Supreme Court dismisses appeal against labor accident judgment due to improper intervention and factual evaluation errors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor accident judgment, ruling the appeal inadmissible regarding one intervenor and baseless regarding others. The appellant argued the lower court ignored witness testimonies and distorted an official investigation report, but the court found these claims contradicted itself and challenged the court's factual evaluation. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558(a) and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible against a third-party intervener who did not actively litigate, and factual evaluation errors by the lower court are not grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 498 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 498/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. (Q.) Ί. (I.) του Γ. (G.), κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο - Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Τ. Ε. με την επωνυμία «Τ. Α..Τ..Ε.., που εδρεύει στο ..., και 2. Α. ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «I. Ε. Ε. Α. Ζ. Α..Ε.. που εδρεύει στο …και εκπροσωπείται νόμιμα. Η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κούρτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπακωνσταντίνου, ο οποίος δήλωσε ότι έχει μετονομασθεί η εταιρεία σε "I. Ε. Ε. Α. Ζ. Μ. Α..Ε..", ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, την από 30-7-2018 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και την από 29-1-2019 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 749/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-6-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 741/2013).
Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1466/2021, ΑΠ 1249/2020, ΑΠ 868/2018, ΑΠ 569/2013). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης…, η οποία είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ της πρώτης εναγομένης εταιρίας με την επωνυμία "Τ.
Α.", κατά την πρωτοβάθμια δίκη κατόπιν προσεπικλήσεως αυτής, ως δικονομική εγγυήτρια και άσκησε με την ιδιότητα αυτή έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της οποίας παραστάθηκε ως εκκαλούσα και εφεσίβλητη, χωρίς να αναλάβει το δικαστικό αγώνα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, η οποία κλητεύθηκε και παρέστη κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, είναι μεν απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην όμως εκτιμάται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ως κλήτευση αυτής για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
2.-Με την από 25.6.2021 και με αριθ. κατάθ. 23/6.7.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ` αριθ. 198/30.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που αποφάνθηκε επί των εξής εφέσεων: 1) από 12.11.2019 και με αριθμό κατ. 138/2019 έφεσης του ενάγοντος Ί.
Κ. κατά της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ. Α." και της …με την επωνυμία "I. Ε. Ε. Α. Ζ. Α..Ε..", 2) από 7.4.2020 και με αριθμό κατ. 40/2020 έφεσης της προσθέτως παρεμβαίνουσας - παρεμπιπτόντως εναγομένης ανώνυμης …με την επωνυμία "I. Ε. Ε. Α. Ζ. Α..Ε.." κατά του ενάγοντος Ί. Κ. και 3) από 3.9.2020 και με αριθμό κατ. 103/2020 έφεσης της εναγομένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ.
Α." κατά του ενάγοντος Ί. Κ. και της παρεμπιπτόντως εναγομένης ανώνυμης …εταιρίας με την επωνυμία "I. Ε. Ε. Α. Ζ. Α..Ε..". Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου α) απορρίφθηκε τυπικά η από 12.11.2019 και με αριθμό κατ. 138/2019 έφεση του ενάγοντος, ως προς τη δεύτερη εφεσίβλητη, β) έγιναν τυπικά δεκτές, κατά τα λοιπά, οι εφέσεις, γ) απορρίφθηκε στην ουσία η από 12.11.2019 και με αριθμό κατ. 138/2019 έφεση του ενάγοντος, ως προς την πρώτη εφεσίβλητη, δ) έγιναν δεκτές και κατ' ουσίαν ι) η από 7.4.2020 και με αριθμό κατ. 40/5.6.2020 έφεση και ιι) η από 3.9.2020 και με αριθμό κατ. 103/3.9.2020 έφεση, ε) εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 749/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμες και στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε την υπ' αριθμ.
κατ. ΕΓ/285/23.3.2018 κύρια αγωγή με την υπ' αριθμ. κατ. ΕΓ/793/6.8.2018 παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσό 16.000 ευρώ ήτοι μικρότερο από εκείνο που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (20.000 ευρώ), ενώ δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή και αναγνώρισε ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα 16.000 ευρώ πλέον τόκων υπερημερίας και τη δικαστική δαπάνη, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της καταβολής του ποσού αυτού στον κυρίως ενάγοντα.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 6.7.2021, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, που δημοσιεύθηκε στις 30.11.2020 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
3.-Από τα άρθρα 914 και 932 Α.Κ. και 1 και 16 ν. 551/1915, που κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24-7/25-8-1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 παρ. 1 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας.
Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 κ.ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (Ολ.
Α.Π. 1117/1986, Α.Π. 80/2016). Επομένως, για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή, σε περίπτωση θανάτου του, οι συγγενείς του χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν με την έννοια του άρθρου 914 του Α.Κ., δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του κ.ν. 551/1915.
Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, από το οποίο πηγάζει υποχρέωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, μπορεί να θεμελιωθεί και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών που επιβάλλουν τους όρους ασφαλείας για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με το άρθρο 662 Α.Κ. (Α.Π. 80/2016).
Τέτοιες διατάξεις είναι και αυτές του π.δ. 778/1980 "περί των μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν οικοδομικών εργασιών", του π.δ. 1073/1981 "περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεσιν εργασιών εις εργοτάξια οικοδομών και πάσης φύσεως έργων αρμοδιότητος πολιτικού μηχανικού", του ν. 1396/1983 "υποχρεώσεις λήψης και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά ιδιωτικά τεχνικά έργα", του ν. 1568/1985 "υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων" και του π.δ. 17/1996 "μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων...".
Ειδικότερα: κατά το άρθρο 64 του ΠΔ 1073/1981 (ΦΕΚ 260Α/16.9.1981) "Ο χειριστής (ανυψωτικού μηχανήματος) κατά την διάρκειαν λειτουργίας του μηχανήματος ευρίσκεται εις θέσιν εκ της οποίας έχει πλήρη ορατότητα και εποπτείας φορτώσεως και εκφορτώσεως των υλικών και της όλης διαδρομής των, κατά την ανύψωσιν ή την οριζόντιον μεταφοράν των.
Η εκτέλεσις εργασίας εις σημεία μη ορατά υπό του χειριστού, είναι δυνατή μόνον όταν εις τας επισφαλείς θέσεις υπάρχει έμπειρον πρόσωπον, προφυλαγμένον από την πιθανήν πτώσιν των μεταφερομένων υλικών, δια να κατευθύνει δια σημάτων τους χειρισμούς". Κατά το άρθρο 69 εδ. η' και ι' του ΠΔ 1073/1981 "Απαγορεύεται ως επικίνδυνη ενέργεια, η μεταφορά φορτίου προσδεδεμένου ανεπαρκώς" και "Απαγορεύεται ως επικίνδυνη ενέργεια, η παραμονή οποιουδήποτε προσώπου κάτωθεν αναβιβαζομένων φορτίων συμπεριλαμβανομένου και του εκφωνούντος τα σήματα δια την ανύψωσιν, ο οποίος πρέπει να ευρίσκεται εις θέση ασφαλή".
Εξ άλλου από τα άρθρα 297, 300, 330 και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου που υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειάς του, να είναι παράνομη η πράξη ή η παράλειψή του και να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της ζημίας.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του υπαιτίου ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, ικανή να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το αν η πράξη ή παράλειψη ήταν ικανή, αντικειμενικά εξεταζόμενη, να επιφέρει τη ζημία, δηλαδή το αν ευρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το αποτέλεσμα, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο και μάλιστα από την άποψη της παράβασης ή μη των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Η κρίση όμως ότι η πράξη ή παράλειψη υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Δεν αποκλείεται κατ' αρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συντέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος.
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται επίσης ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 εδ. α και β Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του". Προσδιοριστικό στοιχείο για τον καθορισμό της χρηματικής ικανοποίησης με βάση τη διάταξη αυτή αποτελεί, πλην των άλλων, και το τυχόν συντρέχον πταίσμα του παθόντος (ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 955/2018, Α.Π. 1546/2014).
Περαιτέρω, με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του με το από 6/17-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής, ορίζεται ότι "οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Με τη νέα αυτή διάταξη ο αναθεωρητικός νομοθέτης επέλεξε να κατοχυρώσει ρητά, από το όλο σύστημα των εγγυήσεων για τα επιτρεπτά όρια των επιβαλλόμενων στα ατομικά δικαιώματα νομοθετικών περιορισμών, την εγγύηση εκείνη που είναι γνωστή ως αρχή της αναλογικότητας. Απέκτησε έτσι ρητή συνταγματική υφή η αρχή αυτή, η οποία, ωστόσο, και προηγουμένως αναγνωριζόταν ως αρχή συνταγματικής ισχύος, που απορρέει από την ίδια την έννοια του κράτους δικαίου, αλλά και από την ουσία των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων, τα οποία, ως έκφραση της γενικότερης ελευθερίας του ατόμου, δεν πρέπει να περιορίζονται από την κρατική εξουσία περισσότερο από όσο είναι αναγκαίο για την προστασία των δημόσιων συμφερόντων.
