισμού, καθόσον είχε υποχρέωση αποστολής ανά τρίμηνο αναλυτικών στοιχείων των πωλήσεων για κάθε πελάτη.
Με τον τρόπο αυτό συνεργασίας των εταιρειών η εναγομένη είχε ενσωματώσει πλήρως την ενάγουσα στην επιχειρηματική της οργάνωση. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του. έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε, ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και, όσα, αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη, με τον πρώτο και τρίτο λόγο της έφεσής της, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμα.....".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες συμβάσεις είχαν το χαρακτήρα αυτών της αποκλειστικής διανομής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 ν. 3557/2007 και 361 ΑΚ, υπαγάγοντας ορθά στην έννοια αυτών, όπως αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, με βάση τα οποία αφενός μεν η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση ήταν αποκλειστικής διανομής, αφετέρου δε η αναιρεσίβλητη διανομέας ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της αναιρεσείουσας, ώστε να είναι καταρχήν δυνατή στην κρινόμενη υπόθεση η αναλογική εφαρμογή και των διατάξεων των άρθρων 8 και 9 του π.δ. 219/1991, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης, α) οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ τους σύμβαση ως αποκλειστικής διανομής, β) με την αρχική σύμβαση η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση αποκλειστικής διανομής των καταναλωτικών προϊόντων εμπορίας της αναιρεσείουσας στις καθορισθείσες περιοχές, ίδιο δε περιεχόμενο κατ' αυτό είχαν και οι μεταγενέστερες μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, γ) η αναιρεσείουσα τιμολογούσε τα προϊόντα της στην ίδια γεωγραφική περιοχή μόνον στην αναιρεσίβλητη, με την έννοια δηλαδή της αυτοδέσμευσής της να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές της αναιρεσίβλητης μέσα στην περιοχή της διανομής, αυτή δε, στη συνέχεια, μεταπωλούσε τα προϊόντα αυτά στις τιμές, που καθορίζονταν από τον εκάστοτε ισχύον επίσημο τιμοκατάλογο της εναγομένης, φέροντας η ίδια τον επιχειρηματικό κίνδυνο από τη μεταπώληση των προϊόντων, δ) η αναιρεσίβλητη είχε συμβατική υποχρέωση μη ανταγωνισμού, να μη διανέμει δηλαδή ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή, επί πλέον δε η τελευταία, ε) είχε εξασφαλίσει για την υλοποίηση των συμφωνηθέντων ικανή επιχειρηματική οργάνωση και συγκεκριμένα διέθετε λογιστήριο, αποθηκευτικό χώρο με τον αναγκαίο εξοπλισμό για τη φύλαξη, αποθήκευση και συντήρηση των προϊόντων, γραφεία, οκτώ πωλητές, οδηγό, αποθηκάριο και δικά της μεταφορικά μέσα για τη διανομή των προϊόντων, στ) είχε αναλάβει την υποχρέωση να ενημερώνει για την πορεία των πωλήσεων την εναγομένη με αναλυτικά στοιχεία ανά πελάτη και ζ) είχε υποχρέωση προβολής και προώθησης των προϊόντων στους πελάτες, το κόστος των οποίων κάλυπτε η εναγομένη μετά την έκδοση σχετικών τιμολογίων παροχής υπηρεσιών από την ενάγουσα, και, συνεπώς, υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών αυτών γεγονότων που έγιναν δεκτά και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού, ότι η αναιρεσίβλητη συνδεόταν με την αναιρεσείουσα με σύμβαση αποκλειστικού διανομέα των προϊόντων της στη συγκεκριμένη περιοχή και η όλη λειτουργία της ήταν οργανωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της αναιρεσείουσας, ενεργώντας ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης αυτής.
Ειδικότερα, το Εφετείο ανελέγκτως δέχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ότι η αναιρεσίβλητη είχε συμβατική υποχρέωση παράλειψης ανταγωνισμού, παραδοχή άλλωστε που συνάγεται και από τις έτερες επί μέρους παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι με όρους της σύμβασης αυτή είχε αναλάβει την υποχρέωση όχι μόνον να προμηθεύεται, αποκλειστικά, από την εναγομένη τα συμβατικά προϊόντα αλλά, επί πλέον, και να διαθέτει αποκλειστικά και μόνον αυτά εντός της συμφωνημένης γεωγραφικής περιοχής.
