Legislator Case Law & Legislation
585/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment ruling the lawsuit legally unfounded.

Case Number 585/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece annulled the final first-instance judgment and retained jurisdiction to rule on the merits. The Court found the original lawsuit legally unfounded and the first-instance decision erroneous. Consequently, the Court dismissed the appeal and ordered the plaintiffs to bear the costs of the appeal proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 § 2 and 580 § 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may retain jurisdiction and decide the case itself when no further factual examination is needed after annulling a judgment, provided the lower court is bound by the annulment's legal findings.

Keywords

AI generated
annulment of judgment retention of jurisdiction legally unfounded costs of appeal final decision civil procedure binding precedent

Cited Legislation

AI generated
Article 576 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 226 § 4, items c and d of the Code of Civil Procedure
Article 575 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3, items a and b of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 4 of the Code of Civil Procedure
Article 559, numbers 1, 2, 3, 6-17, 19 and 20 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 585 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 585/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Σπυριδούλα Ραυτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.. Έχουν κατατεθεί προτάσεις από 11/11/2020.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Μ. Κ. του Α., κατοίκου ..., 3) Π. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 4) Δ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 5) Γ. Π. του Α., κατοίκου ..., 6)Ε. Χ. του Ε., κατοίκου ... και 7)Γ. Κ. του Α., κατοίκου .... Οι 2η, 3η, 4ος, 5η και 7η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βασίλειο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, ενώ οι λοιποί (1ος και 6η) δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-03-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 2856/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 19-11-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Εξάλλου, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Προϋπόθεση όμως για να ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων η αναβολή της συζήτησης της αναίρεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ώστε να μη χρειάζεται νέα κλήση των διαδίκων, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η έλλειψη ή ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η από το πινάκιο αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο για τη νέα, μετ' αναβολή, δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου διαδίκου για τη νέα δικάσιμο (ΑΠ 499/2018, ΑΠ 720/2017, ΑΠ 592/2017). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση από το αναιρεσείον υπ' αριθμ. 10835/5-3-2020 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών Μ.

Ν. προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τις 15-12-2020, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε με κοινό αίτημα των αναιρεσιβλήτων για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους 1ο και 6η των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα στον παραστάντα στην πρωτοβάθμια δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών Παναγιώτη Καμπίτη (άρθ. 143 § 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το Ν. 4335/2015).

Κατά συνέπεια, εφόσον, οι αναιρεσίβλητοι αυτοί (1ος & 6η) κλητεύθηκαν αλλά και παραστάθηκαν (χωρίς εναντίωση στην κλήτευση και μάλιστα μαζί με τους υπόλοιπους αναιρεσίβλητους ζήτησαν αναβολή) κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων και σύμφωνα με τα πρακτικά, κατά την παρούσα συζήτηση, αυτοί (1ος & 6η) δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ (που ισχύει και στον Άρειο Πάγο κατ' άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη από 19-11-2019 και με αριθ. κατάθεσης 102254/151/21-11-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 2856/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εκδικάστηκε σε πρώτο βαθμό και έγινε δεκτή η από 12-3-2009 αγωγή των εναγόντων ήδη αναιρεσιβλήτων, κατά του εναγομένου ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους ορισμένου χρόνου με το αναιρεσίβλητο αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων αυτών και να υποχρεωθεί το αναιρεσείον ν' απασχολεί τους αναιρεσίβλητους στις θέσεις που κατείχαν πριν την καταγγελία, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επ' απειλή χρηματικής ποινής.

Κατά της απόφασης αυτής δεν ασκήθηκε το ένδικο μέσο της εφέσεως.

Σύμφωνα με το άρθρο 577 ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης (§ 1). Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (§ 2). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το εμπρόθεσμο της ασκηθείσας αναίρεσης αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, τη συνδρομή της οποίας εξετάζει ο Άρειος Πάγος και αυτεπαγγέλτως, με βάση τα υποβληθέντα αποδεικτικά έγγραφα στοιχεία της δικογραφίας (ΑΠ 817/2020).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 321 του ίδιου κώδικα "όσες οριστικές αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι έφεση και αναίρεση ως ένδικα μέσα ασκούνται διαδοχικώς υπό την έννοια ότι η αναίρεση ως έκτακτο ένδικο μέσο προϋποθέτει την εξάντληση των τακτικών ενδίκων μέσων της εφέσεως και της ανακοπής ερημοδικίας, για να προσβληθεί δε με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (πολιτικού), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη.

Η πρωτόδικη απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται τελεσίδικη για κάποια αιτία που έχει επέλθει π.χ. διότι έχει παρέλθει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από την έφεση που επρόκειτο να γίνει ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της γενόμενης έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της.

