Supreme Court dismisses appeal against internal service organization compensation ruling due to inadmissible legal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the Larissa Water Supply Company against a lower court decision awarding partial compensation to an employee. The company argued for a direct violation of internal service regulations and a breach of precedent, but the court found these grounds inadmissible under the Code of Civil Procedure. The court determined that the lower court correctly applied the specific articles regarding supplementary allowances and that the claim for a violation of established case law does not constitute a valid appeal reason.
Legislator headnote
AI generatedArticles 48 and 49 of the Internal Service Organization; Article 560 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on a direct violation of substantive provisions regarding internal service compensation is admissible, whereas a claim of violation of established case law is inadmissible as it is not listed in the statutory grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 499 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 499/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης-Αποχέτευσης Λάρισας (Δ.Ε.Υ.Α.Λ.) όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Λάρισα και δεν παραστάθηκε. Του αναιρεσίβλητου: Χ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 272/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 161/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-12-2021 αίτησή της.
Με την υπ' αριθμ.145/2024 Πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολ.Δ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η οποία έχει εφαρμογή και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ), προκύπτει ότι, αν για οποιοδήποτε λόγο που παρουσιάζεται μετά το τέλος της συζητήσεως της υποθέσεως καταστεί αδύνατη η έκδοση της αποφάσεως (παραίτηση, παύση δικαστή κτλ), η συζήτηση επαναλαμβάνεται με τον ορισμό νέας δικασίμου και κοινοποίηση κλήσεως προς τους διαδίκους, ενέργειες που λαμβάνουν χώρα με την επιμέλεια είτε κάποιου εκ των διαδίκων, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου (ΑΠ 2113/2022, 1763/2022, 582/2016).
Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 του ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 του ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης (ΑΠ 644/2024, 229/2024, 154/2024) και ο διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση, είχε όμως παραστεί στην αρχική δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ 702/2024, 156/2024). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 50/2019, 1753/2017, ΑΠ 1545/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ....2022 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της Περιφέρειας του Εφετείου Λάρισας, με έδρα το Πρωτοδικείο Λάρισας, Α.
Κ., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 24-10-2023, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1-11-2022, ενώπιον του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, επιδόθηκε με επιμέλεια της επισπεύδουσας αναιρεσείουσας προς τον αναιρεσίβλητο, νομίμως και εμπροθέσμως.
Αυτός, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά τη δικάσιμο αυτή. Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, επαναπροσδιορίστηκε η υπόθεση προς ανασυζήτηση σε νέα δικάσιμο και δη στην ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (21-1-2025) ύστερα από την υπ' αριθμ. 145/2024 πράξη της Προέδρου του Β1 Πολιτικού Τμήματος.
Ο ως άνω αναιρεσίβλητος, όμως, ούτε κατ' αυτή τη δικάσιμο παρέστη, και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, καίτοι νόμιμα κλητεύθηκε (βλ. το από ...2025 αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λάρισας Γ. Γ., κατόπιν παραγγελίας της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Γραμματείας του Πρωτοδικείου Λάρισας).
Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου, σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρ.568 παρ. 4, 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίσθηκε η αναιρεσείουσα αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. το από ...2025 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Λάρισας Χ.
Τ. προς το Θ. Κ., πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, δια του οποίου είχε αυτή παρασταθεί και καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο (24.10.2023) και επομένως θα θεωρηθεί παρουσία και κατά τη νέα συζήτηση.
Με την ως άνω, από 17-12-2021 και με αριθ. κατάθ. ...2021 ένδικη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθ. 161/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αρ. 272/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, με την οποία είχε γίνει δεκτή κατά το επικουρικό της αίτημα η αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, και, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Στο άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που εργοδότης είναι το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή τράπεζες ή επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ κλπ) ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος, η αποζημίωση που οφείλεται σύμφωνα με το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, δεν δύναται να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το ποσό των 240.000 δραχμών, καταργούμενης κάθε αντίθετης ειδικής διάταξης νόμου ή σύμβασης οποιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου.
