Legislator Case Law & Legislation
491/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for one party, keeps case for another, and rejects appeal against the administrative region.

Case Number 491/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by S. P.-S. as inadmissible while annulling the second-instance judgment regarding the second appellant. The court found no legal ground for further examination of the case against the administrative region, allowing it to rule directly on the appeal against the region. Consequently, the appeal against the region was formally accepted but substantively rejected, and the second appellant was ordered to pay legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1)-(2) and 226(4) of the Code of Civil Procedure; When no legal ground exists for further examination of a case after an appeal, the Supreme Court may rule directly without remitting it to a lower court, provided the appeal is formally accepted and substantively rejected.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal direct ruling no legal ground partial annulment legal costs administrative region civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4) of the Code of Civil Procedure
Article 575(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180(1), 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 30(1) and (2) of Law 4038/2012
Article 19(1)(b) of Law 2556/1997
Article 61(3) of Law 4194/2013

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 491 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 491/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 1/2025 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης" ("4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας και Θράκης"), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Τσουμάνη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Σ. Π.-Σ. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε και 2) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2258/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4653/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 13-10-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Παρασκευή Γρίβα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Επίσης, με το άρθρο 226 παρ.4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, "Αν η συζήτηση αναβληθεί ,ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων".

Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής ,λόγω της εγγραφής της υπόθεσης στο πινάκιο, είναι ότι ο απολιπόμενος κατά τη νέα δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο ,κατά την οποία η υπόθεση δεν συζητήθηκε ,εκτός από την εξαιρετική περίπτωση του άρθρου 242 παρ.2 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ (ΑΠ 943/2024,1170/2023,3/2021,805/2019).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ8/2018, 39/2005, 9/2003,ΑΠ 140/2023, 1317/2021, 1695/2017).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1389/2019, 1374/2017, 526/2016). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 518/2021, 18/2020, 1374/2017, 1312/2017, 1603/2017, 526/2016). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1691/2022, 794/2022, 566/2022).

Στη προκειμένη περίπτωση η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 13-10-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθ.7878/877/2022) αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης" που στρέφεται κατά των δύο αναιρεσιβλήτων και κατά της με αριθμό 4653/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 09.01.2024 έλαβε χώρα με την επιμέλεια αμφοτέρων των αναιρεσίβλητων, όπως προκύπτει από την νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το δεύτερο παριστάμενο αναιρεσίβλητο, με αριθμό ...-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας Εφετείου Θεσσαλονίκης Σ.

Π. Από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της δικηγόρου Αθηνών Κωστούλας Αλεξάνδρας, η οποία ενεργούσε ως πληρεξούσια αμφοτέρων των αναιρεσίβλητων, επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για την αρχική δικάσιμο (9-1-2024) επιδόθηκε στον αναιρεσείον ΝΠΔΔ, οπότε και αναβλήθηκε η εκδίκασή της , με εγγραφή της υπόθεσης στη σειρά του οικείου πινακίου ,για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (07-01-2025).

Κατά τη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης στην τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε και αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ενώ ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, ο οποίος παρέστη, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αλεξάνδρα Κωστούλα, που παραστάθηκε με δήλωση (άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ).

Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι η ως άνω δικηγόρος, που έδωσε την παραγγελία για τη ανωτέρω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και από τη προαναφερόμενη, απολιπόμενη πρώτη αναιρεσίβλητη, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότησή της ως προς την ως άνω δικηγόρο ,με βεβαίωση του γνήσιου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτήν πληρεξούσιο.

Κατά συνέπεια ακύρως επισπεύθηκε η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Εξάλλου ,δεν προκύπτει και η εκ μέρους του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ κλήτευση της ως άνω απολιπόμενης αναιρεσίβλητης, προκειμένου αυτή να παραστεί κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 09-01-2024 κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (07-01-2025).

Συνεπώς, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, εφόσον η ανωτέρω απολιπόμενη αναιρεσίβλητη δεν επέσπευσε νόμιμα της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε νομίμως να παραστεί κατά τη συζήτηση, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτή ,η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτή (απολιπόμενη), ενώ για τον δεύτερο, παριστάμενο προσηκόντως αναιρεσίβλητο πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

2. Με το άρθρο 11 του διατάγματος της 26.6/10.7.1944 " Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", όπως το εδ. α' αυτού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006, ορίζεται ότι "Σε όλες τις δίκες του Δημοσίου, κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, ουδεμία απολύτως τρέχει προθεσμία είτε εις βάρος του Δημοσίου είτε εις βάρος των άλλων διαδίκων, ούτε για την υπό τούτων ως τρίτων άσκηση δηλώσεων ούτε για την έγερση αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων ούτε τέλος για την άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέταση μαρτύρων. Κάθε προθεσμία, η οποία έχει αρχίσει προ των διακοπών, καθώς και η εξέταση των μαρτύρων αναστέλλονται κατά τη διάρκεια των διακοπών....".