Ο διάδικος, έτσι, δεν υποχρεούται να διέλθει η υπόθεσή του και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αλλά μπορεί να προσβάλλει απευθείας με αναίρεση την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόλις αυτή καταστεί τελεσίδικη, κατά τους άνω τρόπους (ΟλομΑΠ 1113/1986, ΑΠ 817/2020, ΑΠ 878/2017). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος επέφερε ριζικές αλλαγές στον ΚΠολΔ, τροποποιήθηκαν πολλές διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495-590), που αφορούν τα ένδικα μέσα και τις ανακοπές, μεταξύ των οποίων:

Το άρθρο 518 § 2, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι δύο έτη, που αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της όριζε ότι "αν δεν επιδοθεί η απόφαση, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη".

Και το άρθρο 564 § 3, στο οποίο ορίσθηκε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη". Η ίδια διάταξη, πριν την τροποποίησή της, όριζε ότι "αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη".

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 ένατο § 2 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "μεταβατικές και άλλες διατάξεις" περιλήφθηκε μεταβατική διάταξη, σύμφωνα με την οποία "οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από τις 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές", ενώ στην § 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "κατά τα λοιπά, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά σε επιμέρους διατάξεις, η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από 1-1-2016".

Με την φραστική διατύπωση της ανωτέρω μεταβατικής διάταξης ανέκυψαν ζητήματα διαχρονικού δικαίου στο δίκαιο της έφεσης και της αναίρεσης, καθώς ο νομοθέτης δεν διακρίνει μεταξύ των διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία άσκησης και συζήτησης των ενδίκων αυτών μέσων από εκείνες που αναφέρονται στο παραδεκτό και στη προθεσμία άσκησης αυτών, με συνέπεια, κατά γραμματική ερμηνεία, να μπορεί να υποστηριχθεί ότι η διάταξη καταλαμβάνει όλες τις εφέσεις και αναιρέσεις που κατατίθενται από 1-1-2016, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το θέμα ήχθη ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου (ΟλομΑΠ 10/2018), κατά την κρατήσασα άποψη της οποίας, ως προς τις δημοσιευόμενες πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 αποφάσεις, που είχαν εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και δεν είχαν επιδοθεί και καταστεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες, εξακολουθεί να ισχύει η τριετής καταχρηστική προθεσμία προσβολής τους με έφεση ή αναίρεση, κατ' επίκληση της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής που αποτυπώνεται στο άρθρο 24 § 1 ΕισΝΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο "το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το παραδεκτό των προβαλλομένων λόγων και ο χρόνος της άσκησης κρίνονται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση".

Η θέση αυτή της πλειοψηφίας εδραιώνεται με τη μεταγενέστερη νομολογία (ΑΠ 111/2019, 80/2020, 817/2020, 460/2022). Σημειώνεται ότι η παρ. 2 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ που αναφέρεται ειδικά στις καταχρηστικές προθεσμίες και ορίζει ότι οι διατάξεις των άρθρων 518 παρ.2, 564 παρ.2 και 564 παρ.3 εφαρμόζονται και στις αποφάσεις που εκδόθηκαν πριν από την εισαγωγή του και ότι οι προθεσμίες που καθορίζουν από τις διατάξεις αυτές αρχίζουν από την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου, θεσπίσθηκαν ενόψει της εισαγωγής της ρύθμισης περί καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση των ενδίκων μέσων της έφεσης και της αναίρεσης το πρώτον με τον ΚΠολΔ σε αντίθεση με το προηγούμενο καθεστώς της ΠολΔ/1835, όπου δεν προβλέπονταν καταχρηστικές προθεσμίες για την άσκηση του ένδικου μέσου της έφεσης ή της αναίρεσης, με συνέπεια, αν παραλειπόταν η επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαίωμα για την άσκηση έφεσης ή αναίρεσης να υπέκειτο στη συνήθη παραγραφή του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 756 και 520 της ΠολΔ/1835).

Κατ' αποτέλεσμα, η ρύθμιση του άρθρου 24 παρ. 2 του ΕισΝΚΠολΔ απέβλεψε στο να θεραπεύσει τα πρακτικής φύσεως θέματα τα οποία αναμενόταν ότι θα ανακύψουν από την εισαγωγή των νέων καταχρηστικών προθεσμιών του ΚΠολΔ, με τις οποίες επερχόταν σημαντική σύντμηση της προθεσμίας άσκησης των ενδίκων αυτών μέσων.

Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η αντιδιαστολή μεταξύ των δύο παραγράφων του άρθρου 24 αναδεικνύει μια ουσιώδη διαφορά στη λειτουργία τους. Η παρ. 1 αποτυπώνει μια ευρύτερη διαχρονικού δικαίου αρχή, σύμφωνα με την οποία τόσο το παραδεκτό των ενδίκων μέσων όσο και το επιτρεπτό των προβαλλόμενων με αυτά λόγων κρίνονται δυνάμει του νόμου που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Αντίθετα, η παρ. 2 του άρθρου 24 του ΕισΝΚΠολΔ κατέτεινε στη θεραπεία μιας συγκεκριμένης πρακτικής αναγκαιότητας, που ήγειρε η θέσπιση το πρώτον καταχρηστικών προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων κατά τον ΚΠολΔ, με συνέπεια να μην αποδίδει γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικαίου (πρβλ ΟλΑΠ 10/2018) και ως εκ τούτου να μην ευρίσκει εν προκειμένω έδαφος εφαρμογής.