Το ανώτατο αυτό όριο αποζημίωσης αυξήθηκε διαδοχικά και ήδη, με το άρθρο 21 παρ.13 του ν. 3144/2003, έχει προσδιορισθεί στο ποσό των 15.000 ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου α.ν. 173/1967 ορίζεται ότι στις περιπτώσεις που ειδική διάταξη νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, αναφερόμενη σε ανώνυμες εταιρείες ή κοινωφελείς επιχειρήσεις, προβλέπει, κατά το χρόνο της απομάκρυνσης υπαλλήλων από την εργασία, την καταβολή σε αυτούς και άλλης πρόσθετης αποζημίωσης, πέραν της προβλεπόμενης από το ν. 2112/1920, η αποζημίωση αυτή δεν δύναται να υπερβαίνει το 15% εκείνης που καθορίζεται από το ως άνω άρθρο 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, δηλαδή δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 2.250 (15.000 ευρώ Χ 15%) ευρώ (ΑΠ 118/2024, 799/2022, 350/2019, 1493/2018).
Ακόμη, στο άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 ορίζεται ότι τα ανώτατα όρια αποζημίωσης, που καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, ισχύουν για κάθε περίπτωση αποζημίωσης, που οφείλεται, δυνάμει γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου ή κανονισμού ή σύμβασης, στους υπαλλήλους και εργάτες, οι οποίοι συνδέονται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις τράπεζες, τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ή επιχειρήσεις επιχορηγούμενες από το Κράτος και αποχωρούν ή απομακρύνονται ή απολύονται από την εργασία, καταργούμενης κάθε αντίθετης γενικής ή ειδικής διάταξης νόμου, κανονισμού, σύμβασης οποιασδήποτε μορφής και εθίμου.
Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θέσπισής τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερομένων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των άλλων οργανισμών και επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικά τους φορολογουμένους και, στις περιπτώσεις των μη επιχορηγουμένων από το Κράτος επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών (Ολ.
ΑΠ 10/1998, ΑΠ 537/2023, 800/2022, 799/2022), αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (ΑΠ 537/2023, 800/2022, 1314/2020). Αποφασιστικό, δε, στοιχείο για το χαρακτηρισμό μίας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (ΟλΑΠ 20/2006, ΑΠ 118/2024, 537/2023, 800/2022).
Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ.1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α` 191), όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο το άρθρο 40 παρ.5 Ν.3801/2009 και πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 4483/2017 ορίζεται ότι "1. Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της Χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται κατά την παράγραφον 3 του παρόντος άρθρου εις εκάστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.
Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρος, διεπόμενα υπό των κανόνων της Ιδιωτικής οικονομίας, εφ` όσον δεν ορίζεται άλλως υπό νόμου. Η Επιχείρηση του παρόντος νόμου, καθώς και όσες Δημοτικές Επιχειρήσεις 'Υδρευσης Αποχέτευσης έχουν συσταθεί κατ` εφαρμογή ειδικών νόμων, καταρτίζουν κανονισμούς εργασίας κατά τις ειδικότερες ρυθμίσεις του ν.δ. 3789/1957 (ΦΕΚ 210 Α), όπως ισχύει.
Οι ανωτέρω Κανονισμοί κυρώνονται από το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε.), σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 1 του ν. 2874/2000 (ΦΕΚ 286 Α`).Αι διατάξεις της παρούσης παραγράφου δύνανται να εφαρμόζωνται και εις περιπτώσεις μετατροπής εις επιχείρησιν συνεστημένων συνδέσμων, Δήμων ή Κοινοτήτων Δήμων και Κοινοτήτων.
Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητός των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος"" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι "Δι' Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι` αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ`ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".
Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την 184/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την 856/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β` 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα :"1.
Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνεται από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια.
Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος.
Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι :"1. Το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ΔΕΥΑΛ πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.
Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΛ. Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ, έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής". 3.
Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ.
Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται, μεταξύ άλλων, ότι η αποζημίωση που δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, και συνεπώς και της αναιρεσείουσας βάσει των διατάξεων του ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζόμενου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα ή επιχειρησιακή συνήθεια.
Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του ν. 2112/1920, αποζημιώσεων που καταβάλλονται στους εργαζόμενους κατά το χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι οποίες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250 (15.000 Χ15%) ευρώ (ΑΠ 118/2024, 350/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 247/2022).
Τέλος, οι διατάξεις του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι ειδικές ως προς τους λόγους αναιρέσεως των αναφερομένων στο άρθρο αυτό αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναιρέσεως των αποφάσεων των υπολοίπων δικαστηρίων.
Συνεπώς, στην περίπτωση που προσβάλλεται απόφαση του ειρηνοδικείου ή πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο επί εφέσεως κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, είναι απαράδεκτοι λόγοι αναιρέσεως ερειδόμενοι στις λοιπές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 298/2020, 1321/2020, 74/2019),όπως είναι ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία ή η κακή εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ίδιου Κώδικα σε σχέση με όσα έγιναν ανελέγκτως δεκτά και συγκεκριμένα αν αυτά συγκροτούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 7/2013, ΑΠ 1578/2021), καθόσον στο άρθρο 560 ΚΠολΔ δεν περιελήφθη αναιρετικός λόγος αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 218/2023, 1235/2022, 1578/2021).
ΙΙΙ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι μ' αυτή έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "....Από το δικόγραφο της από 4-7-2016 αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης με αριθμό κατάθεσης 177/2016, η οποία εκδικάσθηκε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Λάρισας στις 8-11-2016 και επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 30/2017 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι ο εναγών, με την ίδια ως άνω ιδιότητά του, στράφηκε κατά της εναγομένης, με την ίδια ως άνω ιδιότητά της και απαιτούσε την καταβολή ποσών που αφορούν την αποζημίωση του άρθρου 49 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ.) της εναγόμενης, ήτοι την αποζημίωση λόγω κινήτρου εθελούσιας εξόδου την οποία και υπολόγισε από το γινόμενο των 5 ετών (καθώς υπολείπονται τουλάχιστον πέντε έτη μέχρι το 65° έτος της ηλικίας του ενάγοντος) επί τα 2.935 ευρώ (ή 1.000.000 δρχ) συνολικού ποσού 14.675 ευρώ, καθώς και ποσό 4.851 ευρώ λόγω της εθελούσιας εξόδου αυτού (33 χρόνια της υπηρεσίας X 147 ευρώ για όλους τους εργαζομένου ανεξαιρέτως).
Η άνω απόφαση δημοσιεύθηκε στις 28-1-2017 και κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 20-2-2017, η οποία και δεν άσκησε έφεση, οπότε κατέστη τελεσίδικη και για τα κριθέντα ως άνω ζητήματα ισχύει το δεδικασμένο. Στις 21-4-2017 η ως άνω εναγόμενη άσκησε αναίρεση κατά της άνω αποφάσεως, η οποία συζητήθηκε στις 9-10-2018, εκδόθηκε δε στις 23-1-2019 η με αριθμό 350/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την άνω απόφαση (30/2017) και την παρέπεμψε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας προς περαιτέρω εκδίκαση.
Συνεπώς, για τα άνω κριθέντα ζητήματα δεν τίθεται πλέον ζήτημα δεδικασμένου, σύμφωνα με την άνω μείζονα σκέψη, αλλά εκκρεμοδικίας. Περαιτέρω, ο ενάγων άσκησε στις 14-12-2017 στο Ειρηνοδικείο Λάρισας την υπό κρίση αγωγή με μοναδικό του αίτημα την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης τακτικού προσωπικού, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας (Ο.Ε.Υ) της εναγόμενης.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμενη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Εκ των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά τη στιγμή εκδόσεως της αποφάσεώς του δεν δεσμεύονταν από το δεδικασμένο της με αριθμό 30/2017 αποφάσεώς του Ειρηνοδικείου Λάρισας, καθώς εκείνη έκρινε διαφορετικές απαιτήσεις σε σχέση με την επίδικη [.................] Η εναγόμενη - εκκαλούσα, Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης Αποχέτευσης Λάρισας (Λ.Ε.Υ.Α.Λ.), που συστήθηκε με το π.δ. 374/ 1981 (ΦΕΚ A 103), κατ' εφαρμογή του ν. 1069/1980, αποτελεί κοινωφελή επιχείρηση, η οποία έχει τη μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, ο δε κοινωφελής χαρακτήρας της επιχείρησης μνημονεύεται ρητά στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 και στο συστατικό προεδρικό διάταγμα, αλλά σαφώς επιβεβαιώνεται και από τα αντικείμενο της δραστηριότητάς της (εκμετάλλευση των δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης).