Περαιτέρω, με το άρθρο 28 παρ.4 εδ. α` του ν. 2579/1998 (ΦΕΚ Α 31) ορίζεται ότι "Οι διατάξεις των άρθρων 11 του κανονιστικού διατάγματος της 26 Ιουνίου - 10 Ιουλίου 1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών το Δημοσίου" και 22 παρ. 4 του ν. 1868/1989 (ΦΕΚ Α 230), έχουν εφαρμογή και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.). Τα πρόσωπα αυτά απαλλάσσονται, όπως και το Δημόσιο, από την υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε παραβόλου, τέλους, ενσήμου ή εισφοράς για την άσκηση ή την εκδίκαση αγωγών, ενδίκου μέσου ή βοηθήματος, ή για τη διενέργεια οποιασδήποτε δικαστικής ή διαδικαστικής πράξης, ενώπιον όλων των δικαστηρίων ή δικαστικών ή άλλων αρχών".

Εξάλλου με το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 130 του ν. 4938/2022, ορίζεται ότι "οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους". Τέλος, με το άρθρο 11 παρ. 2 του του ν. 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 109) ορίζεται ότι "τα θερινά τμήματα αρχίζουν την 1 Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους".

Από το συνδυασμό ων ως άνω διατάξεων προκύπτει ότι για το Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ αναστέλλονται οι προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων και συνεπώς και της αίτησης αναίρεσης, για το χρονικό διάστημα από 1 Ιουλίου έως 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους (ΑΠ 1065/2023, 347/2021, 564/2017).

Στη προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη από 13-10-2022 (αριθμ.έκθ.κατάθ.7878/877/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμ.4653/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την από 31-12-2019 έφεση (αριθμ.έκθ.κατάθ.183/22/2020) των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εκδοθείσας, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία κατά της με αριθμ.2258/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία είχε απορριφθεί η από 20-10-2010 (αριθμ.

έκθ. κατάθ. 229910/8569/2010) αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων (και άλλων εναγόντων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει κατ' ουσία η αγωγή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 14.10.2022 εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρο 564 παρ.1 ΚΠολΔ) που αρχίζει από την 16.9.2022, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου επιδόθηκε στο αναιρεσείον ΝΠΔΔ την 27-07-2022 (κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών) όπως ισχυρίζεται τούτο με το δικόγραφο της ένδικης αίτησης και δεν αμφισβητείται από το δεύτερο αναιρεσίβλητο στην οποία (προθεσμία) δεν υπολογίζεται το χρονικό διάστημα από 7.7.2022 έως 15.9.2022, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (561παρ.2)προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες (συνολικά 76), στους οποίους συμπεριλαμβάνεται ο δωδέκατος ενάγων και ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος και η έβδομη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 20-12-2010 (αριθμ.

έκθ. κατάθ. 229910/8569/2010) αγωγή κατά του εναγόμενου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.), με την οποία ισχυρίστηκαν ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2010 υπηρέτησαν, ως ιατροί, με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, στο αρχικώς εναγόμενο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Ότι το εναγόμενο δεν τους χορήγησε το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 30% επί του βασικού μισθού τους, το οποίο λαμβάνουν οι επισκέπτριες αδελφές, οι αδελφές νοσοκόμοι και οι μαίες που υπηρετούν στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών (ήδη Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης), βάσει του άρθρου 43 του ν. 1193/1981, όσο και εκείνες που υπηρετούν σε νοσηλευτικά ιδρύματα δημοσίου δικαίου ή κοινής ωφελείας ιδιωτικού δικαίου.

