Supreme Court allows appeal on equal treatment principle, remands case for further trial on wage increase claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's dismissal of his claim for a salary increase. The appellant argued that the First Instance Court failed to consider his request for equal treatment under the principle of equal pay for equal work, which should have been examined substantively. The Court found that the lower court had actually considered this argument but rejected it based on specific contractual and precedent-based reasons, rendering the appeal on this ground inadmissible. Consequently, the Court annulled the lower decision only regarding the specific part rejecting the claim based on the equal treatment principle and remanded the case for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 288, 4(1), 4(2) of the Civil Code; Articles 22(1) of the Constitution; Article 14 of the Treaty on the Functioning of the European Union: When an employer unilaterally provides a benefit to certain employees, they must not exclude others from the same category under similar conditions unless justified by an objective reason; if the lower court considers an argument and rejects it, the appeal on that ground is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 569 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 569/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη, Γεώργιο Δημάκη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15η Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Α., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιο Γεωργαντίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3323/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1261/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-01-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, που απορρέει από τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά ευρίσκει έρεισμα και στα άρθρα 4 παρ. 1 και 2, 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 14 της Συνθήκης της ΕΕ, σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλεται στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεώς τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της ομοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο.
Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα δημοσίας τάξεως, που παρέχει απ` ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, με αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως.. Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ` ένσταση και να αποδείξει.
Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί - στην εργοδοτική παρανομία.
Τα παραπάνω ισχύουν και για το δικηγόρο, που παρέχει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με έμμισθη εντολή και πάγια περιοδική αμοιβή, έστω και αν αυτός, ως άμισθος δημόσιος υπάλληλος - λειτουργός (άρθρα 1 εδ. α, 38 ν.δ. 3026/1954), δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία (Ολ. ΑΠ 1191/1983, ΑΠ 1364/2019, 227/2011). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία Ολ.ΑΠ 1/1999).
2. Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση παραδεκτώς επισκοπούμενη δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι δικηγόρος και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, κατάρτισε με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Ασφαλιστική Ανώνυμη Εταιρεία" την από 10-07-1987 σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε να παρέχει σε αυτήν τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια μηνιαία αμοιβή.
Ότι στην έγγραφη αυτή σύμβαση, ως προς την αμοιβή του, ορίζονται στους όρους 3 και 4 τα εξής: "Για την παροχή των παραπάνω νομικών του υπηρεσιών προς την εταιρεία δικαιούται πάγιας περιοδικής (μηνιαίας) αμοιβής, που θα καταβάλλεται την 1 και 16 κάθε μήνα και η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο.
Η βασική αντιμισθία προσαυξάνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Εργασίας και του Νόμου και υπόκειται στις νόμιμες κρατήσεις. Πέρα από την αμοιβή αυτή δεν δικαιούται να αξιώσει οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη αμοιβή ή αποζημίωση ή αμοιβή και δαπάνη επιδικαζόμενη σε βάρος αντιδίκων της εταιρείας, εκτός τυχόν οδοιπορικών εξόδων.
Η παρούσα σύμβαση εντολής διέπεται συμπληρωματικά από τις διατάξεις περί εντολής του Κώδικα Δικηγόρων ... ". Ότι από τη σύμβαση αυτή προκύπτει σαφώς ότι η βασική αντιμισθία που θα λαμβάνει ο ενάγων καθορίζεται στο ενιαίο μισθολόγιο της εναγομένης, που αφορά στο προσωπικό της και τέθηκε σε ισχύ από 01-09-1982 με την από 01-11-1982 Ειδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας.
Ότι οι προσαυξήσεις της βασικής αντιμισθίας προφανώς αφορούν τα διάφορα επιδόματα (οικογενειακό επίδομα, επίδομα πολυετούς υπηρεσίας κλπ), για τα οποία γίνεται παραπομπή στον Κανονισμό Εργασίας της εναγομένης (άρθρο 17 μέχρι 20). Ότι η παραπομπή αυτή δεν αφορά άλλα θέματα, όπως βαθμολόγιο των υπαλλήλων, διότι το άρθρο 2 παρ.2 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, που καταρτίσθηκε και τέθηκε σε ισχύ το έτος 1983, ρητά ορίζει ότι αυτός δηλαδή ο Κανονισμός, δεν έχει εφαρμογή επί των δικηγόρων που παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες στην εναγόμενη για τους οποίους εφαρμόζονται οι διατάξεις του "Κώδικα περί Δικηγόρων".
Ότι μετά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης έμμισθης εντολής ο ενάγων εντάχθηκε στα μισθολογικά κλιμάκια, κατά τους όρους του ενιαίου μισθολογίου των υπαλλήλων και η εναγομένη καθόριζε έκτοτε με βάση το μισθολόγιο αυτό, συνδυαζόμενο με τις ανωτέρω διατάξεις του Κανονισμού και το ενιαίο μισθολόγιο των ασφαλιστικών υπαλλήλων που συμφωνήθηκε και ισχύει με κλαδικές συμβάσεις εργασίας, το ύψος της πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας του, το οποίο ήταν ανώτερο από αυτό που προβλέπει ως κατώτερο υποχρεωτικό ο Κώδικας περί Δικηγόρων.