Με την υπ' αριθμ. ...2009 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Θεσσαλίας εγκρίθηκαν οι τροποποιήσεις του μέχρι τότε ισχύοντος Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α.Λ.. βάσει του οποίου ρυθμίζονται τα θέματα προσλήψεων και απολύσεων προσωπικού. Στο κεφάλαιο Ζ του Κανονισμού, υπό τον τίτλο "Λύση της εργασιακής σχέσης" και στα άρθρα 48 παρ. 1 και 49 παρ. 1-2, προβλέπεται η καταβολή εφάπαξ αποζημίωσης στους εργαζόμενους, που έχουν συμπληρώσει συγκεκριμένες προϋποθέσεις και συνταξιοδοτούνται.
Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στη Λάρισα, την 1η-9-1982, ο ενάγων - εφεσίβλητος προσελήφθη από την εναγομένη - εκκαλούσα δημοτική επιχείρηση, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του τεχνίτη. Στις 15-4-2016 ο ενάγων - εφεσίβλητος υπέβαλε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης -εκκαλούσας την υπ' αριθμ.
Πρωτ. ...2016 αίτηση με θέμα "Αποχώρηση λόγω συνταξιοδότησης (με τα κίνητρα της εθελουσίας εξόδου)" με την οποία, αφού δήλωνε ότι εργάζεται στην εναγόμενη -εκκαλούσα από την 1η-9-1982 και ότι έχει γεννηθεί στις 24-11-1957, ζητούσε να εγκριθεί, κατ' άρθρα 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εναγόμενης - εκκαλούσας, η αποχώρησή του από την υπηρεσία στις 28-02-2017 λόγω συνταξιοδότηοης και να του καταβληθούν η νόμιμη εφάπαξ αποζημίωση και ό,τι δικαιούται λόγω εθελούσιας εξόδου.
Ακολούθως, το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης- εκκαλούσας με την υπ' αριθμ. ...2016 απόφασή του ενέκρινε τη συνταξιοδότηση του ενάγοντος - εφεσίβλητου στις 25-5-2016 και την καταβολή σε αυτόν των νόμιμων αποζημιώσεων. Παραλλήλως, με την υπ' αριθμ. ...122 απόφαση του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Μισθωτών Λάρισας του Ι.Κ.Α., απονεμήθηκε στον ενάγοντα - εφεσίβλητο προσωρινή σύνταξη λόγω γήρατος αρχόμενη από 25-5-2016.
Από την προπαρατιθέμενη αλληλουχία των γεγονότων προκύπτει μετ' ενάργειας το συμπέρασμα σε σχέση με την κατ' άρθρο 48 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α.Λ. εφάπαξ αποζημίωση του τακτικού προσωπικού της εναγομένης-εκκαλούσας, ο ενάγων-εφεσίβλητος ωσαύτως δικαιούται την απόληψή της, συντρεχουσών όλων των οριζόμενων εκ του άρθρου 48 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δ.Ε.Υ.Α.Λ, προϋποθέσεων.
Ειδικότερα, ο ενάγων-εφεσίβλητος ανήκε στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης για χρονικό διάστημα 33 ετών και τριών μηνών και είχε μηνιαίες μικτές αποδοχές ύψους 2.256,20 ευρώ. Σύμφωνα με το φύλλο υπολογισμού αποζημίωσης λόγω συνταξιοδότησης, η εφάπαξ αποζημίωση άρθρου 48 του ΟΕΥ ανέρχεται στο ποσό των 53.343,84 ευρώ και περιλαμβάνει και την αναλογία δώρων και επιδομάτων αδείας (μη αιτηθέντα).
