Supreme Court partially allows appeal, quashing conviction for accessory to fraud but upholds other charges.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against a conviction for fraud and forgery. The court found errors in the sentencing calculation for the accessory liability regarding the joint fraud, quashing that specific portion of the judgment. However, it rejected the appeal regarding the accessory liability for the continuous use of forged documents, leaving that conviction intact.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 464, 466, 473, 474 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially quash a lower court's judgment when specific legal errors are found in the calculation of liability or sentencing for certain charges while upholding the conviction for other distinct criminal acts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 667 / 2024 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 667/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γ. Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βάρκα, Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Ελευθέριο Σισμανίδη και Αικατερίνη Χονδρορίζου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευθυμίας Καλογεροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Νικόλαο Κουλοχέρη και Σπυρίδωνα Ανδριώτη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 844/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσες την κατηγορία τις: 1. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία: "... ", νόμιμα εκπροσωπούμενη, που εδρεύει στην …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παναγόπουλο και 2. Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία: "...", νόμιμα εκπροσωπούμενη, με έδρα την …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Μέρμηγκα. Το Πενταμελές Εφ...ίο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 06.10.2021 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία με δήλωση, επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 07.10.2021, έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …/2021 και στους από 16.09.2023 πρόσθετους λόγους αυτής, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2023.
Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να επιβληθούν τα έξοδα στον αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 6-10-2021 με αριθμό …/2021 αίτηση του Σ. Σ. του Ν., κατοίκου ... περιοχή …, για αναίρεση της με αριθμ.598, 844/3-9-2021 καταδικαστικής σε βάρος του απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις α) ηθικής αυτουργίας, κατά συναυτουργία, στην τετελεσμένη κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, του φυσικού αυτουργού, από την οποία η συνολική ζηµία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, β)συνέργειας στην κακουργηματική χρήση πλαστού κατ' εξακολούθηση του φυσικού αυτουργού και γ) ηθικής αυτουργίας στο συνεργό του φυσικού αυτουργού στην ίδια ως άνω κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, από την οποία η συνολική ζηµία που προξενήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, και, αφού του αναγνώρισε τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2α' και ε' ΠΚ, του επέβαλε συνολική ποινή καθείρξεως εννέα (9) ετών, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 462 παρ.1 στοιχ.β', 464, 466 παρ. 1, 473 παρ. 2 και 3 και 474 παρ. 2Α του ΚΠΔ) από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με δήλωσή του, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7-10-2021 (με αριθ.
γενικού πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου …/7-10-2021), προ της ενάρξεως της προβλεπόμενης εικοσαήμερης προθεσμίας του άρθρου 473 παρ.2 και 3 Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι η ως άνω απόφαση καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη, στις 10-5-2023, στο κατ' άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ ειδικό βιβλίο, από πρόσωπο που είχε το σχετικό έννομο συμφέρον, κατά απόφασης υποκείμενης στο συγκεκριμένο ένδικο μέσο (άρθρα 504 παρ1 και 505 παρ.1 στοιχ.α' ΚΠΔ) και περιλαμβάνει ορισμένους λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ (της απόλυτης ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης). Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων της.
Με την ανωτέρω αίτηση πρέπει να συνεκδικασθούν και οι ασκηθέντες, νομοτύπως και εμπροθέσμως, συναφείς πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης (από το άρθρ.510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε'), που κατατέθηκαν με το από 16-9-2023 ιδιαίτερο δικόγραφο για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από τον Δημήτριο Ζαγγανά, δικηγόρο Αθηνών, δυνάμει της από 27-8-2023 νομότυπης, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του αναιρεσείοντος, εξουσιοδότησης, στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου στις 16-10-2023, δηλαδή δέκα πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της ως άνω αναίρεσης (άρθρο 509 ΚΠΔ).
Σύμφωνα με το άρθρο 386 του νέου ΠΚ "1. Όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.
Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή. 2. Αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημιά που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες.
Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι έτη". Με τη διάταξη αυτή προβλέπεται το έγκλημα της απάτης, το οποίο στρέφεται κατά της περιουσίας και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να απαιτείται και η πραγμάτωσή του, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από τα οποία ως παραγωγό αιτία να έχει παραπλανηθεί κάποιος και να έχει προβεί σε επιζήμια γι' αυτόν ή για άλλον πράξη, παράλειψη ή ανοχή και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις.
Η παραπλάνηση του άλλου πραγματώνεται, με τρεις υπαλλακτικά μικτούς τρόπους, (παράσταση - απόκρυψη - παρασιώπηση), που κατατείνουν σε ένα και το αυτό έγκλημα, οι οποίοι διαφέρουν εννοιολογικά μεταξύ τους και εκ των οποίων οι δύο πρώτοι, συνιστούν περιπτώσεις θετικής απατηλής συμπεριφοράς, ενώ ο τρίτος, της παρασιώπησης δηλαδή αληθινών γεγονότων, περίπτωση απατηλής συμπεριφοράς με παράλειψη.
Ως παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η οποία μπορεί να είναι ρητή ή να συνάγεται σιωπηρά από τη συμπεριφορά του δράστη νοείται οποιαδήποτε ανακοίνωση, δήλωση, διαβεβαίωση ή ισχυρισμός αυτού, που εμπεριέχει ανακριβή παρουσίαση ή απεικόνιση της πραγματικότητας και αποσκοπεί στην απόκτηση από τον ίδιο ή από άλλον παράνομου περιουσιακού οφέλους.
Ως περιουσία νοείται το σύνολο των οικονομικών αγαθών του προσώπου που έχουν χρηματική αξία, ενώ ως βλάβη νοείται η μείωση ή χειροτέρευση της περιουσιακής κατάστασης προσώπου, την οποία δεν αναιρεί η τυχόν ύπαρξη ενεργού αξίωσης του παθόντος για αποκατάσταση της ζημίας κατ' αυτού που την προκάλεσε, έστω και αν ο τελευταίος είναι απόλυτα αξιόχρεος, αφού για την ικανοποίηση της σχετικής αξίωσης απαιτείται δικαστικός αγώνας, ο οποίος συνιστά πάντοτε περιουσιακή βλάβη.
Η απειλή περιουσιακής ζημίας θεωρείται βλάβη, όταν προκαλεί χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης που υπάρχει κατά την τέλεση της πράξης (Α.Π.733/2022). Αιτιώδης δε σύνδεσμος υπάρχει, όταν η βλάβη επέρχεται ως άμεσο και αναγκαίο αποτέλεσμα της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη (ΑΠ 790/2023, Α.Π.313/2021, Α.Π. 853/2019, Α.Π. 1494/ 2018), ενώ δεν απαιτείται αυτός που παραπλανήθηκε και εκείνος που ζημιώθηκε να είναι το ίδιο πρόσωπο (Α.Π.733/2022, Α.Π. 95/2019).
Επίσης, από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι η κακουργηματική μορφή της απάτης πληρούται όταν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, ενώ μετά την κατάργηση του ν.1608/1950 με το άρθρο 462 του νέου ΠΚ, μόνο αν η απάτη στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (και όχι κατά τράπεζας) και η ζημιά που προκλήθηκε στην περιουσία του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ.
ή των Ο.Τ.Α., υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες και η σχετική πράξη παραγράφεται μετά είκοσι έτη (ΑΠ 1077/2022, Α.Π.313/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του νέου ΠΚ, "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή", κατά την διάταξη της παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο", κατά τη διάταξη της παρ.3 "αν ο υπαίτιος των πράξεων των παρ.1 και 2 σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται α)αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή, β)αν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ, με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή" και τέλος, κατά τη διάταξη της παρ.4 " Αν οι πράξεις των παρ.1 και 2 στρέφονται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες.
Οι πράξεις αυτές παραγράφονται μετά είκοσι έτη". Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της χρήσης πλαστού εγγράφου από τρίτον απαιτείται αντικειμενικώς μεν η ύπαρξη πλαστού εγγράφου (με την έννοια της εξ υπαρχής κατάρτισης εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ' του ΠΚ), από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου), και η χρήση αυτού από τον τρίτο, υποκειμενικώς δε δόλος, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση πραγμάτωσης των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της εν λόγω αξιόποινης πράξης και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον, για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός, το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επετεύχθη.
Η χρήση δε πλαστού συνίσταται σε κάθε ενέργεια, που περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση του εγγράφου σύμφωνα με τον προορισμό του ή τον επιδιωκόμενο με αυτό σκοπό και τείνει σε παραπλάνηση τρίτου, ανεξαρτήτως της επιτεύξεως ή μη της παραπλανήσεως αυτής. Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφου που τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα έτη, απαιτείται επιπλέον σκοπός πορισμού στον ίδιο το δράστη ή σε άλλον περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου ή με σκοπό βλάβης άλλου, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία που προκλήθηκε να υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν τελικά επιτεύχθηκε η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη (Α.Π. 210/2022, Α.Π.1/2021, Α.Π.160/2020, Α.Π. 61/2020).
Τέλος, για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής χρήσης πλαστού εγγράφου σε βάρος του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, πρέπει να συντρέχουν όλα τα κατά τα άνω αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία των παρ.2-1 του άνω άρθρου, δηλαδή ο δράστης πρέπει εν γνώσει του να χρησιμοποίησε πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, επιπροσθέτως δε σκοπός να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας το ελληνικό Δημόσιο, ν.π.δ.δ.
ή Ο.Τ.Α είτε σκοπεύοντας να βλάψει τα τελευταία εφόσον το συνολικό επιδιωκόμενο περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία στην περιουσία τους υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 και ειδικότερα ο χρήστης του πλαστού εγγράφου πρέπει κατά το χρόνο τέλεσης της χρήσης αυτού να έβλαψε ή να σκόπευε να βλάψει ευθέως και άμεσα την περιουσία του ελληνικού Δημοσίου, ν.π.δ.δ.
ή Ο.Τ.Α. Πρέπει, επομένως, η βλάβη ή ο σκοπός βλάβης από τη χρήση του πλαστού να στρέφεται άμεσα κατά των τελευταίων, υπό την έννοια ότι η επελθούσα ή απειλούμενη ζημία τους να προκλήθηκε ή να απειλήθηκε αιτιωδώς από αυτή καθεαυτή την πράξη της χρήσης πλαστού και να μην οφείλεται σε άλλη άσχετη αιτία, ή να υφίστανται έμμεση ή αντανακλαστική βλάβη ή να κινδυνεύουν να υποστούν τέτοια βλάβη.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1 εδ. α' ΠΚ, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται "όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, με συμβουλές, με απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεως του ή και της σχέσεως του με τον φυσικό αυτουργό, β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση, θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως.
Αρκεί δε και ενδεχόμενος, εκτός αν για την αντικειμενική θεμελίωση του οικείου εγκλήματος απαιτείται άμεσος ή υπερχειλής δόλος, οπότε ο δόλος αυτός πρέπει να συντρέχει και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού. Ο δόλος του ηθικού αυτουργού συνίσταται στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών, από απόψεως τόπου, τρόπου και χρόνου τέλεσης της πράξεως (Α.Π. 1382/2011, Α.Π. 1396/2010).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 47 του ισχύοντος Π.Κ. "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83). Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού".
Για τη στοιχειοθέτηση της συνέργειας τρίτου σε άδικη πράξη του αυτουργού, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις: α) πράξη υλικής συνδρομής τρίτου, η οποία συνδρομή μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική, θετική ή αποθετική, β) τέλεση (ως προς την αντικειμενική της υπόσταση) από τον αυτουργό άδικης πράξης ή απόπειρας άδικης πράξης, γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμμετοχικής πράξης του συνεργού και της άδικης πράξης του αυτουργού, ο οποίος υπάρχει όταν, χωρίς την πρώτη, δεν θα ήταν με βεβαιότητα δυνατή η τέλεση της δεύτερης υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, δηλαδή, η συμβολή του συνεργού πρέπει να ήταν αποφασιστική για την τέλεση της πράξης του αυτουργού, υπό τις περιστάσεις και τις συνθήκες που τελέστηκε, ή υπό τις οποίες ο αυτουργός αποπειράθηκε να τελέσει αυτήν, και δ) δόλος του συνεργού, ο οποίος έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη, καθώς και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης - συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη.
Για τη στοιχειοθέτηση επομένως της συνέργειας απαιτείται οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, που παρέχεται στον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεση αυτής ή κατά την τέλεσή της, εφόσον εκείνος που την παρέχει με θετική ή αρνητική μορφή ενεργεί από πρόθεση, για την εξ υποκειμένου δε στοιχειοθέτηση της συνέργειας απαιτείται δόλος του συνεργού, συνιστάμενος στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωση του εγκλήματος.
Για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρέπει να προσδιορίζεται στην απόφαση ο χρόνος τέλεσης της πράξης του αυτουργού ή ο χρόνος που αυτός αποπειράθηκε να τελέσει αυτή και της πράξης του συνεργού, που ως τέτοιος νοείται ο χρόνος της ενέργειας ή της παράλειψης, που συνιστά τη δική του συμμετοχική δράση.
Επίσης, πρέπει να αιτιολογείται ειδικά ο δόλος του συνεργού, μόνο ως προς το ότι αυτός γνώριζε την τέλεση της κύριας πράξης ενώ, ως προς τα λοιπά στοιχεία (θέληση ή αποδοχή συμβολής στην τέλεση της κύριας πράξης), ο δόλος προκύπτει από την πραγμάτωση των αντικειμενικών στοιχείων της πράξης του και αρκεί η γενική αιτιολογία για την ενοχή του (Α.Π.289/2022, Α.Π.387/2021, Α.Π. 28/ 2021, Α.Π.678/2020, Α.Π. 126/2020).
Αν συντρέξουν περισσότερες μορφές συμμετοχής του ιδίου προσώπου στην τέλεση μίας αξιόποινης πράξης, δηλαδή αν το ίδιο πρόσωπο συμμετέχει στην ίδια πράξη με διαφορετικούς τρόπους, ήτοι με διαφορετικούς συμμετοχικούς ρόλους που του προσδίδουν και διαφορετικές ιδιότητες συμμετόχου, η αρχή της επικουρικότητας επιβάλλει την τιμωρία της βαρύτερης μορφής συμμετοχής, καθόσον ο εκάστοτε ελαφρότερος τρόπος συμμετοχής στο έγκλημα έναντι του βαρύτερου διατελεί σε σχέση επικουρικότητας με την έννοια δε αυτή η συνέργεια είναι επικουρική έναντι της ηθικής αυτουργίας (Α.Π.1879/2000), ο δε ηθικός αυτουργός του συνεργού είναι συνεργός του εκτελούντος την κύρια πράξη.
Περαιτέρω, η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, επί της οποίας, σύμφωνα με το άρθρο 830 παρ.1 ΑΚ, έχουν εφαρμογή, αφενός η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, κατά την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων χρημάτων, αφετέρου δε η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, που ορίζει ότι ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει, και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίσθηκε για τη φύλαξή του.
Επομένως αν ο τρίτος μετήλθε αξιόποινη πράξη και συνεπεία αυτής πέτυχε την απόδοση σ' αυτόν που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας, η οποία είναι κυρία των χρημάτων που είχαν κατατεθεί σ'αυτή και ζημιώθηκε από την απώλειά τους συνεπεία της αδικοπρακτικής σε βάρος της συμπεριφοράς του τρίτου κατά του οποίου έχει ισόποση αξίωση αποζημίωσης, ενώ η εναντίον της ενοχική αξίωση του καταθέτη από τη σύμβαση της ανώμαλης παρακατάθεσης παραμένει άθικτη.
Συνακόλουθα των ανωτέρω, η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακατάθεσης, και στην περίπτωση που το χρηματικό ποσό της κατάθεσης αφαιρεθεί από τρίτο με αξιόποινη πράξη, η αδικοπραξία τελείται σε βάρος της τράπεζας από τον τρίτο και όχι κατά του παρακαταθέτη και η τράπεζα είναι η μόνη που έχει αξίωση εξ αδικοπραξίας κατά του τρίτου, η άρνηση δε της τράπεζας στην περίπτωση αυτή να αποδώσει στον παρακαταθέτη το χρηματικό ποσό της κατάθεσης συνιστά αθέτηση συμβάσεως εκ μέρους της και όχι αδικοπραξία (Α.Π.1432/2019, Α.Π.929/2009).
Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού (σκεπτικού) με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Επίσης, ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 187 του ΚΠοινΔ.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα δε σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά (Α.Π. 999/2023, Α.Π.10/2022, Α.Π.999/2020, Α.Π. 689/2020). Επίσης, λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' του ΚΠοινΔ, η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν κάνει σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αληθή στη διάταξη, την οποία εφάρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Α.Π.618/2023, Α.Π.1548/2022).
Δεν αποτελεί, όμως λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολόγησης και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (Α.Π.713/2023, Α.Π.1530/2022, Α.Π. 382/2019).
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΚΠΔ (Ν.4620/2019), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 117 του ν.4855/2021 "Η μαρτυρική κατάθεση ή η παροχή εξηγήσεων ή η απολογία συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για την καταδίκη του κατηγορουμένου, αν δεν υπάρχει και άλλο, ρητά κατονομαζόμενο στην απόφαση, αποδεικτικό μέσο".
Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ), κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι αποκλείεται η στήριξη της καταδίκης κατηγορουμένου σε μόνη τη μαρτυρική κατάθεση ή παροχή εξηγήσεων ή την απολογία συγκατηγορουμένου, αλλά δεν αποκλείεται η συνεκτίμηση της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου μαζί με τις άλλες αποδείξεις, οι οποίες πρέπει ρητά να κατονομάζονται.
Ειδικότερα, το ανωτέρω άρθρο 211 ΚΠΔ δεν εισάγει καθολική απαγόρευση της αξιοποίησης της απολογίας ή της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, ως αποδεικτικού μέσου, αλλά αποδεικτικό περιορισμό, σύμφωνα με τον οποίο η απολογία ή η μαρτυρική αυτή κατάθεση, δεν είναι επιτρεπτή ως μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο για τη στήριξη της ενοχής του κατηγορουμένου.
Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη, όταν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση ή την απολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά τόσο σ` αυτή όσο και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ρητώς κατονομάζονται, όπως σε καταθέσεις άλλων εξετασθέντων μαρτύρων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα (Α.Π.25/2020).
Η κατά παραβίαση της άνω διάταξης του άρθρου 211 του ΚΠΔ, κρίση του δικαστηρίου που στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο οδηγεί επίσης, σε ελλιπή αιτιολογία της απόφασης και την ίδρυση λόγου αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρ. 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ), καθόσον με τον άνω λόγο αναίρεσης ελέγχεται αναιρετικώς το παραδεκτό των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία προέκυψαν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος (Α.Π.9/2023, Α.Π.726/2021, Α.Π.533/2020).
Εάν όμως η περί ενοχής κρίση του δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία, και σε άλλες αποδείξεις, οι οποίες ρητώς κατονομάζονται, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν δημιουργεί έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης (Α.Π.9/2023, Α.Π. 1201/ 2022, Α.Π. 28/2021, Α.Π. 25/2020, Α.Π.767/2019).
Ακόμη, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., "απόλυτη ακυρότητα υπάρχει: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) ... δ) την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και το Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών της ΕΕ".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του", σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο".
Περαιτέρω, το, κατ' άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α., τεκμήριο αθωότητας προβλέπεται επίσης στο άρθρο 14 παρ. 2 Δ.Σ.Α.Π.Δ. (ν. 2462/1997), στα άρθρα 47, 48 του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. και εν τέλει στο άρθρο 71 του ισχύοντος ΚΠοινΔ : "Οι ύποπτοι και οι κατηγορούμενοι τεκμαίρονται αθώοι μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή τους, σύμφωνα με το νόμο". Το τεκμήριο αθωότητας, που κατ' αρχήν είναι ειδικότερο συστατικό στοιχείο του, κατ' άρθρο 6 παρ. 1 Ε.Σ.Δ.Α., δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, έχει διττή φύση.
Αποτελεί, κατά την αντικειμενική του όψη, γενική αρχή της ποινικής διαδικασίας ή αλλιώς διαδικαστική εγγύηση στην ποινική δίκη υπέρ του κατηγορουμένου, η οποία υποχρεώνει τα όργανα της ποινικής διαδικασίας να την παρέχουν, χωρίς να είναι προκατειλημμένα, ως προς το αποτέλεσμά της και, παραλλήλως, είναι υποκειμενικό διαδικαστικό- δικονομικό του δικαίωμα, που αποσκοπεί στην προστασία των δικαιωμάτων υπεράσπισης, αλλά και στην προστασία της προσωπικότητάς του, δηλαδή της τιμής και της υπόληψής του και εν τέλει της εικόνας του στην κοινωνία, ως αθώου και κατά το περιεχόμενό του ο κατηγορούμενος δικαιούται, καθόλη τη διάρκεια της δίκης, να τυγχάνει μεταχείρισης αθώου, δυνάμενος να ασκήσει τα δικαιώματα υπεράσπισης που του παρέχει ο νόμος, ο όρος δε "υπεράσπιση" του κατηγορουμένου πρέπει να νοηθεί υπό ευρεία έννοια και σ'αυτόν υπάγονται όλες οι διατάξεις που συμβάλλουν με οποινδήποτε τρόπο στην υπεράσπισή του.
Η ισχύς του τεκμηρίου φθάνει μέχρι την απόδειξη της ενοχής του κατηγορουμένου. Πριν από το στάδιο αυτό, η πρόωρη απόδοση ενοχής από τις δικαστικές αρχές που ερευνούν ή δικάζουν την υπόθεση, οι οποίες οφείλουν να το πράττουν αμερόληπτα και να θεωρούν το αποτέλεσμα της δίκης ανοικτό, συνιστά κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.ΣΔ.Α.
Από το τεκμήριο αθωότητας απορρέει ο κανόνας του άρθρου 178 παρ. 2 του ΚΠοινΔ (όπως συμπλ. με το άρθρο 7 παρ. 24 του ν. 4637/2019), για αυτεπάγγελτη έρευνα από τους εισαγγελείς και τους δικαστές της ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου. Με τις ως άνω διατάξεις, στα πλαίσια της έννοιας της "δίκαιης δίκης" επί ποινικών υποθέσεων, καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθ' όλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί της δίωξης που ασκήθηκε εις βάρος του, κατοχυρώνεται, δηλαδή, το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος, εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως.
Κατ' αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, η οποία επιβάλλει στο δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo).
Η παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, οπότε ιδρύεται και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α', σε συνδυασμό με το προπαρατεθέν άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ', ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης (Α.Π.1205/2023, Α.Π.47/2023, Α.Π. 294/2022, Α.Π. 1289/ 2019).
Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, (άρθρο 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ), η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας και του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη και παράβαση των διατάξεων 6 ΕΣΔΑ και 71 Κ.Ποιν.Δ., με την αιτίαση ότι το δικαστήριο επέτρεψε στους πληρεξουσίους δικηγόρους των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας τραπεζών να αναφερθούν σε άλλη εκκρεμή ποινική κατηγορία σε βάρος του, η οποία βρίσκεται στο στάδιο της προδικασίας, με σκοπό να επηρεάσουν και επηρέασαν την κρίση του δικαστηρίου σε σχέση με την ενοχή του και έτσι καταστρατηγήθηκε το τεκμήριο αθωότητας του αναιρεσείοντος.
Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών και της προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή στους, και, επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σ` αυτά (Α.Π.1205/2023, Α.Π. 506/2021, Α.Π. 301/2020), δεν προκύπτει ότι οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας τραπεζών "..." και "…" είτε στην αγόρευσή τους επί της ενοχής, είτε σε οποιαδήποτε άλλο σημείο της διαδικασίας στο ακροατήριο, αναφέρθηκαν και επικαλέστηκαν και μάλιστα, παρά τις αντιδράσεις των συνηγόρων του κατηγορουμένου προς τούτο, στοιχεία άλλης συγκεκριμένης εκκρεμούς στο στάδιο της προδικασίας ποινικής υπόθεσης, σε βάρος του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος και ότι έτσι, με την ανοχή του Δικαστηρίου δημιούργησαν κλίμα ενοχής σε βάρος του, ούτε ότι παραβιάστηκε οποιοδήποτε υπερασπιστικό δικαίωμα του αναιρεσείοντος, όπως αβασίμως αυτός υποστηρίζει.
Αντίθετα από τα εν λόγω πρακτικά, από τα οποία παρέχεται πλήρης απόδειξη κατά τα προεκτεθέντα, τόσο για τις θετικές βεβαιώσεις που περιέχονται σ'αυτά, όσο και ως προς την έλλειψη βεβαίωσης ότι τηρήθηκε κάποια διατύπωση και δεν χωρεί ανταπόδειξη κατ'αυτών (Α.Π.1205/2023, Α.Π.52/2021), προκύπτει ότι έλαβε χώρα πολυήμερη ακροαματική διαδικασία τριών ημερών, με την τήρηση πολυσέλιδων πρακτικών, στα οποία αποτυπώνονται με κάθε λεπτομέρεια όσα έλαβαν χώρα κατά την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, και ειδικότερα, αναφέρονται αναλυτικά οι ισχυρισμοί που υπέβαλε ο αναιρεσείων δια των συνηγόρων του, που στο σύνολό τους απαντήθηκαν με αιτιολογημένη επάρκεια από το δικαστήριο, ότι στον αναιρεσείοντα και στους συνηγόρους του δίδονταν ο λόγος σε κάθε στάση της δίκης με την τήρηση της προβλεπόμενης από τα άρθρα 331, 332 και 333 του ΚΠΔ δικονομικής διαδικασίας καθώς και για την αγόρευσή τους προς υπεράσπιση του αναιρεσείοντος, και ότι πριν την κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας η Πρόεδρος ρώτησε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο και τους συνηγόρους του αν έχουν ανάγκη από κάποια διευκρίνηση ή να προβούν σε δήλωση ή παρατήρηση και έλαβε αρνητική απάντηση, ενώ δεν προκύπτει καθ'οιονδήποτε τρόπο παρεμπόδιση του υπερασπιστικού έργου των συνηγόρων του.
Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας και των διατάξεων 6 ΕΣΔΑ και 71 Κ.Ποιν.Δ και συνεπώς, ο προαναφερθείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, πρώτος λόγος της υπό κρίση αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης, με αριθ.598, 844/2021 απόφασής του, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ' είδος αναφέρει, στο σκεπτικό του, επί λέξει, τα εξής: "Επειδή, την επ' ακροατηρίου αποδεικτική διαδικασία και ειδικώτερον την ανωμοτί κατάθεση των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, οι οποίοι αναφέρονται στα πρακτικά ονομαστικώς, τα αναγνωσθέντα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς επίσης από τα αναγνωσθέντα επ' ακροατηρίου και αναφερόμενα στα πρακτικά έγγραφα, από την απολογία των κατηγορουμένων και γενικώς από όλη την συζήτηση της υποθέσεως και την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων σύμφωνα με την κατ' άρθρον 177 § 1 Κ.Π.Δ.
αρχή της ηθικής αποδείξεως, απεδείχθησαν τα εξής: Στις 19-6-2003, απεβίωσε στην …ο Ι. Δ. του Κ. και της Α., συνταξιούχος δικαστικός λειτουργός (επίτιμος Αρεοπαγίτης), ο οποίος είχε γεννηθεί στο …, το έτος …και κατοικούσε τα τελευταία έτη της ζωής του στην Κέρκυρα επί της οδού Ι. Θ.κη αρ. 104, έχοντας κατά το χρονικό διάστημα που ζούσε στην …, στενή επικοινωνία με τον Χ.
Γ., του Κ. και της Ό. γεννηθέντα το 1951, στους …, ο οποίος εμφανιζόταν στην τοπική κοινωνία α αναδεκτός ("βαφτιστήρι") του αποβιώσαντος. Κατά τον χρόνο του θανάτου του Ι. Δ. η περιουσία του αποτελείτο από σημαντικές καταθέσεις σε Τράπεζες και επενδύσεις σε ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικώτερον, διατηρούσε κατά την ημερομηνία του θανάτου του: i) στην Τράπεζα ...
τέσσερις ατομικούς λογαριασμούς 400 α) στο υποκατάστημα … τον υπ' αριθμό …λογαριασμό με υπόλοιπο 319.587 ευρώ, β) στο Κεντρικό Κατάστημα τον υπ' αριθμό … λογαριασμό με υπόλοιπο 224,026 ευρώ, γ) στο Κεντρικό Κατάστημα τον υπ' αριθμό … λογαριασμό με υπόλοιπο 197.366 ευρώ και δ) στο υποκατάστημα … τον υπ' αριθμό … λογαριασμό με υπόλοιπο 30 ευρώ, ιι) τέσσερις θυρίδες Θησαυροφυλακίου στην Τράπεζα ..., στο Κεντρικό Κατάστημα και στα υποκαταστήματα …, … και … με ημερομηνίες ανοίγματος 6/7/1998, 25/6/1999, 29/9/1999 και 4/7/2002 αντιστοίχως, ιιι) στην … το υπ' αριθμό … ατομικό ταμιευτικό στο Κεντρικό Κατάστημα" με υπόλοιπο λογαριασμού 105.000 ευρώ, τους υπ' αριθμούς …, … και … λογαριασμούς στο υποκατάστημα Αγίου ...
οι οποίοι διέθεταν συνολικό ποσόν 395.000 ευρώ και τον υπ' αριθμό … στο υποκατάστημα … με μηδαμινό υπόλοιπο, στο οποίο ήταν συνδεδεμένα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου. Ο Ι. Δ. απεβίωσε στο Γενικό Νοσοκομείο …και ο θάνατός του δηλώθηκε από τον Π. Κ., υπάλληλο γραφείου τελετών, καθ' όσον ο αποβιώσας δεν είχε σύζυγο ούτε τέκνα για να κληθούν στην κληρονομιά του.
Συγκεκριμένως, ο θανών ενοσηλεύετο στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο της … και μετά τον θάνατό του η κατοικία του, επί της οδού …, στην …, σφραγίσθηκε από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη, παρουσία αστυνομικών του Α.Τ. …, οι οποίοι κράτησαν την αστυνομική ταυτότητα του αποβιώσαντος, καθ' όσον δεν εμφανίσθηκε κανένας από το γραφείο τελετών του Γ.
Κ. να παραλάβει την ταυτότητα (σχετ. η από 1/12/2003 προανακριτική κατάθεση του αστυνομικού Γ. Π.). Η ταυτότητα αυτή τους παραδόθηκε από δύο φίλους του θανόντος, τους Δ. Γ. και Σ. Χ., οι οποίοι προς τον σκοπό αυτό μετέβησαν στο Α.Τ. …. Εν συνεχεία, από την Αστυνομία παραδόθηκε το δελτίο ταυτότητος του αποθανόντος, στις 21-6- 2…, στον Γ.
Κ., υιό του Γ. Κ., υπεύθυνου του γραφείου τελετών το οποίο επρόκειτο να φροντίσει περί της ταφής του (σχετ. η ανωτέρω προανακριτική κατάθεση του Γ. Π.). Από τότε το γνήσιο δελτίο ταυτότητος του αποβιώσαντος αγνοείται και έχει διενεργηθεί σχετικώς με αυτό προανάκριση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών … (σχετ.
το με αρ. πρωτ. … έγγραφο της Αστυνομικής Διεύθυνσης …). Από την προανάκριση προέκυψαν τα εξής. Σύμφωνα με την από 3/12/2003 κατάθεση του Γ. Κ., ο οποίος παρέλαβε την ταυτότητα του αποβιώσαντος από τον αξιωματικό υπηρεσίας του Α.Τ. …, στις 21-6-…., αυτός τοποθέτησε την ταυτότητα μαζί με το πιστοποιητικό θανάτου σε έναν φάκελο με την ένδειξη "Προς Δήμο …" και ακολούθως, στις 23-6-… (επόμενη της 21-6-… εργάσιμη ημέρα), ανέθεσε στον υπάλληλο του Π.
Κ. να παραδώσει την ταυτότητα και το πιστοποιητικό θανάτου στο ληξιαρχείο του Δήμου για να εκδοθεί η άδεια ταφής και η σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου. Ο τελευταίος, στην από 5/12/… κατάθεσή του ανέφερε ότι, στις 23/6/…. ή στις 24/6/…., πήγε ο ίδιος στο Ληξιαρχείο και παρέδωσε τα έγγραφα (μαζί με το δελτίο ταυτότητος) στην προϊσταμένη του γραφείου Β.
Κ. και πήρε την άδεια ταφής και ακολούθως, στις 25/6/…., πήγε στο Ληξιαρχείο και παρέλαβε την ληξιαρχική πράξη θανάτου, της οποίας το πρωτότυπο παρέδωσε στο γραφείο τελετών. Η Β. Κ. – Α., Ληξίαρχος, στην από 10/12/…. κατάθεση της, ανέφερε ότι ο Κ. Π., στις 24/6/…., προσκόμισε μόνο το πιστοποιητικό θανάτου χωρίς την αστυνομική ταυτότητα του αποβιώσαντος.
Για τον λόγο αυτό της υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας το συμπλήρωσε η ίδια, σύμφωνα με την οποία ο θανών Ι. Δ. ήταν θείος του και είχε χάσει την ταυτότητα του. Ο Π. Κ., στην ανωτέρω κατάθεσή του διαψεύδει την μάρτυρα και ισχυρίζεται ότι η Β. Κ. του ζήτησε να υπογράψει, "εν λευκώ" τέσσερις υπεύθυνες δηλώσεις δύο μήνες μετά την παραλαβή της ληξιαρχικής πράξεως θανάτου, όταν πήγε για άλλες δηλώσεις θανάτου, καθ' όσον το γραφείο τελετών είχε κάποιες εκκρεμότητες στο ληξιαρχείο και ο ιδιοκτήτης του, Γ.
Κ., δεν πήγε στο Ληξιαρχείο να τις τακτοποιήσει. Η Ο. Κ., υπάλληλος του Ληξιαρχείου, στην από 10/12/…. κατάθεσή της, επιβεβαιώνει την κατάθεση της Β. Κ. και αναφέρει ότι αυτή παρέλαβε το πιστοποιητικό θανάτου και την υπεύθυνη δήλωση του Π. Κ. και έκανε την σχετική εγγραφή στο βιβλίο θανάτου, δεν είδε δε ποτέ την ταυτότητα του θανόντος και αυτή δεν κατατέθηκε ποτέ στο Ληξιαρχείο.
Να επισημανθεί, στο σημείο αυτό, ότι αναφορικώς με την υπεύθυνη δήλωση την οποία υπέγραψε ο Π. Κ., σύμφωνα με την άνω κατάθεση της Β. Κ., την υπεύθυνη δήλωση υπέγραψε ο Π. Κ., το περιεχόμενο, όμως, της δηλώσεως συμπλήρωσε η ίδια, εκτός από τα δυο τελευταία ψηφία της ημερομηνίας γεννήσεως. Ειδικώτερον, η ανωτέρω Ληξίαρχος κατέθεσε ότι στην ημερομηνία γεννήσεως του θανόντος, ο αριθμός "…" έχει αναγραφεί με τον δικό της γραφικό χαρακτήρα, αλλ' ο αριθμός "…" έχει συμπληρωθεί με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα.
Ακόμη, η υπεύθυνη αυτή δήλωση δεν φέρει πλήρη ημερομηνία συντάξεως της, αλλά μόνο το έτος …., γεγονός το οποίο δεν μπόρεσε να αιτιολογήσει. Τέλος, στην ίδια προανακριτική (με ΑΒΜ …) δικογραφία η οποία σχηματίσθηκε όσον αφορά την κατάληξη της αστυνομικής ταυτότητος του Ι. Δ.υ επισυνάπτονται τα εξής έγγραφα:
α) το από 25/6/…. απόσπασμα της υπ' αριθ. 149/9/2003 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ι. Δ. και β) η χωρίς πλήρη ημερομηνία (ήτοι ημέρα και μήνα) από …, υπεύθυνη δήλωση του Π. Κ.. Εν τούτοις, στο από 25/11/2003 ακριβές αντίγραφο της υπ' αριθμ. …/../…. ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Δ. Ι., το οποίο υπογράφει η Β. Κ., παρατηρείται ότι έχουν αναγραφεί στην ληξιαρχική πράξη θανάτου ως "αριθμός οικογενειακής μερίδος", ο αριθμός …/.
και ως "αριθμός μητρώου αρρένων" του αποβιώσαντος, ο αριθμός … και ως επάγγελμα "συν/χος ...". Από την αντιπαραβολή της εν λόγω ληξιαρχικής πράξεως με φωτοαντίγραφο του γνησίου δελτίου αστυνομικής ταυτότητος του αποβιώσαντος, το οποίο απεστάλη από το κατάστημα Αγ. … (Κ.Α. …) της Τράπεζας .... προκύπτει ότι ο αριθμός της οικογενειακής μερίδος ("…/.") και ο αριθμός μητρώου αρρένων ("98") είναι οι αντίστοιχοι ίδιοι αριθμοί, ενώ η αναγραφή του επαγγέλματος "συν/χος ..." έχει γραφεί και αυτή διακεκομμένα στην ληξιαρχική πράξη θανάτου.
Επομένως, αποδεικνύεται ότι, προκειμένου να περασθούν τα στοιχεία αυτά στα βιβλία του ληξιαρχείου …, οι υπάλληλοι του Ληξιαρχείου είχαν λάβει το δελτίο ταυτότητος του θανόντος και οι ισχυρισμοί τους ότι η αστυνομική ταυτότητα του αποβιώσαντος Ι. Δ. δεν παραδόθηκε στο ληξιαρχείο του Δήμου … ελέγχονται ως αναληθείς, αφού η από 24/6/2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου περιέχει στοιχεία της αστυνομικής ταυτότητος του θανόντος Ι.
Δ. (ήτοι τους αριθμούς δημοτολογίου και μητρώου αρρένων καθώς και το επάγγελμα του) τα οποία πρέπει να είχε υπ' όψιν της η υπάλληλος του Ληξιαρχείου, Β. Κ., όταν την συνέτασσε, αφού, από κανένα άλλο έγγραφο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει τα στοιχεία αυτά. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι τον μήνα Αύγουστο του 2003, δύο μήνες μετά τον θάνατο του Ι.
Δ. και ενώ η οικία που κατοικούσε είχε σφραγισθεί, πραγματοποιήθηκαν αναλήψεις ποσού συνολικά 15.080 ευρώ με χρήση της κάρτας … του Ι. Δ.. Συγκεκριμένως από 4/8/2003 έως 25/8/2003 πραγματοποιήθηκαν με την κάρτα, την οποία ουδέποτε ο θανών είχε χρησιμοποιήσει, είκοσι έξι (26) συνολικώς αναλήψεις από το υποκατάστημα Αγίου ...
της …, χωρίς να καταστεί δυνατό να ανευρεθεί το πρόσωπο το οποίο προέβη σε αυτές τις αναλήψεις. Ακόμη, στην Τράπεζα ... κατά το από 29/10/2003 έως 5/11/2003 χρονικό διάστημα διενεργήθηκαν δέκα (15 ερωτήσεις) και έξι (6) λογιστικές συναλλαγές (καταθέσεις, αναλήψεις, στους λογαριασμούς της Τράπεζας τους οποίους όπως προελέχθη τηρούσε ο θανών.
Συγκεκριμένως : I) Στις 29/10/2003 και ώρα 13.21. στο Κατάστημα Αγίου … |(…), κατατέθηκε από την θέση εργασίας (1-7) του Teller Κ. Β. το ποσό των Ευρώ 15 στον λογαριασμό … αριθ. … του πελάτη Ι. Δ.. ο οποίος τηρείται στο Κατάστημα … (…), 2) Η κατάθεση έγινε με χρήση βιβλιαρίου καταθέσεων και στο παραστατικό αναγράφεται μηχανογραφικώς η ένδειξη "Κ.
Γ.", έγινε δε από τον Α. Γ., (2° κατηγορούμενο) και αναγνωρίσθηκε από τον άνω υπάλληλο. Δύο ημέρες μετά. στις 31.10,2003 ο ίδιος Teller …, διενήργησε δύο βοηθητικές συναλλαγές ΒΕΒ (ενημέρωση βιβλιαρίου) στους λογαριασμούς … αριθ. 41545 και … αριθ. …, οι οποίοι ετηρούντο στο Κεντρικό Κατάστημα, του πελάτη Ι. Δ.. 2) Στις 29/10/2003 και ώρα 15.40, στο Κατάστημα …(…), εκτελέστηκε από την θέση εργασίας της Προϊστάμενης Ταμειακών Συναλλαγών Α.
Α. η βοηθητική συναλλαγή Π ΕΛΑ (ερώτηση στοιχείων για τον πελάτη Ι. Δ.), 3) Στις 30/10/2003. στο Κατάστημα …(…), κατατέθηκε, χωρίς προσκόμιση βιβλιαρίου καταθέσεων, από τη θέση εργασίας (3-9) της Teller Ό. Σ. το ποσό των Ευρώ 13,75 στον λογαριασμό … αριθ. …, του πελάτη Ι. Δ. ο οποίος ετηρείτο στο Κεντρικό Κατάστημα. Στο παραστατικό ανεγράφη μηχανογραφικώς η ένδειξη "Φ.
Α." και χειρογράφως ο αριθμός τηλεφώνου …. Όπως διαπιστώθηκε, από τον έλεγχο, ο ανωτέρω αριθμός τηλεφώνου ανήκει σε τρίτο άγνωστο άτομο ονόματι Σ. Σ.. Η κατάθεση έγινε από τον Α. Γ. (2° κατηγορούμενο), όπως βεβαίωσε η Σ., η οποία δεν ερώτησε για ποίον λόγον αναφέρθηκε όνομα τρίτου προσώπου στην κατάθεση. Την επόμενη ημέρα, στις 31/10/2003 η ανωτέρω Ό.
Σ. διενήργησε την βοηθητική συναλλαγή ΠΕΛΕ (μεταβολή στοιχείων) για τον πελάτη Ι. Δ.. Συγκεκριμένως, μετέβαλε την ημερομηνία γεννήσεως του ανωτέρω από 29.8.1917 σε 29.1937. Το παραστατικό της άνω συναλλαγής φέρει υπογραφή "Δ." και έχει θεωρηθεί από τον Διευθυντή του Καταστήματος κ. Α. Σ. (Α' υπογραφή) και τον Προϊστάμενο Ταμειακών Συναλλαγών κ.
Γ. Κ. (Β' υπογραφή). Συνημμένη στο παραστατικό υπάρχει φωτοτυπία της ταυτότητος του Ι. Δ. η οποία φέρει ως ημερομηνία γεννήσεως την 29.8.1937. Η ανωτέρω ταυτότητα είναι πανομοιότυπη με φωτοτυπία δελτίου ταυτότητος η οποία υπήρχε στο ανωτέρω Κατάστημα από 4/7/2002 (ημερομηνία κατά την οποία ο Ι. Δ. άνοιξε θυρίδα Θησαυροφυλακίου) και διαφέρει μόνο ως προς την ημερομηνία γεννήσεως.
Προς εκτέλεση της άνω συναλλαγής δόθηκε αυτόματη έγκριση από τον Διευθυντή του Καταστήματος κ. Α. Σ.. Πριν την ανωτέρω μεταβολή η Ό. Σ. διενήργησε τις τέσσερις-βοηθητικές συναλλαγές ΠΕΛΑ (εμφάνιση στοιχείων πελάτη), στις 9.33, 1.57, 12.45 και 12.46 στον αριθμό πελάτη … του Ι. Δ.. Μετά την μεταβολή της ημερομηνίας γεννήσεως του Ι.
Δ. η Ό. Σ. διενήργησε πέντε βοηθητικές συναλλαγές ΠΕΛΑ (εμφάνιση στοιχείων πελάτη), στις 12.47 (δυο συναλλαγές), 12.48 (δυο συναλλαγές) και 12.49. 4) Στις 31/10/2003 και ώρα 15.53, στο Κατάστημα … (…), ο Teller Δ. Σ. διενήργησε συναλλαγή ΠΕΛΑ (εμφάνιση στοιχείων πελάτη). 5) Στις 4/11/2004 Κατάστημα … (…), τέσσερις μέρες μετά την μεταβολή της ημερομηνίας γεννήσεως του Ι.
Δ. ο Teller Ι. Μ., διενήργησε συναλλαγή ΒΕΒ (ενημέρωσης βιβλιαρίου) και ακολούθως συναλλαγή αναλήψεως ποσού Ευρώ 3.000 από τον λογαριασμό …αριθ. … του πελάτη Ι. Δ., ο οποίος τηρείται στο Κατάστημα …(…). Η συναλλαγή έγινε με προσκόμιση βιβλιαρίου και επί του παραστατικού αναγράφεται μηχανογραφικώς η ένδειξη "Δ..
Ι. Κ., Ταυτότητα … και χειρογράφως η ημερομηνία και ο τόπος εκδόσεως της ταυτότητος (18.8.1996, …). Στις 5/11/2005, στο Κατάστημα … (…), πέντε ημέρες μετά την μεταβολή της ημερομηνίας γεννήσεως του Ι. Δ., εκδόθηκε από την θέση εργασίας του Teller Κ. Π. η υπ'αριθμό … τραπεζική επιταγή, ποσού Ευρώ 30.000 εις διαταγήν Ι. Δ. και η συναλλαγή αντιλογίσθηκε, καθόσον ο λογαριασμός … αριθ.
…, ο οποίος ετηρείτο στο Κεντρικό Κατάστημα, από τον οποίο θα εγένετο η ανάληψη ήταν ακίνητος και η επιδειχθείσα από τον πελάτη ταυτότητα δεν φαίνονταν γνήσια (σχετ. κατάθεση του Κ. Π. ότι κινήθηκαν υποψίες διότι ο λογαριασμός ήταν ακίνητος και με προσεκτικό έλεγχο της ταυτότητος διεπίστωσε ότι ήταν εμφανώς πλαστή, καθ' όσον το χρώμα της ήταν λίγο πιο σκούρο), οπότε η συναλλαγή δεν ολοκληρώθηκε. 7) Στις 5/11/2003, στο Κατάστημα … (…) από την θέση εργασίας της Teller Μ.