Ότι η εναγόμενη δεν είχε υποχρέωση από τη σύμβαση έμμισθης εντολής και το ενιαίο μισθολόγιο, το οποίο δεν συναρτάται με το βαθμολόγιο, να προβεί σε αντιστοίχιση του ενάγοντος με το βαθμολόγιο των ασφαλιστικών υπαλλήλων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του, ώστε να ενταχθεί στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια.
Ότι, εξάλλου, το ζήτημα ότι ο εκάστοτε ορθός προσδιορισμός της πάγιας αντιμισθίας των δικηγόρων, που συνδέονται με την εναγόμενη με σύμβαση έμμισθης εντολής, δεν προϋποθέτει την προσήκουσα βαθμολογική και μισθολογική αντιστοίχιση τους προς το λοιπό διοικητικό προσωπικό της εναγομένης, έχει κριθεί με δύναμη δεδικασμένου με τη μ' αριθμό 6061/2001 τελεσίδικη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου και ήδη αμετάκλητη δυνάμει της 773/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, η οποία εκδόθηκε επί της από 14-05-1999 προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος κατά της εναγομένης, με την οποία αυτός ζητούσε να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της τελευταίας να υπολογίζει την πάγια μηνιαία αντιμισθία του κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι την άσκηση της εν λόγω αγωγής με τη βαθμολογική και μισθολογική αντιστοίχιση του με το λοιπό διοικητικό προσωπικό της εναγομένης.
Ότι περαιτέρω η εναγομένη με την από 15-12-2003 (Πρακτικό 409, 15-12-2013) απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της που κοινοποιήθηκε στο προσωπικό της με τη μ' αριθμό …./2004 ανακοίνωση της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού και Διοικητικής Υποστήριξης, τοποθέτησε ως Διευθυντή στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών τον συνάδελφο του ενάγοντος Ξ.
Κ. και στην ισότιμη με τη θέση του Διευθυντή, θέση του Νομικού Συμβούλου τοποθέτησε ως Διευθυντή το συνάδελφο επίσης του ενάγοντος Β. Π., οι οποίοι αμείβονταν, όπως οι φέροντες τον αντίστοιχο βαθμό της υπηρεσιακής ιεραρχίας ασφαλιστικοί υπάλληλοι της εναγομένης. Ότι οι ως άνω συνάδελφοι του ενάγοντος, δηλαδή οι Ξ.
Κ. και Β. Π., ήταν επιφορτισμένοι με διαφορετικά και πρόσθετα καθήκοντα από αυτά που ασκούσε ο ενάγων και ειδικότερα κατένειμαν τη νομική εργασία στους άλλους δικηγόρους της εναγομένης, εκτιμούσαν τα αποτελέσματα των δικών, προέβαιναν σε προτάσεις συμβιβασμού για λογαριασμό της εναγομένης, αποφαίνονταν για την άσκηση ενδίκων μέσων, επόπτευαν το έργο των άλλων δικηγόρων, συμβούλευαν το Διοικητικό Συμβούλιο και τις άλλες υπηρεσίες της εναγομένης, γνωμοδοτούσαν για νομικά ζητήματα, παρευρίσκονταν στα γραφεία της εναγομένης ημερησίως και επί πολλές ώρες και κατά συνέπεια οι ανωτέρω ασκούσαν ποσοτικά και ποιοτικά διαφορετική υπηρεσία από του ενάγοντα και ως εκ τούτου δεν μπορεί με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης να επεκταθεί και σε αυτόν η οικειοθελής παροχή της "ένταξης" των ανωτέρω δυο δικηγόρων στον Κανονισμό της εναγομένης και η βαθμολογική και μισθολογική αντιστοίχιση του με το λοιπό διοικητικό προσωπικό της εναγομένης.
Ότι με βάση τα ανωτέρω ο ενάγων ως δικηγόρος της εναγομένης, συνδεόμενος με αυτήν με σύμβαση έμμισθης εντολής δεν δικαιούται να ενταχθεί στον Κανονισμό. Εργασίας της εναγομένης, από τον οποίο έχει αποκλεισθεί συμβατικά, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης και κατά συνέπεια η βάση αυτή της αγωγής πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με βάση τα περιστατικά αυτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του αφού δέχθηκε και κατ'ουσίαν την έφεση της εναγομένης ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, εξαφάνισε την εκεί εκκαλουμένη και απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που είχε γίνει δεκτή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα κατά το μέρος που είχε αναγνωρίσει ότι 1) η πάγια αντιμισθία του ενάγοντος έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του Διευθυντή σύμφωνα με το 41ο μισθολογικό από 1-1-2015 έως 29-12-2010 και 2) την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα ποσό 148.539,75 που αντιστοιχούν στα μηνιαία επιδόματα του βαθμού Διευθυντή και ευθύνης θέσης βαθμού Διευθυντή του εκεί χρονικού διαστήματος από 2005 έως 2010.