Η αρχή αυτή, υπό την έννοια του τηρητέου μέτρου της εύλογης αντιστάθμισης προσφοράς και οφέλους, που αποτελεί, όπως προαναφέρθηκε, κανόνα συνταγματικής βαθμίδας, επενεργεί σε κάθε είδους κρατική δραστηριότητα, καθώς και όταν πρόκειται για αντικρουόμενα συμφέροντα στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αλλά και πριν από την ρητή συνταγματική της κατοχύρωση, διέτρεχε το σύνολο της έννομης τάξης και συνεπώς πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία και εφαρμογή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου.
Άλλωστε, με ρητή διατύπωση στο άρθρο 25 παρ. 1εδ. γ` του Συντάγματος, η θεσπιζόμενη από αυτή προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου ως ατόμου ισχύει και "στις σχέσεις των ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζει" και οριοθετείται έτσι η υποχρέωση και των αρμόδιων δικαιοδοτικών οργάνων, όταν επιλαμβάνονται της επίλυσης ιδιωτικών διαφορών, να τις επιλύουν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να υπάρχει μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Συγκεκριμένα πρέπει τα λαμβανόμενα μέτρα και οι έννομες συνέπειες να είναι πρόσφορα (κατάλληλα) για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, αναγκαία, υπό την έννοια να συνιστούν μέτρο, το οποίο σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα να επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για το διάδικο σε βάρος του οποίου απαγγέλλονται, και αναλογικά υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελούν σε ανεκτή σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, προκειμένου η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν.
Ενόψει τούτων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η ως άνω συνταγματική διάταξη, έστω και αν ρητά δεν αναφέρεται σ` αυτή, απευθύνεται και στο δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, καθιερώνοντας αυτή ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, όπως και άλλες τέτοιες αρχές που διατρέχουν το δίκαιο και είναι δεσμευτικές (αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, αρχή της δίκαιης δίκης κλπ).
Εξάλλου, η αρχή αυτή, ως διάχυτη στην έννομη τάξη, υπερβαίνει τα όρια της ρητής συνταγματικής κατοχύρωσής της, με την οποία πάντως αναδείχθηκε η σημασία της ως βασικής εγγύησης για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οφείλει δε ο δικαστής κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων της κοινής νομοθεσίας, που άπτονται των δικαιωμάτων αυτών, να προστρέχει στο κρίσιμο για την όλη έννομη τάξη περιεχόμενο της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας που, όπως αναφέρθηκε, απορρέει από την αρχή της ισότητας και την αρχή του κράτους δικαίου.
Αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος, όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλαδή το ασκούμενο δικαίωμα έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκησή του είναι απαγορευμένη.
Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος, που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλαδή να μην υπερβαίνει τα όρια όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται με τη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση, δηλαδή, του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, που αποτελεί γενική αρχή του δικαίου και μέσο ελέγχου της κρίσης του δικαστηρίου, χωρίς να υπάγεται στην έννοια της αναλογικότητας. Ενόψει αυτών, αν διαπιστώνεται παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, ελέγχονται ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 9/2015, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1191/2019, ΑΠ 955/2018).
4.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). 5.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "H εναγόμενη, ανώνυμη …εταιρεία με την επωνυμία "Τ.
