Legislator Case Law & Legislation
741/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court decision regarding standing of additional intervenors in civil proceedings.

Case Number 741/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appeal filed by three heirs against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The appellants argued that additional intervenors who supported the plaintiff in the first instance lacked standing to be sued in the appeal. The court held that such intervenors are not proper parties to an appeal unless they actively fought the legal battle during the trial, which they did not. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 74, 80 para.3, 558 of the Code of Civil Procedure; An appeal cannot be directed against an additional intervenor in the trial where the appealed judgment was rendered, as they are not principal parties, unless they actively engaged in the legal contest during that trial, thereby becoming principal parties.

Keywords

AI generated
additional intervenor standing to appeal principal party legal contest Code of Civil Procedure legal costs heirs

Cited Legislation

AI generated
Articles 74, 80 para.3, 558 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 741 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 741/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Α. χήρας Δ., το γένος Σ. Π., 2) Γ. Α. του Δ. και 3) Α. - Ε. Α. του Δ., κατοίκων ... που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσεβρένη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρεία με την επωνυμία "Αγροκτηματική Α.Ε." και έδρα τον ..., που εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γεωργακόπουλο, 2) Β. Χ. του Σ., ως κληρονόμου του Σ. Χ., 3) Ε. Β. του Χ., ως κληρονόμου του Κ. Χ., 4) Μ. Μ. του Μ., ως κληρονόμου της Ε. Μ., και 5) Ε. (Θ.) Ζ. συζ. Α., το γένος Μ. Μ., ως κληρονόμου της Ε. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αριστείδη Παρασκευόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25/7/1988 αγωγή και ανακοίνωση δίκης, προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή αποζημιώσεως της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης και την από 12/12/1988 πρόσθετη παρέμβαση των αρχικών διαδίκων Σπυρίδωνος και Κ. Χ. και των 4ου και 5ου των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6595/1989, μετ' ανακοπή 4271/1990 μη οριστική, 8683/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1576/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 9/5/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14/1/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 74, 80 παρ.3, 558 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (Α.Π. 1049/2010, Α.Π. 1803/2011, Α.Π. 1075/2011, Α.Π. 1918/2009, Α.Π. 902/2002). Επομένως, η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των δεύτερου μέχρι και της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι είχαν παρέμβει προσθέτως υπέρ της πρώτης τούτων κατά την πρωτοβάθμια δίκη κατόπιν προσεπικλήσεως αυτής, ως δικονομικοί εγγυητές της και άσκησαν με την ιδιότητα αυτή έφεση κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της οποίας παραστάθηκαν ως εκκαλούντες, χωρίς να αναλάβουν το δικαστικό αγώνα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι οποίοι κλητεύθηκαν και παρέστησαν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, οι δε λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, είναι απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.

Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 παρ.11 περ.γ' Κ.Πολ.Δ. υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Ολ.Α.Π. 14/2005).

Επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους (Α.Π. 1851/2007, Α.Π. 239/2012, Α.Π. 228/2012). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 336 παρ.3, 339, 432 επ.

Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι οποιοδήποτε έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, μπορεί να χρησιμεύει ως βάση για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα εξής: Με την 6595/1989 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε κατ' ουσίαν δεκτή, αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, ερήμην των εναγόμενων και ήδη αναιρεσειόντων, διεκδικητική κυριότητας ακινήτου.

Η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε με την 4271/90 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που δέχθηκε ανακοπή ερημοδικίας, την οποία άσκησαν οι προαναφερόμενοι ερήμην δικασθέντες διάδικοι, περαιτέρω δε το δικαστήριο συνεκδίκασε με την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση, που άσκησαν υπέρ της ενάγουσας οι άμεσοι δικαιοπάροχοί της στο επίδικο ακίνητο, και ήδη δεύτερος έως πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, τους οποίους αυτή προσεπικάλεσε να παρέμβουν στη δίκη και διέταξε αποδείξεις και με μάρτυρες σε βάρος των διαδίκων μερών και ειδικότερα υποχρέωσε την ενάγουσα να αποδείξει την κτήση της επικαλούμενης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, που στηριζόταν σε παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο και τους εναγόμενους να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, περί εικονικότητας των επικαλούμενων από την ενάγουσα μεταβιβαστικών της κυριότητας του επιδίκου συμβάσεων, που θεμελιώνουν τον παράγωγο τρόπο, καθώς και τους ισχυρισμούς τους περί ιδίας κυριότητας.

Οι αποδείξεις αυτές δε διεξήχθησαν, παρήλθε δε άπρακτη η ταχθείσα προς τούτο προθεσμία και οι διάδικοι εξέπεσαν του σχετικού δικαιώματος. Ακολούθως εκδόθηκε η 8683/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία εξαφανίσθηκε με την 1576/2012 προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε κατ' ουσίαν τις εφέσεις της ενάγουσας και των προσθέτως παρεμβάντων και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση.