Κατ' ακολουθίαν, εφ' όσον πρόκειται για απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η οποία εκδόθηκε (δημοσιεύτηκε), αντιμωλία των διαδίκων, πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015 (δηλ. πριν την 1-1-2016), αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της εφέσεως σύμφωνα με το άρθρο 518 § 2 ΚΠολΔ όπως ίσχυε τότε, είναι τρία χρόνια, που αρχίζουν από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, τελειώνει δε η προθεσμία αυτή όταν παρέλθουν τα τρία χρόνια, οπότε η απόφαση, εφ' όσον δεν υπόκειται πλέον σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και τότε παραδεκτά προσβάλλεται με αναίρεση.

Η προθεσμία, εξάλλου, της αναιρέσεως, που ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της εφέσεως, δηλαδή αρχίζει αυτή αφού περάσει η προθεσμία της εφέσεως, στην ίδια περίπτωση που δεν επιδόθηκε η πρωτόδικη απόφαση, είναι, κατά το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ όπως ίσχυε τότε (δηλ. πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4335/2015), τρία χρόνια και αρχίζει, όπως ορίζει το άρθρο αυτό, από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη, δηλαδή είναι συνολικά έξι (6) χρόνια, τρία για να περάσει η προθεσμία της εφέσεως και να γίνει τελεσίδικη η απόφαση και άλλα τρία χρόνια από την ημέρα που η απόφαση έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στα χρόνια αυτά αναίρεση και συνολικά έξη χρόνια (ΑΠ 460/2022, ΑΠ 817/2020).

Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και η έναρξή της, σε αντίθεση με την προθεσμία της § 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συμπληρώνεται δε με την πάροδο τριών ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της § 1 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 363/2021, ΑΠ 1181/2019).

Ακόμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 § 1 και 144 § 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.

Εξάλλου, η προθεσμία εφέσεως και αναιρέσεως είναι κοινή και για το Δημόσιο. Αυτό ισχύει για τη γνήσια προθεσμία των 30 ημερών (ΑΠ 1983/2009), όπως και για την καταχρηστική προθεσμία (ΑΠ 554/2007). Δεν προβλέπεται, δηλαδή, για το Δημόσιο, μακρότερη προθεσμία με αφετήριο γεγονός την επίδοση ή τη δημοσίευση της απόφασης.

Απλώς με βάση το κ.δ. της 26-6/10-7-1944 'Περί δικών του Δημοσίου', η προθεσμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριάντα ημερών (ΑΠ 1331/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, που προσκομίζουν με επίκληση οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η αναιρεσιβαλλόμενη (πρωτόδικη) απόφαση δημοσιεύθηκε στις 15-9-2014.

Κατ' αυτής, μη υποκείμενη σε ανακοπή ερημοδικίας ως αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, δεν ασκήθηκε έφεση, παρελθούσης της τριετίας από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης στις 15-9-2017, χωρίς να επιδοθεί (συνομολογείται) και έτσι κατέστη τελεσίδικη, υποκείμενη, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, εφεξής, στην τριετή καταχρηστική προθεσμία της αναίρεσης, που λήγει στις 15-9-2020.

Πριν παρέλθει η τριετής αυτή προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης, επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο για πρώτη φορά από τους αναιρεσίβλητους στις 5-11-2019 (συνομολογείται, αλλά προκύπτει και από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο σώμα της προσβαλλόμενης απόφασης που προσκομίζει το αναιρεσείον), ασκήθηκε δε η υπό κρίση αναίρεση με την κατάθεση της αίτησης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (ΚΠολΔ 495), εντός της τασσόμενης με το άρθρο 564 § 1 ΚΠολΔ 30ήμερης προθεσμίας στις 21-11-2019.

Επομένως, η αίτηση ασκείται παραδεκτά (ΚΠολΔ 577 § 1), κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτομένου ως απαραδέκτου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων, τον οποίο προβάλλουν με το από 1-11-2021 υπόμνημά τους, καθότι δεν κατέθεσαν προς τούτο προτάσεις εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 570 § 1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας, συνήθως οσάκις (η εργασία) καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη, ο δε εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη.

Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 § 1 ΑΚ, παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, ο χαρακτηρισμός της σύμβασης ή σχέσης εργασίας, ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 § 3 και 87 § 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και εφόσον στην συνέχεια προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ακριβή (ορθό) νομικό χαρακτηρισμό στην σύμβαση, κρίση η οποία στην συνέχεια ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΕΔ 3/2001, ΟλομΑΠ 13/2017, ΟλομΑΠ 7 & 8/2011, ΟλομΑΠ 6/2001).