Α..Τ..Ε..", ανάδοχος του έργου "Α. Γ. στην Π. της Ά. στο Δ. Ά. - Μ.", απασχολούσε για τις ανάγκες του από την 20.07.2017 με σύμβαση εργασίας τον ενάγοντα, εργάτη οικοδομοτεχνικών έργων, με γνώση και εμπειρία, όπως συνάγεται κατ' αρχάς από το προσκομιζόμενο από τον ίδιο, έστω και στη ρουμανική γλώσσα, ειδικό δίπλωμα σχολής οικοδομικών έργων σε συνδυασμό με τον λογαριασμό ασφάλισής του στον ΕΦΚΑ από τον οποίο προκύπτει η ασφάλισή του για παροχή εργασίας, μόνο σε οικοδομοτεχνικά έργα (Κωδικός
Αριθμός Δραστηριότητας 4512) συνεχώς και αδιαλείπτως από τον 4/2002 έως και τον 7/2017 αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίες αναφέρονται σε ικανό εργαζόμενο με αντίληψη. Την 26.07.2017 και περί ώρα 12:00 αποδείχθηκε ότι σε υπαίθριο αποθηκευτικό χώρο στο …ελάμβανε χώρα εργασία εκφόρτωσης ικριωμάτων υποστύλωσης, διαστάσεων 2,40μ Χ 1,20μ, από το με αριθμό κυκλοφορίας …επικαθήμενο φορτηγό, με πλευρικά τμήματα ύψους 1,5μ, με τη συνδρομή του με αριθμό κυκλοφορίας …οχήματος, το οποίο έφερε ειδικό ανυψωτικό εξοπλισμό (παπαγάλο) και ήταν εφοδιασμένο με πιστοποιητικό ελέγχου.
Ο ενάγων ήταν επιφορτισμένος με την εργασία της σύνδεσης των μεταλλικών πλαισίων ικριωμάτων δια μέσου ιμάντων. Συγκεκριμένα ευρισκόμενος επάνω στο οπίσθιο μέρος του φορτηγού οχήματος, στο αμάξωμα (καρότσα), με τη βοήθεια των συνδετήριων μεταλλικών διατάξεων (ποτηράκια σύνδεσης πλαισίων ικριωμάτων), τις οποίες χρησιμοποιούσε ως προεξοχή, τοποθετούσε αυτές στις τέσσερις άκρες εκάστου πλαισίου ώστε με δύο ιμάντες, ένας για κάθε ανοικτή πλευρά, και σύνδεση των ιμάντων με το άγκιστρο του παπαγάλου, να ανυψώνονταν όλα μαζί τα πλαίσια τα οποία βρίσκονταν πάνω από το πλαίσιο στο οποίο είχαν περάσει οι δύο ιμάντες και εφάρμοζαν στις προεξοχές που είχαν προστεθεί εντός των οπών του κατώτερου πλαισίου του όλου φορτίου.
Όταν δε ο ενάγων ολοκλήρωνε το έργο της σύνδεσης και είχε ελέγξει ότι αυτή είχε γίνει με ορθό τρόπο, έδινε το σήμα στον χειριστή του ανυψωτικού μηχανήματος Κ. Α., και ο ίδιος απομακρυνόταν ώστε να λάβει χώρα η ανύψωση του φορτίου και ακολούθως η τοποθέτησή του στο έδαφος, στο σημείο εναπόθεσης, όπου είχε ορισθεί και εργαζόταν ο Ό.
Τ., υπεύθυνος για την αποσύνδεση των ιμάντων ώστε το ανυψωτικό μηχάνημα να επιστρέψει στην προγενέστερη θέση και να λάβει χώρα ακολούθως σύνδεση του επόμενου φορτίου και η εκφόρτωσή του. Κατά την προτελευταία περίδεση με ιμάντες και ενώ το ανυψωτικό μηχάνημα απομάκρυνε το αιωρούμενο φορτίο από το επικαθήμενο, οι άκρες του φορτίου ακούμπησαν στο αμάξωμα του φορτηγού οχήματος και δη στο πλευρικό τμήμα αυτού, ένας ιμάντας από αυτούς που συγκρατούσε το φορτίο λύθηκε και τα πλαίσια ικριωμάτων σκορπίστηκαν εντός του επικαθημένου και εκτός αυτού, στον ενδιάμεσο με το ανυψωτικό μηχάνημα χώρο με επακόλουθο δύο τρία από αυτά να πλήξουν τον ενάγοντα στο οπίσθιο μέρος του κορμού του σώματος του και να υποστεί κατάγματα πλευρών, στέρνου και θωρακικών σπονδύλων.