Εξάλλου, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της απόφασης, η αναφορά στη σύμβαση περί υποχρέωσης διανομής των προϊόντων της αναιρεσείουσας και σε συγκεκριμένους πελάτες είναι ενδεικτική, αφορώσα υπάρχοντες πελάτες, και δεν έχει την έννοια ότι η ενάγουσα διένειμε μόνο σε αυτούς, ήτοι σε μέρος του συνόλου των πελατών στη συμβατικά καθορισθείσα περιοχή, κατ' αποκλεισμό άλλων, μη αναφερόμενων, αφού το Εφετείο προηγουμένως σαφώς δέχεται ότι η υποχρέωση αποκλειστικής διανομής αφορούσε την όλη αυτή γεωγραφική περιοχή γενικά, χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό, και συνεπώς και τους μη ειδικά κατονομαζόμενους πελάτες.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι εσφαλμένα εφάρμοσε στις ένδικες συμβάσεις τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4, 8 και 9 π.δ. 219/1994, είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 9 παρ.1 του π.δ/τος 219/1991, που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη του άρθρου 17 της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, οι διατάξεις του οποίου εφαρμόζονται αναλογικά και επί των συμβάσεων αποκλειστικής διανομής, οι οποίες, κατά τα ουσιώδη αυτών στοιχεία, ομοιάζουν με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας (άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007), ορίζονται τα εξής: "α) Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αποζημίωση εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος, β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου, γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα...".
Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγονται τα ακόλουθα: Η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής, που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται, α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς, κρίσιμοι δε χρόνοι για τη σχετική σύγκριση και τη διαπίστωση ή μη της εισφοράς νέων πελατών και της σημαντικής προαγωγής των υποθέσεων με τους παλαιούς πελάτες είναι η έναρξη και η λήξη της σύμβασης (ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 1441/2015).
Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια δε, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και η δημιουργία κέρδους για τον αντιπρόσωπο, αν συνεχιζόταν η σύμβαση (Ολ. ΑΠ 15,16/2013). Εξάλλου, η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρειά του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (Ολ.ΑΠ 15, 16/2013).
Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση της ανωτέρω διάταξης το ουσιαστικό αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή μη των προαναφερόμενων προϋποθέσεων γένεσης της αξίωσης για αποζημίωση πελατείας (AΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1596/2017, ΑΠ 141/2015), ήτοι των ανωτέρω τριών προϋποθέσεων που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991.
Συνεπώς, ως προς την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι αναφορικά με το δίκαιο χαρακτήρα της αποζημίωσης, ελέγχεται, αν οι περιστάσεις, που ανελέγκτως δέχεται το δικαστήριο ότι συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, δικαιολογούν (καθιστούν δίκαιη) ή όχι την καταβολή αποζημίωσης πελατείας και όχι αν δικαιολογούν το ύψος αυτής, το οποίο, όπως και ο τρόπος υπολογισμού της, επαφίεται στην κρίση του δικαστηρίου (πρβλ.
ΑΠ 60/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1190/2017), δεδομένου ότι ούτε το άρθρο 17 της Οδηγίας ούτε και το άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991 επιβάλλουν συγκεκριμένη μέθοδο υπολογισμού της αποζημιώσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όσον αφορά το κεφάλαιο της επιδίκασης αποζημίωσης πελατείας στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "....Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε, στις 25.10.2011, μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) και της εναγόμενης (αναιρεσείουσας), η τελευταία έθεσε ζήτημα τροποποίησης της μεταξύ τους σύμβασης για το έτος 2012, με την αφαίρεση του πελάτη "..." από το πελατολόγιο της ενάγουσας και μείωσης της αμοιβής σε ποσοστό 8%.
Η ενάγουσα αρνήθηκε να συναινέσει στη σύναψη σύμβασης με τους ανωτέρω όρους, με αποτέλεσμα να λυθεί η σύμβαση, στις 31.12.2011. Ενόψει τούτου, η ενάγουσα με το από 21.12.2012 εξώδικό της, που κοινοποίησε στην εναγόμενη στις 27.12.2012... γνωστοποίησε στην τελευταία, ότι επιφυλάσσεται να ασκήσει όλα τα δικαιώματα, που της παρέχει ο νόμος και ιδίως το δικαίωμα αποζημίωσης πελατείας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους (2009 - 2011). η ενάγουσα συνέβαλε στην προώθηση των επαγγελματικών συμφερόντων της εναγομένης. στην περιοχή αρμοδιότητάς της, εισφέροντας 455 νέους πελάτες στο δίκτυο της εναγομένης. αλλά και προωθώντας τις πωλήσεις, με τους, ήδη. υπάρχοντες πελάτες της τελευταίας.
