Legislator Case Law & Legislation
868/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment due to lack of evidence and inadmissible arguments.

Case Number 868/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant company's request to overturn the second-instance court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court incorrectly rejected evidence of email communications proving the employee's dismissal was due to misconduct. The court found the appeal arguments baseless because the second-instance court had already considered the emails and provided detailed reasoning for rejecting them as unpersuasive. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the represented appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 176, 183 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the grounds are unsupported by evidence or irrelevant to the facts, and the appellate court must reject such requests if the lower court's reasoning is sound and the appellant fails to prove the alleged errors.

Keywords

AI generated
appeal dismissal labor dispute evidence admissibility legal costs email evidence unfounded appeal procedural outcome

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraphs 2 letters a and g of the Code of Civil Procedure
Article 126 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 129 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 11 letter g of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 12 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 868 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 868 / 2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρίας με την επωνυμία ".... (παλαιά επωνυμία ....") που εδρεύει στη …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πασσά, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Φ. Μ. του Ε., κατοίκου ... και 2)σωματείου με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Μερεκούλια και το 2ο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/5/2009 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 772/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 6195/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ως άνω αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 29/1/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 16/3/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθμό 4332/26 Οκτωβρίου 2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο … Κ. Μ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι η τελευταία επέδωσε στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων σωματείο με την επωνυμία "..." και ειδικότερα στον αρμόδιο για την παραλαβή εγγράφων υπάλληλο αυτού στα γραφεία του εν λόγω σωματείου (άρθ. 126 εδ.

γ, 129 παρ.1 του ΚΠολΔ): α)ακριβές αντίγραφο της από 29.1.2015 και με αριθ. κατάθ. …8/21.12.2015 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 28ης Μαρτίου 2017, κατά την οποία η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης αναβλήθηκε με αίτηση της τελευταίας αρχικά για τη δικάσιμο της 17ης Οκτωβρίου 2017 και κατ' αυτήν (λόγω αποχής των δικηγόρων) για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 13ης Φεβρουαρίου 2018 και β)υπηρεσιακή βεβαίωση με ημερομηνία 18.10.2017 της γραμματέως του ανωτέρω Β2 τμήματος περί αναβολής της συζήτησης της ως άνω αίτησης αναίρεσης κατά τη δικάσιμο της 17ης Οκτωβρίου 2017, με αίτηση της αναιρεσείουσας εταιρείας, για την ως άνω δικάσιμο της 13ης Φεβρουαρίου 2018.

Εφόσον το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων σωματείο δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτού.

Με τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. α του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 74, 80 και 81 παρ.3 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη, ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση, καθώς και στην περίπτωση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης (ΑΠ 741/2013, Α.Π. 1075/2011, ΑΠ 1236/2006).

Σε κάθε περίπτωση όμως ο προσθέτως παρεμβαίνων καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης, άλλως αυτή (συζήτηση) κηρύσσεται απαράδεκτη, τούτο δε λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 569/2013, ΑΠ 1049/2010, ΑΠ 1918/2009, ΑΠ 652/2009, ΑΠ 902/2002). Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που απευθύνεται κατά του απολιπομένου κατά την εκδίκαση αυτής δευτέρου των αναιρεσιβλήτων σωματείου με την επωνυμία "...", το οποίο κατά την συζήτηση της υπόθεσης στην πρωτοβάθμια δίκη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 669 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν το Ν. 4335/2015, είχε παρέμβει προσθέτως με προφορική δήλωση υπέρ του ενάγοντος πρώτου των αναιρεσιβλήτων, τακτικού μέλους του πιο πάνω σωματείου, αιτούμενο την παραδοχή της αγωγής αυτού και κατά του οποίου ως εφεσιβλήτου είχε στραφεί η έφεση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, είναι μεν απαράδεκτη κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα (577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενώ οι λόγοι αυτής (αναίρεσης) δεν αφορούν την πρόσθετη παρέμβαση, πλην όμως εκτιμάται από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου ως κλήτευση αυτού για το παραδεκτό της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Με την από 29.1.2015 και με αριθ. κατάθεσης …8/21.12.2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 6195/11.11.2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 8.6.2011 και με αριθ.

κατάθ. 5032/15.7.2011 έφεση και ο με τις προτάσεις ασκηθείς πρόσθετος λόγος έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, εξαφανίσθηκε εν μέρει ως προς ορισμένες της διατάξεις η υπ' αριθ. 772/21.4.2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 20.5.2009 και υπ' αριθ.

κατάθ. ….60/17.6.2009 αγωγή του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, και δικάζοντας την άνω αγωγή κατά το μέρος αυτό έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία για μικρότερο ποσό. Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 1.8.2011 και με αριθ. κατάθ. …9/31.8.2011 αντίθετη έφεση του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσίβλητων.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού η κατάθεση αυτής στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 21 Δεκεμβρίου 2015, ήτοι πριν την επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης στην αναιρεσείουσα που έλαβε χώρα στις 8 Ιανουαρίου 2016, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ.10767/8.1.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δ.

Π., που προσκομίζει ο πρώτος των αναιρεσίβλητων (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Η υπέρβαση των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Στην περίπτωση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω καταχρηστικής άσκησης αυτής, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης υποχρεούται να δέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού και σε περίπτωση υπερημερίας του να καταβάλει τις αποδοχές αυτού κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 601/2013).

Προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του οικείου δικαιώματος συντρέχει και όταν η καταγγελία έγινε από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους, λόγω νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας, συνήθως την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του (ΑΠ 179/2016, ΑΠ 1249/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 581/2011, ΑΠ 1318/2000).