Γ., διενεργήθηκαν από τον λογαριασμό … αριθ. … του πελάτη Ι. Δ., ο οποίος τηρείται στο Κατάστημα … (…), οι κάτωθι συναλλαγές αναλήψεως α) ευρώ 10.000 και ώρα 13:28, ποσόν αποδοθέν σε μετρητά, β) ευρώ 47.000 και ώρα 14:51, εκ των οποίων ποσό 12.000 ευρώ αποδόθηκε σε μετρητά και για το υπόλοιπο ποσό 35.000 ευρώ εκδόθηκε η υπ' αριθ.
… Τραπεζική επιταγή εις διαταγήν Ι. Δ.. Η επιταγή εμφανίσθηκε και εξοφλήθηκε στις 6.11.2003 από το Κατάστημα …. Οι συναλλαγές έγιναν με προσκόμιση βιβλιαρίου και προς εκτέλεσή τους δόθηκαν ηλεκτρονικές εγκρίσεις, για την μεν πρώτη από την Προϊσταμένη Ταμειακών Συναλλαγών κα Μ. Κ. και για την δεύτερη από την Υποδιευθύντρια του Καταστήματος κα Μ.
Ρ.. Στα παραστατικά αναγράφεται μηχανογραφικώς η ένδειξη "Δ.. Ι. Κ. Ταυτότητα … και χειρογράφως ο αριθμός ταυτότητος και η η χρονολογία και ο τόπο εκδόσεώς της (18.8.1996, …). Πριν από την εκτέλεση των άνω συναλλαγών η Teller Μ. Γ. διενήργησε την συναλλαγή ΠΕΛΑ (εμφάνιση στοιχείων πελάτη). 8) Στις 5/11/2003, στο Κατάστημα …, διενεργήθηκε από την Teller Α.
Α., συναλλαγή αναλήψεως ποσού 92.500 ευρώ, από τον λογαριασμό … αριθ. … του πελάτη Ι. Δ.. ο οποίος τηρείται στο Κεντρικό Κατάστημα και ειδικώτερον ποσόν 25.000 ευρώ αποδόθηκε σε μετρητά, ενώ για το υπόλοιπο ποσό 67.500 ευρώ εκδόθηκαν οι υπ' αριθ. 16124-1 και αριθ. … τραπεζικές τραπεζικές επιταγές ποσών 32.500 και 35.000 ευρώ αντιστοίχως εις διαταγήν Ι.
Δ.. Οι ανωτέρω τραπεζικές επιταγές εξοφλήθησαν στις 6/11/2003 στο Κατάστημα …. 9). Στις 6/11/2003, στο κατάστημα … (…) εξοφλήθηκαν, με καταβολή μετρητών οι άνω τρεις εκδοθείσες τραπεζικές επιταγές, στις 1.59 η επιταγή από το κατάστημα της … ποσού 35.000 ευρώ, στις 14.18 η επιταγή από το κατάστημα … ποσού 350.00 ευρώ και στις 14.19 η επιταγή από το κατάστημα της …ν ποσού 32.500 ευρώ και κομιστής αυτών, οι οποίες έφεραν δεύτερη οπισθογράφηση του κ.
Θ. Α. (Α.Φ.Μ …), ήταν ο Γεώργιος Σ. του Σ.. Ο κομιστής των επιταγών κ. Γ. Σ. (…υπηκοότητος με Δελτίο Ταυτότητος αλλοδαπού αριθ. …,), είναι νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "..." η οποία συστάθηκε στις 20/1/2003 και τηρούσε στο Κατάστημα τον λογαριασμό …αριθ. …, ο οποίος ανοίχθηκε στις 30.7.2003 με αρχική κατάθεση 6.558 ευρώ και κατά την ημέρα εξοφλήσεως των τραπεζικών επιταγών εμφάνιζε πιστωτικό υπόλοιπο 72,9 ευρώ.
Περαιτέρω απεδείχθη ότι, η Ό. Σ., στο πλαίσιο του ειδικού ελέγχου της ... με αντικείμενο "αναλήψεις από άγνωστο άτομο συνολικού ποσού 152.000 ευρώ από άγνωστο άτομο από τους λογαριασμούς του Ι. Δ.", κατέθεσε ότι, στις 30/10/2003, παρουσιάσθηκε στην εργασία της ο Α. Γ. (δεύτερος κατηγορούμενος), γνωστός της από άλλες συναλλαγές ως υπάλληλος της μεταφορικής εταιρείας "...", και της έδωσε σε πρόχειρο χαρτί τον αριθμό λογαριασμού …..
αριθμ. …, ο οποίος ετηρείτο στο κεντρικό κατάστημα, στον οποίο κατέθεσε ποσό 13.75 ευρώ, στο όνομα "Α. Φ.", της υπέγραψε δε το παραστατικό, όπου ανέγραψε χειρογράφως τον αριθμό τηλεφώνου … και το όνομα "Φ.". Ότι, την επομένη, στις 31/10/2003, η πρώην συνεργάτης της στο κατάστημα … και νυν Προϊστάμενη του καταστήματος της … της Τράπεζας … Ε.
Π. - Α., της ζήτησε τηλεφωνικώς να ελέγξει την ημερομηνία γεννήσεως η οποία είχε καταχωρισθεί στο σύστημα σε έναν λογαριασμό …τον οποίο της υπαγόρευσε και ο οποίος ανήκε στον πελάτη Ι. Δ.. Ότι, όταν απάντησε στην φίλη της ότι η ημερομηνία γεννήσεως ήταν η 29/8/1917, αυτή της υπαγόρευσε άλλους τρεις λογαριασμούς και της ζήτησε να ελέγξει και σε αυτούς την ημερομηνία γεννήσεως του πελάτη.
Ότι, όταν διαπίστωσε ότι η ημερομηνία ήταν και πάλιν η 29/8/1917, η ανωτέρω φίλη της είπε πως ήταν λάθος η ημερομηνία και δοθέντος ότι ο Ι. Δ. ήταν πελάτης της Τράπεζας … με μεγάλες καταθέσεις την παρακάλεσε να αλλάξει την ημερομηνία γεννήσεως από 2/8/1917 σε 29/8/1937. Ότι δικαιολόγησε το γεγονός ότι ο πελάτης δεν προσήλθε ο ίδιος στο κατάστημα για να κάνει την αλλαγή, καθ' όσον αυτός δεν μπορούσε να μετακινηθεί, όπως την διαβεβαίωνε ο ανεψιός του, ο οποίος ευρίσκετο την στιγμή της συνομιλίας μαζί της στο γραφείο (το όνομα του οποίου δεν ανέφερε).
Ακολούθως, αφού άλλαξε την ημερομηνία γεννήσεως και εκτέλεσε πέντε βοηθητικές συναλλαγές ΠΕΛΑ, για να βεβαιωθεί ότι η αλλαγή της ημερομηνίας γεννήσεως άλλαξε στο σύστημα έστειλε φάκελο με εκτυπωμένο το έντυπο μεταβολής στοιχείων στην ανωτέρω φίλη της και υπάλληλο της Τράπεζας Αττικής με τον, Σ. Δ., ο οποίος την εξυπηρετούσε σε διάφορες δουλειές, ο τελευταίος δε της επέστρεψε τον φάκελο με το έντυπο υπογεγραμμένο, μαζί με φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητος του Ι.
Δ., στην οποία ανεγράφετο ως ημερομηνία γεννήσεως η 29/8/1917. Ο Σ. Δ. αναφέρεται στην ανωτέρω, από 12.1-20.1.04 έκθεση ειδικού ελέγχου του Επιθεωρητού της Τράπεζας Α. Ν., ως συνταξιούχος πελάτης του Καταστήματος …, και σε προφορική του δήλωση στον ίδιο, ενώπιον του Επιθεωρητού Α. Γ., επιβεβαίωσε την κατάθεση της Ό.
Σ.. Τέλος, απεδείχθη ότι η Ό. Σ. απελύθη στις 9/2/2004 καθ' όσον μετά από έλεγχο προέκυψε ότι υπεξαίρεσε το ποσό των 1.064.869,22 ευρώ από λογαριασμούς πελατών. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, απεδείχθη ότι άτομο με τα στοιχεία Ι. Δ., εμφανίσθηκε στα ανωτέρω αναφερόμενα καταστήματα της Τράπεζας ... κάνοντας χρήση δελτίου ταυτότητος με ημερομηνία γεννήσεως του κατόχου του το έτος, 1937, το οποίο ήταν πλαστό.
Η πρώτη δε συναλλαγή με το πλαστό αυτό δελτίο ταυτότητος έγινε στις 4/11/2003, τέσσερις ημέρες αφ' ότου η Ό. Σ. άλλαξε τα στοιχεία της ταυτότητος του πελάτη της Τράπεζας Ι. Δ. στο σύστημα της Τράπεζας, ενώ είχαν προηγηθεί βοηθητικές συναλλαγές (ερώτηση στοιχείων του πελάτη Ι. Δ. ενημέρωση βιβλιαρίου, καταθέσεις μικροποσών σε λογαριασμούς του αποβιώσαντος).
Εν συνεχεία απεδείχθη ότι: Α) η Τράπεζα ..., όταν στις 12/11/… η Διεύθυνση Κεντρικού Καταστήματος γνωστοποίησε στην Διεύθυνση Επιθεωρήσεως ότι στο κατάστημα … διενεργήθηκε συναλλαγή μεταβολής στοιχείων του πελάτη Ι. Δ., προχώρησε σε έλεγχο των λογαριασμών του αποβιώσαντος, από τον οποίο προέκυψαν όσα προαναφέρθηκαν και ακόμη ότι, πριν τις αναλήψεις από τον εμφανιζόμενο ως Ι.
Δ., άλλο άτομο με τα στοιχεία Α. Γ. (β' κατηγορούμενος) είχε ενεργοποιήσει τους ανωτέρω λογαριασμούς οι οποίοι ήταν ακινητοποιημένοι λόγω πολύχρονης ακινησίας καταθέτοντας σε αυτούς μικρού ύψους ποσά. Ειδικώτερον κατέθεσε α) στις 29/10/2003 ποσό 15 ευρώ στον λογαριασμό … αριθμός …, ο οποίος ετηρείτο στο κατάστημα …, όπου εμφανίσθηκε ως "Γ.
Κ.", αφού προηγήθηκε τηλέφωνο στην υπάλληλο Α. Λ. από άγνωστη γυναίκα, η οποία της δήλωσε ότι είναι υπάλληλος του Καταστήματος …και της ζήτησε να απενεργοποιήσει το λογαριασμό προκειμένου να κατατεθεί το ποσό των 15 ευρώ. β) Στις 30/10/2003 ποσό 13,75 ευρώ στο κατάστημα …, και αναγνωρίσθηκε από τον υπάλληλο Κ. Β.
ως το ίδιο πρόσωπο το οποίο έκανε τις καταθέσεις αυτές. Ακόμη διαπιστώθηκε ότι ενεργοποιήσεις των λογαριασμών του θανόντος με τον ίδιο άνω τρόπο έγιναν και από άγνωστο άτομο, στις 31/10/2003 στην θέση εργασίας του Κ. Β. (κατάστημα Αγίου …), το οποίο του ζήτησε ενημέρωση των υπ' αριθμούς … και … λογαριασμών … προσκομίζοντας βιβλιάριο καταθέσεων.
Β) Η Διεύθυνση της … πληροφορήθηκε, στις 18/11/2003, για προσφάτως (5/11/2003) διαπραχθείσα απάτη σε βάρος της ..., η οποία αφορούσε παράνομες αναλήψεις ποσού 149.000 ευρώ από ατομικούς ταμιευτικούς λογαριασμούς του υπερήλικος Ι. Δ. από άγνωστο δράστη ο οποίος κατείχε ταυτότητα με τα στοιχεία του τελευταίου. Συγκεκριμένως η άνω Τράπεζα τους ενημέρωσε ότι, πριν τις αναλήψεις άτομο με τα στοιχεία Α.
Γ. είχε ενεργοποιήσει τους ακινητοποιημένους λόγω πολύχρονης ακινησίας λογαριασμούς, καταθέτοντας μικροποσά και ότι υπάλληλος της ίδιας Τράπεζας (...) είχε τροποποιήσει την ηλικία του πραγματικού δικαιούχου. Στις 19/11/2003 ο Υποδιευθυντής του Κεντρικού Καταστήματος της Τράπεζας έλαβε ανώνυμο τηλεφώνημα από άγνωστο, ο οποίος του δήλωσε ότι "επίκειται χτύπημα σε λογαριασμό πεθαμένου" και συγκεκριμένα στον ατομικό ταμιευτικό λογαριασμό ο οποίος ετηρείτο στο κεντρικό κατάστημα.
Κατόπιν τούτου η Τράπεζα δέσμευσε όλους τους λογαριασμούς του Ι. Δ. και προχώρησε σε έρευνα σχετικώς με τον δικαιούχο, καθ' όσον κανένας, μέχρι τότε, δεν είχε ενημερώσει την Τράπεζα ότι αυτός είχε αποβιώσει. Έτσι, πληροφορήθηκαν για τις είκοσι έξι (26) αναλήψεις με την κάρτα της …, συνολικού ποσού 15.080 ευρώ, κατά τον Αύγουστο του …, όπως έχει προαναφερθεί, Στις 25/11/2003, εμφανίσθηκε στο υποκατάστημα της … (υποκατάστημα Αγ. ..., …) στην …, ο Χ.
Γ., ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι ο αποβιώσας ήταν ανάδοχός του προσκομίζοντας δύο (2) βιβλιάρια της ,,,, με δικαιούχο τον Δ. Ι. και αριθμούς λογαριασμών ... και … και ζήτησε την ενημέρωσή τους από τον προϊστάμενο καταθέσεων του καταστήματος Κ. Τ., χωρίς να γνωστοποιήσει σ'εκείνον τα στοιχεία ταυτότητός του, ότι δηλ.
ονομαζόταν Χ. Γ. και όχι Ι. Δ.. Όταν μάλιστα ο υπεύθυνος του καταστήματος ... του ζήτησε δελτίο αστυνομικής ταυτότητος προκειμένου να ελέγξει την ταυτοπροσωπία του δικαιούχου, ο Γ ραμμένος δικαιολογήθηκε ότι δεν το έφερε μαζί του. Ωστόσο, οι υπάλληλοι του καταστήματος είχαν ειδοποιηθεί από τον υποδιευθυντή του Κεντρικού Καταστήματος της ...
Π. Γ. στον οποίον είχε από άγνωστο άτομο δηλωθεί τηλεφωνικώς ότι "επίκειται χτύπημα σε λογαριασμό αποβιώσαντος με αριθμό λογαριασμού … υπέρ Ι. Δ.", με συνέπεια να δεσμευθούν όλοι οι λογαριασμοί του στην ..., ούτως ώστε να καθυστερήσουν τον Χ. Γ. με το πρόσχημα ότι είχε πρόβλημα το σύστημα "on line" μέχρις ότου επέμβουν τα αστυνομικά όργανα τα είχαν σχετικώς ειδοποιηθεί και τον συνέλαβαν τελικώς.
Εξεταζόμενος, αυτός κατέθεσε, ότι ο Δ. Ι. ήταν νονός του, τον φιλοξενούσε στο σπίτι του στους … και ότι τα βιβλιάρια αυτά τα ανεύρε μετά τον θάνατο του, καθώς και ότι σκοπός του ήταν κατά την επίσκεψή του στο κατάστημα της …, Αγίου ..., να ενημερώσει τα βιβλιάρια, διότι στην προηγουμένη ενημέρωση την οποία είχε πραγματοποιήσει στις 5-11-2003 σε κατάστημα της ...
…, διαπίστωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 10-8-2003 έως 25-8-2003, είχε γίνει μέσω ΑΤΜ ανάληψη συνολικού χρηματικού ποσού 8.120 €. Με το υπ' αριθ. …, από 25-11-2003, ΤΠ σήμα της άνω επιληφθείσας αστυνομικής υπηρεσίας προς την Υποδιεύθυνση Ασφαλείας … ζητήθηκε η κατ' οίκον έρευνα στην οικία του Γ. Χ. στους … …, κατά την οποία, ευρέθησαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ των άλλων, τα εξής προσωπικά αντικείμενα του Ι.
Δ. : α) έντυπο αποστολής της υπ' αριθ. … κάρτας, αναλήψεως χρημάτων από ΑΤΜ της ..., β) εκλογικό βιβλιάριο, γ) η υπ' αριθμ. … σύμβαση μισθώσεως θυρίδας θησαυροφυλακίου στην ...Κ, δ) η υπ' αριθμ. …σύμβαση μισθώσεως θυρίδας θησαυροφυλακίου στην … και … Τράπεζα, ε) έγγραφα που αφορούσαν τη συνταξιοδότησή του, στ) φωτοαντίγραφα των από 17-9-2004 και από 15-5-1999 ιδιόγραφων διαθηκών του και ζ) κλειδιά θυρίδων του αποβιώσαντος στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων και στην ....
Απεδείχθη, συνεπώς, ότι ο Χ. Γ. γνώριζε ότι ο αποβιώσας δεν τον είχε εγκαταστήσει κληρονόμο του και ότι εκείνος είχε αφήσει, με τις άνω δύο διαθήκες, φωτοτυπίες των οποίων κατείχε, την περιουσία του στον Δήμο …, εγκαθιστώντας τον τελευταίο μοναδικό κληρονόμο του. Ενδιαφερόμενος να εξεύρει κάποιον τρόπο ώστε να επωφεληθεί από τα μετρητά χρήματα των καταθέσεων του αποβιώσαντος, μετέβη διερευνητικώς στα καταστήματα της … (…) της πόλεως της …προκειμένου με διάφορα προσχήματα να αναζητήσει λύση στο πρόβλημα το οποίο τον απασχολούσε δια μέσου συζητήσεων με υπαλλήλους της ....
Οι επανειλημμένες επισκέψεις του Χ. Γ. στα καταστήματα της ... είχαν ως αποτέλεσμα να κοινολογηθεί ευρύτερον το ενδιαφέρον του περί των καταθέσεων του αποβιώσαντος. Συγκεκριμένως 1) στις 29/9/…. ο Υποδιευθυντής του Καταστήματος …(…) Κ. Γ. αναζήτησε στο Σύστημα Διαχειρίσεως πελατείας (ΣΥ.ΔΙ.ΠΕΛ) πληροφορίες περί των λογαριασμών του Ι.
Δ. και πλέον συγκεκριμένως για τον λογαριασμό … στο κατάστημα Αγίου .... Επειδή το σύστημα δεν του έδωσε τις πληροφορίες απευθύνθηκε σε υπάλληλο του καταστήματος Αγίου ... και αίτημα με ανάλογη ερώτηση εισήλθε από το τερματικό του chief teller στο κατάστημα του Αγίου .... Ο Γ. Κ. μετά από πίεση και αφού διαπιστώθηκε από τον έλεγχο ότι η ερώτηση στο σύστημα προήλθε αρχικώς από το δικό του τερματικό, ισχυρίσθηκε ότι το άτομο το οποίο του είχε ζητήσει να προβεί στις ανωτέρω ενέργειες ήταν ο Χ.
Γ.. 2) Στις 9/10/2003, 23/10/2003 και 10/11/2003 ο Δ. Κ., Τμηματάρχης Β', υπάλληλος ... …, στο Κατάστημα …, (…), από το τερματικό του αναζήτησε πληροφορίες για τους λογαριασμούς του Ι. Δ. στο υποκατάστημα Αγίου …(δημογραφικά στοιχεία του δικαιούχου, με την χρήση του λογαριασμού … οι αριθμοί όλων των υπομερίδων οι οποίες τηρούνται στο όνομα του εκλιπόντος).
Να σημειωθεί ότι, στις 10/11/2003, επιχείρησε δυο φορές την άντληση στοιχείων για τον υπ' αριθμό … λογαριασμό, ο οποίος δεν ανήκει στον εκλιπόντα, προσπάθειες οι οποίες απέτυχαν διότι εισήγαγε λανθασμένα τα δυο τελευταία ψηφία. Ισχυρίσθηκε ότι ζήτησε τις πληροφορίες κατόπιν σχετικού ενδιαφέροντος του προσωπικού του φίλου παλαιού συμμαθητή και πελάτη της Τράπεζας Σ.
Δ. ιδιοκτήτη της μεταφορικής εταιρείας "...". Να επισημανθεί στο σημείο τούτο ότι ο Σ. Δ. ήταν και αυτός περί του οποίου ανέφερε η Ό. Σ. ότι, όταν άλλαξε την ημερομηνία γεννήσεως του πελάτη Ι. Δ. στο σύστημα της Τράπεζας, της προσκόμισε και φωτοτυπία της αστυνομικής ταυτότητος του I. Δ. με ημερομηνία γεννήσεως το έτος 1937. 3) Στις 3/11/2003 ο Τ.
Σ. Τμηματάρχης Β', υπάλληλος ... …, στο Κατάστημα … (…), διενήργησε μέσω του τερματικού του έλεγχο υπολοίπου στον λογαριασμό … και αναζήτηση δημογραφικών στοιχείων του δικαιούχου. Ισχυρίσθηκε ότι προέβη στις ενέργειες του αυτές κατά παράκληση του πελάτη Δ. Δ.. 4) Στις 21/11/2003 ο Κ. Ε., chief teller, στο Κατάστημα … (…), επιχείρησε κατάθεση 10 ευρώ στο λογαριασμό … του I.
Δ., χρησιμοποιώντας σκοπίμως λανθασμένη διαδικασία προκειμένου να επαληθεύσει το όνομα του δικαιούχου. Παραδέχθηκε αμέσως ότι προέβη σε αυτήν την ενέργεια μετά σχετικό αίτημα του Δικηγόρου Δ. Γ., πελάτη της Τράπεζας, ο οποίος ήθελε να πραγματοποιήσει κατάθεση στον λογαριασμό. Ο Δ. Γ. δήλωσε ότι κάποιος … (του οποίου το όνομα δεν αποκάλυψε), κατέχοντας τα βιβλιάρια αποθανόντος συγγενή του, κατέφυγε σε αυτόν για να ζητήσει νομικές συμβουλές και τρόπο να αποκτήσει δικαιώματα επί των καταθέσεων καθ' όσον "ο μακαρίτης είχε πολλά λεφτά, σ' εκείνον που τον φρόντιζε άφησε μόνον τα έπιπλά του". 5) Στις 29/10/2003, η Κ.
Ε., Τμηματάρχης Β', Χορηγητής Β' του Κέντρου Χρηματοδοτήσεων, αναζήτησε πληροφορίες για το σύνολο των υπομερίδων που υπήρχαν στο όνομα του Ι. Δ. και τα υπόλοιπα των υπ' αριθμ. … και … λογαριασμών, στις 3/11/2003 ζήτησε το υπόλοιπο του λογαριασμού … και στις 12/11/2003 και 21/11/2003 αντλήθηκαν πληροφορίες για το σύνολο των υπομερίδων του εκλιπόντος.