Ειδικότερα και δη ως προς τα δεδομένα που συνετέλεσαν στην πρόκληση του ατυχήματος, αποδείχθηκε ότι η διαδικασία της εκφόρτωσης ελάμβανε χώρα από ένα μεγάλων διαστάσεων επικαθήμενο με πλευρικά τμήματα ύψους, όπως ήδη αναφέρθηκε, 1,5μ, το οποίο καθιστούσε δυσχερή την ορατότητα του χειριστή του ανυψωτικού μηχανήματος σε σχέση με το φορτίο του επικαθημένου καθώς και την επικοινωνία του με τον ενάγοντα, υπεύθυνο για την πρόσδεσή του στους ιμάντες, ο ίδιος μάλιστα ήτοι ο χειριστής αναφέρει ότι για να επιτύχει την αναγκαία για τους χειρισμούς του ανυψωτικού μηχανήματος εποπτεία, ήταν αναγκασμένος να στέκεται σε υψηλό σημείο στο επίσης, φορτωμένο με πλαίσια ικριωμάτων αμάξωμα του ανυψωτικού μηχανήματος.
Η εκφόρτωση των πλαισίων ικριωμάτων, που βρίσκονταν τοποθετημένα το ένα επάνω, στο άλλο, είχε ξεκινήσει από το εμπρόσθιο, ήτοι πλησίον του κουβουκλίου, τμήμα του επικαθημένου και κατά το χρονικό διάστημα που ελάμβανε χώρα η ανύψωση και η απομάκρυνση των πλαισίων ικριωμάτων από το τμήμα αυτό ο ενάγων κατευθυνόταν στο οπίσθιο τμήμα του, σε ασφαλές σημείο, κατά το χρόνο δε ολοκλήρωσης του έργου της εκφόρτωσης του ως άνω επικαθημένου, τα υπόλοιπα πλαίσια ικριωμάτων βρίσκονταν πλέον στο οπίσθιο τμήμα του.
Ο ενάγων, αφού είχε προσδέσει μέρος αυτών, είχε δώσει το σήμα ετοιμότητας, είχε ακολουθήσει συνεννόηση με τον χειριστή του ανυψωτικού, είχε λειτουργήσει το ηχητικό σήμα και είχε αρχίσει η ανύψωση του φορτίου, προτελευταίου, μετακινήθηκε αρχικώς στο εμπρόσθιο τμήμα του αμαξώματος του επικαθημένου σε ασφαλές σημείο.
Ωστόσο ενώ το ανυψωτικό μηχάνημα μετέφερε το φορτίο, με κλίση και δη προς το εμπρόσθιο τμήμα για να απομακρυνθεί από τη νοητή καθ' ύψος ευθεία του πλευρικού τμήματος του επικαθημένου, προσέκρουσε σε αυτό και λύθηκε ο ανεπαρκώς από τον ενάγοντα συνδεδεμένος ιμάντας και κάποια από τα πλαίσια ικριωμάτων επέπεσαν στον κορμό του σώματος του και δη στο οπίσθιο τμήμα του καθ' ότι ο τελευταίος πριν διαπιστώσει ότι το ανυψωτικό μηχάνημα είχε πλήρως απομακρύνει το φορτίο από το επικαθήμενο, κινήθηκε αντίθετα ήτοι προς το οπίσθιο μέρος του οχήματος πιθανόν για να προετοιμάσει το τελευταίο φορτίο.
Με βάση τα ανωτέρω περιγραφέντα κρίνεται ότι το ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα των αρμοδίων προστηθέντων της εργοδότριας καθ' ότι κατ' αρχάς η ανυψωτική του φορτίου εργασία έλαβε χώρα από μη κατάλληλο όχημα με την έννοια ότι το ύψος των πλευρικών του τμημάτων προσέφερε μη ικανοποιητική ορατότητα στο χειριστή του ανυψωτικού, η οποία απαιτείται να υπάρχει καθ' όλη τη διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας εκφόρτωσης ήτοι και κατά την πρόσδεση και κατά την ανύψωση αλλά και κατά την οριζόντια μεταφορά ειδάλλως ήταν αναγκαία η απασχόληση τρίτου προσώπου, το οποίο από ασφαλή θέση θα επέβλεπε την εργασία αυτή και θα βρισκόταν σε επαφή και επικοινωνία και με τον εντός του επικαθημένου και υπεύθυνου για την πρόσδεση εργαζομένου και με τον χειριστή του ανυψωτικού μηχανήματος καθ' ότι η σύγκρουση του φορτίου με το πλευρικό τμήμα του οχήματος καταδεικνύει ότι ο χειριστής του ανυψωτικού δεν είχε πλήρη και συνεχή ορατότητα των εργαζομένων, που συμμετείχαν στην εκτέλεση του έργου και δεν ασκούσε εποπτεία στα επιμέρους στάδια αυτού, ώστε να ανυψώσει το φορτίο στο προσήκον ύψος και να αντιληφθεί ότι ο ενάγων είχε μετακινηθεί από τη θέση ασφαλείας που αρχικώς και ορθώς είχε επιλέξει να βρίσκεται, παραβιάζοντας (οι προστηθέντες) με τις επιλογές τους το άρθρο 64 του π.δ. 1073/1981.