Μεταξύ των υποχρεώσεων του εργοδότη προς το μισθωτό περιλαμβάνεται, ως παρεπόμενη υποχρέωση αυτού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 662 και 288 του ΑΚ σε συνδυασμό προς εκείνες του Ν. 1568/1985 και των Οδηγιών 89/391 και 91/383/ΕΟΚ που ενσωματώθηκαν στην εσωτερική ελληνική έννομη τάξη με το υπ' αριθ. 17/1995 Π. Δ/μα "Μέτρα για τη βελτίωση της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων κατά την εργασία σε συμμόρφωση με τις οδηγίες 89/391 και 91/383" (ΦΕΚ Α11), και η υποχρέωση αυτού να ρυθμίζει τα θέματα εργασίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, ακόμη και εάν δεν υπάρχει ειδικό πλέγμα διατάξεων δημοσίου δικαίου που να καλύπτει τη συγκεκριμένη εργασία.

Ειδικότερα ο εργοδότης υποχρεούται να αποφεύγει να μεταθέτει το μισθωτό σε τμήμα ή θέση εργασίας που δεν ανταποκρίνεται στις σωματικές ή πνευματικές του δυνατότητες και οφείλει να αναθέτει (εφόσον τούτο είναι εφικτό) στο μισθωτό διαφορετική εργασία από αυτή που εκτελούσε, αν οι σωματικές ή πνευματικές δυνάμεις αυτού δεν επιτρέπουν τη συνέχιση της αρχικά συμφωνημένης εργασίας, ιδίως όταν κάτω από τις προηγούμενες δυσμενείς συνθήκες είχε κλονισθεί η υγεία του (σχετ.

ΑΠ 1235/2003), υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι έχει πληροφορηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατάσταση της υγείας του μισθωτού. Αντιθέτως δεν θεωρείται καταχρηστική η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όταν αυτή οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου ή από πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του μισθωτού προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους του ή προς άλλους συναλλασσομένους.

Ωσαύτως δεν θεωρείται καταχρηστική η κατά τα άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (ΑΠ 179/2016).

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 525/2016, ΑΠ 1683/2012, ΑΠ 904/2012).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση

του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή ότι υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας κρίση της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού η κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.

Τέλος λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει κατά το νόμο το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί στην προσβαλλομένη απόφαση πλεοναστικά και ως εκ τούτου εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (και ήδη πρώτος των αναιρεσίβλητων) προσλήφθηκε στις 29.5.1992 από την εταιρεία με την επωνυμία "..." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί ως προσωπικό ασφαλείας - φύλακας.

Στις 26.10.2004 η Γενική Συνέλευση των μετόχων της πιο πάνω εταιρείας αποφάσισε, μεταξύ άλλων, την απόσχιση του κλάδου, στον οποίο απασχολείτο ο ενάγων, παροχής επανδρωμένων υπηρεσιών ασφαλείας, προστασίας, ελέγχου και φυλάξεων και των με αυτές συνδεομένων συναφών υπηρεσιών, πλην προς διπλωματικές αποστολές ξένων χωρών στην Ελλάδα, και την εισφορά αυτού στην εταιρεία "...".

Η απόφαση αυτή της Γενικής Συνέλευσης εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 188800/11.12.2004 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (ΦΕΚ ΑΕ & ΕΠΕ 170/2005). Ακολούθως η τελευταία εταιρεία μετονομάσθηκε σε "..." (ΦΕΚ 12972/29.11.2006) και ήδη σε "... " (ΦΕΚ 100/8.1.2010) [ήδη αναιρεσείουσα]. Στις 28.1.2005 καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος και της εναγομένης σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου με ημερομηνία ενάρξεως της εργασιακής σχέσεως από 1.1.2005, για να εργασθεί με την ίδια ως άνω ειδικότητα πέντε ημέρες την εβδομάδα, 40 ώρες εβδομαδιαίως με σύστημα ομάδων εργασίας (βάρδιες) και τόπο παροχής εργασίας το νομό Αττικής.

Με την ίδια ως άνω σύμβαση αναγνωρίσθηκε η προϋπηρεσία του από 29.5.1992 στην πρώην εργοδότρια του και οι συμφωνημένες αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 948,72 ευρώ με εφαρμοστέα ΣΣΕ την κλαδική συλλογική σύμβαση εργασίας εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών και συστημάτων ασφαλείας, όπως προκύπτει από την από 28.1.2005 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας.

Ο ενάγων από της προσλήψεώς του αποδείχθηκε ότι αποτελούσε αξιόλογο μέλος του προσωπικού της εναγομένης με ευδόκιμη υπηρεσία σε αυτήν (βλ. ενδεικτικά ....) και με σημαντικά τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, όντας κάτοχος εν ισχύ άδειας ασκήσεως επαγγέλματος και είχε συμμετάσχει σε διάφορα σεμινάρια για την αντιμετώπιση ειδικών θεμάτων ασφαλείας (βλ...).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση, όντας ενεργό μέλος του πρωτοβάθμιου συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "..." [ήδη δεύτερο των αναιρεσίβλητων, προσθέτως παρεμβάν υπέρ του ενάγοντος κατά την πρωτοβάθμια δίκη], με διαρκή ενημέρωση συναδέλφων του, με συμμετοχή στις δράσεις του σωματείου και με προσέλευση νέων μελών σε αυτό (βλ...).

Από το Φεβρουάριο του 2006 έως το Φεβρουάριο του 2009 διετέλεσε αντιπρόσωπος του συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία "..." στην "Ομοσπονδία Προσωπικού Ασφάλειας Ελλάδος". Περαιτέρω όμως αποδείχθηκε ότι η συνδικαλιστική του δράση δεν φέρεται ότι είχε ενοχλήσει την εναγομένη, η οποία άλλωστε εάν είχε οχληθεί από αυτήν την αιτία θα είχε οπωσδήποτε καταγγείλει την επίδικη σύμβαση πολύ νωρίτερα από το χρόνο που τελικά το έπραξε, όπως ορθά δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δεν αμφισβητείται με ειδικό προς τούτο λόγο έφεσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από 17.2.2008 έως 14.10.2008 απασχολήθηκε ως φύλακας στα γραφεία της εταιρείας ..., ήτοι σε εργασία που περιελάμβανε διαστήματα περιπολίας και ανάπαυσης. Ακολούθως όμως, τοποθετήθηκε ως φύλακας σε διάφορα πολυκαταστήματα και ειδικότερα στα πολυκαταστήματα "..." επί της οδού ….