Ισχυρίσθηκε ότι προέβη στις πιο πάνω ενέργειες κατόπιν αιτήματος του ανιψιού της Σ. Δ., ο οποίος κατ' επανάληψη ζήτησε να του επιβεβαιώσει ότι τα χρήματα εξακολουθούν να βρίσκονται στους λογαριασμούς, για αυτό και τα συνεχή ερωτήματα σε διάφορες ημερομηνίες. 6) Ο Β. Σ. Υπολ/στής Α'. υπάλληλος υποδοχής στο κατάστημα …, στις 29/10/2003 επανέκδωσε βιβλιάριο για τον υπ' αριθμό … λογαριασμό, στις 30/10/2003 επανέκδωσε βιβλιάριο για τον υπ' αριθμό … λογαριασμό, στις 31/10/2003 επανέκδωσε βιβλιάρια για τους υπ' αριθμ.
… και … (2η φορά) λογαριασμούς, στις 6/11/2003 επανέκδωσε βιβλιάριο για τον υπ' αριθμό … λογαριασμό (2η φορά) και στις 10/11/2003 επανέκδωσε βιβλιάριο για τον υπ' αριθμό … λογαριασμό. Ο ίδιος στις 30/10/2003 από το ίδιο τερματικό εισήγαγε στο ΣΥ.ΔΙ.ΠΕΛ. ερώτημα για τα στοιχεία του Ι. Δ.. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Β. Σ. προέβη και σε επανέκδοση βιβλιαρίου, στις 31/0/2003, για τον υπ' αριθμό … λογαριασμό, ο οποίος δεν ανήκει στον εκλιπόντα, αλλ' ο αριθμός αυτός λογαριασμού συμπίπτει με αυτόν για τον οποίο ο προαναφερόμενος Κ.
Δ. προσπάθησε να αντλήσει στοιχεία και απέτυχε λόγω εσφαλμένης εισαγωγής των δυο τελευταίων ψηφίων. Η επανέκδοση βιβλιαρίου για τον άσχετο αυτόν λογαριασμό καταδεικνύει ότι μεταξύ των υπαλλήλων υπήρξε συνεργασία και ότι ο Σ. Β. επανέκδωσε βιβλιάρια για λογαριασμούς τους οποίους άλλος εισήγαγε στο τερματικό του.
Ο τελευταίος αρνήθηκε ότι προέβη στις άνω πράξεις και ισχυρίσθηκε ότι άλλος χρησιμοποίησε το τερματικό του. 7) Στις 3/11/… ο Α. Σ., Τμηματάρχης Α, Υποδιευθυντής του Καταστήματος στην πλατεία …, ζήτησε μέσω του συστήματος ΣΥ.ΔΙ.ΠΕΛ. πληροφορίες για τους λογαριασμούς του εκλιπόντος και εν συνεχεία την κίνηση του υπ' αριθμό … λογαριασμού.
Ισχυρίσθηκε ότι προέβη στις άνω ενέργειες κατά παράκληση του Χ. Κ., παλαιού γνωστού του, ο οποίος τον επισκέφτηκε με 4 καινούργια βιβλιάρια συγγενούς του και του ζήτησε να πληροφορηθεί εάν και πότε θα μπορούσε να μεταφέρει τους λογαριασμούς στο κατάστημα της …, όπου ήθελε να εξυπηρ...ίται χωρίς αναμονή στα ταμεία, με την πρόφαση ότι ο δικαιούχος ήταν άτομο μεγάλης ηλικίας.
Η μεταφορά αυτή δεν πραγματοποιήθηκε. 8) Στις 4/11/2003 και 21/11/2003 ο Σ. Π., Τμηματάρχης Α', Υποδιευθυντής του Καταστήματος … αναζήτησε μέσω του τερματικού του στοιχεία και υπόλοιπα λογαριασμών του I. Δ.. Ισχυρίσθηκε ότι στις 4/11/2003 τον επισκέφτηκε ο Γ. Φ., πρώην συμμαθητής του, ο οποίος του προσκόμισε 3 βιβλιάρια λογαριασμών του I.
Δ., του είπε ότι ο δικαιούχος ήταν θείος και τον ερώτησε με ποιο τρόπο θα μπορούσε να εισπράξει τα χρήματα. Ακόμη ότι την ίδια ημέρα του τηλεφώνησε σπίτι του και τον ερώτησε εάν υπήρχε πιθανότητα εισπράξεως των χρημάτων από κάποιον ο οποίος θα είχε την ταυτότητα του πεθαμένου, και εάν ο Σ. Π. ενδιεφέρετο να βοηθήσει αμειβόμενος αναλόγως.
Τέλος, ισχυρίσθηκε ότι, στις 21/1/2003, επανήλθε με ερώτημα από το τερματικό του για να ελέγξει εάν υπήρχε διαφοροποίηση στα υπόλοιπα των λογαριασμών, 9) Στις 19/11/2003 ο Ι. Δ., Τμηματάρχης Β', Εντεταλμένος του καταστήματος …άντλησε μέσω του ΣΥ.ΔΙ.ΠΕΛ, στοιχεία και τα υπόλοιπα μερίδων του εκλιπόντος. Στις 20/11/2003 διενήργησε τις ίδιες διαδικασίες και έκανε ερώτηση στο σύστημα για τον εντοπισμό χρηματιστηριακών προϊόντων του Ι.
Δ., ενώ παραλλήλως πραγματοποίησε 4 πλασματικές καταθέσεις των 0.10 ευρώ σε 4 λογαριασμούς του αποβιώσαντος για να επιβεβαιώσει τα στοιχεία των υπομερίδων. Ισχυρίσθηκε, μετά από πίεση και αφού από τις βιντεοκασέτες αναγκάσθηκε να παραδεχτεί ότι το χρονικό αυτό διάστημα ήταν στο γραφείο του, ότι, στις 19/11/2003, του τηλεφώνησε πελάτης της Τράπεζας ( του οποίου το όνομα δεν θυμόταν ) και του δήλωσε την πρόθεσή του να αναλάβει από αυτούς τους λογαριασμούς ποσά 200.000 ευρώ σε μετρητά και 200- 250.000 ευρώ σε επιταγές και ότι γι' αυτό εισήλθε στο σύστημα προκειμένου να ελέγξει την ορθότητα των στοιχείων τα οποία του δόθηκαν, χωρίς να κοινοποιήσει τις πληροφορίες στο συνομιλητή του, αλλά δεν μπόρεσε να εξηγήσει την σκοπιμότητα των ενεργειών του στις 20/11/2003 και την ερώτηση για τα χρηματιστηριακά προϊόντα.
Στην Διευθύντρια του καταστήματος κ. Χ. Κ., όταν η τελευταία του επεσήμανε τη νομιμότητα της συναλλαγής για ένα τέτοιο ποσόν σε μετρητά και του συνέστησε, εάν και υπήρχαν διαθέσιμα χρήματα στο ταμείο, να οδηγήσει τον πελάτη στο να πάρει τραπεζική επιταγή, ο I. Δ. της απάντησε ότι ο πελάτης θα πάρει και επιταγές αλλά τα μετρητά ήταν για "μαύρα" για την αγορά κάποιου ακινήτου.
Την επομένη δεν παρουσιάσθηκε ο ενδιαφερόμενος πελάτης. 10) Στις 24/11/2003 ο Π. Μ., Τμηματάρχης Β', Εντεταλμένος στο Κατάστημα …, διενήργησε μέσω του τερματικού του δυο ερωτήσεις για τα στοιχεία και τα υπόλοιπα των λογαριασμών του I. Δ. καθώς και έξι ανεπιτυχείς προσπάθειες ενημερώσεως του βιβλιάριου του λογαριασμού με αριθμό ….
Ισχυρίσθηκε ότι προέβη στις ενέργειες αυτές, όταν προσήλθε ο γνωστός πελάτης της Τράπεζας Γ. Κ., ο οποίος προσκόμισε βιβλιάριο του ανωτέρω λογαριασμού για ενημέρωση και την ταυτότητα του Δ., προφασιζόμενος ότι ο δικαιούχος είναι άρρωστος και δεν μπορεί να προσέλθει στο κατάστημα. Επειδή η προσπάθεια για ενημέρωση του βιβλιαρίου απέτυχε άντλησε στοιχεία από το σύστημα, τα οποία δεν κοινοποίησε στον Γ.
Κ.. Η προσπάθεια απέτυχε καθ' όσον το υπόλοιπο, το οποίο επιχείρησε να εισαγάγει, αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο με αυτό το οποίο εμφανιζόταν στο βιβλιάριο μέχρι 4/11/2003 (και αυτό που είχε το βιβλιάριο που επανέκδωσε ο Σ. Β.) αλλά, στις 5/11/2003, ο Χ. Γ. ή κάποιος από το περιβάλλον του ενημέρωσε το βιβλιάριο στο Κατάστημα του Κέντρου Πόλεως … με αποτέλεσμα να μεταβληθεί το εγγεγραμμένο σε αυτό υπόλοιπο.
Τέλος, απεδείχθη ότι, στις 21/11/2003, εμφανίσθηκε στο κατάστημα … της ..., ο Κ. Α. (α' κατηγορούμενος) συνοδευόμενος από τον Α. Μ., πελάτη του συγκεκριμένου καταστήματος, και επιδεικνύοντας το υπ' αριθμ. … πλαστογραφημένο δελτίο ταυτότητος του Ι. Δ., χωρίς την προσκόμιση βιβλιαρίου αλλ' επιδεικνύοντας ένα κομμάτι χαρτί στο οποίο ήταν γραμμένος ο υπ' αριθμ.
… λογαριασμός, ζήτησε ν' αναλάβει ο ίδιος, εμφανιζόμενος ως Ι. Δ., το ποσό των 78.200 ευρώ. Σύμφωνα με την κατάθεση του Ι. Κ., Υποδιευθυντή του Καταστήματος, το χαρτί αυτό το έβγαλε από το πορτοφόλι του ο Μ. και το έδωσε στον φερόμενο ως Δ. για να το παραδώσει στον I. Κ., επ' αυτού, δε ήταν σημειωμένοι άλλοι τρεις αριθμοί λογαριασμών.
Να σημειωθεί στο σημείο τούτο, ότι, όπως απεδείχθη, το πρωτότυπο βιβλιάριο του λογαριασμού κατείχε ο Χ. Γ., ο οποίος είχε προβεί σε ενημέρωση του στο κατάστημα κέντρου πόλεως … της ... στις 5-11-2…. Παρ' ότι ο εμφανιζόμενος ως δικαιούχος δεν κατείχε το βιβλιάριο καταθέσεων, ο Ι. Κ. ξεκίνησε την διαδικασία της εκταμιεύσεως του ποσού των 78.200 ευρώ, με τον συλλογισμό ότι "δικαιούχος" συνοδευόταν από τον γνωστό και χρηματοδοτούμενο πελάτη του καταστήματος Α.
Μ.. Αμέσως ο Ι. Κ., διαπίστωσε ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήταν δεσμευμένος, πράγμα το οποίο ανακοίνωσε στους Μ. και «Δ.", εξηγώντας σ' αυτούς ότι για την πραγματοποίηση της αναλήψεως έπρεπε να υπάρξει επικοινωνία με το κατάστημα … της ... όπου ετηρείτο ο λογαριασμός. Ακούγοντας αυτό ο εμφανιζόμενος ως "Ι.
Δ." (Α.) απάντησε "αφήστε, θα το ερευνήσω εγώ" και απευθυνόμενος στον Α. Μ. του είπε "πάμε να φύγουμε, πάμε σε άλλη τράπεζα" και αμέσως αποχώρησαν. Ο Ι. Κ. επικοινώνησε με το κατάστημα … της ..., από το οποίο τον πληροφόρησαν για τον λόγο δεσμεύσεως του λογαριασμού και, όπως τον πληροφόρησε ο Επιθεωρητής Α. Τ., ο δικαιούχος του λογαριασμού είχε αποβιώσει στις 24/6/2003.
Κατόπιν αυτού, αποφασίσθηκε από τα αρμόδια όργανα της ..., σε συνεργασία με αστυνομικούς της Ελληνικής Αστυνομίας, η παγίδευση του εμφανιζόμενου ως "Δ." ούτως ώστε αυτός να συλληφθεί επ' αυτοφώρω κατά την επομένη επίσκεψή του στο κατάστημα …. Στις 27-11 -2…μετέβησαν στην τράπεζα ο Μ. μαζί με τον εμφανιζόμενο ως "Ι.
Δ." για να πραγματοποιήσουν την ανάληψη του ποσού των 78.200 ευρώ, αφού ο I. Κ. σε συνεννόηση με την Διεύθυνση Επιθεωρήσεως ... τους παρέστησε ότι μπορούσε να αποδεσμεύσει τον λογαριασμό, οπότε και συνελήφθησαν. Σε σωματική έρευνα που διενεργήθηκε στον Α. ανευρέθησαν πάνω του πέντε (5) χειρόγραφα σημειώματα στα οποία αναγράφονται αριθμοί σταθερών και κινητών τηλεφώνων και αριθμοί λογαριασμών τραπέζης, τα οποία αριθμήθηκαν από το 1 έως το 5.
Στο υπ' αριθμό (1) χαρτί αναγράφονται α) ο αριθμός λογαριασμού …, με παραπλεύρως, την σημείωση "… Κ." και το ονοματεπώνυμο "Γ. Α.-Α." και τα στοιχεία "6/11 από 0120 … +20 και 6/11 από 0116 … +30", β) η διεύθυνση κατοικίας του αποβιώσαντος Ι. Δ. στην … "… 100", και ο αριθμός τηλεφώνου "…", η διεύθυνση κατοικίας "I. Θ. …" και ο ταχ.
κώδικας "…" στοιχεία τα οποία αφορούν την κατοικία του αποβιώσαντος στην …, γ) ο αριθμός τηλεφώνου "…", της κατοικίας του Ι. Δ. στην Αθήνα, δ) διάφοροι αριθμοί, προφανώς, χρηματικών ποσών, κατανεμημένοι σε τέσσερις στήλες κάτω από συγκεκριμένα ονόματα και δη ως εξής: 1) "Σ." 30, 20, 30, Γ. 2) "Χ." 3000, 1800,400, 500, 3) "Κ." 5000.4000,3000,15, 4) "ς" 25 και 5) "Α." 1000, Ακόμη στο ίδιο κομμάτι χαρτί αναγραφόταν η σημείωση "αρ.
λογαρ. Χ. …, 70 EUR, …". Στο υπ' αριθμό (2) χαρτί αναγράφεται, μεταξύ άλλων, ο αριθμός κινητού τηλεφώνου … και σταθερού … με παραπλεύρως αναγραφόμενο το ονοματεπώνυμο "Μ. Σ..". Σε όλα υπάρχει η κατ' απομίμηση τεθείσα υπογραφή του Ι. Δ. την οποία προφανώς απεμιμείτο για να παραμένει σε ετοιμότητα ώστε να την θέσει ευχερώς σε έγγραφο συναλλαγής και δη τραπεζικής, αφού αυτό υπολόγιζε ότι θα του εζητείτο κατά την προσέλευσή του σε καταστήματα των Τραπεζών ...
και ... στην …, Ακόμη αναγράφονται διάφορα ονόματα με αριθμούς παραπλεύρως κινητών αριθμών και άλλων αριθμών. Ο Α. δήλωσε ότι τα στοιχεία με τον λογαριασμό του Α. Γ. έγραψε ο ίδιος καθ' όσον διαπίστωσε ότι ο "Μ. Σ." (πρόσωπο που τον είχε εμπλέξει στην απάτη, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω) είχε καταθέσει χρήματα στον λογαριασμό του Γ.
Α., από αυτά τα οποία ο ίδιος είχε αναλάβει με τις προαναφερόμενες παράνομες αναλήψεις και είχε δώσει στον Μ.. Ακόμη ότι τα ονόματα τα οποία αναγράφονται σε στήλες στο χαρτί (1) είναι ονόματα των συνενόχων του, παραπλεύρως των οποίων σημείωνε τα ποσά τα οποία τους απέδιδε. Έτσι, στην ένδειξη "Σ…" εννοούσε Σ.
Σ. (γ' κατηγορούμενο) και οι αριθμοί 30, 20, 30 κάτω από το όνομα αφορούσαν 30.000, 20.000 και 30.000 ευρώ που έπρεπε να αποδοθούν ή είχαν αποδοθεί στο Σ. Σ.. Ακόμη απεδείχθη ότι ο Κ. Α. προμηθεύθηκε το πλαστό δελτίο ταυτότητος από άτομο το οποίο του συστήθηκε ως "Μ. Σ.", ηλικίας 35 ετών περίπου, ύψους 1,80 μ., με καστανά μαλλιά και μάτια που διαμένει σε χωριό της ….
Ο τελευταίος, στις 8/10/2003, όταν ο Κ.. Α. ευρίσκετο στο Δημαρχείο της … καθ' όσον εκπλειστηριαζόταν η οικία του λόγω χρεών, τον πλησίασε και του πρότεινε να συμμετάσχει σε σχέδιο, το οποίο είχε οργανώσει, σύμφωνα με το οποίο θα έπαιρναν από τις τράπεζες χρήματα από το λογαριασμό κάποιου που πέθανε και δεν είχε κληρονόμους.
Ο Κ.. Α. πείσθηκε να συμμετάσχει και παρέδωσε στον "Μ. Σ." δύο φωτογραφίες του για να φτιάξει πλαστό δελτίο ταυτότητας. Όπως διαπιστώθηκε, μετά από έρευνα των διωκτικών αρχών, άτομο με τα στοιχεία "Σ. Μ." είναι ανύπαρκτο. Περαιτέρω, μετά την σύλληψη του Κ. Α. απεδείχθη ότι αυτός ήταν το πρόσωπο το οποίο, κάνοντας χρήση του πλαστού δελτίου ταυτότητος και εμφανιζόμενος με τα στοιχεία του θανόντος Ι.
Δ. μετέβη στις 4/11/2003 στο υποκατάστημα …, όπου, αφού διενήργησε συναλλαγή ενημερώσεως βιβλιαρίου, ανέλαβε το ποσόν των 3.000 ευρό) από τον λογαριασμό … αριθμ. …, στις 5/11/2003, μετέβη σε υποκαταστήματα της ... α) επί της οδού .., αριθμ…, όπου ανέλαβε το ποσό των 92.000 ευρώ, από τον λογαριασμό …(σε δυο επιταγές των 32.500 και 35.000 ευρώ αντιστοίχως, οι οποίες εισπράχθηκαν από τον Γ.
Σ. στις 6/11/2003 στο κατάστημα …- …) και β) επί της οδού … 6, όπου ανέλαβε χρηματικό ποσό 57.000 ευρώ από τον λογαριασμό … (σε μετρητά ποσό 12.000 ευρώ και σε επιταγή ποσό 35.000 ευρώ (η οποία εισπράχθηκε από τον Γ. Σ. στις 6/11/2003 στο κατάστημα … - …) και γ) στο υποκατάστημα της ... επί της οδού … και …, όπου ζήτησε την ανάληψη ποσού 40.000 ευρώ από τον λογαριασμό … (30.000 ευρώ σε επιταγή και 10.000 ευρώ σε μετρητά) χωρίς να ολοκληρώσει τη συναλλαγή αυτή διότι ο τραπεζικός υπάλληλος διαπίστωσε ότι η ταυτότητα του ήταν πλαστή.
Σ' όλες τις περιπτώσεις, ο πρώτος κατηγορούμενος αναγνωρίσθηκε από υπαλλήλους των ανωτέρω υποκαταστημάτων ως το άτομο το οποίο εμφανίσθηκε με στοιχεία "Δ. Ι.". Ο ίδιος, στις 13-5-2010, σε συμπληρωματική απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας αναφέρθηκε στον τρίτο κατηγορούμενο (Σ. ή «Μ." Σ.) ως εμπλεκόμενο, με σημαίνοντα ρόλο, στον ευρύτερο κύκλο των προσώπων τα οποία εποφθαλμιούσαν τις τραπεζικές καταθέσεις του αποβιώσαντος, ο οποίος "είχε στα χέρια του την ταυτότητα του πεθαμένου και από αυτήν έφτιαξε τα αντίγραφα" και του είπε "ότι του την είχε δώσει αυτός ο οποίος είχε το γραφείο κηδειών και είχε προσβάσεις στο ληξιαρχείο του δήμου της …".
Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η γνήσια ταυτότητα του αποβιώσαντος εξαφανίσθηκε, όταν παραδόθηκε στο γραφείο τελετών από την Αστυνομία για να εκδοθεί ληξιαρχική πράξη θανάτου και άδεια ταφής, η δε ληξιαρχική πράξη θανάτου περιείχε στοιχεία (αριθμό μητρώου αρρένων κ.λ.π) τα οποία αναφέρονταν στην ταυτότητα.
Επομένως, απεδείχθη ότι το γραφείο τελετών παρέδωσε, αρχικώς, την αστυνομική ταυτότητα του αποβιώσαντος Ι. Δ. στο Ληξιαρχείο του Δήμου τον Ιούνιο του 2…, όπως κατέθεσε ο υπάλληλος του γραφείου κηδειών Π. Κ.. Δύο μήνες περίπου αργότερα, ήτοι περί τα τέλη Αυγούστου 2003, το δελτίο ταυτότητος του αποβιώσαντος παραδόθηκε στον Σ.
Σ.. Ο τελευταίος από κοινού με τον Σ. Δ., ο οποίος είχε σχεδιάσει τον τρόπο με τον οποίο θα έπαιρναν τα χρήματα από τις Τράπεζες και συγκεκριμένως θα εμφάνιζαν ένα άτομο με την ταυτότητα του αποβιώσαντος και τα βιβλιάριά του για να προβεί σε αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος.
Έτσι, αναζητήθηκε η ταυτότητα του θανόντος από το Ληξιαρχείο και για τον λόγο αυτόν ζητήθηκε η υπογραφή του Π. Κ. σε υπεύθυνες δηλώσεις, όπως προαναφέρθηκε, τις οποίες ο τελευταίος υπέγραψε "εν λευκώ" και συμπληρώθηκαν, κατά την ομολογία της Ληξιάρχου Β. Κ. από την ίδια. Επειδή επρόκειτο να αναζητηθεί άτομο νεότερο του θανόντος, η τελευταία ανέγραψε μόνον τον αριθμό "19" αφήνοντας κενό στα δυο τελευταία ψηφία του έτους, για να συμπληρωθούν αναλόγως με την εμφάνιση του ατόμου το οποίο θα ανευρίσκετο για να παραστήσει τον Ι.
Δ.. Περαιτέρω, απεδείχθη ότι ο Χ. Γ., κατά του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων και δη των βιβλιαρίων καταθέσεων της ... τα οποία περιείχαν τους λογαριασμούς με αριθ. … και …, με μοναδικό δικαιούχο τον Ι. Δ., κατηγορίες για τις οποίες η δίωξη εναντίον του έπαυσε λόγω παραγραφής με το υπ' αριθμό 1037/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, μετά το θάνατο του Ι.