3. Με την κρίση αυτή, το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 288 ΑΚ, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης από μέρους της αναιρεσίβλητης που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων.
Ειδικότερα, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί μη επέκτασης στον αναιρεσείοντα κατά τις ανωτέρω διατάξεις της οικειοθελούς παροχής ένταξης των αναφερόμενων εκεί συναδέλφων του αναιρεσείοντος Ξ. Κ. και Β. Π. που αμείβονταν όπως οι φέροντες τον αντίστοιχο βαθμό (διευθυντή) της υπηρεσιακής ιεραρχίας ασφαλιστικοί υπάλληλοι της εναγομένης, δεχόμενο ότι αυτοί ήταν επιφορτισμένοι και ασκούσαν διαφορετικά και πρόσθετα καθήκοντα από αυτά που ασκούσε ο αναιρεσείων χωρίς να προσδιορίζεται με ποια ιδιότητα καθένας από τους ανωτέρω ασκούσε τα διαφορετικά και πρόσθετα καθήκοντα ενόψει της προηγηθείσας παραδοχής ότι η αναιρεσίβλητη τοποθέτησε σε θέση διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της τον Ξ.
Κ. και Β. Π. σε θέση νομικού συμβούλου, χωρίς να διαλαμβάνεται ουδεμία παραδοχή για τα προσόντα του αναιρεσείοντος, τα καθήκοντα που του είχαν ανατεθεί και ασκούσε αυτός καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες παρείχε τις υπηρεσίες του ο αναιρεσείων σε σχέση με τους ανωτέρω συνάδελφους του ώστε αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω στο αρ. 1 της παρούσας διατάξεων..
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, κατά το μέρος που αποδίδεται παραβίαση των αρ.1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
4. Κατά τη διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ.ΑΠ 3/1997), και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην περίπτωση παραλείψεως του δικαστηρίου να λάβει υπόψη κάποιο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, για την ίδρυση αναιρετικού λόγου, πρέπει ο αγνοηθείς ισχυρισμός να είναι ουσιώδης, δηλαδή πρόσφορος να επιδράσει στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, εάν ο προβληθείς ισχυρισμός είναι νόμω αβάσιμος ή αόριστος, ήτοι επουσιώδης, δεν ιδρύεται ο από την ανωτέρω διάταξη προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως. Όμως, σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό, απορρίπτει δηλ.
αυτόν "εκ των πραγμάτων" κατ` ουσίαν. (ΑΠ 1721/2012 ). Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη την αγωγική του βάση περί αναγνώρισης ότι η πάγια μηνιαία αντιμισθία του έπρεπε να υπολογίζεται επί του βασικού μισθού του Διευθυντή και σύμφωνα με το 41ο μισθολογικό κλιμάκιο κατά την αρχή της ίσης μεταχείρισης, και με τον ίδιο λόγο της αιτήσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, μέμφεται το Εφετείο διότι δεν έλαβε υπόψη το ίδιο ανωτέρω αγωγικό αίτημα από τη μεταξύ τους συμβατική σχέση έμμισθης εντολής.
Όμως με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, επί λέξει ότι "η εναγομένη δεν είχε υποχρέωση από τη σύμβαση έμμισθης εντολής και το ενιαίο μισθολόγιο το οποίο δεν συναρτάται με το βαθμολόγιο να προβεί σε αντιστοίχηση του ενάγοντος με το βαθμολόγιο των ασφαλιστικών υπαλλήλων", "εξάλλου για το ζήτημα του προσδιορισμού της πάγιας αντιμισθίας προκύπτει δέσμευση με δύναμη δεδικασμένου από την 6061/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών" και περαιτέρω "ότι ο ενάγων ως δικηγόρος της εναγομένης, συνδεόμενος με αυτήν με σύμβαση έμμισθης εντολής, δεν δικαιούται να ενταχθεί στον Κανονισμό εργασίας της εναγομένης, από τον οποίο έχει συμβατικά αποκλειστεί, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης" προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ανωτέρω αγωγικές βάσεις και σαφώς τις απέρριψε με τις ανωτέρω (κύριες και επάλληλη) αιτιολογίες.
Επομένως, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, από τον αρ. 8 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι στο σύνολό του αβάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την αγωγή κατά την βάση της κατά τις διατάξεις της αρχής της ίσης μεταχείρισης, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνο που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η έρευνα των λοιπών λόγων της αιτήσεως αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 1261/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή είναι εφικτή.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στον αναιρεσείοντα δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.
Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