και εν συνεχεία επί της οδού … στο "..." επί της οδού … και εν συνεχεία επί της οδού …. και τέλος στο κατάστημα "..." επί της οδού …. Οι απαιτήσεις φύλαξης των παραπάνω πολυκαταστημάτων, λόγω του αντικειμένου τους και του αυξημένου κινδύνου κλοπών, απαιτούσαν πλέον τον πολύωρο ορθοστατισμό του ενάγοντος, γεγονός που συνέτεινε στην όξυνση του υφιστάμενου προβλήματος υγείας, ο οποίος έπασχε από οσφυιοϊσχυαλγία με στενώσεις μεσοσπονδυλίου δίσκου, που επέβαλαν την αποφυγή πολύωρης ορθοστασίας.

Έκτοτε, ήτοι τον μήνα Οκτώβριο του 2008, ο ενάγων επεδίωξε την αλλαγή της θέσης εργασίας του, ενημερώνοντας προφορικά τον άμεσο προϊστάμενό του Η. Κ. για το πρόβλημα υγείας του, ενώ περαιτέρω επεδίωξε να επικοινωνήσει και με τον υπεύθυνο προσωπικού της εναγομένης Μ. Λ., πλην όμως οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες, αφού συνάντησε άρνηση από την πλευρά των εκπροσώπων της εργοδότριας εταιρείας.

Η τελευταία, παρά τις αντιρρήσεις που έφερε ο ενάγων, συνέχισε να τον απασχολεί σε θέσεις πλήρους ορθοστατισμού, με συνεχή μεταβολή του τόπου εργασίας του, όπως προαναφέρθηκε. Τον Φεβρουάριο του 2009 ο ενάγων προσέφυγε στον Α. Α., Γενικό Γραμματέα του σωματείου Υπαλλήλων Ομίλου … και μέλους της Επιτροπής Υγιεινής και Ασφάλειας των Εργαζομένων, όπου παραπονέθηκε για τη μη τήρηση εκ μέρους της εναγομένης του άρθρου 10 παρ.1 του ν. 1568/1985 που επέβαλε σε αυτήν να φροντίζει ώστε να υπάρχει γιατρός εργασίας, που προβαίνει σε ιατρικό έλεγχο των εργαζομένων σχετικό με τη θέση εργασίας τους μετά την πρόσληψή τους και σε κάθε αλλαγή θέσης εργασίας.

Τότε το δεύτερο εφεσίβλητο [ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων] σωματείο με την επωνυμία "..." ζήτησε με τα …5/εξ/12.2.2009 και ….3/εξ/23.2.2009 έγγραφά του προς το Κέντρο Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου Αθηνών και Κρήτης του Σ.Ε.Π.Ε. τη διενέργεια ελέγχου. Στις 10.3.2009 κλιμάκιο του παραπάνω οργάνου μετέβη στο υποδειχθέν σημείο όπου απασχολούνταν ο ενάγων, για τον οποίο ζητήθηκε να βεβαιωθεί εντός 24 ωρών από την εναγομένη ότι τηρείται ατομικός φάκελος από τον ιατρό εργασίας (βλ...).

Τότε μόνο η εναγομένη κάλεσε τον ενάγοντα προκειμένου να εξετασθεί από τον ιατρό εργασίας και δημιουργήθηκε ιατρικός φάκελος γι' αυτόν. Από την ημεροχρονολογία αυτή η εναγομένη τελούσε σε πλήρη γνώση για το ακριβές πρόβλημα υγείας του ενάγοντος, που συνίστατο, ως επιβεβαιώνεται και από την από 11.3.2009 ιατρική γνωμάτευση του ΙΚΑ …, σε "οσφυοϊσχιαλγία με έντονο σπασμό των ιερονιαίων μυών και νευρολογική σημειολογία των κάτω άκρων επί εδάφους στενώσεων 0511 μεσοσπονδυλίου δίσκου και μερικής ιεροποιήσεως υπό θεραπείαν" και επέβαλε αποχή του από πολύωρη ορθοστασία.

Έκτοτε όμως, οι εκπρόσωποι της εναγομένης, εμφορούμενοι πλέον από εμπάθεια και εκδικητικότητα έναντι του ενάγοντος, λόγω της προηγηθείσας καταγγελίας του ενάγοντος προς τον Α. Α., η οποία προκάλεσε τη διενέργεια ελέγχου της εναγομένης και την πιθανή επιβολή προστίμου σε βάρος της για παράβαση νομοθεσίας, συνέχισαν να τον απασχολούν σε θέση πλήρους ορθοστατισμού [στα καταστήματα ...

και ...], ενώ μπορούσαν να τον χρησιμοποιήσουν σε θέσεις ηπιότερης απασχόλησης, όπου δεν απαιτείτο πολύωρος ορθοστατισμός, ενόψει του προβλήματος υγείας του, όπως προκύπτει και από τον κατάλογο των πελατών που επικαλούνται. Ακολούθως η εναγομένη, με την από 20.3.2009 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωσε στον ενάγοντα αυθημερόν, ήτοι μετά τη πάροδο ελαχίστων ημερών από τον έλεγχο του ΚΕΠΕΚ, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.

Μετά ταύτα ο ενάγων επέδωσε στην εναγομένη στις 30.3.3009 την από 23.3.2009 εξώδικη διαμαρτυρία με την οποία απέκρουε την ως άνω καταγγελία ως παράνομη και καταχρηστική και καλούσε την εναγομένη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του. Ακολούθως η εναγομένη με την από 26.4.2009 εξώδικη απάντηση που επέδωσε στον ενάγοντα την 4.5.2009, ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων υπέπεσε σε σωρεία παραπτωμάτων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, συνεπεία των οποίων κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του.