Δ. ανεύρε την διαθήκη με την οποία ο θανών κατέλειπε την περιουσία του στον Δήμο …. Επειδή γνώριζε το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντος, αφού είχε στα χέρια του τα βιβλιάρια, και ότι οι καταθέσεις του στην … της Ελλάδος άγγιζαν τις 500.000 ευρώ και στην ... τις 740.000 ευρώ και ότι από την περιουσία αυτή δεν κατέλειπε τίποτα σε αυτόν, απέκρυψε τα ανωτέρω έγγραφα και προσπάθησε να εξεύρει τρόπους να καρπωθεί τα χρήματα των λογαριασμών.
Στην προσπάθειά του αυτήν, το γεγονός της υπάρξεως λογαριασμών με μεγάλα χρηματικά υπόλοιπα έγινε γνωστό σε ευρύτερο κύκλο προσώπων και μάλιστα απευθύνθηκε σε Δικηγόρο για να συμβουλευθεί τρόπους αναλήψεως των χρημάτων (σχετ. η αναφορά του Δικηγόρου Δ. Γ. για πελάτη του που "ο μακαρίτης είχε πολλά λεφτά και σε εκείνον που τον φρόντισε είχε αφήσει μόνο τα έπιπλα του", όταν ερωτήθηκε για την ενέργεια του Ε.
Κ. να επαληθεύσει όνομα δικαιούχου λογαριασμού στην Τράπεζα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω), προέβη δε σε πλήθος ενεργειών προκειμένου να καρπωθεί τα χρήματα των καταθέσεων του αποβιώσαντος, αποκρύπτοντας τα βιβλιάρια καταθέσεών του (αποβιώσαντος) και επισκεπτόμενος καταστήματα Τραπεζών στην … προκειμένου να ζητήσει πληροφορίες για το πώς μπορούσε ν' αναλάβει χρήματα από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος.
Έτσι, είχε μεταβεί στο κατάστημα … της ... (Κ.Λ. 374) στις 29-9- 2003 και είχε ζητήσει από τον υποδιευθυντή του, Γ. Κ. πληροφορίες για τον με αριθμό … λογαριασμό του αποβιώσαντος. Την ίδια ημέρα και περί ώρα 13:14 μ.μ. ο ίδιος υπάλληλος της ... απηύθυνε ερώτημα υπολοίπου με συγκεκριμένη διαδικασία ("διαδικασία 1220") για τον υπ' αριθ.
… λογαριασμό του αποβιώσαντος, ζήτησε μάλιστα μετά την αποτυχία του ανωτέρω ερωτήματος, σχετική πληροφόρηση επικοινωνώντας με το κατάστημα … της .... Σύμφωνα με όσα απάντησε ο ανωτέρω Γ. Κ., κατά τον εσωτερικό έλεγχο τον οποίο διενήργησαν τα αρμόδια όργανα της … (βλ. το σχετικό συνταχθέν υπηρεσιακό σημείωμα για την διεύθυνση επιθεωρήσεως) προέβη στις άνω ενέργειες εξ αιτίας του Χ.
Γ., ο οποίος τον πλησίασε άλλες δύο φορές τον Οκτώβριο του …, για να παραπονεθεί για αναλήψεις οι οποίες είχαν γίνει από λογαριασμούς του Ι. Δ. με τη χρήση …. Προηγουμένως, το καλοκαίρι του 2003 ο Χ. Γ. είχε μεταβεί στο κατάστημα … … (ΚΑ. 279) της … και απευθυνόμενος στον γνωστό του διευθυντή Μ. Ρ. του ζήτησε να τον "βοηθήσει" προκειμένου να αναλάβει χρήματα από τους ατομικούς λογαριασμούς του αποθανόντος.
αλλ' εκείνος, κατά τα λεγόμενα του, αρνήθηκε να τον συνδράμει. Από τα βιβλιάρια καταθέσεων τα οποία είχαν εκδοθεί για τους υπ' αριθμ. …, … και …, λογαριασμούς του Ι. Δ., προέκυψε ότι κατά το από 10-8-2003 έως 25-8- 2003 χρονικό διάστημα, πραγματοποιήθηκαν με την χρήση της κάρτας … του Ι. Δ. μέσω των ΑΤΜ οκτώ διαφορετικών καταστημάτων της …, 26 αναλήψεις συνολικού ποσού 15.080 ευρώ.
Ωστόσο, στην κατοικία του … στους …, κατόπιν της έρευνας η οποία πραγματοποιήθηκε από αστυνομικά όργανα στις 25- 11-2003, ανευρέθη και κατασχέθηκε έντυπο αποστολής της υπ' αριθ. … κάρτας αναλήψεως χρημάτων από ΑΤΜ της …. η οποία είχε εκδοθεί στις 29-10-1996 αλλ' ουδέποτε χρησιμοποιηθεί από τον κάτοχο της Ι. Δ., χρησιμοποιήθηκε όμως για να πραγματοποιηθούν οι ανωτέρω 26 αναλήψεις.
Από το γεγονός της ανευρέσεως στην κατοικία του στους …, του εντύπου αποστολής της υπ' αριθ. … … συνάγεται ότι ο Χ. Γ. ήταν αυτός ο οποίος προέβη στις παράνομες αναλήψεις και συγκεκριμένως ότι ήταν εκείνος ο οποίος τις πραγματοποίησε. Ο ίδιος δεν αρκέσθηκε σε απλό από περιέργεια ενδιαφέρον για τα στοιχεία των λογαριασμών του "αναδόχου" του, αλλ' επεδίωκε ν' αναλάβει χρήματα από αυτούς και προς τούτο ζήτησε την "βοήθεια" του Μ.
Ρ., διευθυντή του καταστήματος … … της …. Εν τούτοις, όπως απεδείχθη, ο Χ. Γ. δεν μπόρεσε να προχωρήσει σε άλλες ενέργειες επί των λογαριασμών του θανόντος, πέραν των ερωτημάτων και των επισκέψεων στα τραπεζικά καταστήματα, που είχαν ως συνέπεια τρίτοι, και δη τραπεζικοί υπάλληλοι, να πληροφορηθούν ότι οι συγκεκριμένοι τραπεζικοί λογαριασμοί ανήκαν σε αποβιώσαντα χωρίς κληρονόμους.
Μεταξύ δε των τρίτων προσώπων, τα οποία πληροφορήθηκαν την ύπαρξη των λογαριασμών, είναι και ο Α. Γ. (2ος κατηγορούμενος), ο οποίος δεν συνδέεται μεν συγγενικώς με τον Χ. Γ. αλλά κατοικούν και οι δύο στο χωριό … …. Ο Κ. Α. (1ος κατηγορούμενος) στην από 13-5-2010 συμπληρωματική απολογία του, κατέθεσε ότι: "αυτός (Χ.
Γ.) πήρε όλα τα βιβλιάρια, όλα τα κλειδιά του πεθαμένου και μετά τον θάνατο του Δ. έβγαλε κάρτες αναλήψεων των λογαριασμών του από την Τράπεζα, δεν ξέρω από ποιόν. Αυτό μου το είπε ο Σ. (χαϊδευτικό "Μ.") Σ.", στα χέρια του οποίου κατέληξε το γνήσιο δελτίο αστυνομικής ταυτότητας του Ι. Δ.". Ακόμη κατέθεσε ότι ο Σ.
Σ. (τρίτος κατηγορούμενος) είναι αυτός ο οποίος του έκανε λόγο για τον Χ. Γ., ότι δηλαδή εκείνος (ήτοι ο "αναδεξιμιός" του Ι. Δ.), είχε όλα τα βιβλιάρια των λογαριασμών του αποβιώσαντος και ότι προσπαθούσαν να τον ξεγελάσουν (ο Σ.. Σ. και ο Α. Γ.) "για να πάρουν μόνοι τους τα λεφτά". Αυτός ο ίδιος (Σ.), περαιτέρω, του είχε αναφέρει ότι "με την βοήθεια άλλων από την τράπεζα έβγαλαν αντίγραφα από τα βιβλιάρια του πεθαμένου τόσο της …όσο και της …".
Αναφορικώς προς την έκδοση βιβλιαρίων καταθέσεων για τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος στην …, η ταυτότητα του προσώπου ο οποίος τα εξέδωσε αποκαλύφθηκε κατά τον εσωτερικό έλεγχο τον οποίο διενήργησε η Τράπεζα. Πρόκειται για τον υπάλληλο του καταστήματος … της …, Σ. Β., από το τερματικό του οποίου διενεργήθηκαν επανεκδόσεις βιβλιαρίων για τους υπ' αριθ.
…, …, …, … και … λογαριασμούς του Ι. Δ., στις 20/10/2003 και στις 30/10/2003, με την καθοδήγηση του Δ. Κ. (υπάλληλο του Καταστήματος …της …). Από την έκθεση ελέγχου την οποία συνέταξε η … διαπιστώθηκε ότι οι επανεκδόσεις αυτές των βιβλιαρίων διενεργήθηκαν κατόπιν πρωτοβουλίας του … επίσης Σ. Δ., ανεψιού της υπαλλήλου του καταστήματος … της … Ε.
Κ., ο οποίος ήταν εταίρος της μεταφορικής ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Δ.-Β." και εργοδότης του δεύτερου κατηγορούμενου, Α. Γ.. Όπως κατέθεσε ο τραπεζικός υπάλληλος Δ. Κ., ο Σ. Δ., τον είχε επισκεφθεί ενδιαφερόμενος να πραγματοποιήσει κατάθεση στους υπ' αριθ. … και … λογαριασμούς του αποβιώσαντος και είχε ζητήσει προηγουμένως να επιβεβαιωθεί το ονοματεπώνυμο του δικαιούχου, επιδιώκοντας να πληροφορηθεί για τα στοιχεία όλων των λογαριασμών οι οποίοι υπήρχαν στο όνομα του Ι.
Δ.. Τα βιβλιάρια της τράπεζας ... δεν απεδείχθη από τον εσωτερικό έλεγχο της Τράπεζας, ποιος συγκεκριμένως τα επανεξέδωσε, αλλ' ο Κ. Α. κατείχε βιβλιάρια των λογαριασμών, όταν προέβη σε αναλήψεις στις 4 /11/2003 και στις 5/11/2003. Οι άνω αναφερόμενοι κατηγορούμενοι Α. Γ. και Σ. Σ. απεδείχθη, εκτός από την κατάθεση του Κ.
Α., ότι ενεργούσαν παραλλήλως με τον Χ. Γ. στις ενέργειες για ανάληψη των χρημάτων από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος. Έτσι, ο Χ. Γ. είχε προβεί, στις 5-11-2003, σε ενημέρωση των βιβλιαρίων τα οποία αφορούσαν τους υπ' αριθ. … και … λογαριασμούς του αποβιώσαντος, ενώ ο Σ. Β. είχε προβεί σε επανέκδοση βιβλιαρίων για τους άνω τραπεζικούς λογαριασμούς με παρέμβαση των Σ.
Δ., Α. Γ. και Σ. Σ.. Ακόμη, ο Χ. Γ. προσήλθε στο κατάστημα … της …, στις 25/11/2003 κατέχοντας τα βιβλιάρια των με αριθμούς … και … λογαριασμών του Ι. Δ., ενώ ο Κ. Α. εμφανίσθηκε στο κατάστημα … της ίδιας Τράπεζας, στις 21/11/2003 και στις 27/11/2003, ως Ι. Δ., ζητώντας ανάληψη από τον υπ' αριθμό … λογαριασμό (χωρίς βιβλιάριο), ότε και συνελήφθη.
Το γεγονός ότι σχεδόν παραλλήλως στις ημερομηνίες αυτές υπήρξε κινητικότητα αναφορικώς προς τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος σε διάφορα καταστήματα της … και συγκεκριμένως α) στις 19 και στις 20/11/2003, στο κατάστημα … της …, ο Ι. Δ., Εντεταλμένος Τμηματάρχης Β', άντλησε πληροφορίες μέσω του συστήματος για τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος.
Υποστήριξε ότι άγνωστος πελάτης της Τράπεζας του τηλεφώνησε και του δήλωσε την πρόθεσή του να αναλάβει ποσό 200.000 ευρώ σε μετρητά και 250.000 ευρώ σε επιταγές, δικαιολογώντας το μεγάλο ύψος της χρηματικής συναλλαγής με την αγορά ακινήτου. Η συναλλαγή αυτή δεν πραγματοποιήθηκε διότι η Διευθύντρια του καταστήματος πίεσε τον Ι.
Δ. να εκδοθούν επιταγές για το σύνολο του ποσού, υποψιαζομένη την νομιμότητα της συναλλαγής, β) Στις 24/11/2003 στο κατάστημα …, ο Π. Μ., εντεταλμένος Τμηματάρχης Β', διενήργησε ερωτήσεις για τα υπόλοιπα των λογαριασμών του αποβιώσαντος και ανεπιτυχείς προσπάθειες ενημερώσεως του με αριθμό … λογαριασμού. Στην οθόνη του εμφανιζόταν η ένδειξη "υπόλοιπο διαφωνεί" διότι εισήγαγε ως υπόλοιπο το ποσόν των 165.720,55 ευρώ, ποσόν το οποίο είχε το βιβλιάριο του θανόντος όταν κατασκευάσθηκε από το τερματικό του Σ.
Β., ενώ, ο Χ. Γ. είχε από τις 5/11/2003 προβεί σε ενημέρωση του γνησίου βιβλιαρίου το οποίο είχε στα χέρια του με αποτέλεσμα να μεταβληθεί το εγγεγραμμένο υπόλοιπο. Από τα ανωτέρω καταδεικνύεται ότι τα άτομα τα οποία κατείχαν τα κατασκευασμένα βιβλιάρια του αποβιώσαντος, ήτοι οι κατηγορούμενοι, αναζητούσαν κατάστημα της … προκειμένου να προβούν στην ανάληψη των χρημάτων του αποβιώσαντος.
Έτσι, προσπάθησαν στα καταστήματα του …(19/11/2003), της …(21/11/2003) και του … (24/11/2003) και επανήλθαν στις 27/11/2003 στο κατάστημα της … αφού οι αρμόδιες υπηρεσίες δρομολόγησαν την σύλληψη τους, όπως προεκτέθηκε. Κατόπιν όλων αυτών απεδείχθη ότι, αναφορικώς προς τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, οι κατηγορούμενοι το χρονικό διάστημα Οκτώβριο και Νοέμβριο του 2003 μέσω τραπεζικών υπαλλήλων προχώρησαν σε άντληση πληροφοριών και, όταν προχώρησαν στην προσπάθεια αναλήψεως από αυτούς, οι λογαριασμοί είχαν ήδη δεσμευθεί.
Στην .... όμως, κινήθηκαν με μεγαλύτερη ευκολία, λόγω της συμμετοχής του τρίτου κατηγορουμένου Σ. Σ., ο οποίος ήταν Διευθυντής του καταστήματος της Τράπεζας στην … (…) και γνώριζε άριστα τους τρόπους λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος. Έτσι, ο Α. Γ. "ενεργοποίησε" μετά από μακρά αχρησία τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος καταθέτοντας σε αυτούς διάφορα μικροποσά.
Ο ίδιος απεδείχθη ότι διατηρούσε τον υπ' αριθ. … λογαριασμό καταθέσεων στο κατάστημα της ... όπου εργαζόταν ο ανωτέρω Σ. Σ. και είναι ο ίδιος λογαριασμός ("…") τον οποίο ο Κ. Α. ανέγραφε σε ένα από τα σημειώματα τα οποία ευρέθησαν επάνω του και κατασχέθηκαν κατά την σύλληψή του. Ο τελευταίος στην από 13-5-2010 συμπληρωματική απολογία του, περιγράφοντας τα γεγονότα της αναλήψεως χρημάτων από τους λογαριασμούς του Ι.
Δ. κατέθεσε ότι" όταν έβγαινα από το κατάστημα της τράπεζας του παρέδιδα όλα τα λεφτά (στον Α. Γ.) και αυτός πήγαινε σε άλλο κατάστημα της τράπεζας … και τα κατέθεσε αμέσως. Εγώ ήμουν δίπλα του κάποιες φορές Είδα από το αποδεικτικό κατάθεσης, τον αριθμό και τον σημείωσα μετά που βγήκα από την τράπεζα πρόχειρα σε ένα χαρτί όπως σημείωσα και το όνομα, του δικαιούχου , δηλαδή Α.
Γ. που τότε δεν ήξερα ποιος ήταν. Η τράπεζα, που τηρούνταν ο λογαριασμός του ήταν η τράπεζα …. Αυτό είναι το σημείωμα που βρέθηκε πάνω μου όταν με συνέλαβαν. Ο ίδιος μου είπε ότι αμέσως με το που κάνει την κατάθεση κάποιος κάνει ανάληψη (...) Το … σημαίνει το υποκατάστημα της … στην … όπου διευθυντής ήταν ο Σ.
και εκεί είχε ανοιχθεί ο συγκεκριμένος λογαριασμός". Σύμφωνα με έγγραφο της άνω Τράπεζας, το οποίο δόθηκε εις εκτέλεση σχετικής διατάξεως του υπ' αριθμ. 2325/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, ο Α. Γ. ήταν το πρόσωπο το οποίο προέβαινε σε αναλήψεις από τον ανωτέρω λογαριασμό, κατά το χρονικό διάστημα από 1/10/2003 έως 31/12/2003.
Ακόμη, ο Κ. Α. στην αρχική απολογία του ανέφερε ότι πρόσωπο με τα στοιχεία "Σ. Μ.", ο οποίος τον είχε πλησιάσει στις 8-10-2003 στο Δημαρχείο της … όπου ευρίσκετο διότι εκπλειστηριαζόταν η κατοικία του και προσφέρθηκε να τον βοηθήσει λέγοντάς του ότι είχε μια "δουλειά" που μπορούσε να σώσει και τους δύο. Πρόσωπο με τα στοιχεία Σ.
Μ., όμως, δεν ανευρέθη μετά από έρευνα των διωκτικών αρχών, όπως προαναφέρθηκε. Στην συμπληρωματική απολογία του, ο Κ. Α. κατέθεσε ότι ο εμφανισθείς, τότε, ως "Σ. Μ.", ήταν στην πραγματικότητα ο Α. Γ.. Σε αυτόν παρέδωσε τις άνω αναφερόμενες τρείς επιταγές της ... τις οποίες είχε αναλάβει ως "Ι. Δ.", αφού προηγουμένως τις οπισθογράφησε με τα στοιχεία του αποβιώσαντος μιμούμενος την υπογραφή του τελευταίου.
Κατόπιν, ο Γ. έθεσε την οπισθογράφηση με τα στοιχεία "Θ. Α." και τις παρέδωσε στον Γ. Σ., για τον οποίο ο Κ. Α. έχει καταθέσει ότι: "Τις επιταγές που είχαν εκδοθεί στο όνομα Δ. τις οπισθογράφησα και τις παρέδωσα στον Γ.. Μετά πήγα σε ένα κατάστημα στην … και περίμενα λίγο πιο μακριά, και ο Γ. μου είπε ότι αυτός θα εισπράξει τις επιταγές.
Δεν γνωρίζω το όνομα του καταστηματάρχη και την επόμενη μέρα φαίνεται ότι το άτομο αυτό είχε ραντεβού με τον Γ.στο υποκατάστημα της …και εγώ περίμενα πολύ ώρα απέξω ώσπου ήρθε ο Γ. και μου είπε τελείωσα, φύγαμε". Επίσης, ο Κ. Α. κατέθεσε ότι οι σημειώσεις στα χειρόγραφα σημειώματα τα οποία ανευρέθησαν επάνω του κατά την σύλληψη του και αναφέρουν "…" και "6/11 από 0120 … +30", "6/11 από … … + 30" έχουν την έννοια ότι στις 6/11/2003 ο Α.
Γ. κατέθεσε 20.000 ευρώ στο κατάστημα της ... στην οδό … και 30.000 ευρώ στο κατάστημα της ίδιας Τράπεζας στην … Τέλος, ο Κ. Α. ανέφερε ότι, πριν από την σύλληψη του και κατά το από 2/11/2003 έως 6/11/2003 χρονικό διάστημα, είχαν θέσει το σχέδιο σε εφαρμογή και είχαν έρθει στην Αθήνα μαζί με τον Α. Γ. τέσσερις μέρες και νύχτες για να κάνουν τις αναλήψεις, διαμένοντας στο ίδιο δωμάτιο ξενοδοχείου "…", στην …και ότι ο Γ.
πήγαινε μαζί του για να τον "προσέχει" διότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι για τα χρήματα του αποβιώσαντος φοβόντουσαν μήπως πάρει τα χρήματα αυτός. Ο Α. Γ. , μάλιστα, ήταν αυτός που του παρέδιδε το βιβλιάριο, για να γίνει η ανάληψη, και του υποδείκνυε σε ποίο συγκεκριμένο υποκατάστημα και σε ποίον ταμία να πάει, ενώ πολλές φορές τον συνόδευε μέσα και πολλές φορές έξω από το κατάστημα, χωρίς να στέκεται δίπλα του.
Πήγαινε δε μαζί του για να τον προσέχει φοβούμενος μην πάρει τα χρήματα αυτός. Όταν έβγαινε από το κατάστημα της τράπεζας παρέδιδε όλα τα λεφτά στον Α. Γ. και αυτός πήγαινε σε άλλο κατάστημα της τράπεζας και τα κατέθ... αμέσως. Ο Α. Γ. ισχυρίζεται ότι τα αναφερόμενα από τον συγκατηγορούμενό του Κ. Α. είναι ψευδή και ότι, στην πραγματικότητα, αυτός εκτελούσε εντολές του εργοδότη του Σ.
Δ., ο οποίος του ζητούσε να προβεί σε καταθέσεις μικροποσών σε διάφορους λογαριασμούς πελατών. Εκτός, όμως, από την κατάθεση του συγκατηγορουμένου του και το γεγονός της καταθέσεως μικροποσών στους λογαριασμούς του αποβιώσαντος προς ενεργοποίηση αυτών δεν μπόρεσε να εξηγήσει το γεγονός ότι χρήματα από τις παράνομες αναλήψεις, τις οποίες πραγματοποιούσε ο Κ..
Α., κατέληξαν στον τραπεζικό λογαριασμό του. Ο ισχυρισμός του ότι, ο Σ. Δ. είχε δώσει τον λογαριασμό του στον Α. για να κατατίθενται τα χρήματα εκεί, δεν ευσταθεί και ελέγχεται αναληθής διότι ο Σ. Δ. δεν θα κατέθ... το προϊόν των παρανόμων αναλήψεων σε λογαριασμό τρίτου, από τον οποίο δεν θα μπορούσε χωρίς την εξουσιοδότηση και συμμετοχή του να τα αναλάβει.
Περαιτέρω, η σύνδεση του τρίτου κατηγορουμένου (Σ. Σ.) με τον Κ. Α., στον οποίο προμήθευσε μαζί με τον Α. Γ. το πλαστό δελτίο ταυτότητος του Ι. Δ. και τον προκάλεσε να προβεί στις πράξεις της εξαπατήσεως των τραπεζών παρουσιαζόμενος ως Ι. Δ. κατά τα ανωτέρω, προκύπτει, εκτός από την κατάθεση του συγκατηγορουμένου, και από το ότι η επιχείρηση αναλήψεως χρημάτων από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος οργανώθηκε από πρόσωπο το οποίο είχε βαθεία γνώση της της τραπεζικής τεχνικής.