Η δυνατότητα του ορθού χαρακτηρισμού, από το δικαστήριο της έννομης σχέσης, ως σύμβασης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του δημόσιου (και του ευρύτερου δημόσιου) τομέα (ΟλομΑΠ 18/2006 και 19/2007). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 §§ 1 & 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον" (§1). "Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου (§3)".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης (ΟλομΑΠ 7/2011).

Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 § 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος, προκειμένου η καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου να δύναται να χαρακτηριστεί ορθά από το δικαστήριο ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι η μακρόχρονη διάρκεια αυτής, ώστε να δικαιολογείται ότι ο υπάλληλος καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησης του εργοδότη και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες αυτού και ότι η ορισμένη διάρκεια της σύμβασης είναι αδικαιολόγητη και τέθηκε προς καταστρατήγηση του νόμου.

Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει, λόγω του μικρού χρόνου απασχόλησης, επί συμβάσεως εργασίας που ο συμφωνημένος (ορισμένος) χρόνος αυτής δεν υπερβαίνει τους οκτώ μήνες και δεν ανανεώνεται (πρβλ. άρθ. 21 §§ 1, 2 & 3 Ν. 2190/1994, 65 §§ 1, 2 & 3 Π.Δ/τος 410/1988). Επί διαδοχικώς δε καταρτιζομένων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει αυτές να καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου και υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και να διακρίνονται από συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ τους, δηλαδή, να μη μεσολαβούν πολύμηνα συνήθως χρονικά διαστήματα μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της ισχύος της αμέσως επόμενης (ΑΠ 1269/2018, ΑΠ 788/2017, ΑΠ 1425/2015, ΑΠ 244/2015, ΑΠ 696/2013, ΑΠ 79/2013, ΑΠ 1032/2012).

Τοιαύτη περίπτωση συνοχής και χρονικής ενότητας δεν συντρέχει κατά νόμο όταν μεταξύ των εν λόγω συμβάσεων μεσολαβεί χρονικό διάστημα οκτώ και πλέον μηνών. Περαιτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 103 §§ 2 & 3 του Συντάγματος, οι οποίες επιβάλλουν τη νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των άλλων ν.π.δ.δ., ορίζουν τα εξής: (§ 2) "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου". (§ 3) "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται". Με την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης Αρχής.

Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παράγραφος 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι, με την αναθεώρηση αυτή του άρθρου 103 του Συντάγματος, η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη Διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και οι οποίες κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των §§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις §§ 3 & 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Με την προσθήκη των διατάξεων αυτών (§§ 7 & 8 του άρθρου 103 του Σ.), μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες.

Έτσι, πρόσθεσε την προμνημονευόμενη διάταξη του εδάφ. γ' της § 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την και από το νόμο ακόμα μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου.

Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση που οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Δεδομένου, όμως, ότι διαδικασίες "τακτοποίησης" προσωπικού με τον πιο πάνω τρόπο ήταν ακόμα εκκρεμείς κατά το χρόνο της αναθεώρησης του Συντάγματος (άρθρο 17 του ν. 2839/2000 που ακολούθησε την πρακτική ρυθμίσεων προγενέστερων διατάξεων) και προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να ολοκληρωθούν και χωρίς να προσκρούουν οι σχετικές για την τακτοποίηση διατάξεις του κοινού νομοθέτη σε οψιγενή αντισυνταγματικότητα, ο αναθεωρητικός νομοθέτης πρόσθεσε στο άρθρο 118 του Συντάγματος την § 7, κατά την οποία "νομοθετικές ρυθμίσεις που αφορούν την τακτοποίηση της υπηρεσιακής κατάστασης προσωπικού που υπάγεται στην παράγραφο 8 του άρθρου 103 εξακολουθούν να ισχύουν μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών διαδικασιών".

Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.

Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 (ΟλομΑΠ 7, 8/2011, 19, 20/2007). Περαιτέρω, με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α' 134) ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη για τους εν λόγω εργαζομένους η με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγία του Συμβουλίου της 28-6-1999 [που δημοσιεύθηκε στις 10-7-1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10 Ιουλίου 2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών-μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση], η οποία έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης στη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με τη λήψη από τα κράτη-μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη-μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004).

Η επιλογή από την Ελληνική πολιτεία των μέτρων για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70/ΕΚ Οδηγίας έγινε από το άνω Π.Δ/μα 164/2004, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, καθόσον υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Οι ρυθμίσεις αυτές του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380). Στο άρθρο 3 περ. δ' του εν λόγω Π.Δ/τος ορίζεται ότι, για την εφαρμογή του διατάγματος αυτού, ως "σύμβαση" νοείται όχι μόνο η τυπική σύμβαση (δηλαδή η καταρτισθείσα εγκύρως με έγγραφη σύμβαση) αλλά και η απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη σύμβαση έργου ή σχέση, υπό την οποία υποκρύπτεται τέτοια σχέση εξαρτημένης εργασίας, ενώ στο άρθρο 5 αυτού ορίζονται τα εξής: "1.

Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. ... 4.

Σε κάθε περίπτωση ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του αυτού Π.Δ.

η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν εξ ολοκλήρου ή έστω κατά ένα μέρος, όσο και αποζημιώσεως, ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ θεσπίσθηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη, για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μίσθωσης έργου που συνάπτονταν με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή από άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, υπό το κράτος της ισχύος του άρθρου 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου §§ 7 & 8, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου, και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ/μα 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και οι οποίες προβλέπουν την κατά μοναδική εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (ΟλομΑΠ 7/2011, ΟλομΑΠ 19/2007).

Έτσι, με τη διάταξη του άρθρου 11 του εν λόγω Π.Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και φορέων του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλομΑΠ 16/2017), ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση... γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.

δ) Ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση... 5.

Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος". Κατά την έννοια των συνδυασμένων διατάξεων των ανωτέρω άρθρων 5 § 1 και 11 §§ 1 περ.

α' & 5 του εν λόγω Π.Δ/τος, οι συμβάσεις, που έχουν καταρτισθεί μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, θεωρούνται ως διαδοχικές συμβάσεις, οι οποίες, συντρεχουσών των προϋποθέσεων που προβλέπονται αθροιστικώς στο εν λόγω άρθρο 11, δύνανται, να θεμελιώσουν δικαίωμα μετατροπής τους, εφεξής, σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, μόνον εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών.

Επομένως, η μετατροπή της σχέσεως εργασίας σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ισχύει, εφόσον οι διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ήταν ενεργές έως την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 ή κατά το χρονικό διάστημα των τριών τελευταίων μηνών, πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, θεωρουμένης ως αρχικής τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, της πρώτης από τις αλληλοδιάδοχες συμβάσεις, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (ΟλομΑΠ 13/2017).

Εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων σε αόριστης διάρκειας, σύμφωνα με το Π.Δ/μα 164/2004, δεν μπορεί να γίνει. Εξαίρεση από τον προαναφερθέντα κανόνα προβλέπεται στην § 6 του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ/τος σύμφωνα με την οποία "Κατ' εξαίρεση, και για λόγους κοινωνικής πρόνοιας που αφορούν στην επαγγελματική ένταξη των ατόμων με αναπηρίες κατ' εφαρμογή της παρ. 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, για τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας 50% τουλάχιστον, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που εργάζονται στο πλαίσιο προγράμματος ένταξης του ΟΑΕΔ, αρκεί ο συνολικός χρόνος απασχόλησης του εδαφίου (α) της παρ. 1 του παρόντος άρθρου να είναι τουλάχιστον δεκαοκτώ (18) μήνες, ανεξαρτήτως ενδιάμεσων χρονικών διαστημάτων μεταξύ των συμβάσεων, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις κατά τα ανωτέρω".

Περαιτέρω, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την C-760/18 της 21ης Φεβρουαρίου 2021 απόφασή του έκρινε προσφάτως επί προδικαστικού ερωτήματος του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου (ΜΠΛασ 472/2018) ότι "η ρήτρα 5 σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου έχει την έννοια ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η υποχρέωση του αιτούντος δικαστηρίου να ερμηνεύσει και να εφαρμόσει, κατά το μέτρο του δυνατού, όλες τις κρίσιμες διατάξεις του εσωτερικού δικαίου κατά τρόπο ώστε να επιβληθεί η προσήκουσα κύρωση για την κατάχρηση και να εξαλειφθούν οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, περιλαμβάνει την εκτίμηση του ζητήματος αν οι διατάξεις προγενέστερης και εισέτι ισχύουσας νομοθεσίας που επιτρέπει την μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αορίστου χρόνου μπορούν, ενδεχομένως, να εφαρμοσθούν στο πλαίσιο της σύμφωνης αυτής ερμηνείας, μολονότι εθνικές διατάξεις συνταγματικής φύσης απαγορεύουν απολύτως τέτοια μετατροπή, όσον αφορά τον δημόσιο τομέα".

Όμως η ως άνω ερμηνευτική εκδοχή, απολήγουσα σε χαρακτηρισμό, στο πλαίσιο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένης διάρκειας που συνάφθηκαν κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ΠΔ 164/2004, ως ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, με την εφαρμογή της προγενέστερης της Οδηγίας και εισέτι ισχύουσας νομοθετικής ρύθμισης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920, με το σκεπτικό ότι αυτές κάλυπταν διαρκείς και πάγιες ανάγκες του δημόσιου φορέα απασχόλησης, αναγκαίως προϋποθέτει ότι κατά το εσωτερικό (Ελληνικό) δίκαιο, για την ερμηνεία του οποίου αποκλειστική αρμοδιότητα έχουν μόνο τα Ελληνικά Δικαστήρια, υπάρχει πράγματι έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου (βλ.