Ειδικότερα η εναγομένη επικαλείται ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής του στις προαναφερθείσες θέσεις των πολυκαταστημάτων ο ενάγων εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά του και υπέπεσε στα ακόλουθα παραπτώματα: α) Στις 13.11.2008 ο Αρχιφύλακας Α' Τομέα Η. Κ. έγραψε στο δελτίο αναφοράς συμβάντων "Την Πέμπτη 13/11/08 κατά τη διάρκεια της εποπτείας μου στο πόστο (Χ - 39) ...

… δεν βρήκα τον φύλακα Μ. Φ.. στη θέση του. Έφτασε μετά από λίγο, διότι είχε πάει σε διπλανό κατάστημα για να πάρει καφέ και κουλούρια. Όταν ήρθε ακούμπησε τον καφέ του στο πεζούλι στην είσοδο του καταστήματος, πράγμα που μας είχε ζητηθεί από την διεύθυνση να μην γίνεται. Όταν τον παρατήρησα γι' αυτό, μου είπε ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει διαφορετικά.

Στη συνέχεια είχα επαφή με τον υπεύθυνο του καταστήματος κ. Ι. Σ., ο οποίος μου ζήτησε την Δευτέρα 17/11/08 να βρίσκομαι στο κατάστημα για να δώσω εξηγήσεις για τον φύλακα κ. Μ. και για τη συμπεριφορά του", β) στις 15.11.2008 ο Αρχιφύλακας Α' Τομέα Η. Κ. έγραψε στο δελτίο αναφοράς συμβάντων "Το Σάββατο, 15/11/08 είχα τηλεφωνική επικοινωνία με την διευθύντρια του καταστήματος ...

…. κα Α. Μ.. Μου έκανε έντονα παράπονα για τον φύλακα Μ. Φ.. διότι όπως μου είπε ασχολείται συνέχεια με το κινητό του. Επίσης σήμερα το είχε επισκεφθεί κάποιος φίλος του και ο κ. Μ. δεν παρατηρούσε καθόλου το χώρο ευθύνης του.

Για τους λόγους αυτούς μου ζήτησε την άμεση αντικατάσταση του φύλακα", γ) στις 3.12.2008 ο Αρχιφύλακας Α' Τομέα Η. Κ. έγραψε στο δελτίο αναφοράς συμβάντων "Την Τετάρτη 3/12/08 κατά τη διάρκεια της εποπτείας μου στο πόστο (Α - 07) ... …. βρήκα τον φύλακα Μ. Φ.. αξύριστο και ατημέλητο. Στη συνέχεια είχα επαφή με την υπεύθυνη του καταστήματος κα Ξ.

Ν., η οποία μου ζήτησε να μην εργαστεί στο κατάστημα ο συγκεκριμένος φύλακας", δ) στις 13.3.2009 2008 ο Αρχιφύλακας Α' Τομέα Η. Κ. έγραψε στο δελτίο αναφοράς συμβάντων "Την Παρασκευή 13/3/09 σε επαφή που είχα με την υπεύθυνη του καταστήματος ... … κα Δ. μου ζητήθηκε η άμεση αντικατάσταση του φύλακα Μ. Φ.. Ο λόγος της αντικατάστασης ήταν η ατημέλητη εμφάνισή του (φορούσε γάντια σε εσωτερικό χώρο, είχε πορτοφόλι - μπανάνα στη μέση παρά τις συνεχείς εκκλήσεις μας να μη το φορά) και πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του με αποκορύφωμα τη Πέμπτη 12/3/09 κατά το διάλειμμα που έκανε χωρίς να ενημερώσει τους υπαλλήλους του καταστήματος, κατά τη διάρκεια του οποίου διαπιστώθηκε ότι είχαν κλαπεί πολλά εμπορεύματα".

Τα παραπάνω επιστηρίζονται από τα προαναφερθέντα δελτία αναφοράς και όσα έχουν καταθέσει οι μάρτυρες της εναγομένης Η. Κ. και Γ. Δ., οι μαρτυρίες των οποίων περιέχονται στις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ' αριθ. …0/3.12.2010 και ….1/3.12.2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και τις από 19.3.2009 και 20.3.2009 μέσω διαδικτύου (e - mail) διαμαρτυρίες του Ν.

Σ., Συντονιστή Λογιστικού Σχεδιασμού των καταστημάτων ... και της Διευθύντριας του καταστήματος ... …., Ν. Μ.. Τα παραπάνω όμως αποδεικτικά μέσα δεν κρίνονται ευλόγως πειστικά από το παρόν Δικαστήριο και τούτο διότι: α) δεν προέκυψε ότι ο ενάγων, συνεπεία αυτών των σοβαρών παραπτωμάτων, τιμωρήθηκε άμεσα πειθαρχικώς από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, β) η φερομένη πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του ενάγοντος έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την έως τότε αξιόλογη πορεία του, όπως αυτή εμφαίνεται από σειρά προσκομιζόμενων συστατικών επιστολών, χωρίς μάλιστα να έχει εκφραστεί εναντίον του κανένα παράπονο και χωρίς επιβολή ουδεμίας πειθαρχικής ποινής, γ) ήταν αιφνίδια και σύγχρονη με το χρόνο διεκδίκησης των εργασιακών του δικαιωμάτων για την απασχόλησή του σε ηπιότερες θέσεις εργασίας λόγω του προβλήματος υγείας του και δ) περαιτέρω δεν αποδείχθηκε η αληθής προέλευση των επικαλουμένων από 19.3.2009 και 20.3.2009 μέσω διαδικτύου (e - mail) διαμαρτυριών Ν.

Σ., Συντονιστή λογιστικού σχεδιασμού των καταστημάτων ... και της Διευθύντριας του καταστήματος ... …, Ν. Μ.. Επομένως οι επικαλούμενοι από την εναγομένη ισχυρισμοί της, υπήρξαν προσχηματικοί και πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος έγινε στην πραγματικότητα, για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

Με τα δεδομένα αυτά το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι η καταγγελία της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος από την εναγομένη υπήρξε καταχρηστική, υπαγορευθείσα από ταπεινά ελατήρια και υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό, αλλά και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος της εναγομένης - εκκαλούσας - εφεσίβλητης προς καταγγελία της σύμβασης, και ως εκ τούτου, βάσει των άρθρων 174, 180 και 281 του ΑΚ, είναι άκυρη.