Κατά το ίδιο ως άνω φύλλο, επειδή η αποζημίωση ξεπερνά τo όριο των 15.000 ευρώ που τίθεται από το Ν. 3144/2003, η καταβλητέα εφάπαξ αποζημίωση περιορίζεται στο άνω ποσό, καθ' ομολογία δε του ενάγοντος ο ίδιος έλαβε το ποσό των 10.000 ευρώ. Κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην άνω μείζονα σκέψη βάσει της οποίας αποτέλεσε ad hoc απόφαση του Αρείου Πάγου για την ίδια έννομη σχέση και για λόγους ασφάλειας δικαίου, η εφάπαξ αποζημίωση περιορίζεται στο ποσό των 15.000 ευρώ, χωρίς να προσαυξάνεται περαιτέρω με το ποσό των 2.250 ευρώ, καθότι αυτό αφορά, κατά την ίδια νομική σκέψη, την αποζημίωση του άρθρου 49 του ΟΕΥ.
Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχτηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη σε σχέση με το συγκεκριμένο κονδύλιο και επιδίκασε για την αιτία αυτή στον ενάγοντα-εφεσίβλητο το ποσό των 7.250 ευρώ έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.....". Κατόπιν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 5000 ευρώ με το νόμιμο τόκο.
Με τις παραπάνω κρίσεις της η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως είτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 48 και 49 του ισχύοντος κατά τον επίδικο χρόνο Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της ΔΕΥΑΛ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 παρ.1 του ΝΔ 173/1973, ενώ διέλαβε σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα, τόσο από τις εκτεθείσες ως άνω παραδοχές της, όσο και από την επισκόπηση του συνόλου των διαδικαστικών εγγράφων και της 350/2019 απόφασης του Αρείου Πάγου, προκύπτει ότι, με την προγενέστερη, από 4-7-2016 αγωγή του, ο αναιρεσίβλητος ζητούσε μόνον τις πρόσθετες παροχές (πρόσθετη αυτοτελή αποζημίωση) από το άρθρο 49 του Οργανισμού, ως προς τις οποίες ο 'Αρειος Πάγος, με την αναιρετική απόφασή του, έκρινε ότι αυτός δικαιούται μόνον το ποσό των 2.250 ευρώ κατ' άρθρο 3 παρ.1 του α.ν. 173/1967, γι' αυτό και αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση, που είχε επιδικάσει το ποσό των 19.526 ευρώ και στη συνέχεια παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Ειρηνοδικείο προκειμένου να διευκρινιστεί εάν ο αναιρεσίβλητος ενάγων είχε λάβει ή όχι το ως άνω ποσό των 2.250 ευρώ που δικαιούτο από την αιτία αυτή, ενώ η ένδικη υπόθεση, αφορούσε διαφορετική αξίωση, και συγκεκριμένα την αποζημιωτική αξίωση εκ του άρθρου 48 του Οργανισμού, η οποία περιορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 2 του ΝΔ 173/1973, στο ποσό των 15.000 ευρώ και ως προς την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε, κατ' αφαίρεση του καταβληθέντος για την ως άνω αιτία στον αναιρεσίβλητο ποσού των 10.000 ευρώ, το ποσό των 5.000 ευρώ (15.000 - 10.000).
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, αληθώς από τους αριθμούς 6 και 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα επικαλείται εκ πλαγίου, άλλως ευθεία παράβαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 48 και 49 του Οργανισμού της. Τέλος, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η παραβίαση δεδικασμένου δεν προβλέπεται ως αναιρετικός λόγος στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ.
IV. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, ενώ λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσιβλήτου δεν θα επιδικαστεί σε βάρος της ηττηθείσας στη δίκη αναιρεσείουσας δικαστική δαπάνη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-12-2021 (325/2021) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 161/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