και σκέψεις 63, 67, 70 στην ως άνω C-760/18 απόφαση). Τέτοιο έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 στους απασχολούμενους στο δημόσιο τομέα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου δεν υφίσταται όμως μετά την έναρξη εφαρμογής (18.4.2001) της πιο πάνω Συνταγματικής Αναθεώρησης, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, αφού τούτο θα αντέβαινε ευθέως στη διάταξη του άρθρου 103 § 8 του Συντάγματος και θα οδηγούσε αναγκαίως σε μία contra legem ερμηνεία των συνταγματικών αυτών ρυθμίσεων.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της ΣΛΕΕ, η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Η υποχρέωση του εθνικού δικαστηρίου να αναφέρεται στο περιεχόμενο μιας οδηγίας, όταν ερμηνεύει και εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες του εσωτερικού δικαίου, έχει ως όρια τις γενικές αρχές του δικαίου, ιδίως τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της μη αναδρομικότητας, και δεν μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για την contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου (C-212/04 σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, C-103/18, C-429/18 σκέψη 123, C-282/2019 σκέψη 123).

Την πλήρη αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζόμενους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 5, 6 & 7 του ΠΔ 164/2004, με το οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η ρήτρα 5 σημείο 1 αυτής, και προβλέπουν για τις συμβάσεις που συνάπτονται κατά παράβαση των άρθρων 5 & 6 του ως άνω Διατάγματος [με μοναδική εξαίρεση τις υπαγόμενες στη μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 αυτού περιπτώσεις] α) την αυτοδίκαιη ακυρότητα των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, β) τη δυνατότητα του απασχοληθέντος ακύρως και για όσο χρόνο διήρκεσε η άκυρη σύμβαση να λάβει ευθέως εκ του νόμου βάσει της άκυρης σύμβασης [και όχι βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων, όπου για τον προσδιορισμό της ωφέλειας του εργοδότη δεν συνυπολογίζονται παροχές εξαρτώμενες από τις προσωπικές ιδιότητες του απασχοληθέντος] τις οφειλόμενες σε αυτόν αποδοχές και γ) τη δυνατότητα αυτού να λάβει ως αποζημίωση το ποσό το οποίο θα λάμβανε ο αντίστοιχος εργαζόμενος με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας αυτής (εάν οι άκυρες συμβάσεις είναι περισσότερες, ως χρόνος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η συνολική διάρκεια απασχόλησης με βάση τις άκυρες συμβάσεις), η οποία (καταγγελία), εξάλλου, επιτρέπεται κατά το εσωτερικό μας δίκαιο και ουδόλως εξασφαλίζει τη "μονιμοποίηση" εργαζομένου, συνδεόμενου με το Δημόσιο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ενώ παράλληλα προβλέπουν ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν από δόλο ή από αμέλεια τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 5 & 6 του πδ 164/2004.

Εξάλλου, η επιλογή αυτή του νομοθέτη επιβεβαιώθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ που έκρινε ότι με την καταβολή της αποζημίωσης αντισταθμίζονται οι συνέπειες της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (πρβλ. και την C-619/17 σκέψεις 94, 95). Όπως προαναφέρθηκε, οι ρυθμίσεις του ανωτέρω Π.Δ/τος κρίθηκαν συμβατές με το ενωσιακό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C-378 έως C-380 Α.

κλπ). Ειδικότερα με την ως άνω απόφαση, μεταξύ άλλων κρίθηκε ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε το ΠΔ 164/2004 σε σχέση με την προστασία που παρείχετο υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς της εφαρμογής του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920 και στις διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου απασχολουμένων στο δημόσιο τομέα δεν συνιστούν υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εν λόγω εργαζομένων, κατά την έννοια της ρήτρας 8 σημείο 3 της Οδηγίας, εφόσον αφορούν περιορισμένη κατηγορία εργαζομένων που έχουν συνάψει συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή μπορούν να αντισταθμίζονται με την έκδοση μέτρων για την πρόληψη της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (σκέψεις 122 επ.

ιδίως σκέψη 146), περίπτωση που συντρέχει εν προκειμένω. Σημειωτέον ότι το προδικαστικό ερώτημα στο οποίο απαντά η C-760/18 απόφαση του ΔΕΕ αφορά σε συμβάσεις οι οποίες συνήφθησαν πέραν των ανωτάτων χρονικών ορίων που προβλέπει το ΠΔ 164/2004, καθώς η ανανέωση αυτών έλαβε χώρα, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 5 & 6 του εν λόγω πδ, με ειδική νομοθετική ρύθμιση, όπως λ.χ.