Ειδικότερα, από τον προσκομιζόμενο συνοπτικό πίνακα πωλήσεων, αποδεικνύεται ότι ο κύκλος συναλλαγών, που πραγματοποίησε η ενάγουσα ανήλθε για το έτος 2009 σε 716.103.31 ευρώ. για το έτος 2010 σε 816.407,16 ευρώ και για το έτος 2011 σε 695.742.46 ευρώ). Η εναγόμενη διατήρησε τα οφέλη, που προέκυψαν από τις πελατειακές σχέσεις, που δημιούργησε η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, αφού είχε τη δυνατότητα, να αξιοποιήσει τις εν λόγω πελατειακές σχέσεις, προβαίνοντας σε πωλήσεις και να αποκομίσει επιχειρηματικό κέρδος από μελλοντικές πωλήσεις, για το λόγο, δε, αυτό, η ενάγουσα δικαιούται, να λάβει αποζημίωση πελατείας.
Εν προκειμένω, δε, επειδή η σχέση αποκλειστικής διανομής διήρκησε λιγότερο από πέντε έτη, το ποσό της αποζημίωσης πελατείας, που δικαιούται η ενάγουσα (άρθρ. 9 πδ 219/1991) ανέρχεται στο μέσο όρο των αμοιβών, που έλαβε αυτή κατά τη διάρκεια της σύμβασης. Οι αμοιβές που έλαβε η ενάγουσα ανέρχονται σε ποσοστό 14% επί του μικτού τζίρου αφαιρουμένων των επιστροφών για τα έτη 2009, 2010 και σε ποσοστό 10% για το 2011 και ειδικότερα, για το έτος 2009, ανέρχονται σε 100.254.46 ευρώ, (716.103,31 ευρώ χ 14%), για το έτος 2010 σε 114.297 ευρώ (816.407,16 ευρώ χ 14%) και για το έτος 2011 σε 69.574,24 ευρώ (695.742,46 ευρώ χ 10%), ήτοι συνολικά στο ποσό των 284.125.70 ευρώ.
Επομένως, η αποζημίωση πελατείας, που δικαιούται η ενάγουσα ανέρχεται στο ποσό των 94.708,56 ευρώ (284.125.70 ευρώ : 3 έτη), ποσό που ισοδυναμεί στα ετήσια, κατά μέσο όρο κέρδη της και αποτελεί το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο, η αποζημίωση, δε, αυτή κρίνεται, "ως δίκαιη", λαμβανομένων, υπόψη, των κερδών, που απώλεσε η ενάγουσα, από τις υποθέσεις με τους πελάτες της.
που παραμένουν στη διάθεση της εναγομένης, μετά τη λύση της σύμβασης. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ή ενάγουσα δεν προήγαγε σημαντικά τις πωλήσεις με τους ήδη υπάρχοντες πελάτες της "...", "..." και "...", καθόσον είχε, ήδη, προ της επίδικης σύμβασης με την ενάγουσα, σημαντική συνεργασία με τις εταιρείες αυτές, οι οποίες πραγματοποιούσαν μεγαλύτερο τζίρο από αυτόν που πραγματοποίησαν με την ενάγουσα.
Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος καθόσον από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο τζίρος, που πραγματοποιούσε η εναγομένη με τις ανωτέρω εταιρείες ήταν μεγαλύτερος πριν την έναρξη της συνεργασίας της με την ενάγουσα, αφού ούτε προσκόμισε στο Δικαστήριο ούτε παρέδωσε στην ενάγουσα πελατολόγιο με το τζίρο κάθε πελάτη τουλάχιστον του τελευταίου πριν την έναρξη της συνεργασίας με την ενάγουσα έτους.
Το γεγονός ότι η εναγομένη είχε συνάψει συμβάσεις συνεργασίας με τις ανωτέρω τρεις εταιρείες αλλά και με ομίλους εταιρειών σούπερ μάρκετ (..., .... ..., ...), δεν αρκεί να θεμελιώσει τον ανωτέρω ισχυρισμό της, αφού δεν αποδείχθηκε η λειτουργία των συμβάσεων αυτών με τη πραγματοποίηση μεγαλύτερων τζίρων από αυτών της ενάγουσας.