Έτσι, επιλέχθηκαν συγκεκριμένα καταστήματα Τραπεζών, με τα οποία συναλλασσόταν κάποιο πρόσωπο ήδη γνωστό στους τραπεζικούς υπαλλήλους ούτως ώστε να μην δημιουργηθούν υποψίες για τις επιδιώξεις αυτών οι οποίοι τους εποφθαλμιούσαν (σχετικώς οι αναφορές ανωτέρω προσώπων - πελατών ή γνωστών στους υπαλλήλους από τους οποίους άντλησαν πληροφορίες για τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος).
Ειδικώτερον, τα πρόσωπα τα οποία ήταν τόσο γνωστά στα καταστήματα της … (…) και στο κατάστημα … (...), ήταν ο Γ. Σ. και ο Α. Μ., σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν. Ο τρίτος κατηγορούμενος, Σ. ή «Μ.» Σ., κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβαν χώρα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ασκούσε καθήκοντα διευθυντού καταστήματος της Τράπεζας ... (κατάστημα …) ….
Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, στις 31/10/2003, η Ό. Σ. υπάλληλος στο κατάστημα της .. της … (Κ.Α. …), το οποίο είναι διαφορετικό από το κατάστημα …στην ίδια πόλη, προέβη στην μεταβολή των τηρουμένων στοιχείων του αποβιώσαντος Ι. Δ. ως προς το έτος γεννήσεώς του το οποίο "διορθώθηκε" από "1917" σε "1937", προκειμένου να συμβαδίζει με την ηλικία του Κ.
Α., ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1940 και επρόκειτο σύμφωνα με τους σχεδιασμούς τους να εμφανισθεί στις Τράπεζες όπου τηρούντο οι λογαριασμοί του αποβιώσαντος ως "Δ.". Συνέπεια αυτής της μεταβολής ήταν να ενημερωθεί το μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας ότι το έτος γεννήσεως του καταθέτη ήταν "1937". Όπως προέκυψε από τον ειδικό έλεγχο τον οποίο διενήργησε η Τράπεζα η αλλαγή αυτή έγινε από την Ό.
Σ. στις 12.46 της 31/10/2003. Την ίδια ημέρα (31/01/2003) ο υπάλληλος Δ. Σ., δόκιμος υπάλληλος του καταστήματος …(του οποίου Διευθυντής ήταν ο Σ.. Σ.), στις 12.55 διενήργησε συναλλαγή εμφανίσεως στοιχείων πελάτη του Ι. Δ., χωρίς να προχωρήσει σε άλλη συναλλαγή, προφανώς για να βεβαιωθεί ότι είχε "περάσει" στο σύστημα η αλλαγή της ημερομηνίας γεννήσεως του αποβιώσαντος.
Για την ενέργειά του αυτήν κατέθεσε ότι δεν θυμάται με την εντολή τίνος προσώπου ενήργησε. Όπως προκύπτει από την με αριθμ. … από 14-8-… ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου …, η Σ. Ό., γεννηθείσα το έτος 1965, απεβίωσε στις 12-8-…. Ο Κ. Α. αποδίδει στον τρίτο κατηγορούμενο την εμπλοκή του στην υπόθεση και την γνωριμία του με τον Α.
Γ., τον οποίο του είχε συστήσει ως "Μ.". Ειδικώτερον ανέφερε ότι δεν του ενέκρινε τραπεζικό δάνειο, το οποίο είχε άμεση ανάγκη για να αντιμετωπίσει πιεστικά οικονομικά προβλήματα, με συνέπεια να υποκύψει στην "πλύση εγκεφάλου" και να αναγκασθεί να συμμετάσχει στις πράξεις της εξαπατήσεως των τραπεζών. Ο Σ.
Σ. ως διευθυντής του καταστήματος … της ... είχε εύκολη πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες αφορούσαν τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος και μάλιστα όχι μόνον σε όσους ετηρούντο στην ..., αλλά και σε αυτούς οι οποίοι ετηρούντο στην …. Ο Κ. Α. αποδίδει σε αυτόν μάλιστα την πατρότητα του σχεδίου επανεκδόσεως βιβλιαρίων για τις καταθέσεις του Ι.
Δ. και την μεταβολή της χρονολογίας γεννήσεως του αποβιώσαντος (από "…" σε "…"), ημερομηνία η οποία επιλέχθηκε για να αξιοποιηθεί από τον Σ. Σ. και τον Α. Γ. στο πρόσωπο του Κ. Α. με την δημιουργία πλαστών ταυτοτήτων σε χρονολογία σχεδόν σύγχρονη με το έτος γεννήσεως του τελευταίου ("…"). Μεταξύ των Σ. Σ. και Σ.
Δ. (ο οποίος προκάλεσε πλήθος ερωτημάτων σε τραπεζικούς υπαλλήλους για τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος στην …, αλλά όχι στην ...Κ) συνδετικός κρίκος είναι ο Α. Γ., ο οποίος "ενεργοποίησε" τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος στην ...Κ και διατηρούσε λογαριασμό καταθέσεων στο κατάστημα … της ίδιας Τράπεζας, διευθυντής του οποίου ήταν ο Σ..
Σ., όπως προαναφέρθηκε. Οι Α. Γ. και Σ. Σ. εμπλέκονται τόσο στην εμπλοκή και την εποπτεία των ενεργειών του Κ. Α. και, όπως απεδείχθη, ήταν από τα πρόσωπα τα οποία οργάνωσαν και εκτέλεσαν το σχέδιο της αναλήψεως των καταθέσεων από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος Ι. Δ.υ. Όλα τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά συνδυαζόμενα με τις απολογίες των Κ.
Α. και Α. Γ. οδηγούν στην σύνδεση των κατηγορουμένων: Σ. («Μ.») Σ., Σ. Δ., Α. Γ., Κ. Α. και Γ. Σ., ως μελών του εν λόγω "δευτέρου κύκλου", καθένας εκ των οποίων δραστηριοποιήθηκε προς διαφορετικές κατευθύνσεις μεν, με ενέργειες, όμως, οι οποίες όλες συνέκλιναν προς την ενθυλάκωση χρημάτων από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος.
Ειδικώτερον, ο Σ. («Μ.») Σ., με πειθώ και φορτικότητα, ενέπλεξε τον Κ. Α. στην "επιχείρηση" και ο τελευταίος έλαβε μέρος σ' αυτήν προκειμένου να επωφεληθεί και να εξοικονομήσει τα χρήματα που χρειαζόταν για ν' αντιμετωπίσει διάφορα χρέη του. Ο Σ. Σ. ισχυρίζεται ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση βασίζεται μόνον στις καταθέσεις του συγκατηγορουμένου του Κ.
Α., ο οποίος τον ενέπλεξε διότι δεν μπόρεσε να λάβει δάνειο και να σώσει την περιουσία του. Ο ισχυρισμός του αυτός, εκτός από το αδύναμο στοιχείο, της "εκδικήσεως" του Κ. Α., το οποίο δεν αιτιολογείται, καταρρίπτεται και από τα γεγονότα. Συγκεκριμένως, το όνομα του κατηγορουμένου εμφανίσθηκε στα χειρόγραφα σημειώματα, τα οποία ανευρέθησαν και κατασχέθηκαν επάνω στον Κ.
Α. κατά την σύλληψη του, σύμφωνα με όσα έχουν ανωτέρω έχουν εκτεθεί αναλυτικώς. Συγκεκριμένως, ανευρέθησαν τα τηλέφωνα του κατηγορουμένου, ως "Μ. Σ.." με το κινητό και το σταθερό τηλέφωνό του, (στο υπό στοιχείο δύο (2) ιδιόγραφο σημείωμα) και οι αριθμοί 2030, 20 και 30 σε στήλες κάτω από το όνομα "Σ." (στο υπό στοιχείο ένα (1) ιδιόγραφο σημείωμα), το οποίο αντιστοιχεί στα ποσά 30.000, 20.000 και 30.000 ευρώ, που έπρεπε να λάβει ο κατηγορούμενος και είναι πολύ μεγαλύτερα των αναγραφομένων στις άλλες στήλες προς άλλα άγνωστα πρόσωπα (Χ., Κ., Ά., Γ.).
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι έδωσε το τηλέφωνο του στον Κ.. Α., λόγω της κοινωνικής του δράσεώς του στο Δήμο …, δεν ευσταθεί και δεν δικαιολογεί το γεγονός ο Κ.. Α. να κατέχει αριθμούς κινητού και σταθερού τηλεφώνου του κατηγορουμένου, παρά μόνον εάν υπήρχε ανάγκη να είναι σε συνεχή επαφή μαζί του ανά πάσα στιγμή.
Ακόμη, απεδείχθη ότι ο κατηγορούμενος Κ. Α. προέβη σε αναλήψεις μεγάλων χρηματικών ποσών με χρήση βιβλιαρίου καταθέσεων, παρά το γεγονός ότι σε κανένα κατάστημα της Τράπεζας δεν διενεργήθηκε συναλλαγή εκδόσεως νέων βιβλιαρίων. Τούτο, προφανώς, διότι υπήρχε πρόσβαση σε βιβλιάρια καταθέσεων (κενά) της ίδιας της Τράπεζας, τα οποία συμπληρώθηκαν αναλόγως.
Επίσης, δεν καταγράφηκε από την εσωτερική έρευνα της Τράπεζας καμία ενέργεια προσπάθειας εντοπισμού των λογαριασμών του αποβιώσαντος παρά μόνο των στοιχείων του. Η μεταβολή της ημερομηνίας γέννησης του αποβιώσαντος έγινε από κατάστημα της Τράπεζας στην …, του οποίου ο κατηγορούμενος δεν ήταν διευθυντής, αλλά σχεδόν αμέσως από το κατάστημά του έγινε "έλεγχος" της επιτυχούς μεταβολής των στοιχείων του Ι.
Δ.. Η ευκολία κινήσεων των εμπλεκομένων στην επιτυχή ανάληψη χρημάτων από τους λογαριασμούς της Τράπεζας αποδεικνύει ότι στην απάτη κατά της Τράπεζας υπήρξε συμμετοχή υπαλλήλων της και ο κατηγορούμενος, ως Διευθυντής καταστήματος, είχε την καλύτερη πρόσβαση τόσο στις πληροφορίες για τους λογαριασμούς του θανόντος όσο και για τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιείτο η ανάληψη των χρημάτων από αυτούς.
Υπό τα αποδειχθέντα, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αποδιδόμενες σ' αυτούς και λεπτομερώς περιγραφόμενες στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως αξιόποινες πράξεις και προξένησαν ή επιχείρησαν να προξενήσουν στις τράπεζες "...Κ" και "…" ζημία ως επίσης απείλησαν ζημία εναντίον του "Δήμου …" ο οποίος είναι ο μοναδικός κληρονόμος του αποβιώσαντος Ι.
Δ. εφ' όλης της κινητής και ακινήτου περιουσίας του και του οποίου οι ιδιόγραφες δημοσιεύθηκαν δυνάμει του υπ' αριθμό 294/8-12-2003 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.". Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο ένοχο 1) ηθικής αυτουργίας, κατά συναυτουργία, στην τετελεσμένη κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση, του φυσικού αυτουργού Κ.
Α., 2)συνέργειας στην κακουργηματική χρήση πλαστού κατ' εξακολούθηση, του φυσικού αυτουργού Κ. Α., 3)ηθικής αυτουργίας στη συνέργεια του Α. Γ. στην τετελεσμένη κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση, του φυσικού αυτουργού Κ. Α., με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει, με την αναγνωρισθείσα πρωτοδίκως ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 § 2 α' Π.Κ , τον τρίτο κατηγορούμενο … I. Ένοχο κατά συναυτουργία ηθικής αυτουργίας στην τετελεσμένη κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι, αυτός, κατά το από μηνός Ιουλίου 2003 μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του έτους … χρονικό διάστημα, ενεργώντας με κοινό δόλο και κατόπιν συναποφάσεως με τον Σ.
Δ. (φυγόδικο), προκάλεσε, με πειθώ και φορτικότητα ως επίσης με συνεχείς προτροπές, συμβουλές, παρακλήσεις και αντί αγνώστου ανταλλάγματος, στον πρώτο κατηγορούμενο Κ. Α. την απόφαση να διαπράξει κατ' εξακολούθηση την περιγραφείσα "υπό στοιχεία Α'" τετελεσμένη κακουργηματική απάτη η οποία (απάτη) συνίσταται στο ότι αυτός (Κ..
Α.) στις 5.11.2003 χρησιμοποιώντας "το εξ ολοκλήρου πλαστό υπ' αριθμ. … δελτίο αστυνομικής ταυτότητος υπό τα στοιχεία Δ. Ι. του Κ." και τοιουτοτρόπως παριστάνοντας ψευδώς ότι ταυτίζεται (δηλ. ότι είναι ένα και το αυτό πρόσωπο) με τον δικαιούχο των τηρούμενων υπό το ονοματεπώνυμο "Δ. Ι." τραπεζικών λογαριασμών παραπλάνησε δύο υπαλλήλους της "...Κ" με αποτέλεσμα ί) η εξ αυτών (υπαλλήλων) Α.
Α. ταμίας του επί της οδού … αριθ. … υποκαταστήματος της τράπεζας "..." να καταβάλλει σ' αυτόν από τον υπ' αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν των 92.500 ευρώ και ιι) η ετέρα εξ αυτών (υπαλλήλων) Μ. Γ. ταμίας του επί της οδού …αριθ. …, υποκατάστημα της τράπεζας "..." να καταβάλλει σ' αυτόν από τον υπ' αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν 47.000 ευρώ.
Από την τοιαύτη πράξη της ηθικής αυτουργίας του τρίτου κατηγορουμένου (Σ. Σ.) επήλθε στην τράπεζα "..." και απειλήθηκε εις βάρος του "Δήμου …" ζημία η οποία ισούται προς το παράνομο περιουσιακό όφελος και υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ υπολογιζομένη σε (92.500 + 47.000 =) 139.500 ευρώ.
ΙΙ], κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας από την κακουργηματική πλαστογραφία μετά χρήσεως. Ένοχο συνεργείας στην κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου, ήτοι του ότι : αυτός, κατά το από μηνός Ιουλίου .… έως και τον μήνα Νοέμβριο …χρονικό διάστημα, εκ προθέσεως παρέσχε συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Κ.
Α. και συγκεκριμένως παρέδωσε το εξ ολοκλήρου πλαστό "υπ' αριθμ. … δελτίο αστυνομικής ταυτότητος υπό τα στοιχεία Δ. Ι. του Κ." σ' αυτόν (Κ.. Α.), ο οποίος παρέλαβε τούτο και διέπραξε κατ' εξακολούθηση την περιγραφείσα "υπό τα στοιχεία Βα' και Ββ'" κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου, η οποία συνίσταται στο ότι αυτός (Κ..
Α.) χρησιμοποίησε το άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητος : i) στο επί της οδού … αριθ. … των … υποκατάστημα της τράπεζας "... " όπου στις 5.11.2003 ανέλαβε ποσόν 92.500 ευρώ από τον υπ' αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό, ii) στο έτερο επί της οδού … αριθ. … των … υποκατάστημα της "..." όπου επίσης στις 5.11.2003 ανέλαβε ποσόν 47.000 ευρώ από τον υπ' αριθμ, … τραπεζικό λογαριασμό, iii) στο κείμενο στην … υποκατάστημα της … (…) όπου προέβη σε δύο ανεπιτυχείς αναλήψεις, ήτοι, στις 21.11.2003 του ποσού των 78.200 ευρώ και στις 27.11.2003 επίσης του ποσού των 78.200 ευρώ και ιν)στο επί της οδού … αριθ.
… των … υποκατάστημα της τράπεζας "..." όπου στις 25.11.2003 επίσης προέβη στην ανεπιτυχή ανάληψη του ποσού των 40.000 ευρώ. Από την προσφορά της τοιαύτης συνδρομής του, ο τρίτος κατηγορούμενος (Σ. Σ.) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στον πρώτο κατηγορούμενο (Κ.. Α.) περιουσιακό όφελος το οποίο ισούται προς την προξενηθείσα στην τράπεζα "..." και απειληθείσα εις βάρος επίσης της τράπεζας αυτής, της τράπεζας "... (Ε.Τ.Ε)" και του "Δήμου …" ζημία και το οποίο (όφελος) υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ υπολογιζόμενο σε (92.500 + 47.000 + 78.200 + 78.200 + 40.000=) 335.900 ευρώ,
ΙΙΙ). Ένοχο ηθικής αυτουργίας στην συνέργεια στην τετελεσμένη κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι, αυτός, κατά το από μηνός Ιουλίου 2003 μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2003 χρονικό διάστημα, εκ προθέσεως προκάλεσε με πειθώ και φορτικότητα ως επίσης με συνεχείς προτροπές, συμβουλές, παρακλήσεις και αντί αγνώστου ανταλλάγματος, στον δεύτερο κατηγορούμενο Α.
Γ. την απόφαση να παράσχει συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Κ. Α. και συγκεκριμένως να παραδώσει το εξ ολοκλήρου πλαστό "υπ' αριθμ. … δελτίο αστυνομικής ταυτότητος υπό τα στοιχεία Δ. Ι. του Κ." σ' αυτόν (Κ.. Α.) ο οποίος παρέλαβε τούτο και διέπραξε την περιγραφείσα "υπό στοιχείο Α'" τ...λεσμένη κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση η οποία (απάτη) συνίσταται στο ότι αυτός (Κ..
Α.) στις 5.11.2003 χρησιμοποιώντας άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητος και τοιουτοτρόπως παριστάνοντας ψευδώς ότι ταυτίζεται (δηλ. ότι είναι ένα και το αυτό πρόσωπο) με τον δικαιούχο των τηρούμενων υπό το ονοματεπώνυμο "Δ. Ι." τραπεζικών λογαριασμών παραπλάνησε δύο υπαλλήλους της "..." με αποτέλεσμα i) η εξ αυτών (υπαλλήλων) Α.
Α. ταμίας του επί της οδού … αριθ. … υποκαταστήματος της τράπεζας "..." να καταβάλλει σ' αυτόν από τον υπ' αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν των 92.500 ευρώ και ii) η ετέρα εξ αυτών (υπαλλήλων) Μ. Γ. ταμίας του επί της οδού … αριθ. …, υποκατάστημα της τράπεζας "..." να καταβάλλει σ' αυτόν από τον υπ' αριθμ. …τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν 47.000 ευρώ.
Από την τοιαύτη πράξη της ηθικής αυτουργίας του τρίτου κατηγορουμένου, επήλθε στην τράπεζα "Κ" και απειλήθηκε εις βάρος του "Δήμου …" ζημία η οποία ισούται προς το παράνομο περιουσιακό όφελος και υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ υπολογιζομένη σε (92.500+47.000 =) 139.500". Επίσης, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κήρυξε, τον πρώτο κατηγορούμενο Κ.
Α. ως φυσικό αυτουργό: ["Α'"]. Ένοχο τετελεσμένης κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι: Με περισσότερες πράξεις του, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, με σκοπό ν' αποκομίσει παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει του παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, από δε την επανειλημμένη απατηλή συμπεριφορά του επήλθε στην τράπεζα "..." και απειλήθηκε εις βάρος του "Δήμου …" εκ διαθήκης κληρονόμου του θανόντος στις 19.6.2013 Ι.
Δ. ζημία η οποία αντιστοιχεί στο παράνομο περιουσιακό όφελος και υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ. Συγκεκριμένως, στην Αθήνα και στις 5.11.2003 ο πρώτος κατηγορούμενος (Κ.. Α.), εμφανιζόμενος στην τράπεζα "..." "ως Δ. Ι." και χρησιμοποιώντας "το εξ ολοκλήρου πλαστό υπ' αριθμ. … δελτίο αστυνομικής ταυτότητος υπό τα στοιχεία Δ.
Ι. του Κ." παρέστησε ψευδώς ότι ταυτίζεται (δηλ. ότι είναι ένα και το αυτό πρόσωπο) με τον δικαιούχο των τηρουμένων υπό το ονοματεπώνυμο "Δ. Ι." τραπεζικών λογαριασμών με συνέπεια να παραπείσει δύο υπαλλήλους της τράπεζας και να καταβληθούν σ' αυτόν τα ακόλουθα ποσά , ήτοι ειδικώτερον,: i) αυτός στις 5.11.2003 μετέβη στο επί της οδού … αριθ.
… υποκατάστημα της τράπεζας "…", όπου απευθυνόμενος στην ταμία Α. Α. ζήτησε να αναλάβει ποσόν 92.500 ευρώ και επιδεικνύοντας το άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητος παραπλάνησε την ταμία αυτή με αποτέλεσμα η τελευταία να καταβάλλει σ'αυτόν από τον υπ'αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν τούτο των 92.500 ευρώ και δη κατόπιν σχετικού αιτήματος του ως εξής ήτοι, δι' εκδόσεως τραπεζικής επιταγής ποσού 32.500 ευρώ και τραπεζικής επιταγής ποσού 35.000 ευρώ και σε μετρητά ποσού 25.000 ευρώ, και ii) επίσης, στις 5.11.2003, αυτός (ο πρώτος κατηγορούμενος) μετέβη στο έτερο επί της οδού … αριθ.
… υποκατάστημα της τράπεζας ..., όπου απευθυνόμενος στην ταμία Μ. Γ. ζήτησε να αναλάβει το ποσό των 47.000 ευρώ και προσκομίζοντας βιβλιάριο καταθέσεων, προσέτι δε επιδεικνύοντας το άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητος παραπλάνησε την ταμία αυτή με αποτέλεσμα η τελευταία να καταβάλλει σ' αυτόν από τον υπ' αριθμ.
… τραπεζικό λογαριασμό το ποσόν τούτο των 47.000 ευρώ και δη κατόπιν σχετικού αιτήματός του ως εξής ήτοι, δι' εκδόσεως της υπ' αριθμ. … τραπεζικής επιταγής ποσού 35.000 ευρώ και σε μετρητά ποσού 12.000 ευρώ. Από την τοιαύτη επανειλημμένη απατηλή συμπεριφορά του πρώτου κατηγορουμένου (Κ.. Α.) επήλθε στην τράπεζα "…" και απειλήθηκε εις βάρος του "Δήμου …" ζημία η οποία ισούται προς το παράνομο περιουσιακό όφελος και υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ υπολογιζομένη σε (92.500 + 47.000 =) 139.500 ευρώ, και ["Β α'" 1.
Ένοχο κακουργηματικής χρήσεως πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι: Στην Αθήνα και στους κατωτέρω χρόνους έκανε επαναληπτικώς χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικώς με γεγονός το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες από δε τις επανειλημμένες ενέργειές του σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένως, στις 5.11.2003, αυτός (ο πρώτος κατηγορούμενος) χρησιμοποίησε το εξ ολοκλήρου πλαστό "υπ' αριθμ. … δελτίο αστυνομικής ταυτότητος υπό στοιχεία Δ. Ι. του Κ." προκειμένου να προβεί i) στην ανάληψη ποσού 92.500 ευρώ από το επί της οδού … αριθ. … υποκατάστημα της τράπεζας "…" και ii) στην ανάληψη ποσού 47.000 ευρώ από το έτερο επί της οδού … αριθ.