Ότι το εν λόγω επίδομα δικαιούνται βάσει των συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης αμοιβής για παρεχόμενη ίσης αξίας εργασία (άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), επειδή η εργασία τους ως ιατρών, ως βοηθοί των οποίων εργάζονται οι λαμβάνοντες το ένδικο επίδομα νοσοκόμοι, παρέχεται υπό τις ίδιες ανθυγιεινές συνθήκες εργασίας υπό τις οποίες παρέχεται και η εργασία των τελευταίων.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησαν, όπως παραδεκτά περιορίστηκε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι το (αρχικώς) εναγόμενο έχει την υποχρέωση: α) να τους καταβάλει τα καθοριζόμενα στην αγωγή, για έκαστο εξ αυτών, χρηματικά ποσά για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2010, β) να τους καταβάλει τα μηνιαίως οφειλόμενα ποσά, για την ίδια αιτία, από την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής έως τη συζήτηση αυτής και β) να εντάξει το επίδομα αυτό στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους από 1-1-2011 και εφεξής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως προς την έβδομη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη και ως προς τον δωδέκατο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο υπεισήλθε στη θέση του εναγομένου ΝΠΔΔ (ΙΚΑ) ως "οιονεί" καθολικός διάδοχος αυτού το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ (4η ΔΥΠΕ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 2258/2019 οριστική απόφασή του, ως προς τους ως άνω εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ως προς το υπό στοιχ.β αίτημά της και ως νομικά αβάσιμη κατά τα λοιπά αιτήματά της.

Κατά της απόφασης αυτής οι ως άνω ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι (και άλλοι ενάγοντες που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αναιρετική δίκη) άσκησαν την από 31-12-2019 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμ. 4653/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης ,ήτοι μόνο κατά το μέρος που αφορά τα υπό στοιχ.

α και γ αιτήματα της αγωγής, απορρίφθηκε ως αόριστο το δεύτερο αίτημα, έγινε δεκτή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή ως προς το πρώτο αίτημα και αναγνωρίσθηκε ως προς το δωδέκατο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο ότι το πέμπτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον νομικό πρόσωπο έχει την υποχρέωση να του καταβάλει το ποσό των 20.955 ευρώ .

Ειδικότερα, με την ως άνω εφετειακή απόφαση κρίθηκε ότι η ένδικη αγωγή είχε ως βάση, κατ' ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών, τις διατάξεις των άρθρων 648ΑΚ, 8 παρ. 7 Ν. 2470/1997, 2 περ. 1β' Ν. 3235/2004 και 8 παρ.Α 5 Ν. 3205/2003 ,13παρ.3 ν. 2703/1999 και όχι τις αναφερόμενες στο δικόγραφο αυτής διατάξεις των άρθρων 40, 41, 43 του Ν. 1193/1981, 1 του Π.Δ. 904/1978 και 2 του Ν. 1160/1981 σε συνδυασμό με άρθρα 4παρ.1 και 22παρ.1β Συντ/τος.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. 4. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β' του Συντάγματος, η δεύτερη των οποίων αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της θεσπιζόμενης με την πρώτη αρχής της ισότητας και εφαρμόζεται επί μισθωτών απασχολουμένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΟλΑΠ 3/1997, 1712/2023,1009/2023, ΑΠ 463/2016, 357/2016, 1227/2013), επιβάλλεται στο νομοθέτη η θέσπιση ίσης αμοιβής για τους εργαζομένους, ανεξαρτήτως φύλου ή άλλης διάκρισης, εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (ΟλΑΠ 13/2003 ) και δεν μπορούν να επιχειρηθούν αυθαιρέτως δυσμενείς διακρίσεις σε βάρος ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων που παρέχουν, υπό τις αυτές συνθήκες, όμοια εργασία, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, οπότε οι εργαζόμενοι για τους οποίους συντρέχουν οι λόγοι αυτοί αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική ρύθμιση και για εκείνους εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, διότι μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των ως άνω συνταγματικών διατάξεων δημιουργούμενη ανισότητα. Ο κανόνας όμως αυτός δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διάταξης νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών σε σχέση με μισθωτούς που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες, όπως είναι αυτοί που έχουν διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς, ενόψει του είδους της εργασίας τους, όρους απασχόλησης και απολαβών. Ούτε επιτρέπεται η σύγκριση να γίνεται επιλεκτικά με βάση ορισμένη μόνο μισθολογική παροχή, χωρίς συσχετισμό προς το σύνολο των αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται (ΑΠ 1712/2023, 1081/2023).

Περαιτέρω, με το άρθρο 43 του ν. 1193/1981 ορίστηκε ότι "Εις τας επισκεπτρίας αδελφάς, τας αδελφάς νοσοκόμους και τας μαίας των Κλάδων ΑΡ1, ΑΡ2 και ΑΡ3 του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών χορηγείται επίδομα ανθυγιεινής εργασίας εκ ποσοστού 30% επί του βασικού μισθού των." Με τη διάταξη αυτή, το εν λόγω επίδομα ανθυγιεινής εργασίας χορηγήθηκε μόνον στις επισκέπτριες αδελφές, τις αδελφές νοσοκόμες και τις μαίες που υπηρετούν στο Υπουργείο (ήδη) Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ως ιδιαίτερη κατηγορία δημοσίων υπαλλήλων (ΑΠ 1712/2023,1081/2023, 1009/2023).