με το άρθρο 167 του ν. 4099/2012, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 76 του ν. 4386/2016 και το άρθρο 10 § 4 ν. 4506/2017, δηλαδή με διατάξεις νεότερες, ειδικότερες και αυξημένης τυπικής ισχύος σε σχέση με το πδ 164/2004. Το ζήτημα τίθεται επειδή με τις ως άνω διατάξεις αφενός δεν προβλέπεται ρητά η καταβολή αποζημιώσεως στους απασχοληθέντες, αφετέρου, με τη διάταξη του άρθρου δεύτερου §§ 2 & 3 του ν. 4528/2018, παρέχεται ουσιαστικά απαλλαγή στους εκπροσώπους των φορέων που τους απασχόλησαν με τον πιο πάνω τρόπο, ματαιώνοντας τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 7 ΠΔ 164/2004 ποινικό και δημοσιονομικό καταλογισμό.

Υπό την έννοια αυτή, στις ως άνω συμβάσεις θα μπορούσε να υποστηριχθεί, κατ' αρχάς, ότι ελλείπουν τα "ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα" που επιβάλλει η ρήτρα 5 σημείο 1 της από 18.3.1999 συμφωνίας-πλαισίου των διεπαγγελματικών οργανώσεων γενικού χαρακτήρα (CES, UNICE & CEEP), για την υλοποίηση της οποίας εκδόθηκε η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και ότι, ελλείψει των ισοδύναμων μέτρων, ο εθνικός δικαστής θα μπορούσε ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 8 § 3 ν. 2112/1920 και να χαρακτηρίσει τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως μια ενιαία αορίστου χρόνου σύμβαση, η οποία θεωρείται ότι καταγγέλλεται ατύπως με τη μη ανανέωση της τελευταίας από τις διαδοχικές συμβάσεις και την άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί, έκτοτε, τις υπηρεσίες του μισθωτού, με όλες τις εντεύθεν συνέπειες σχετικά με την εγκυρότητα της καταγγελίας και τις υποχρεώσεις που γεννώνται από αυτήν.

Όμως η ως άνω θέση εκκινεί από την εσφαλμένη άποψη ότι ο εθνικός δικαστής δεν μπορεί να εφαρμόσει αναλογικά τη διάταξη του άρθρου 7 του ΠΔ 164/2004 στις περιπτώσεις εκείνες που η ορισμένου χρόνου εργασία υπερβαίνει τα ανώτατα όρια απασχόλησης, όταν η παράταση της λήξης των συμβάσεων λαμβάνει χώρα δυνάμει ειδικών ρυθμίσεων του νόμου, οι οποίες της στερούν το χαρακτήρα της άκυρης σύμβασης εργασίας.

Κατά την υποβολή δε του προδικαστικού ερωτήματος, επί του οποίου απάντησε η εν λόγω απόφαση (C-760/18), δεν τέθηκε υπόψη του ΔΕΕ η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 ΠΔ 164/2004, σε αντίθεση με τη δυνατότητα εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 8 § 3 του ν. 2112/1920, που προτάθηκε ευθέως από το αιτούν δικαστήριο, ως το μοναδικό εφαρμόσιμο ισοδύναμο μέτρο που προβλέπεται από την εθνική νομοθεσία.

Εξάλλου, η εμβληματικού χαρακτήρα διάταξη της § 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με την § 7 του ιδίου άρθρου αποσκοπεί στην εφαρμογή της αρχής της αξιοκρατίας και της διαφάνειας, όσον αφορά στις προσλήψεις μόνιμου προσωπικού στο δημόσιο τομέα με την κατοχύρωση ενός διαφανούς και αξιοκρατικού συστήματος προσλήψεων βάσει συγκεκριμένων δεσμευτικών διαδικασιών και συνακόλουθα στην αποτροπή του αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου πρόσληψης προσωπικού με αδιαφανή κριτήρια δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένης διάρκειας για την αντιμετώπιση κατ' επίφαση απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, κατά παράβαση του άρθρου 103 § 2 του Συντάγματος και της ισχύουσας νομοθεσίας (ν. 2190/1994), οι οποίοι, μετά την διαπίστωση ότι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα απασχόλησης, τακτοποιούνταν στη συνέχεια είτε με τον διορισμό τους ως μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε με τη μετατροπή των συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, κατ' αποκλεισμό άλλων ενδιαφερομένων που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις με την τήρηση των νομίμων διαδικασιών πρόσληψης μόνιμου προσωπικού (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).

Επομένως η προσθήκη από τον Αναθεωρητικό Νομοθέτη των πιο πάνω διατάξεων των §§ 7 & 8 στο άρθρο 103 του Συντάγματος κατά τη διάρκεια της χρονικής περιόδου μεταφοράς της υπ' αριθ. 1999/70 Οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη δεν έλαβε χώρα προκειμένου να τεθεί σε σοβαρό κίνδυνο η επίτευξη του επιδιωκομένου με την Οδηγία αποτελέσματος, αλλά εκ της ανάγκης να αντιμετωπισθεί μία μακροχρόνια πολιτική πρακτική, οι απαρχές της οποίας ανάγονται σε χρόνο πολύ προγενέστερο της Οδηγίας 1999/70 και της συμφωνίας-πλαισίου και η οποία αποδοκιμάσθηκε ευθέως από τον αναθεωρητικό του Συντάγματος νομοθέτη επειδή είχε ως συνέπεια την καταστρατήγηση των αρχών της ισότητας, της διαφάνειας και της αξιοκρατίας στους διορισμούς και τις προσλήψεις προσωπικού του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (ΣτΕ 911/2020).