Με το μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 παρ.11περγ' Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε ότι το επίδικο ακίνητο νεμήθηκε ο απώτατος δικαιοπάροχος της ενάγουσας πρώτης αναιρεσίβλητης Α.

Α. από το έτος 1926 μέχρι και το θάνατό του, που συνέβη την 19/3/1979, στον οποίο περιήλθε τούτο με βάση το .../1926 συμβόλαιο διανομής του συμβολαιογράφου Κρωπίας Α. Σπηλιανάκη που μεταγράφηκε νόμιμα, η οποία διανομή έγινε μεταξύ αυτού και των λοιπών συγκυρίων μείζονος έκτασης, στην οποία περιλαμβανόταν το επίδικο, που είχαν αγοράσει με το .../1926 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Ιωάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα από τους προηγούμενους αληθείς κυρίους αυτής Γ. και Δ. Θ. και στη συνέχεια νεμήθηκε τούτο η σύζυγος του Β., ως κληρονόμος αυτού με βάση ιδιόγραφη διαθήκη του μέχρι το θάνατό της, που συνέβη την 8/11/1979 και ακολούθως νεμήθηκαν τούτο οι προσθέτως παρεμβάντες άμεσοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, ως εξ' αδιαθέτου κληρονόμοι της παραπάνω θανούσης, οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία και για λογαριασμό της τελευταίας και μετέγραψαν τις σχετικές δηλώσεις αποδοχής, μέχρι το 1981, που μεταβίβασαν τούτο λόγω πωλήσεως στην ενάγουσα με συμβολαιογραφικό έγγραφο, που μεταγράφηκε και δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή, απορρίπτοντας τον βασικό ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το επίδικο νεμήθηκε ο άμεσος δικαιοπάροχός τους Δ.

Α. από το 1945 μέχρι το 1979 που πέθανε, οπότε και είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητα αυτού και στη συνέχεια οι ίδιοι, που στήριζε και την ένστασή τους περί ιδίας κυριότητας, δεν έλαβε υπόψη και δεν εκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία νομίμως προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν στο Εφετείο οι αναιρεσείοντες 1) την 7556/1982 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εξαφάνισε την 272/1981 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κρωπίας η οποία, εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και είχε δεχθεί κατ' ουσίαν αίτηση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων για την προσωρινή προστασία της νομής της στο επίδικο ακίνητο και ακολούθως απέρριψε κατ' ουσίαν την αίτηση αυτή, πιθανολογώντας ότι ο Γ.

Α., φερόμενος ως απώτατος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων και ο Δ. Α., απώτερος δικαιοπάροχός τους, νεμήθηκαν διαδοχικά το επίδικο από το 1926 μέχρι το 1979 και όχι ο Α. Α., απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων 2) το 3833/1984 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, που αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των ήδη αναιρεσειόντων, μετά την υποβολή έγκλησης εναντίον τους από τους προσθέτως παρεμβάντες, δικαιοπάροχους της ενάγουσας πρώτης αναιρεσίβλητης, για τις πράξεις της απάτης στο δικαστήριο και κατά των μαρτύρων, που με επιμέλειά τους εξετάσθηκαν κατά τη δίκη που προαναφέρθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο κατά την εκδίκαση της έφεσής τους κατά της απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, για ψευδορκία και 3) την 6232/1988 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάσθηκαν οι προσθέτως παρεμβάντες, δικαιοπάροχοι της ενάγουσας για ψευδορκία κατά την υποβολή σε βάρος των αναιρεσειόντων μήνυσης για φθορά ξένης ιδιοκτησίας, σε σχέση με το επίδικο ακίνητο.

Από την κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των εγγράφων προτάσεων των αναιρεσειόντων, που υπέβαλαν ως εφεσίβλητοι στο Εφετείο και στις δύο εφέσεις (ενάγουσας και προσθέτως παρεμβάντων), προκύπτει ότι επικαλέσθηκαν και δήλωσαν ότι προσκομίζουν τα παραπάνω έγγραφα, επιπλέον δε επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και άλλα έγγραφα προς απόδειξη του προαναφερόμενου ισχυρισμού τους.

Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε αφού έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα, που είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι και από το περιεχόμενο της απόφασης, με ειδική μνεία των άλλων αποδεικτικών στοιχείων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και ειδική αξιολόγησή τους δε γεννάται καμμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, παρά τη μη ειδική αναφορά των παραπάνω τριών εγγράφων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, με το οποίο δέχθηκε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Επομένως είναι αβάσιμος ο λόγος της αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη καθ' ενός των αναιρεσιβλήτων μερών (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9/5/2012 αίτηση των Ε. Α., Γ. Α. και Α. - Ε. Α. περί αναιρέσεως της 1576/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ για καθένα των αναιρεσιβλήτων μερών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Απριλίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