Η εφαρμογή της εν λόγω διάταξης μπορεί να επεκτείνεται, προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, και στους νοσοκόμους και τις αδελφές νοσοκόμες των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, οι οποίοι εργάζονται σ' αυτά ως μέλη του νοσηλευτικού τους προσωπικού. Σε αντίθεση, όμως, προς τα ανωτέρω, οι ιατροί του Ι.Κ.Α., ως εκ του είδους και της φύσης της εργασίας που παρέχουν, τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης και απολαβών έναντι των νοσοκόμων του Υπουργείου Υγείας και των νοσηλευτικών ιδρυμάτων.

Επομένως, ανεξαρτήτως αν η προπαρατεθείσα διάταξη εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του ν. 2470/1997, πάντως, κατά το μέρος που αυτή δεν προέβλεψε ως δικαιούχους του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας και τους ιατρούς του Ι.Κ.Α., δεν αντίκειται στη συνταγματική αρχή της ισότητας, (ΑΠ 946/2023, 1712/2023, 1081/2023,1009/2023).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 64/2022, ΑΠ 19/2022).

Στη προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον ΝΠΔΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή υπαγωγή, την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο με το να κρίνει ότι η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη ως προς το προαναφερθέν υπό στοιχ. α αίτημά της, ερειδόμενη επί των διατάξεων των άρθρων 8 παρ. 7 του Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 του Ν. 2703/1999, 8 παρ.

Α.5 του Ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3235/2004, κατ' ορθή νομική υπαγωγή των εκτιθέμενων σ' αυτή πραγματικών περιστατικών στις ως άνω διατάξεις και ακολούθως να επιδικάσει και στο δωδέκατο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής" για το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2005 έως 31-12-2010) ως οφειλόμενο, ευθέως εκ του νόμου, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, που δεν ήταν εφαρμοστέες, ενώ όφειλε να απορρίψει την αγωγή ως προς το υπό στοιχ.

α αίτημά της. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι οι ενάγοντες ζήτησαν, με την ένδικη αγωγή, "να τους επιδικαστεί όχι το ανθυγιεινό επίδομα που προβλεπόταν στο άρθρο 43 του ν. 1193/1981 (και μόνο αυτό), όπως εσφαλμένως υπέλαβε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας το οποίο χορηγείτο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2005 έως 31-12-2010) σε όλες τις αναφερόμενες στο αγωγικό δικόγραφο κατηγορίες μισθωτών, ήτοι στο προσωπικό των Νοσοκομείων, των Μονάδων Κοινωνικής Φροντίδας της χώρας, του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ), των Κέντρων Υγείας του δημόσιου τομέα κλπ., αλλά και στο νοσηλευτικό προσωπικό του αρχικώς εναγόμενου ΙΚΑ και το οποίο (επίδομα) κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα χαρακτηρίζεται πλέον ως νοσοκομειακό επίδομα.

Επομένως η κρινόμενη αγωγή, ως προς το αίτημα περί αναγνώρισης οφειλής της ένδικης παροχής για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-12-2010, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 ΑΚ, 8 παρ. 7 Ν. 2470/1997, 13 παρ. 3 Ν. 2703/1999, 8 παρ. 5 Ν. 3205/2003 και 2 παρ. β' Ν. 3235/2004[....]. Το γεγονός ότι στην αγωγή παρατέθηκαν νομικές διατάξεις (άρθρο 1 Π.Δ. 904/1978, άρθρο 2 Ν. 1160/1981, 40, 42 και 43 του Ν. 1193/1981), οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, αφού με το ισχύον για το κρίσιμο χρονικό διάστημα νομοθετικό καθεστώς έχουν καταργηθεί τα επιδόματα που χορηγούνταν βάσει των διατάξεων αυτών, δεν συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, αφού η βάση αυτή συγκροτείται από τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το αίτημά της και όχι από τις νομικές διατάξεις που εσφαλμένως δόθηκαν από τους ενάγοντες - εκκαλούντες", ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το ανωτέρω αίτημα και επιδίκασε, μεταξύ άλλων και στο δωδέκατο ενάγοντα και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 20.955 ευρώ που αντιστοιχεί στο προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 8 παρ.

Α.5 του Ν. 3205/2003 επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής", ήτοι επιδίκασε το εν λόγω επίδομα για το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2005 έως 31-12-2010) ως οφειλόμενο ευθέως εκ του νόμου (άρθρο 2 παρ. 1 εδ. β' του Ν. 3235/2004) από 18-2-2004. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου των άρθρων 8παρ.7 ν. 2470/1997,13παρ.3 ν.2703/1999, 8 παρ.