Ωστόσο, σημαντική είναι η υπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση του τραυματισμού του και δη σε ποσοστό 40%, γενομένης δεκτής της σχετικής ένστασης της εναγομένης και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, ο οποίος, όπως αναφέρθηκε, και οξυδερκής είναι και ικανός, ήταν δε αυτός στον οποίο είχαν αναθέσει το έργο της πρόσδεσης, το οποίο απαιτεί μία εξειδίκευση και το οποίο εκτελούσε με τον τρόπο που του είχε υποδείξει ο Ε.
Τ., ο έτερος χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος της εναγόμενης τεχνικής εταιρείας καθ' ότι αφ' ενός μεν η πρόσδεση δεν ήταν επαρκής (άρθρο 69 εδάφιο η' του π.δ. 1073/1981) εφ' όσον με την πρόσκρουση στο πλευρικό τμήμα του επικαθημένου λύθηκε ο ιμάντας αφ' ετέρου δε πριν ολοκληρωθεί η απομάκρυνση του φορτίου από το επικαθήμενο μετακινήθηκε προς το οπίσθιο μέρος του αμαξώματος, στερούμενος πλέον ο ίδιος της δυνατότητας ορατότητας της πορείας του αιωρούμενου φορτίου (άρθρο 69 εδάφιο ι' του π.δ. 1073/1981), το οποίο τον κτύπησε στο οπίσθιο τμήμα του κορμού του σώματος του προκαλώντας του κακώσεις των σπονδύλων της θωρακικής και οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, οι οποίες οδήγησαν σε ήπια δεξιά σκολίωση της ΘΟΜΣΣ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων νοσηλεύθηκε για δύο ημέρες ήτοι από 26.07.2017 έως 28.07.2017 στο Παναρκαδικό Νοσοκομείο Τρίπολης λόγω των ως άνω καταγμάτων και δη στους Θ9, 011, Θ12 και 01 σπονδύλους και παρέμεινε εκτός εργασίας τουλάχιστον έως τέλος Φεβρουαρίου 2018, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα ιατρικά σημειώματα, υπεβλήθη σε φυσιοθεραπείες τον Φεβρουάριο του 2018 ενώ λόγω της οσφυαλγίας νοσηλεύθηκε εκ νέου από 4.1.2019 έως 14.1.2019 στο ίδιο ως άνω Νοσοκομείο και του συνεστήθη αποχή από την εργασία του για είκοσι ημέρες.
Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο γεννηθείς το έτος 1981 ενάγων, λόγω του τραυματισμού του από το ως άνω ατύχημα, υπέστη ηθική βλάβη, για την εύλογη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, το παρόν Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, με αξιολόγηση και στάθμιση όλων των διαμορφωτικών συνθηκών κατά τον κρίσιμο χρόνο του προσδιορισμού της, μεταξύ των άλλων, τις ως άνω συνθήκες του ατυχήματος, το είδος της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε στον ενάγοντα από αυτό και το χρονικό διάστημα αποκατάστασης της υγείας του, τις επιπτώσεις που η συγκεκριμένη βλάβη έχει στην εργασία του και γενικά στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή του, το βαθμό αμέλειας των υπευθύνων της εναγομένης αλλά και του ιδίου του ενάγοντος, τις ιδιότητες και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και τις εν γένει περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να του επιδικασθεί το ποσό των δεκα έξι χιλιάδων (16000,00) ευρώ με το νόμιμο τόκο και δη υπερημερίας, λόγω εύλογης αμφιβολίας αναφορικά με το ύψος του δεδομένου του είδους της αξίωσης αυτής, από την επομένη της επίδοσης αγωγής. [. . .].
Κατ' ακολουθίαν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια για το ένδικο εργατικό ατύχημα είναι η εναγόμενη και επιδίκασε στον ενάγοντα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 20000 ευρώ, έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων. . .". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο α) απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, β) έκανε δεκτές τις εφέσεις της εναγομένης και της παρεμπιπτόντως εναγομένης, γ) εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμες και στη συνέχεια αφού κράτησε την υπόθεση και συνεκδίκασε την υπ' αριθμ.