Περαιτέρω στην προκειμένη υπό κρίση υπόθεση από την, κατά τα προεκτεθέντα, ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η εναγομένη καθίσταται εκ μόνου του λόγου αυτού υπερήμερη, ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και υποχρεούται να καταβάλει σ' αυτόν το μισθό του, χωρίς να απαιτείται πραγματική, εκ μέρους του ενάγοντος, προσφορά των υπηρεσιών του, τις οποίες ήδη η εναγομένη εργοδότρια απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 350, 359 [ενν.

το άρθρο 349] και 656 του ΑΚ, για το επίδικο χρονικό διάστημα από την απόλυσή του μέχρι την αιτουμένη ημερομηνία, ήτοι για μισθούς υπερημερίας 20 μηνών και 15 ημερών, που εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από την καταγγελία της επίδικης σύμβασης (20.3.2009) έως τη συζήτηση της αγωγής (6.12.2010) εκ ποσού 1.709,98 ευρώ μηνιαίως και συνολικά ανερχομένων στο χρηματικό ποσό των 35.054,59 ευρώ (20 μήνες και 15 ημέρες Χ 1.709,98 ευρώ μηνιαίως).

Στο ποσό αυτό ωστόσο θα πρέπει να συμψηφισθεί (αρχής γενομένης από 20.3.2009) το ποσό των 23.039,72 ευρώ, το οποίο κατέβαλε η εναγομένη ως αποζημίωση απολύσεως και εισέπραξε ο ενάγων, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας (υπό στοιχ. II), η αποζημίωση που έχει καταβληθεί στον εργαζόμενο λόγω καταγγελίας [ενν.

από τον] εργοδότη συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας προβάλλεται επιτρεπτώς σε συμψηφισμό κατ' απόκλιση της γενικής νομοθετικής ρυθμίσεως (βλ...). Επίσης θα πρέπει να αναγνωρισθεί, κατ' αρχήν, η υποχρέωση της εναγομένης για καταβολή των εκ ποσού 1.709,98 (ευρώ) μισθών υπερημερίας πέραν της παραπάνω ημεροχρονολογίας (6.12.2010) και μέχρι άρσεως της υπερημερίας της, και όλα τα παραπάνω νομιμότοκα καθ' έκαστο επί μέρους μηνιαίο κονδύλιο από το τέλος εκάστου αντιστοίχου μηνός, καθόσον σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ως άνω καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή της ...".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τους περί του αντιθέτου τρεις πρώτους λόγους της από 8.6.2011 και με αριθ. κατάθ. ….2/15.7.2011 έφεσης της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, ως αβάσιμους κατ' ουσία, και επικύρωσε κατά το μέρος αυτό την ομοίως αποφανθείσα υπ' αριθ. 772/2011 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που, κατά μερική παραδοχή της αγωγής του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, είχε αναγνωρίσει ως άκυρη την από 20.3.2009 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος από την εναγομένη εταιρεία λόγω καταχρηστικότητας αυτής, είχε επιδικάσει σε αυτόν για μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 5.5.2010 έως 6.12.2010 (ημερομηνία συζήτησης της αγωγής στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) το συνολικό ποσό των 12.014,87 ευρώ, μετά από συμψηφισμό της ληφθείσας αποζημίωσης απολύσεως ύψους 23.039,72 ευρώ με τις αποδοχές υπερημερίας του προηγουμένου χρονικού διαστήματος από την καταγγελία (20.3.2009) και είχε αναγνωρίσει περαιτέρω την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 1.709,98 ευρώ μηνιαίως, ως μισθούς υπερημερίας για το περαιτέρω χρονικό διάστημα από τις 6. 12.2010 μέχρι την άρση της υπερημερίας, νομιμότοκα καθ' έκαστο επί μέρους μηνιαίο μισθό από το τέλος του εκάστου αντιστοίχου μηνός.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα κρίσιμα για την έκβαση της δίκης ζητήματα της συνδρομής περίπτωσης καταχρηστικότητας της από 20.3.2009 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του πρώτου των αναιρεσιβλήτων από την αναιρεσείουσα εργοδότρια εταιρεία, με συνέπεια την ακυρότητα αυτής και τη συνακόλουθη γένεση της υποχρέωσης αυτής να καταβάλει αποδοχές υπερημερίας στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων για το μετά την καταγγελία χρονικό διάστημα.

Ειδικότερα οι διαλαμβανόμενες αιτιάσεις στους πρώτο και δεύτερο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττονται για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα οι εκτιθέμενοι κατά τα άνω στην προσβαλλομένη απόφαση λόγοι για τους οποίους το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν πείσθηκε στη βασιμότητα των αρνητικών ισχυρισμών της αναιρεσείουσας ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του πρώτου αναιρεσείοντος οφειλόταν στην πλημμελή εκ μέρους του εκτέλεση των καθηκόντων του ως φύλακα που είχε ως συνέπεια διαμαρτυρίες πελατών της αναιρεσείουσας και στα προσκομισθέντα προς απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα, με την παράθεση στους οικείους αναιρετικούς λόγους των υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας αντιθέτων πραγματικών επιχειρημάτων, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, διότι οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται σε επικαλούμενες ελλείψεις που ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση

του αποδεικτικού πορίσματος, ενώ επί πλέον πλήττουν επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν συνιστούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Συγκεκριμένα το αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του πρώτου των αναιρεσίβλητων υπήρξε καταχρηστική, υπαγορευθείσα από ταπεινά ελατήρια κατά τα διαλαμβανόμενα σε αυτήν και ότι ο πρώτος των αναιρεσίβλητων δεν άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντά του ως φύλακα, οι δε επικαλούμενοι από την αναιρεσείουσα λόγοι καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτού είναι προσχηματικοί, διατυπώνεται σε αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα.