… υποκατάστημα της τράπεζας "…" οι οποίες αναλήψεις αμφότερες επιτεύχθηκαν από αυτόν αυθημερόν. Από τις τοιαύτες επανειλημμένες ενέργειές του, ο πρώτος κατηγορούμενος (Κ.. Α.) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος το οποίο ισούται προς την προξενηθείσα στην τράπεζα "…" και απειληθείσα εις βάρος του "Δήμου …" ζημία και το οποίο υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ υπολογιζόμενο σε (92.500 + 47.000 =) 139.500 ευρώ, και, ["Β β'"] 2.Ένοχο κακουργηματικής χρήσεως πλαστού εγγράφου κατ' εξακολούθηση, ήτοι του ότι:
Στην … … και στην … και στους κατωτέρω χρόνους έκανε χρήση πλαστού εγγράφου με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση του άλλον σχετικώς με γεγονός το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, από, δε, τις επανειλημμένες ενέργειές του σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος το οποίο υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ.
Συγκεκριμένως, i) στο κείμενο στην … Αττικής υποκατάστημα της … (…) αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) χρησιμοποίησε το εξ ολοκλήρου πλαστό "υπ' αριθμ, … δελτίο αστυνομικής ταυτότητος υπό στοιχεία "Δ. Ι. του Κ." προκειμένου να προβεί στις 21.11.2003 στην ανάληψη ποσού 78.200 ευρώ και στις 27.11.2003 στην ανάληψη επίσης ποσού 78.200 ευρώ, οι οποίες όμως αναλήψεις αμφότερες δεν επιτεύχθηκαν από αυτόν καθ' όσον στις 21.11.2003 διαπιστώθηκε από υπάλληλο της τράπεζας ότι ο σχετικός λογαριασμός καταθέσεων ήταν δεσμευμένος και στις 27.11.2003 έγινε αντιληπτή η πραγματική ταυτότητά του (πρώτου κατηγορουμένου) και, ii) στο επί της οδού … αριθ.
… των … υποκατάστημα της τράπεζας "…" αυτός (πρώτος κατηγορούμενος) χρησιμοποίησε το άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητος προκειμένου να προβεί στις 25.11.2003 στην ανάληψη ποσού 40.000 ευρώ και δη κατόπιν αιτήματος του ιδίου ως εξής ήτοι δι' εκδόσεως τραπεζικής επιταγής ποσού 30.000 ευρώ και σε μετρητά ποσού 10.000 ευρώ, η οποία ανάληψη όμως δεν επιτεύχθηκε από αυτόν καθ' όσον υπάλληλος της τράπεζας αντιλαμβανόμενος την πλαστότητα του άνω δελτίου ταυτότητος ματαίωσε την συναλλαγή.
Από τις τοιαύτες επανειλημμένες ενέργειές του, ο πρώτος κατηγορούμενος (Κ.. Α.ς) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος το οποίο ισούται προς την απειληθείσα εις βάρος αμφοτέρων των ειρημένων τραπεζών [... (…), "..."] και εις βάρος του "Δήμου …" ζημία και το οποίο (όφελος) υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ υπολογιζόμενο σε (78.200 + 78.200 + 40.000 =) 196.400 ευρώ".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Σ.
Σ. για την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία (με τον φυγόδικο Σ. Δ.) στην κακουργηματική απάτη, του φυσικού αυτουργού Κ. Α., κατ' εξακολούθηση, με συνολική προκληθείσα ζημία που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ σε βάρος της "...", και αντίστοιχο συνολικό όφελος, και της ηθικής αυτουργίας στην συνέργεια του Α.
Γ. στην- ίδια ως άνω- κακουργηματική απάτη του φυσικού αυτουργού Κ. Α., αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, συμμετέχοντας στην τέλεση αυτού με τους ως άνω δύο συμμετοχικούς ρόλους- δύο μορφές συμμετοχής, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, τις αποδείξεις που το θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 46 παρ. 1α, 47, 98, και 386 παρ.1β' του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και, συνεπώς, δεν στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, προσδιορίζονται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του ως άνω εγκλήματος της κατά συναυτουργία ηθικής αυτουργίας σε κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση του αυτουργού Κ.
Α., και της ηθικής αυτουργίας στην συνέργεια του Α. Γ. στην ίδια κακουργηματική απάτη του αυτουργού Κ. Γ., από την οποία η περιουσιακή ζημία προκλήθηκε σε βάρος της περιουσίας της "...", με αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του αυτουργού, του συνεργού του, και του αναιρεσείοντος και αυτή υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ, παρατίθενται ειδικές σκέψεις και συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση περί της ενοχής του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη, συμμετέχοντας σ'αυτήν με τους αναφερόμενους δύο διαφορετικούς τρόπους, ήτοι ως ηθικός αυτουργός του αυτουργού και ως ηθικός αυτουργός του συνεργού του αυτουργού, παραθέτοντας παράλληλα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τις παραδοχές της αποφάσεως.
Ειδικότερα Α) για την ηθική αυτουργία, κατά συναυτουργία, στην κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση α) υφίστανται σαφείς και επαρκείς παραδοχές περί της τελέσεως αυτής κατά την αντικειμενική και υποκειμενική της υπόσταση από τον φυσικό αυτουργό Κ. Α., πάντα κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, β) διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά της αντικειμενικής υπόστασης της απάτης και δη οι ψευδείς παραστάσεις του Κ.
Α. προς τους τραπεζικούς υπαλλήλους της Τράπεζας "..." με χρήση του πλαστού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας του δικαιούχου των λογαριασμών, ο αιτιώδης σύνδεσμος αφενός μεν μεταξύ της ως άνω συμπεριφοράς του αυτουργού και της προκληθείσας από αυτή στους τραπεζικούς υπαλλήλους πλάνης, αφετέρου δε μεταξύ της πλάνης αυτής και της περιουσιακής διάθεσης, με την ανάληψη από τον αυτουργό Κ.
Α., από τους τηρούμενους στην άνω τράπεζα λογαριασμούς του Ι. Δ., του προσδιοριζόμενου στην απόφαση συνολικού ποσού των 139.500 ευρώ, γ) αιτιολογείται με επάρκεια ο δόλος του αναιρεσείοντος και ο σκοπός αυτού να αποκομίσει ο ίδιος και οι άνω συγκατηγορούμενοί του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη προκληθείσα ζημία της Τράπεζας "...", που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.
Πιο συγκεκριμένα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης, όπως αυτές προκύπτουν από την επιτρεπτή συμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, ότι ο κατηγορούμενος αναιρεσείων, με πειθώ και φορτικότητα και αντί αγνώστου ανταλλάγματος, ήταν αυτός που με συνεχείς προτροπές, συμβουλές, παρακλήσεις του, προκάλεσε την απόφαση και έπεισε τον συγκατηγορούμενό του Κ.
Α. να προβεί στην προαναφερθείσα απάτη ήτοι εμφανιζόμενος στην τράπεζα "..." ως Δ. Ι. και χρησιμοποιώντας το εξ ολοκλήρου πλαστό υπ' αριθμ. … δελτίο αστυνομικής ταυτότητος υπό τα στοιχεία Δ. Ι. του Κ. παρέστησε ψευδώς ότι ταυτίζεται (δηλ. ότι είναι ένα και το αυτό πρόσωπο) με τον δικαιούχο των τηρουμένων υπό το ονοματεπώνυμο Δ.
Ι. τραπεζικών λογαριασμών με συνέπεια να παραπείσει δύο υπαλλήλους της τράπεζας "..." και να καταβληθούν σ' αυτόν τα ακόλουθα ποσά, και ειδικότερα: 1) αυτός (Κ.Α.) στις 5-11-2003 μετέβη στο επί της οδού … αριθ. … υποκατάστημα της τράπεζας "...", όπου απευθυνόμενος στην ταμία Α. Α. ζήτησε να αναλάβει ποσόν 92.500 ευρώ και επιδεικνύοντας το άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητος παραπλάνησε την ταμία αυτή με αποτέλεσμα η τελευταία να του καταβάλλει από τον υπ'αριθμ.
… τραπεζικό λογαριασμό με δικαιούχο τον Ι. Δ., το ποσό των 92.500 ευρώ, και 2)επίσης, στις 5-11-2003, ο ίδιος ως άνω Κ.Α. μετέβη στο έτερο επί της οδού … αριθ. .., υποκατάστημα της τράπεζας "..." όπου απευθυνόμενος στην ταμία Μ. Γ. ζήτησε να αναλάβει το ποσό των 47.000 ευρώ και προσκομίζοντας βιβλιάριο καταθέσεων και επιδεικνύοντας το ως άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας παραπλάνησε την ταμία αυτή με αποτέλεσμα η τελευταία να του καταβάλλει από τον ίδιο ως άνω τραπεζικό λογαριασμό (τον υπ' αριθμ.
…) το ποσό των 47.000 ευρώ, από την τοιαύτη δε επανειλημμένη απατηλή συμπεριφορά του Κ.. Α. επήλθε στην κυρία των αναληφθέντων χρηματικών ποσών, τράπεζα "…", ζημία η οποία, ισούται προς το παράνομο περιουσιακό όφελος, και υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται σε 139.500 ευρώ, το ποσό δε αυτό σκόπευαν οι προαναφερόμενοι να προσπορίσουν στον εαυτό τους με πρόκληση βλάβης της τράπεζας, ενώ πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προκάλεσε στον ως άνω αυτουργό, την απόφαση να εκτελέσει την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της απάτης με βλάβη της άνω τράπεζας και προκληθείσα ζημία σε αυτήν άνω των 120.000 ευρώ.
Επίσης, αιτιολογείται η διάπραξη από τον αυτουργό Κ. Α. των πράξεων αυτών, και επιπλέον αιτιολογείται με επάρκεια ο δόλος του αναιρεσείοντος και ο σκοπός αυτού να αποκομίσει αυτός και οι προαναφερόμενοι συγκατηγορούμενοί του, παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της Τράπεζας "…", και προξενηθείσα σε αυτή ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, και συγκεκριμένα αιτιολογείται με επάρκεια ο υπερχειλής δόλος του αναιρεσείοντος ηθικού αυτουργού, δηλαδή η ηθελημένη πρόκληση της απόφασης για την διάπραξη από τον Κ.
Α. της αντικειμενικής υποστάσεως του άνω εγκλήματος με γνώση, θέληση και αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξης και συνείδηση του αναιρεσείοντος της ως άνω κακουργηματικής απάτης, στην οποία παρακίνησε με την ανωτέρω δράση του τον φυσικό αυτουργό Κ. Α.. Πέρα από αυτά, πρέπει να σημειωθεί ότι, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης έχει προηγηθεί και η παράθεση επί πλέον περιστατικών, με τα οποία εξειδικεύεται, έτι περισσότερο, η συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, η οποία ενίσχυσε την εξαχθείσα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Ότι, δηλαδή, ήταν αυτός που μαζί με το φίλο του φυγόδικο Σ. Δ., εργοδότη του Α. Γ., είχαν πληροφορηθεί από τον Χ. Γ., συντοπίτη τους και αναδεξιμιό του θανόντος Ι. Δ., την ύπαρξη λογαριασμών του τελευταίου στις τράπεζες "…" και "…" με μεγάλα χρηματικά υπόλοιπα, που άγγιζαν το ποσό των 500.000 και 740.000 ευρώ, αντίστοιχα.
Ότι, συγκεκριμένα ο … διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν τετιμημένος του αποβιώσαντος, για να εξεύρει τρόπους να καρπωθεί τα χρήματα των λογαριασμών αυτών, επισκεπτόμενος καταστήματα τραπεζών στην … αναζητώντας πληροφορίες για τον τρόπο που μπορούσε να προβεί σε αναλήψεις, έκανε γνωστή σε ευρύτερο κύκλο προσώπων στην … την ύπαρξη των λογαριασμών αυτών και ότι ο θανών δεν είχε κληρονόμους, και ότι λόγω της ιδιότητας του αναιρεσείοντος, ως Διευθυντή καταστήματος της "…" (κατάστημα … στην …), αυτά περιήλθαν σε γνώση του και έχοντας την καλύτερη πρόσβαση τόσο στις πληροφορίες στους λογαριασμούς τους θανόντος, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιείτο η ανάληψη των χρημάτων από αυτούς, συνέλαβε την ιδέα της ανάληψης χρημάτων από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος Δ.
Ι.. Ότι ο αναιρεσείων, στον οποίο είχε παραδοθεί τα τέλη Αυγούστου 2003 το γνήσιο δελτίο ταυτότητος του αποβιώσαντος, από κοινού με τον Σ. Δ., είχαν σχεδιάσει τον τρόπο με τον οποίο θα έπαιρναν τα χρήματα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε ο θανών στις τράπεζες "…" και "…", και συγκεκριμένα θα εμφάνιζαν ένα άτομο με πλαστή ταυτότητα του αποβιώσαντος και "τα κατασκευασμένα" βιβλιάριά του, για να προβεί σε αναλήψεις χρηματικών ποσών από τους τηρούμενους σε αυτές λογαριασμούς του αποβιώσαντος, και το πρόσωπο που εξηύραν ήταν ο Κ.
Α., τον οποίο με πειθώ και φορτικότητα ["με πλύση εγκεφάλου"] ενέπλεξαν στην επιχείρηση και ο τελευταίος πείσθηκε και έλαβε μέρος σ'αυτήν με αντάλλαγμα να εξοικονομήσει τα χρήματα που χρειαζόταν για να αντιμετωπίσει διάφορα χρέη του, εμφανισθείς ως Ι. Δ. στους υπαλλήλους των τραπεζών και εξαπατώντας τους, ώστε να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτοντας την περιουσία της τράπεζας, το σχέδιο δε αυτό -η επιχείρηση- αναλήψεως χρημάτων από τους λογαριασμούς του αποβιώσαντος οργανώθηκε από τον αναιρεσείοντα που ήταν πρόσωπο που είχε βαθειά γνώση της τραπεζικής τεχνικής από κοινού ενεργώντας με τον Σ.
Δ. και με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το σχέδιό τους, προέβη στις παραπάνω πράξεις απάτης, προκαλώντας ζημία στην τράπεζα "…" συνολικού ποσού 139.500 ευρώ με ισόποσο παράνομο περιουσιακό όφελός τους στο οποίο οι προαναφερόμενοι σκόπευαν και απέβλεπαν με τις άνω πράξεις τους. Περαιτέρω, για την πράξη του αναιρεσείοντος, της ηθικής αυτουργίας στην συνέργεια που παρείχε ο Α.
Γ. στον αυτουργό Κ. Α. στην προπεριγραφείσα κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση υφίστανται σαφείς και επαρκείς παραδοχές και πλήρως αιτιολογείται ο τρόπος και τα μέσα, με τα οποία ο αναιρεσείων κατηγορούμενος προκάλεσε στον ως άνω συνεργό, την απόφαση να εκτελέσει την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε απάτη με βλάβη της άνω τράπεζας και προκληθείσα ζημία σε αυτήν άνω των 120.000 ευρώ, ότι ο αναιρεσείων, με συνεχείς προτροπές, συμβουλές, παρακλήσεις και αντί αγνώστου ανταλλάγματος ήταν αυτός που προκάλεσε την απόφαση και έπεισε τον ως άνω συγκατηγορούμενό του Α.
Γ., τον οποίο είχε γνωρίσει μέσω του φίλου του Σ. Δ., στην μεταφορική εταιρία του οποίου εργαζόταν ο Α. Γ., να παράσχει βοήθεια-συνδρομή στον Κ. Α. για να τελέσει την προαναφερθείσα κακουργηματική απάτη σε βάρος της τράπεζας και συγκεκριμένα να παραδώσει στον Κ. Α. το πλαστό δελτίο ταυτότητας υπό τα στοιχεία του θανόντος Ι.
Δ.υ, το οποίο ο τελευταίος παρέλαβε και με την χρήση του διέπραξε την προπεριγραφεία κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση σε βάρος της τράπεζας, και αιτιολογείται με επάρκεια ο δόλος του αναιρεσείοντος και ο σκοπός αυτού να αποκομίσει αυτός και οι προαναφερόμενοι συγκατηγορούμενοί του, παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη βλάβη της Τράπεζας "…", και επίσης αιτιολογείται με επάρκεια ο δόλος του συνεργού Α.
Γ. που συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό της κακουργηματικής απάτης που προεκτέθηκε και στη βούληση να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό με την προαναφερθείσα δράση του, και ο σκοπός αυτού να αποκομίσει αυτός και οι προαναφερόμενοι συγκατηγορούμενοί του παράνομο περιουσιακό όφελος με αντίστοιχη προκληθείσα ζημία της τράπεζας άνω των 120.000 ευρώ.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος και έκτος λόγοι αναιρέσεως και πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και τέταρτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους προβάλλεται από τον αναιρεσείοντα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων 27, 46 παρ.1, 47, 386 παρ.1 β' του Π.Κ.
και η έλλειψη νόμιμης βάσης, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στον αυτουργό και την πράξη της ηθικής αυτουργίας στο συνεργό του αυτουργού, στην ίδια κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση σε βάρος της τράπεζας είναι αβάσιμοι. Επιπροσθέτως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα έλλειψη ζημίας του ΟΤΑ Δήμου … και αντίστοιχου δικού του δόλου για τη βλάβη της περιουσίας του τελευταίου, δεν ασκεί επιρροή στην κατάφαση της ενοχής του για την ως άνω κακουργηματική απάτη, η οποία, κατά τα προαναφερόμενα τελέστηκε, με τις ψευδείς παραστάσεις του αυτουργού και την εξ αυτών πρόκληση ζημίας στην περιουσία της τράπεζας άνω των 120.000 ευρώ, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, από το άνω σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και των ενσωματωμένων σε αυτή πρακτικών δημοσίας συνεδριάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι, το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα- κατηγορούμενο κρίσης του, εκτίμησε όχι μόνο την απολογία του συγκατηγορουμένου του Κ.
Α. αλλά συνεκτίμησε και όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα ανωμοτί κατάθεση των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας, ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων, και το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε μετά από στάθμιση, ενδελεχή και σε βάθος αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών μέσων, στο σύνολό τους και όχι επιλεκτικά, κάνοντας μάλιστα εκτενή αναφορά σ'αυτά και στα προκύπτοντα εξ αυτών στοιχεία, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα χειρόγραφα σημειώματα που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν επάνω στον Κ.
Α. κατά τη σύλληψή του, στα οποία αναγράφονταν προσωπικά στοιχεία του αναιρεσείοντος, όπως ο αριθμός του κινητού και του σταθερού του τηλεφώνου με την σημείωση "Μ. Σ.", ενώ κάτω από το όνομά του σημειώνονταν τα ποσά των αναλήψεων και τα ποσά που έπρεπε να λάβει ο τελευταίος, τα οποία ήταν πολύ μεγαλύτερα των αναγραφομένων στις άλλες στήλες προς άλλα άγνωστα πρόσωπα, καθώς επίσης (περιλαμβάνονται) και τα βιβλιάρια με χρήση των οποίων έγιναν οι αναλήψεις των χρηματικών ποσών τα οποία ήταν κατασκευασμένα από τον αναιρεσείοντα διότι σε κανένα κατάστημα της "…" δεν διενεργήθηκε συναλλαγή εκδόσεως νέων βιβλιαρίων και μόνον ο αναιρεσείων ως διευθυντής υποκαταστήματος της "…" στην … είχε πρόσβαση σε κενά βιβλιάρια καταθέσεων της ίδιας τράπεζας τα οποία, προφανώς, συμπληρώθηκαν αναλόγως, ο ίδιος δε με την ιδιότητά του αυτή είχε την καλύτερη πρόσβαση τόσο στις πληροφορίες για τους λογαριασμούς του θανόντος όσο και για τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιείτο η ανάληψη των χρημάτων από αυτούς, σύμφωνα με το σχέδιο.
Έτσι, η έκδοση της καταδικαστικής αποφάσεώς του, δεν προσκρούει στην απαγόρευση του άρθρου 211 ΚΠΔ, αφού η μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του Κ. Α., δεν είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο στο οποίο στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου περί της ενοχής του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.Α' και Δ' σχετικός τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο τρίτος πρόσθετος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του, που προβάλει ο αναιρεσείων, για απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο και την έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, που προήλθε από τη λήψη υπόψη της απολογίας του συγκατηγορουμένου του για την κρίση περί της ενοχής του, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358 και 362 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. δ' του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο αυτής, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, θεμελιώνει δε λόγο αναίρεσης της απόφασης, κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του Κ.Ποιν.Δ., όταν το Δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, λάβει υπόψη του έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν κατά την προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος της παρεχόμενης σ' αυτόν από τη διάταξη του άρθρου 358 του Κ.Ποιν.Δ.
δυνατότητας να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Από δε τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σχετικά με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν αναγνώσθηκαν ή δεν είναι βέβαιη η ανάγνωσή τους, κατά την προφορική στο ακροατήριο συζήτηση της υπόθεσης, παραβιάζονται και οι αρχές της δημοσιότητας και της προφορικότητας της διαδικασίας και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία θεμελιώνει και τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του από το όρθρο 358 του ΚΠΔ απορρέοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο (Α.Π.1121/2022, Α.Π.560/2020). Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος μπορεί να υποβάλλει κατ' άρθρο 362 παρ.1 ΚΠΔ αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που προσκομίστηκε κατά τη διάρκεια της απολογίας του, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην αποδεικτική διαδικασία και μέχρι την κήρυξη από τον διευθύνοντα του πέρατος αυτής, κατ' άρθρο 366 ΚΠΔ και το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να το αναγνώσει και να λάβει υπόψη του το έγγραφο αυτό, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και σε αντίθετη περίπτωση, οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου, αιτιολογώντας την απόφασή του και αν αρνηθεί να αποφανθεί ή αν παραλείψει να αποφανθεί, τότε δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως (ΑΠ 1661/2022, ΑΠ 506/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ισχυρίζεται ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, (άρθρο 171 παρ.1 δ' του ΚΠΔ), η οποία θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του, για τον σχηματισμό της περί ενοχής του κρίσης, έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο, συγκεκριμένα δε για την θεμελίωση της ενοχής του, έλαβε υπόψη του ρητά και αξιολόγησε αποδεικτικά έγγραφο που προσκόμισε ο συγκατηγορούμενός του Κ.
Α. και έγινε χρήση κατά την διάρκεια της απολογίας του τελευταίου. Από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της ως άνω προσβαλλομένης απόφασης, τα οποία δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά, ούτε ζητήθηκε η διόρθωσή στους, και, επομένως, αποδεικνύουν όσα έχουν καταχωριστεί σ` αυτά (ΑΠ 506/2021, ΑΠ 301/2020), προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της απολογίας του συγκατηγορουμένου του αναιρεσείοντος Κ.