Α.5 του Ν. 3205/2003 και 2παρ.1β ν.3235/2004, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, ενώ, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν ήταν εφαρμοστέες, καθόσον οι εν λόγω διατάξεις αφορούν επίδομα "νοσοκομειακό και τροφής", το οποίο είναι ανεξάρτητο και διάφορο του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 43 του Ν. 1193/1981, η οποία (διάταξη) εξάλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ανεξαρτήτως αν εξακολουθούσε να ισχύει και υπό το καθεστώς του ν. 2470/1997, δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην ένδικη περίπτωση, διότι πρόκειται για διαφορετικές κατηγορίες μισθωτών, που είχαν διαφορετικό εργοδότη (ήτοι οι ενάγοντες ιατροί είχαν ως εργοδότη το ΙΚΑ και οι αδελφές νοσοκόμοι - υπάλληλοι του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών είχαν ως εργοδότη το Ελληνικό Δημόσιο) και παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ενόψει του διαφορετικού είδους της εργασίας τους, υπό διαφορετικούς όρους απασχόλησης και απολαβών.

Ούτε μπορούσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει σύγκριση μεταξύ των δύο ως άνω κατηγοριών μισθωτών ως προς μόνη τη συγκεκριμένη παροχή (επίδομα ανθυγιεινής εργασίας), απομονούμενη από τα εκατέρωθεν σύνολα των αποδοχών τους (ΑΠ 1712/2023, 1081/2023). Επομένως, υπό το εκτεθέν περιεχόμενο η αγωγή είναι μη νόμιμη.

Ενόψει αυτών, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος κατ' ορθή υπαγωγή προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο της παρούσας αναιρετικής δίκης, καθώς και ως προς την αρρήκτως συνδεόμενη με αυτό διάταξη περί δικαστικών εξόδων, επίσης κατά το μέρος που τον αφορά.

Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγου αναίρεσης, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, που αναφέρονται σε παραβάσεις εκ του αριθμού 8 ο δεύτερος, 11περ.β ο τρίτος και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο τέταρτος και τελευταίος λόγος.

5. Με τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' και β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με τη διάταξη της παρ. 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, 41/2002, 25/2001, ΑΠ 585/2022, 353/2021, 362/2020, 836/2019).

Στην εξεταζόμενη υπόθεση, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, η ένδικη αξίωση του δωδέκατου ενάγοντος και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου είναι μη νόμιμη, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συνεπώς απορριπτέα, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης και γι' αυτό πρέπει, μετά την μερική αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο κατά το αναιρούμενο μέρος και να γίνει τυπικά δεκτή και ν 'απορριφθεί κατ' ουσία η έφεση του δωδέκατου (12ου) ενάγοντος- δωδέκατου (12ου) εκκαλούντος (Ε.

Κ.)και ήδη δευτέρου (2ου) αναιρεσίβλητου όσον αφορά το πέμπτο (5ο) εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης". Ο εν λόγω αναιρεσίβλητος ως ηττώμενος διάδικος , πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, το οποίο δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου και βάσιμου αιτήματος του τελευταίου (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης αναιρετικής δίκης, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Δεν ορίζεται δε η δικαστική δαπάνη μειωμένη, διότι στην υπόθεση αυτή το αναιρεσείον ΝΠΔΔ εκπροσωπήθηκε από ιδιώτη δικηγόρο (βλ. με αριθμ. ....2024 ειδικό πληρεξούσιο συμ/φου Θεσ/νίκης Δ. Π.) και όχι από μέλος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρα 30 παρ. 1 και 2 ν. 4038/2012 και 19 παρ. 1 περ. β' ν. 2556/1997 σε συνδυασμό προς το άρθρο 61 παρ. 3 ν. 4194/2013, βλ.

σχετ. ΑΠ 667/2024, 1081/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη Σ. Π.-Σ.

Κηρύσσει ως προς αυτή απαράδεκτη τη συζήτηση της από 13-10-2022 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 7878/877/2022) αίτησης αναίρεσης.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4653/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ' ουσία την από 31-12-2019 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 183/22/3-1-2020) έφεση του δωδέκατου (12ου) ενάγοντος-12ου εκκαλούντος Κ. Ε. κατά του πέμπτου εφεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "Διοίκηση 4ης Υγειονομικής Περιφέρειας Μακεδονίας και Θράκης".

Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ, του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας αναιρετικής δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαρτίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