Κατά το μέρος δε που με αυτούς και υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι. Με τον τρίτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο αυτού σκέλος, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, ενόψει του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 669 και 281 του ΑΚ δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι άκυρη και όταν είναι αντικειμενικά αδικαιολόγητη, χωρίς δηλαδή να υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος που να αφορά την οικονομοτεχνική κατάσταση της επιχείρησης, το πρόσωπο ή τη συμπεριφορά του δικαιούχου και να αντιτίθεται στη συνέχιση της απασχόλησης.

Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο διότι, παρά την πλεοναστική μνεία στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης αντιστοίχων σκέψεων (βλ. φύλλο 7ο αυτής), η ελάσσονα πρόταση αυτής περί της ακυρότητας της από 20.3.2009 καταγγελίας δεν επιστηρίζεται σε αυτές, αλλά στην παραδοχή της καταχρηστικότητας αυτής, λόγω εμπάθειας και εκδικητικότητας των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας σε βάρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, επειδή ο τελευταίος διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματα του προς προστασία της ήδη επιβαρυμένης υγείας του, κατά τα ήδη ανωτέρω προεκτεθέντα.

Ο ίδιος δε λόγος κατά το δεύτερο αυτού σκέλος που αναφέρεται σε σωρεία παραπτωμάτων του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, εξαιτίας των οποίων και παρά την επί πεντάμηνο ανοχή της η αναιρεσείουσα αναγκάσθηκε να προβεί στην ανωτέρω καταγγελία είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί του αντιθέτου ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης, αν καταγγείλει ακύρως τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και υποχρεούται μέχρις ότου αρθεί η υπερημερία του να καταβάλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση της βούλησής του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική προστασία μπορεί να ζητηθεί και για δικαίωμα κεκτημένο μεν, αλλά μη απαιτητό, δηλαδή μπορεί να αξιωθεί με αγωγή και να επιδικασθεί παροχή που δεν εξαρτάται από αντιπαροχή και καθίσταται ληξιπρόθεσμη στο μέλλον και συνεπώς μπορούν να ζητηθούν αποδοχές υπερημερίας για το μετά την άσκηση της αγωγής χρονικό διάστημα έως την άρση της υπερημερίας, αφού αυτές δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας, την οποία ο εργοδότης έχει ήδη αποκρούσει με την ανωτέρω καταγγελία ή και με τη ρητή μη αποδοχή της (ΑΠ 641/2008, ΑΠ 752/2007, ΑΠ 597/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση και με επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε ότι το αίτημα της αγωγής για αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας προς καταβολή αποδοχών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα μετά την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (6.12.2010) μέχρι την άρση της υπερημερίας αυτής είναι νόμιμο, με το αιτιολογικό ότι οι ως άνω αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, την οποία η αναιρεσείουσα εργοδότρια εταιρεία απέκρουσε με την άκυρη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης.

Στη συνέχεια το δικαστήριο αναγνώρισε ως ουσιαστικά βάσιμη την ως άνω υποχρέωση της αναιρεσείουσας προς καταβολή του ποσού των 1.709,98 ευρώ μηνιαίως στον πρώτο των αναιρεσίβλητων, ως αποδοχές υπερημερίας, για το μετά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (6.12.2010) χρονικό διάστημα, απορρίπτοντας τον περί του αντιθέτου έκτο λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ, ως και εκείνη του άρθρου 69 παρ. 1 εδ. α` τους ΚΠολΔ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και κατά συνέπεια ορθώς δεν απέρριψε την πιο πάνω αγωγή, κατά το ως άνω αίτημά της ως μη νόμιμη, αφού κατά τα ανωτέρω δεν πρόκειται για μέλλουσα έννομη σχέση, αλλά για υφιστάμενη και σε εξέλιξη μέχρι την άρση της υπερημερίας, η δε παροχή της αναιρεσείουσας για καταβολή των αποδοχών υπερημερίας δεν εξαρτάται από την αντιπαροχή της εργασίας του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, η οποία αποκρούστηκε με την ως άνω καταγγελία.

Επομένως είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, λόγω της δυνατότητας άρσης της υπερημερίας στο μέλλον από διαφορετικές αιτίες, είναι πιθανή να καθίσταται υπό τις νέες προϋποθέσεις καταχρηστική η σχετική αξίωση, αφού αυτή θα γεννηθεί στο μέλλον, τούτο δε δεν μπορεί να κριθεί εκ προοιμίου, αλλά μόνο σε μελλοντικό χρόνο από το Δικαστήριο.

Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι σε περίπτωση άρσης της υπερημερίας του εργοδότη σε μεταγενέστερο χρόνο μετά την συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και για οποιονδήποτε λόγο, ο τελευταίος μπορεί να προβάλλει τον σχετικό ισχυρισμό με λόγο ανακοπής κατά της τυχόν σε βάρος του επισπευδομένης αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69 παρ. 1 εδ.α και 2, 269 παρ.2 περ.

β, 330, 527 αριθ. 2, 933 παρ.1 και 934 του ΚΠολΔ, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, διότι αφορά νεώτερο (μεταγενέστερο) περιστατικό που δεν μπορούσε να είχε τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 536/1976), ενώ επίσης ουδόλως αποκλείεται η εκ μέρους του εργοδότη άσκηση αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής (άρθ. 70 του ΚΠολΔ), με αντικείμενο την αναγνώριση της μη υποχρέωσης αυτού προς καταβολή αποδοχών υπερημερίας για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, εξ αιτίας της επελθούσας εντωμεταξύ άρσης της υπερημερίας αυτού για κάποιον εκ των προβλεπομένων στο νόμο λόγων.

Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός η οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, προκειμένου να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 268/2009, ΑΠ 366/2007).

Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του σε άλλο εργοδότη και δεν αρκεί το ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 1372/2011, ΑΠ 284/2009, ΑΠ 203/2009, ΑΠ 176/2001). Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με τον πέμπτο λόγο έφεσης ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων για τη λήψη αποδοχών υπερημερίας, συνισταμένης στο ότι αυτός κακόβουλα παρέμεινε άνεργος, ενώ μπορούσε να παρέχει αλλού την εργασία του με το σκεπτικό ότι: "δεν αποδείχθηκε ότι προσφέρθηκε στον εργαζόμενο εργασία ισότιμη με εκείνη που παρείχε σ' αυτήν ή ανάλογη με την ειδικότητα και ικανότητα την οποία αυτός δεν αποδέχθηκε κακόβουλα, η δε δημοσίευση δύο αγγελιών σε φύλλο εφημερίδας στις 14.3.2010 μπορούσαν να διέλαθαν της προσοχής του ενάγοντος".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ και επομένως ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, κατά το μέρος δε με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν ήταν δυνατόν να διαλάθουν της προσοχής του ενάγοντος τα προσκομισθέντα από αυτήν φύλλα εφημερίδων όπου είχαν καταχωρηθεί αγγελίες για την άμεση πρόσληψη προσωπικού ασφαλείας από διάφορες εταιρείες παροχής υπηρεσιών ασφαλείας και μάλιστα για το χρονικό διάστημα μίας πενταετίας, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου που δεν ελέγχεται αναιρετικά.

Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, εάν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης αυτού, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ` εύλογη κρίση (ΑΠ 22/2014, ΑΠ 1289/2013, ΑΠ 958/2007) Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ακόμη ότι: "από τον τρόπο που μεθοδεύτηκε και έλαβε χώρα η ως άνω απόλυση του ενάγοντος, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της απολύσεως και της βαρύτητας της προσβολής της προσωπικότητάς του, της συνολικής ευδόκιμης υπηρεσίας του στην εναγομένη, των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του, της ηλικίας του κατά το χρόνο της απολύσεώς του (44 ετών), της κοινωνικής κατάστασης αυτού, καθώς και της οικονομικής κατάστασης αμφοτέρων των διαδίκων, προσβλήθηκε αυτός στην προσωπικότητά του, παράνομα και υπαίτια και υπέστη μείωση της επαγγελματικής του αξίας και τιμής, αφού δημιουργήθηκαν δυσμενή σχόλια γι' αυτόν, περιήλθε σε ανασφάλεια για τη συνέχιση της εργασιακής του σχέσης και δοκίμασε αγωνία για το επαγγελματικό του μέλλον και άγχος και στενοχώρια για την πορεία των οικονομικών του και τη δυνατότητα ανεύρεσης νέας εργασίας και κάλυψης των οικονομικών αναγκών και συνεπώς δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, για την οποία αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η άκυρη καταγγελία, το είδος της προσβολής της προσωπικότητάς του ενάγοντος, οι συνέπειες αυτού στην επαγγελματική και προσωπική ζωή του, η ηλικία του (44 ετών) και οι συγκεκριμένες βιοτικές του συνθήκες, όπως εναργώς αποτυπώνονται από το αποδεικτικό υλικό και τέλος την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, εύλογο κρίνεται το ποσό των 5.000 ευρώ" και, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσία τον τέταρτο λόγο έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 του ΑΚ, εφόσον δεν δέχθηκε απλώς ότι έλαβε χώρα άκυρη απόλυση του ενάγοντος εξ αιτίας της οποίας δεν υπήρξε προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα στον έκτο λόγο αναίρεσης, αλλά αντιθέτως δέχθηκε, με βάση τα όσα λεπτομερώς εκτέθηκαν αμέσως προηγουμένως στην ίδια σκέψη αυτής, ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων ήταν άκυρη, ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 281 του ΑΚ, αφού έλαβε χώρα από εμπάθεια και εκδικητικότητα των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας σε βάρος αυτού, επειδή ο τελευταίος διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματα του προς προστασία της ήδη επιβαρυμένης υγείας του και κατά συνέπεια ήταν παράνομη, παραλλήλως δε δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα, προκειμένου να δικαιολογήσει αυτήν προέβη σε αναληθείς και προσχηματικές αιτιάσεις σε βάρος του ενάγοντος περί δήθεν πλημμελούς άσκησης των εργασιακών του καθηκόντων, γεγονότα που συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά εκ μέρους της αναιρεσείουσας που προσβάλλει την προσωπικότητα του πρώτου αναιρεσίβλητου και δικαιολογεί την σε βάρος της αναιρεσείουσας επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του τελευταίου.

Επομένως ο περί του αντιθέτου από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ.

του ΚΠολΔ (ΑΠ 536/2013, ΑΠ 609/2011, ΑΠ 425/2008). Εξ άλλου, κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.