κατ. ΕΓ/285/23.3.2018 κύρια αγωγή με την υπ' αριθμ. κατ. ΕΓ/793/6.8.2018 παρεμπίπτουσα αγωγή, δέχθηκε εν μέρει την κύρια αγωγή και επιδίκασε για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ποσό 16.000 ευρώ ήτοι μικρότερο από εκείνο που είχε επιδικάσει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενώ δέχθηκε και την παρεμπίπτουσα αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 εδ. στ και 42 του ν. 3850/2010, 8 παρ. 1 του Π.Δ. 305/1996 και 64, 69 εδ. η' και ι' και 111 του Π.Δ. 1073/1981, ισχυριζόμενος ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση περιέχει αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, ως προς τη συνυπαιτιότητά του στην επέλευση του ατυχήματος και τον εξ αυτού τραυματισμό του.
Με τις άνω παραδοχές, όμως, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη (συν)υπαιτιότητα (αμέλεια) του ενάγοντος στην επέλευση του ατυχήματος και του εξ αυτού τραυματισμού του, αλλά και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς αυτού (ενάγοντος) και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος.
Ειδικότερα, η παράνομη συμπεριφορά (και) του ενάγοντος, θεμελιώνεται στην από αμέλεια παράβαση του άρθρου 69 εδ. η' και ι'του ΠΔ 1073/1981, καθόσον αφενός μεν η πρόσδεση των ικριωμάτων από αυτόν δεν ήταν επαρκής, εφόσον με την πρόσκρουση στο πλευρικό τμήμα του επικαθημένου λύθηκε ο ιμάντας, αφετέρου δε πριν ολοκληρωθεί η απομάκρυνση του φορτίου από το επικαθήμενο μετακινήθηκε προς το οπίσθιο μέρος του αμαξώματος, στερούμενος πλέον ο ίδιος της δυνατότητας ορατότητας της πορείας του αιωρούμενου φορτίου, το οποίο τον κτύπησε στο οπίσθιο τμήμα του κορμού του σώματός του, προκαλώντας του κακώσεις των σπονδύλων της θωρακικής και οσφυικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, οι οποίες οδήγησαν σε ήπια δεξιά σκολίωση της ΘΟΜΣΣ.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η ανωτέρω αμελής συμπεριφορά του ενάγοντος, υπήρξε, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος, αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, να αναφέρεται ο τρόπος εκφόρτωσης των μεταλλικών ικριωμάτων ή αν τα μέτρα ασφαλείας επέβαλαν την παραμονή του ενάγοντος στην καρότσα κατά τη μεταφορά του φορτίου, αφού κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο τραυματισμός του οφείλεται και στη δική του συγκεκριμένη αμελή συμπεριφορά, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα και των προστηθέντων από την εναγομένη προσώπων.
Κατά συνέπεια οι επικαλούμενες ως άνω ελλείψεις δεν στοιχειοθετούν ανεπάρκεια αιτιολογίας κατά την έννοια του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Οι δε λοιπές αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εξηγεί α) γιατί θεωρεί ως ασφαλή θέση το σημείο προς το οποίο ερχόταν το φορτίο και β) εάν ο τρόπος εκφόρτωσης των μεταλλικών ικριωμάτων ήταν ο ενδεικνυόμενος, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για ανεπάρκεια, αλλά πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 6.-Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι με εσφαλμένη ερμηνεία παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 932 ΑΚ, 25 παρ. 1 του Συντάγματος, ως προς την αρχή της αναλογικότητας και ότι η προσβαλλόμενη δεν έχει επαρκή αιτιολογία ως προς το ύψος του χρηματικού ποσού που του επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση.
Με τις ως άνω κρίσεις και τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, αφού λήφθηκαν υπόψη οι συνθήκες του ατυχήματος, ο βαθμός του πταίσματος και δη η συνυπαιτιότητα 60% των αρμοδίων προστηθέντων της εναγομένης και 40% του ίδιου του ενάγοντος, η ηλικία του ενάγοντος (36 ετών), το είδος της σωματικής βλάβης που προκλήθηκε σ' αυτόν, το χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση της υγείας του, οι επιπτώσεις που η συγκεκριμένη βλάβη είχε στην εργασία του και γενικά στην οικογενειακή και κοινωνική ζωή του, τις ιδιότητες και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων μερών και τις εν γένει περιστάσεις, καθορίζοντας τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσείοντος στο ποσό των 16.000 ευρώ, δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, και δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθως επιδικαζόμενου σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Ενόψει όλων αυτών, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από τους αριθμ 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής ευχέρειας του Εφετείου και της αρχής της αναλογικότητας, κατά τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης;
είναι αβάσιμος. 7.-Από τις διατάξεις των άρθ. 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του σχετικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτών.
Παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, για την στοιχειοθέτηση του οποίου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη λήψη υπόψη συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου. Ο παραπάνω πάντως λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει με την απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος, ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγησή τους, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή συγκεκριμένων εγγράφων (ΑΠ 425/2018, ΑΠ 496/2016, 1417/2010, 1204/2008, 532/2008, 2191/2007).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 και 556 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο οι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι και δεν πρέπει να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Αν υπάρχει αντίφαση, γεγονός που συμβαίνει και όταν προβάλλεται με το αναιρετήριο ο λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κάποιο έγγραφο, και στη συνέχεια ο λόγος από τον αριθμό 20 του ίδιου άρθρου, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ο δεύτερος λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 1294/2018, ΑΠ2264/2013).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνο αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.
Αντίθετα, δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και, αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και ως το πρώτο σκέλος αυτού, ισχυρίζεται ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα τόσο πρωτόδικα, όσο και στο Εφετείο, την υπ' αριθμ. πρωτ. ΕΣ-273935-2017/53070/23.10.2017 Έκθεση Έρευνας Εργατικού Ατυχήματος, που πραγματοποιήθηκε από το αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας και στην οποία βάσισε την ιστορική βάση της αδικοπρακτικής ευθύνης της εναγομένης, πλην όμως το Εφετείο δεν την έλαβε καθόλου υπόψη.
Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και ιδίως από τη διαβεβαίωση αυτής ότι έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με επιμέλεια της εναγομένης - παρεμπιπτόντως ενάγουσας και της προσθέτως παρεμβαίνουσας - παρεμπιπτόντως εναγομένης, οι οποίες περιέχονται στα προσκομιζόμενα με επίκληση και ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθώς και από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα κατωτέρω χωρίς όμως να παραλειφθεί η συνεκτίμηση οιουδήποτε. . .", το ανωτέρω έγγραφο λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο και συνεκτιμήθηκε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και της ουσιαστικής του κρίσης για την επίδικη διαφορά, δεδομένου μάλιστα ότι η υπαιτιότητα των αρμοδίων προστηθέντων της εργοδότριας, θεμελιώνεται ακριβώς σε όσα αναφέρονται στο ανωτέρω έγγραφο - έκθεση έρευνας εργατικού ατυχήματος.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο του σκέλος, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- 8.-Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση, σωρευτικά με την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ.11 γ του ΚΠολΔ, την πλημμέλεια ότι προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου της παραπάνω με αριθμ.
πρωτ. ΕΣ-273935-2017/53070/23.10.2017 Έκθεσης Έρευνας Εργατικού Ατυχήματος, που πραγματοποιήθηκε από το αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, διότι όπως αναφέρει "προσέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο διαφορετικό του πράγματι αναφερομένου σ' αυτό, αφού τα γενόμενα δεκτά υπό της προσβαλλομένης απόφασης, όπως προαναφέρθηκαν είναι απολύτως διάφορα των ρητώς αναφερομένων, επίσης κατά τα προεκτεθέντα στην έκθεση".
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι αντιφάσκει προς τον προηγούμενο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, που αναφέρεται στη μη λήψη υπόψη του ίδιου ακριβώς εγγράφου, αλλά και διότι η προβαλλόμενη αιτίαση αναφέρεται, όχι στην εσφαλμένη ανάγνωση του ανωτέρω αποδεικτικού εγγράφου, αλλά στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση του περιεχομένου του, με βάση το οποίο το Εφετείο κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. 9.-Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα οριζόμενα στο διατακτικό δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 106, 176, 183 και 189 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης αναφορικά με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη "I. Ε. Ε. Α. Ζ. Α..Ε..".
- ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 25.6.2021 και με αριθμό κατ. 23/6.7.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 198/30.11.2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
- ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
- ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαρτίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