Α., ο τελευταίος προσκόμισε έγγραφο της οικείας Εφορίας σχετικό με τη διακοπή της δραστηριότητάς του από το έτος 2005, ζητώντας να αναγνωσθεί και το Δικαστήριο, ως όφειλε, το ανέγνωσε, χωρίς να παραβιαστούν τα δικαιώματα του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ούτε του προσκομίσαντος το έγγραφο αυτό συγκατηγορουμένου του, δοθέντος και του ότι πριν την κήρυξη της λήξης της αποδεικτικής διαδικασίας ο Πρόεδρος ρώτησε και τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο και τους συνηγόρους του, αν έχουν ανάγκη διενέργειας συμπληρωματικής εξέτασης ή διασαφήνισης κάποιου αποδεικτικού στοιχείου και έλαβε αρνητική απάντηση, έτσι ώστε, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, αφού ο αναιρεσείων ουδόλως εμποδίστηκε να αναπτύξει τελευταίος, όπως και ανέπτυξε, τα επιχειρήματά του, ούτε δε ζήτησε να υποβάλλει ούτε υπέβαλε οποιοδήποτε σχετικό αίτημα ούτε στερήθηκε των δικαιωμάτων του προς τούτο.
Συνεπώς, με βάση τα προαναφερόμενα, σε συνδυασμό με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο αναιρεσείων δεν στερήθηκε των απορρεόντων από τα άρθρα 358 και 362 του Κ.Ποιν.Δ. υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, αλλά ούτε και εκείνων που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 6 της Ε.Σ.Δ.Α., που κυρώθηκε αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν.δ. 53/1974, που αποτελεί εγχώριο δίκαιο και, κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος, έχει αυξημένη ισχύ έναντι των κοινών νόμων, και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το ν.2462/1997.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο λόγω προσβολής των διατάξεων που αναφέρονται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και παραβίαση των διατάξεων του δικαιώματος ακρόασης του κατηγορούμενου στο ακροατήριο, τον οποίο ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος επιχειρεί να θεμελιώσει στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Α' του Κ.Ποιν.Δ., είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφασή του για την πράξη της ηθικής αυτουργίας- κατά συναυτουργία- στην κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση του αυτουργού Κ. Α., για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, επιμέτρησε την ποινή του τελευταίου εφαρμόζοντας, πλην της διάταξης του άρθρου 386 παρ.1β' Π.Κ.
που ήταν η εφαρμοστέα για την νομοθετική επιμέτρηση της ποινής και ορίζει ως όρια επιβλητέας ποινής από πέντε έως 10 έτη κάθειρξη, και την διάταξη του άρθρου 386 παρ.2 του Π.Κ. που προβλέπει όρια από 10 έως 15 έτη κάθειρξη, η οποία όμως δεν ήταν εφαρμοστέα, πρωτίστως, διότι από την εν λόγω κακουργηματική απάτη, μόνη ζημιωθείσα είναι η τράπεζα "…", ως κυρία των χρημάτων των λογαριασμών που τηρούσε η ίδια στο όνομα του Ι.
Δ., στα πλαίσια της μεταξύ τους συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, και ουδεμία ζημία προκλήθηκε στην περιουσία του Δήμου …, ως δικαιούχου των λογαριασμών αυτών λόγω εκ διαθήκης κληρονομικής διαδοχής του θανόντος, αρχικού δικαιούχου, Δ. Ι., ώστε η απάτη αυτή να στρέφεται άμεσα κατά του Ο.Τ.Α.
Δήμου … και να τυγχάνει εφαρμογής και η διάταξη του άρθρου 386 παρ.2 του Π.Κ. Έτσι το Δικαστήριο της ουσίας εφαρμόζοντας για την νομοθετική επιμέτρηση της ποινής την διάταξη του άρθρου 386 παρ.2 του Π.Κ., που προβλέπει επιβλητέα ποινή κάθειρξης τουλάχιστον δέκα έτη, και συντρεχούσης της αναγνώρισης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α και ε' του Π.Κ.
οπότε η επιβλητέα ποινή είναι κατ' άρθρα 83 περ.β' και 85 παρ.1 Π.Κ. μειωμένη με οριζόμενο όριο ποινής από 1 έτος φυλάκιση έως 8 έτη κάθειρξη, επέβαλε ποινή κάθειρξης πέντε (5) ετών, ενώ η εφαρμοστέα διάταξη είναι του άρθρου 386 παρ.1 εδ. β' του Π.Κ. που προβλέπει επιβλητέα ποινή κάθειρξης έως δέκα έτη, ήτοι όριο ποινής από πέντε έως δέκα έτη, και συντρεχουσών των προαναφερθεισών περιστάσεων και σύμφωνα με την περ.δ' του άρθρου 83 μειωμένη με οριζόμενο όριο ποινής από 1 έτος φυλάκιση έως 6 έτη κάθειρξη και με εφαρμογή της παρ.1 του άρθρου 85 Π.Κ.
από έξι μήνες έως 6 έτη, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε για την νομοθετική επιμέτρηση της ποινής την διάταξη του άρθρου 386 παρ.2 του Π.Κ, ενώ εφαρμοστέα είναι μόνο η διάταξη της παρ.1β' του ίδιου άρθρου. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για έλεγχο εφαρμογής των υπό του νόμου τασσομένων ορίων για την επιμέτρηση και επιβολή της ποινής και όχι για αναιρετικό έλεγχο του ύψους της ενδεικνυόμενης ποινής εντός των υπό του νόμου τασσομένων ορίων που ανήκει στην ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του Κ.Π.Δ. έβδομος λόγος αναίρεσης και πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τους οποίους, κατ' εκτίμηση, προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τις διατάξεις της περί επιμέτρησης και επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας, κατά συναυτουργία, στην κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση, με προκληθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο στο Δικαστήριο της ουσίας για νέα επιμέτρηση και επιβολή ποινής για την άνω πράξη, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα κατωτέρω και στο διατακτικό.
Επίσης, επειδή, κατά τα ανωτέρω και σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, ο αναιρεσείων συμμετείχε στην πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση του φυσικού αυτουργού Κ. Α. με δύο διαφορετικούς τρόπους, και συγκεκριμένα ως ηθικός αυτουργός του φυσικού αυτουργού Κ.
Α. και ως ηθικός αυτουργός του συνεργού Α. Γ., δηλαδή ως συνεργός του αυτουργού, στην ίδια ως άνω απάτη του φυσικού αυτουργού Κ. Α., πρέπει, σύμφωνα με τις σκέψεις που εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ο αναιρεσείων να τιμωρηθεί μόνο για τη βαρύτερη μορφή συμμετοχής του στην ως άνω κύρια πράξη και εν προκειμένω πρέπει να τιμωρηθεί μόνο για την ηθική αυτουργία στην κακουργηματική απάτη του αυτουργού, Κ.
Α., που είναι η βαρύτερη μορφή συμμετοχής του σ'αυτήν, σε σχέση με την ηθική αυτουργία στον συνεργό του αυτουργού δηλαδή την συνέργεια στον αυτουργό στην τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο προέβη σε επιμέτρηση και επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή (κάθειρξη πέντε ετών) και για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη συνέργεια του Α.
Γ. στον αυτουργό Κ. Α. στην τέλεση της ίδιας κύριας πράξης της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 46 παρ.1, 47 και 94 Π.Κ. και κατ' αυτόν τον τρόπο υπέπεσε στην πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.
Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. πέμπτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω πλημμέλεια είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς την διάταξή της περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη συνέργεια του Α.
Γ. που παρείχε στον φυσικό αυτουργό Κ. Α. στην πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση με προκληθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ και να απαλειφθεί η διάταξη αυτή, μη συντρεχούσης περίπτωσης παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας ελλείψει αντικειμένου προς έρευνα. Ακόμη, με βάση τις παραπάνω εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας, για την καταδικαστική του για τον αναιρεσείοντα κρίση, για την πράξη της συνέργειας στην κακουργηματική χρήση πλαστού κατ' εξακολούθηση του αυτουργού Κ.
Α., στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από την επιβαλλόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι αντιφατική. Ειδικότερα, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης και πλέον συγκεκριμένα στις σελίδες 162 και 168 αυτής, αρχικά γίνεται δεκτό, ότι ο αυτουργός Κ.
Α. προμηθεύτηκε το πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας από άτομο που του συστήθηκε ως Μ. Σ. που διαμένει σε χωριό της … ηλικίας 35 ετών περίπου (σελ.162 προσβαλλομένης) που στην πραγματικότητα ήταν ο Α. Γ. (σελ.168 προσβαλλομένης) και ότι με τη χρήση του πλαστού αυτού δελτίου αστυνομικής ταυτότητας και εμφανιζόμενος με τα στοιχεία του θανόντος Ι.
Δ., ο Κ. Α. στις 5-11-2003 μετέβη στο υποκατάστημα της Τράπεζας "…" επί της οδού … όπου παραπλανώντας την αρμόδια υπάλληλο ότι είναι ο Ι. Δ. δικαιούχος του λογαριασμού ανέλαβε το ποσό των 92.000 ευρώ και στο υποκατάστημα της "…" επί της οδού … όπου παραπλανώντας με τον ίδιο τρόπο την αρμόδια υπάλληλο ανέλαβε το ποσό των 57.000 ευρώ, από τους λογαριασμούς του θανόντος που τηρούνταν στην εν λόγω τράπεζα και στο υποκατάστημα της "…" επί της οδού Ε..Β.
και Α. στις 25-11-2003 όπου ζήτησε την ανάληψη του ποσού των 40.000 ευρώ από λογαριασμό του θανόντος χωρίς να ολοκληρώσει τη συναλλαγή αυτή διότι ο τραπεζικός υπάλληλος διαπίστωσε ότι η ταυτότητά του ήταν πλαστή, και στο υποκατάστημα της Τράπεζας "…" στην … στις 21-11-2003 και στις 27-11-2003, όπου ζήτησε την ανάληψη του ποσού των 40.000 ευρώ, χωρίς να ολοκληρώσει τη συναλλαγή γιατί συνελήφθη, (σελ.162 προσβαλλομένης), με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του και στον αναιρεσείοντα περιουσιακό όφελος το οποίο ισούται με την προξενηθείσα και απειληθείσα ζημία στην Τράπεζα "…" και στην …, στη συνέχεια δέχεται ότι ο αναιρεσείων κατείχε το γνήσιο δελτίο ταυτότητας του θανόντος (σελ.163 προσβαλλομένης), και ότι ο αναιρεσείων μαζί με τον Α.
Γ. προμήθευσε το πλαστό δελτίο ταυτότητας υπό τα στοιχεία Ι. Δ. στον Κ. Α., ακολούθως δε στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης όλως αντιφατικά, σε σχέση με τις προαναφερθείσες παραδοχές, τον καταδικάζει για συνέργεια (κατά μόνας) στην κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου από τον αυτουργό Κ. Α., με την παραδοχή ότι αυτός παρέδωσε το ως άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητας υπό τα στοιχεία Ι.
Δ. στον Κ.Α., ο οποίος το παρέλαβε και διέπραξε την κακουργηματική χρήση πλαστού, όπως περιγράφηκε. Έτσι όμως υφίσταται αντίφαση αναφορικά με το πρόσωπο που παρέδωσε το άνω πλαστό δελτίο ταυτότητας στον αυτουργό Κ. Α., και από τις αντιφατικές αυτές παραδοχές, καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής, των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 47 και 216 παρ.2, 3β' του ΠΚ, οι οποίες έτσι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, με αποτέλεσμα η προσβαλλόμενη απόφαση να στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Επομένως, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα σχετικός τρίτος πρόσθετος, κατά το πρώτο του σκέλος, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η ανωτέρω έλλειψη ειδικής αιτιολογίας με την μορφή αντιφατικών αιτιολογιών, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, είναι βάσιμος και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί ως προς τον αναιρεσείοντα για την πράξη της συνέργειας σε κακουργηματική χρήση πλαστού κατ'εξακολούθηση, κατά τις διατάξεις της που αφορούν την καταδίκη και την επιβολή ποινής σε αυτόν για την άνω πράξη, ενώ, μετά ταύτα, παρέλκει, ως αλυσιτελής, η έρευνα του δεύτερου πρόσθετου λόγου αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια σχετική με την επιμέτρηση της ποινής για την άνω πράξη.
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για κακουργήματα, είναι δεκαπενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των πέντε ετών για τα κακουργήματα.
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδ. β', 370 εδ. β' και 511 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠοινΔ (Ολ.ΑΠ 7/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προαναφερόμενη πράξη της συνέργειας στην κακουργηματική χρήση πλαστού, κατ' εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους άνω των 120.000 ευρώ με επελθούσα ή απειλούμενη ζημία στην περιουσία των τραπεζών "…" και "…", για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τιμωρείται, όπως προκύπτει από τις νομικές διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, σε βαθμό κακουργήματος (άρθρ.216 παρ.2-3 Π.Κ.), επισημειώνοντας ότι δεν συντρέχει η εικοσαετής παραγραφή της παρ.4 του άρθρου 216 Π.Κ. (χωρίς συνυπολογισμό του χρόνου αναστολής κατ' αρθρ.113 παρ.1, 2 Π.Κ.) ως μη στρεφομένη η πράξη άμεσα κατά Ν.Π.Δ.Δ.
ή Ο.Τ.Α. αφού η άνω χρήση πλαστού δεν επιφέρει ούτε απειλεί ζημία στην περιουσία του Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης Δήμου … ως δικαιούχου των τραπεζικών λογαριασμών, ως εκ διαθήκης κληρονόμου του θανόντος, αρχικού δικαιούχου τούτων, Ι. Δ., διότι από την άνω πράξη επέρχεται και απειλείται ζημία μόνον στις τράπεζες "…" και "…", ως κυρίες των χρημάτων που είχαν κατατεθεί σε αυτές, στα πλαίσια συμβάσεως ανώμαλης παρακαταθήκης που είχαν συνάψει με τον Ι.
Δ., σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε.
Συνεπώς, από το χρόνο που φέρεται ότι τελέσθηκε (από Ιούλιο … έως και Νοέμβριο …) η άνω πράξη της συνέργειας στην κακουργηματική χρήση πλαστού, κατ' εξακολούθηση, και μετά την έκδοση της προσβαλλομένης απόφασης, και μέχρι σήμερα παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, με συνέπεια, συνυπολογίζοντας και τον χρόνο αναστολής κατ' αρθρ.113 παρ.1, 2 Π.Κ., τη συμπλήρωση του προβλεπομένου από τις διατάξεις του άρθρου 111 παρ.2 χρόνου παραγραφής και, επομένως, εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο αυτής, σύμφωνα και με όσα προεκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Μετά ταύτα, εφόσον η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής περιέχουν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κρίθηκε και βάσιμος, πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος Σ. Σ., για την ως άνω κακουργηματική πράξη της συνέργειας σε χρήση πλαστού κατ' εξακολούθηση, λόγω παραγραφής (άρθρ.518 παρ.1 Κ.Π.Δ.).
Επομένως, κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει, να αναιρεθεί εν μέρει, ως προς τον αναιρεσείοντα η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη α) κατά τις διατάξεις της για επιμέτρηση και επιβολή ποινής σ' αυτόν για την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία στην κακουργηματική απάτη κατ' εξακολούθηση του φυσικού αυτουργού Κ.
Α., και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο (επιμέτρηση και επιβολή ποινής) για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), β) κατά τις διατάξεις της επιμέτρησης και επιβολής ποινής σ'αυτόν για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη συνέργεια του Α.
Γ. στην κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση του φυσικού αυτουργού Κ. Α., χωρίς όμως να συντρέχει περίπτωση παραπομπής στο Δικαστήριο της ουσίας κατά τούτο, ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, κατά τα ανωτέρω, γ) για τις διατάξεις της καταδίκης και επιβολής ποινής σ'αυτόν για την πράξη της συνέργειας σε κακουργηματική χρήση πλαστού με σκοπούμενο συνολικό όφελος και σκοπούμενη αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ κατ' εξακολούθηση και να παύσει οριστικά η κατ' αυτού ποινική δίωξη για την πράξη αυτή, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και δ) αναγκαίως δε και ως προς τις διατάξεις της επιβολής συνολικής ποινής, μη συντρέχουσας όμως περίπτωσης παραπομπής κατά τούτο στο Δικαστήριο της ουσίας ελλείψει αντικειμένου περαιτέρω έρευνας, μετά τα προεκτεθέντα.
Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 εδ. α' του ΚΠΔ, "Άν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ' αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και βλάπτουν τους υπόλοιπους κατηγορουμένους".
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμετόχους, γενικές δε προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου αυτού είναι : α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούτο να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικά στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νομίμου προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσεως του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνο για αντικειμενικούς λόγους που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.
Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κυρίους ή προσθέτους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατά τα ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης του αναιρεσείοντος Σ. Σ. για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης για την επιμέτρηση της ποινής για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στην κακουργηματική απάτη (άρθρ.386 παρ.1 εδ.β' του Π.Κ.), δεν αφορούν αποκλειστικά στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, αλλά αφορούν και στο πρόσωπο των συγκατηγορουμένων του, συμμετόχων στην ίδια κύρια πράξη της κακουργηματικής απάτης, Κ.
Α. και Α. Γ., οι οποίοι καταδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ο μεν Κ. Α. ως αυτουργός ο δε Α. Γ. ως συνεργός, στην ως άνω πράξη της κακουργηματικής απάτης και δεν έχουν ασκήσει αίτηση αναίρεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, το ως άνω ευεργετικό αποτέλεσμα της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, για την επιμέτρηση και επιβολή ποινής για την πράξη της κακουργηματικής απάτης, πρέπει να επεκταθεί, σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο, και στους ωφελούμενους συγκατηγορούμενους και συγκαταδικασθέντες Κ.
Α. και Α. Γ.. Ενόψει όλων των ανωτέρω πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να γίνει εν μέρει δεκτή, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε, και δη να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το σκέλος που αφορά τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο Σ. Σ., μόνο κατά το ανωτέρω μέρος, και να επεκταθεί το επωφελές ως άνω αποτέλεσμα της κρινόμενης αναιρέσεως του ως άνω κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος (για επιμέτρηση και επιβολή ποινής για την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ' εξακολούθηση), κατ' άρθρο 469 ΠΚ και στους μη ασκήσαντες αίτηση αναίρεσης, συμμετόχους (αυτουργό και συνεργό) κατά τα ανωτέρω, συγκατηγορουμένους του και συγκαταδικασθέντες με την προσβαλλομένη απόφαση Κ.
Α. και Α. Γ., ως αυτουργό και συνεργό, αντίστοιχα, στην άνω κακουργηματική απάτη. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ), και να απορριφθεί, κατά τα λοιπά, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι επ'αυτής λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ως προς τον αναιρεσείοντα εν μέρει την με αριθ. 598, 844/2021 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και δη α) κατά τις διατάξεις της για επιμέτρηση και επιβολή ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας κατά συναυτουργία στην κακουργηματική απάτη με προξενηθείσα ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ κατ'εξακολούθηση του φυσικού αυτουργού Κ. Α., β) κατά τις διατάξεις της επιμέτρησης και επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη συνέργεια του Α. Γ. στην κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση του φυσικού αυτουργού Κ. Α., γ) κατά τις διατάξεις καταδίκης και επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα για την πράξη της συνέργειας σε κακουργηματική χρήση πλαστού με σκοπούμενο συνολικό όφελος και σκοπούμενη αντίστοιχη ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ κατ'εξακολούθηση, καθώς και ως προς τη διάταξη περί επιβολής συνολικής ποινής. Απαλείφει τις διατάξεις της επιμέτρησης και επιβολής ποινής στον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα για την πράξη της ηθικής αυτουργίας στη συνέργεια του Α. Γ. στην κακουργηματική απάτη κατ'εξακολούθηση του φυσικού αυτουργού Κ. Α..
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Σ. Σ. για την πράξη της συνέργειας στην κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου κατ'εξακολούθηση του φυσικού αυτουργού και συγκεκριμένα του ότι: αυτός, κατά το από μηνός Ιουλίου 2003 έως και τον μήνα Νοέμβριο 2003 χρονικό διάστημα, εκ προθέσεως παρέσχε συνδρομή στον πρώτο κατηγορούμενο Κ.
Α. και συγκεκριμένως παρέδωσε το εξ ολοκλήρου πλαστό "υπ' αριθμ. … δελτίο αστυνομικής ταυτότητος υπό τα στοιχεία Δ. Ι. του Κ." σ' αυτόν (Κ.. Α. ) ο οποίος παρέλαβε τούτο και διέπραξε κατ' εξακολούθηση την περιγραφείσα στο σκεπτικό "υπό τα στοιχεία Βα' και Ββ'" κακουργηματική χρήση πλαστού εγγράφου, η οποία συνίσταται στο ότι αυτός (Κ..
Α.) χρησιμοποίησε το άνω πλαστό δελτίο αστυνομικής ταυτότητος : i) στο επί της οδού … αριθ. … των … υποκατάστημα της τράπεζας "…" όπου στις 5.11.2003 ανέλαβε ποσόν 92.500 ευρώ από τον υπ' αριθμ. … τραπεζικό λογαριασμό, ii) στο έτερο επί της οδού … αριθ. … των … υποκατάστημα της "…" όπου επίσης στις 5.11.2003 ανέλαβε ποσόν 47.000 ευρώ από τον υπ' αριθμ, … τραπεζικό λογαριασμό, iii) στο κείμενο στην … υποκατάστημα της … όπου προέβη σε δύο ανεπιτυχείς αναλήψεις, ήτοι, στις 21.11.2003 του ποσού των 78.200 ευρώ και στις 27.11.2003 επίσης του ποσού των 78.200 ευρώ και iv)στο επί της οδού … αριθ.
… των … υποκατάστημα της τράπεζας "…" όπου στις 25.11.2003 επίσης προέβη στην ανεπιτυχή ανάληψη του ποσού των 40.000 ευρώ. Από την προσφορά της τοιαύτης συνδρομής του, ο τρίτος κατηγορούμενος (Σ. Σ.) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και στον πρώτο κατηγορούμενο (Κ.. Α.) περιουσιακό όφελος το οποίο ισούται προς την προξενηθείσα στην τράπεζα "…" και απειληθείσα εις βάρος επίσης της τράπεζας αυτής, της τράπεζας "... (…)" και του "Δήμου …" ζημία και το οποίο (όφελος) υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ υπολογιζόμενο σε (92.500+47.000 + 78.200+78.200+ 40.000 =) 335.900 ευρώ.
Επεκτείνει το αναιρετικό, ως άνω αποτέλεσμα για επιμέτρηση και επιβολή ποινής για την πράξη της κακουργηματικής απάτης με προξενηθείσα ζημία άνω των 120.000 ευρώ, κατ' εξακολούθηση και στους συγκαταδικασθέντες συγκατηγορούμενους συμμετόχους, Κ. Α. και Α. Γ., αυτουργό και συνεργό, αντίστοιχα, στην εν λόγω πράξη.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της για επιμέτρηση και επιβολή ποινής αναφορικά με την πράξη της κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 6-10-2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 16-9-2023 πρόσθετους επ'αυτής λόγους, του Σ. Σ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ'αριθ.598, 844/2021 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Μαΐου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