Με τη διάταξη αυτή θεσπίζεται η δυνατότητα του δικαστηρίου να διορθώσει την απόφασή του, αν υπάρχει διάσταση μεταξύ εκείνου που θέλησε το δικαστήριο προς εκείνο που διατυπώθηκε στην απόφαση, εξαιτίας γραφικού ή λογιστικού λάθους, ή ελλιπούς ή ανακριβούς διατύπωσης του διατακτικού της και αυτά προκύπτουν είτε από το κείμενο της ίδιας της απόφασης, είτε από άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1572/2012, ΑΠ 425/2008, ΑΠ 553/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έβδομο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατά τον καταλογισμό των ποσών που με βάση τις παραδοχές αυτής έλαβε ο ενάγων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος από την εργασία αυτού σε τρίτον, ως υπάλληλος γραφείου, κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2011 έως 30.11.2013 στις οφειλόμενες από την αναιρεσείουσα αποδοχές υπερημερίας της περιόδου από τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (6.12.2010) μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (14.1.2014), στο πλαίσιο έρευνας σχετικού οψιγενούς ισχυρισμού της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας που προτάθηκε με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις αυτής, ως πρόσθετος λόγος έφεσης, το μεν προέβη στον υπολογισμό των οφειλομένων από αυτήν αποδοχών υπερημερίας για τη περίοδο αυτή στο ποσό των 64.979,24 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη ότι το χρονικό διάστημα από 6.12.2010 έως 14.1.2014 ανέρχεται σε 38 μήνες και 2 ημέρες (38 μήνες Χ 1.709,98 ευρώ = 64.979,24 ευρώ), ενώ το εν λόγω χρονικό διάστημα ανέρχεται πράγματι σε 37 μήνες και 8 ημέρες, το δε εξέπεσε από το εν λόγω ποσό 32.483,76 ευρώ, ενώ από τον υπολογισμό του αθροίσματος των δεδουλευμένων αποδοχών που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης εισέπραξε ο πρώτος αναιρεσίβλητος από 11.127,84 ευρώ για το έτος 2011, από 12.323,83 ευρώ για το έτος 2012 και από 10.030,09 ευρώ για το έτος 2013 προκύπτει ότι η ωφέλεια αυτού από την παροχή εργασίας του ανήλθε στο μεγαλύτερο συνολικό ποσό των 33.483,76 ευρώ και κατά συνέπεια διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος κατ' αμφότερα τα σκέλη αυτού, διότι τόσο ο εσφαλμένος υπολογισμός του συνόλου των οφειλομένων αποδοχών υπερημερίας του διαστήματος από 6.12.2010 έως 14.1.2014, όσο και ο εσφαλμένος υπολογισμός του αθροίσματος των δεδουλευμένων αποδοχών του πρώτου αναιρεσίβλητου σε τρίτο εργοδότη οφείλονται σε λογιστικό σφάλμα, που προκύπτει εναργώς από το ίδιο το κείμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεκτικό διόρθωσης και συνεπώς δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Από τη διάταξη του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο σχετικός αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το αποδεικτικό μέσο, που επικαλέσθηκε και προσεκόμισε ο διάδικος, πλην όμως, εκτιμώντας το περιεχόμενο του, απέρριψε αυτό ως αναληθές. Περαιτέρω ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων.

Στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία (άρθ. 352 ΚΠολΔ) και τα δημόσια έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρ. 438 επ., 441, 445 του ΚΠολΔ).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατά άρθρο 340, εκτιμώνται "ελεύθερα", το δε δικαστήριο αποφασίζει κατά συνείδηση αν οι ισχυρισμοί είναι αληθινοί. Επομένως ο παραπάνω από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο ή δεν προσέδωσε σε αυτό την αυξημένη αποδεικτική δύναμη που έχει από το νόμο και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 του ΚΠολΔ) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εκτίμησε ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 593/2014, ΑΠ 479/2010).

Τέλος, κατά το άρθρο 445 του ΚΠολΔ, έγγραφα ιδιωτικά, συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίσθηκε ή αποδείχθηκε, αποτελούν πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη (ΑΠ 593/2014, ΑΠ 891/2012). Η ανταπόδειξη όμως αφορά μόνο την προέλευση του εγγράφου από τον εκδότη τους και όχι την αλήθεια του περιεχομένου αυτών, η οποία ειδικά για τα ιδιωτικά έγγραφα μαρτυρίας, δηλαδή για έγγραφα που περιέχουν πραγματικά περιστατικά, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον από τους αριθμούς 11 και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ όγδοο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η αληθής προέλευση των από 19.3.2009 και 20.3.2009 προσκομισθέντων με επίκληση από αυτήν ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e - mail) του συντονιστή σχεδιασμού των καταστημάτων ...

Ν. Σ. προς τον προϊστάμενο του εμπορικού τμήματος της αναιρεσείουσας και της υπεύθυνης του καταστήματος ... στην οδό … Ν. Μ. προς τον επόπτη φυλάκων της αναιρεσείουσας αντίστοιχα, με αντικείμενο την απομάκρυνση του ενάγοντος και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου από τις ανωτέρω θέσεις εργασίας του, λόγω πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, αφού η απεικόνιση της ηλεκτρονικής διεύθυνσης του αποστολέα στο ηλεκτρονικό μήνυμα καθιστά αυτόν απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη, έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυσή του με άλλον χρήστη του ιδίου συστήματος, ενώ η ταύτιση του αποστολέα με το περιεχόμενο του ηλεκτρονικού μηνύματος είναι άρρηκτη.

Ο ανωτέρω από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω ηλεκτρονικά μηνύματα και μάλιστα με ρητή αναφορά σε αυτά. Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η σχετική κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με την βασιμότητα του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί πλημμελούς εκτελέσης των καθηκόντων του αναιρεσιβλήτου δεν στηρίχθηκε μόνο στα έγγραφα αυτά.

Ο ίδιος από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι σχετικές αιτιάσεις δεν καλύπτουν και την περίπτωση που τρίτος χρησιμοποίησε τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του δικαιούχου με την ανοχή ή άδεια του τελευταίου ή ακόμη και εν αγνοία του, αποστέλλοντας σε άλλον ηλεκτρονικό μήνυμα, οπότε η ηλεκτρονική διεύθυνση του δικαιούχου θα αποτυπωθεί σε αυτό, με συνέπεια να είναι επιτρεπτή η αμφισβήτηση της γνησιότητας του ηλεκτρονικού μηνύματος, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελής και ως εκ τούτου απαράδεκτος, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ελευθέρως και μάλιστα με εμπεριστατωμένη αιτιολογία ότι οι περιεχόμενες στα ως άνω ηλεκτρονικά μηνύματα αιτιάσεις σχετικά με πλημμελή εκ μέρους του πρώτου αναιρεσίβλητου εκτέλεση των εργασιακών του καθηκόντων δεν είναι πειστικές, αλλά είναι προσχηματικές μη ανταποκρινόμενες στην αλήθεια.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.1.2015 και με αριθ. κατάθ. 1178/21.12.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 6195/11.11.2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του πρώτου των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