Εξάλλου, απορριπτέος είναι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο αριθμός των νέων πελατών που εισέφερε η ενάγουσα ανέρχεται σε 145 μεμονωμένους πελάτες, η συμμετοχή των οποίων στο συνολικό τζίρο ανέρχεται σε ποσοστό 2,28%. Τούτο διότι, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε αφενός ότι η εναγομένη είχε συνεργασία και με άλλους, πλην των προαναφερομένων τριών εταιρειών, πελάτες, ούτε ο τζίρος των πωλήσεων με τους πελάτες αυτούς.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του. έκρινε τα ίδια, δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και, όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγόμενη, με το δεύτερο λόγο της έφεσής της, πρέπει v' απορριφθούν, ως αβάσιμα.....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τις ασκηθείσες από αμφότερους τους διαδίκους εφέσεις, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να καταβάλει σ' αυτή, ως αποζημίωση πελατείας, το ποσό των 94.708,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση προγενέστερης αγωγής που η τελευταία είχε ασκήσει.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 λόγω εσφαλμένης μεθόδου υπολογισμού του ποσού που επιδικάστηκε στην αναιρεσίβλητη ως αποζημίωση πελατείας και λόγω ανεπαρκών και ασαφών αιτιολογιών ως προς την κρίση του αυτή.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του, διότι, αφενός μεν δεν είχε προταθεί τέτοιος λόγος έφεσης, αφετέρου δε ο τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης πελατείας είναι πραγματικό ζήτημα και συνεπώς, υπό την επίκληση της παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πραγματικά γεγονότα εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Ανεξαρτήτως αυτού, έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της επιδίκασης στην αναιρεσίβλητη της προβλεπόμενης από την ως άνω διάταξη αποζημίωσης πελατείας, αφού, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, συνέτρεχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση όλες οι αναγκαίες προς τούτο προϋποθέσεις.
Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προαναφερθείσας διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, δεδομένου ότι αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό παραδοχές α) ότι η αναιρεσίβλητη διανομέας εισέφερε 455 νέους πελάτες αλλά και προώθησε τις πωλήσεις με τους ήδη υπάρχοντες, β) ότι η προμηθεύτρια αναιρεσείουσα εταιρεία διατήρησε τα οφέλη που προέκυψαν από τις πελατειακές σχέσεις που δημιούργησε η διανομέας, έχοντας τη δυνατότητα, να αξιοποιήσει τις εν λόγω πελατειακές σχέσεις, προβαίνοντας σε πωλήσεις και να αποκομίσει επιχειρηματικό κέρδος από μελλοντικές πωλήσεις, και γ) ότι είναι δίκαιη η καταβολή αποζημίωσης στην αναιρεσίβλητη, με βάση τις αναφερόμενες περιστάσεις, ήτοι τα κέρδη που η τελευταία απώλεσε από τις υποθέσεις με τους πελάτες της, οι οποίοι παρέμειναν στη διάθεση της αναιρεσείουσας, μετά τη λύση της σύμβασης, και κατά τη νοηματική εκτίμηση της απόφασης, το χρόνο λειτουργίας της σύμβασης και τον αριθμό των πελατών που η αναιρεσίβλητη εισέφερε στην αναιρεσείουσα, με αντίστοιχο όφελος αυτής.
Καθόρισε δε το Εφετείο, στη συνέχεια, το ποσό της εν λόγω αποζημίωσης στο ανώτατο προβλεπόμενο όριο του μέσου ετησίου όρου των εισπραχθεισών κατά τη (μικρότερη των πέντε ετών) διάρκεια της σύμβασης κερδών της αναιρεσίβλητης, κρίση η οποία, κατά τη μείζονα σκέψη, αναγομένη σε εκτίμηση πραγμάτων, διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, ρήτρα απαγόρευσης ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης, η οποία κατά ρητή επιταγή του άρθρου 9 παρ. 1 α` του π. δ./τος 219/1991, λαμβάνεται υπόψη ως περίσταση για το δίκαιο χαρακτήρα της αποζημίωσης, δεν επικαλέστηκε η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα), αλλά ούτε και το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθείσα τέτοια ρήτρα, αφού κατά τις παραδοχές της απόφασης, η συμφωνηθείσα σχετική απαγόρευση αφορούσε αποκλειστικά τη διάρκεια της σύμβασης, και συνεπώς δεν υφίστατο υποχρέωση του δικαστηρίου να λάβει υπόψη και την περίσταση αυτή για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης (ΑΠ 1129/2011).
Επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω δεύτερος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, 3/1997).
Πράγματα κατά την παραπάνω έννοια αποτελούν και οι λόγοι έφεσης, εφόσον όμως έχουν αυτοτέλεια και η παραδοχή τους οδηγεί σε εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης (ΑΠ 1057/2011, ΑΠ 570/2008). Αντίθετα λόγοι έφεσης που αφορούν σε απλές αρνήσεις των διαδίκων ή σε επιχειρήματα και συμπεράσματά τους από την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν έχουν αυτοτέλεια και η παράλειψη του Εφετείου να απαντήσει ειδικά σ' αυτούς δεν ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Δεν στοιχειοθετείται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης και αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά, χωρίς να απαιτείται η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 667/2018, ΑΠ 886/2017, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 10/2008).
Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, νοούνται δηλαδή ως "πράγματα" οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των-διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 667/2018, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 1209/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της, που προέβαλε τόσο με το δικόγραφο της έφεσής της όσο και με τις προτάσεις της, περί ανυπαρξίας δικαιώματος της αναιρεσίβλητης -διανομέα σε αποζημίωση πελατείας, κατέληξε δε στο αποδεικτικό πόρισμα χωρίς απόδειξη.
Ανεξαρτήτως ότι οι προβαλλόμενοι ως άνω με τους λόγους αναίρεσης ισχυρισμοί δεν αποτελούν πράγμα με την έννοια των αριθμών 8 και 10, αλλά συνιστούν αρνητικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, το Εφετείο τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε με τις αντίθετες επί της ουσίας παραδοχές του, σχημάτισε δε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις δύο μαρτύρων της ενάγουσας και ενός της εναγομένης, καθώς και όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 342 επ.
του ΚΠολΔ, εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει, ως προς το έγγραφο, σε σφάλμα ανάγνωσής του, όταν δηλαδή αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχει, δηλαδή εκλαμβάνει ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει και, στη συνέχεια, εξαιτίας της παραμόρφωσης αυτής, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα, ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, στηρίζοντας την κρίση του αποκλειστικά ή κυρίως στο έγγραφο που κατά τον τρόπο αυτό παραμορφώθηκε.
Επομένως, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός αυτός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ αναγιγνώσκει ορθώς, όπως αυτό έχει, το περιεχόμενο του εγγράφου, εκτιμά ακολούθως αυτό κατά τρόπο διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό, αφού η εκτίμησή του αυτή είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά ούτε και όταν το Δικαστήριο της ουσίας, ακόμη και αν παραμόρφωσε το έγγραφο, περιορίσθηκε να το συνεκτιμήσει με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα σε αυτό για το σχηματισμό της κρίσης του, χωρίς, δηλαδή, να στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο σε αυτό (ΑΠ 856/2019, ΑΠ 1915/2016, ΑΠ 472/2016).
Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά, πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 51/2020, ΑΠ 752/2020, ΑΠ 922/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι, δηλαδή, το Εφετείο που την εξέδωσε παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερόμενων αποδεικτικών εγγράφων και συγκεκριμένα των τριών ιδιωτικών συμφωνητικών που υπογράφηκαν μεταξύ των διαδίκων, καθόσον ερμήνευσε εσφαλμένα και απέδωσε διαφορετικό νόημα στην παράγραφο ένα (1) που αναφέρεται σε συγκεκριμένους πελάτες και όχι στο σύνολο των πελατών, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίσει την ενάγουσα ως αποκλειστική διανομέα και να της επιδικάσει αποζημίωση πελατείας την οποία, ως απλή διανομέας, δεν δικαιούτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των ανωτέρω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε σωστά, κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από αυτό το οποίο η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, ότι δηλαδή αποκλειόταν ο χαρακτήρας της ένδικης σύμβασης ως αποκλειστικής διανομής.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12/6/2020 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", για αναίρεση της με αριθμό 3016/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάζει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχει καταθέσει, η αναιρεσείουσα για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