Ο σκοπός αυτός (θεσμικός και δημοσιονομικός), τον οποίο υπηρετεί το άρθρο 103 § 8 του Συντ. είναι και από ενωσιακή άποψη θεμιτός [η ακόμη πιο πρόσφατη απόφαση του ΔΕΕ για την εργασιακή εφεδρεία επιβεβαιώνει ότι το ΔΕΕ σέβεται τις δημοσιονομικές ευαισθησίες των εθνικών νομοθετών (ΔΕΕ 15.4.2021, C-511/19 ΑΒ κατά ΟΑΚΑ, σκέψεις 34, 36, 44)].

Ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να αγνοηθεί και πρέπει να ισορροπεί και να εναρμονίζεται με τη θεμελιώδη αρχή της προστασίας της θέσης εργασίας. Έτσι, στον χώρο του Δημοσίου δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη μόνο το συμφέρον του εργαζομένου στη διατήρηση της θέσης εργασίας. Τέλος, υπάρχει και μια άλλη τελολογική στάθμιση που επιβάλλει τη μη εφαρμογή του άρθρου 8 § 3 ν. 2112/1920:

η μετατροπή της σύμβασης σε αορίστου χρόνου θα επέφερε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα από αυτό που ο ενωσιακός νομοθέτης θέλει να περιορίσει. Θα λειτουργούσε ως επιβράβευση και ως κίνητρο συνέχισης "μη βέλτιστων" πρακτικών του παρελθόντος. Έτσι, αντί να προλαμβάνεται η κατάχρηση, θα ενισχυόταν και η πρακτική αποτελεσματικότητα της Οδηγίας θα αναιρείτο εκ των έσω.

Μετά ταύτα, ενόψει, αφενός μεν των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (άρθρο 103 §§ 7 & 8) και αφετέρου της, κατά τα προεκτεθέντα, προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), αλλά ούτε και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού (ΟλομΑΠ 19, 20/2007).

Αντίθετα, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 §§ 1 & 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος, μπορεί να εφαρμοσθεί υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος (και της πιο πάνω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας που εφαρμόσθηκε αργότερα).

Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (ΟλομΑΠ 7 & 8/2011).

Η δε από το νόμο (ν. 2190/1994), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (ΟλομΑΠ 18/2006).

Στην περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (18.4.2001) και της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας (10.7.2002) συνέχιση της εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια κατά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων (ΟλομΑΠ 7/2011).

Τέλος, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδαφ. α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (ΟλομΑΠ 4/2005, 36/1988), η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1848/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής. Ελέγχεται, δηλαδή αν η αγωγή ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη (ΑΠ 788/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσίβλητοι, με την από 12-3-2009 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, για τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα:

ο πρώτος από 9-2-2004 έως 9-10-2004, η δεύτερη από 19-2-1999 έως 19-10-1999, από 5-6-2000 έως 19-1-2001 και από 16-2-2004 έως 15-10-2004, η τρίτη από 22-6-2001 έως 22-2-2002 και από 9-2-2004 έως 9-10-2004, ο τέταρτος από 13-4-2004 έως 13-12-2004 και η πέμπτη, η έκτη και η έβδομη από 9-2-2004 έως 9-10-2004. Ότι οι συμβάσεις τους αυτές στην πραγματικότητα είχαν το χαρακτήρα μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι για την παροχή της εργασίας τους τελούσαν σε προσωπική και νομική εξάρτηση από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και επιπροσθέτως απασχολήθηκαν από το τελευταίο για την κάλυψη συνήθων, τρεχουσών, απολύτως τακτικών, προβλέψιμων και υπαρχουσών αναγκών αυτού, μόνιμης, πάγιας και διαρκούς προοπτικής, συναρτημένες και σχετικές προς τις ανάγκες που εξυπηρετεί παράλληλα και το μόνιμο προσωπικό των υπηρεσιών του.

Ζήτησαν δε, να αναγνωριστεί ότι οι συμβάσεις τους αυτές αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων αυτών και να υποχρεωθεί το αναιρεσείον ν' απασχολεί τους αναιρεσίβλητους στις θέσεις που κατείχαν πριν την καταγγελία, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επ' απειλή χρηματικής ποινής.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε την αγωγή (πλην του αιτήματος προσωρινής εκτέλεσης της απόφασης) ως νόμιμη, ερειδόμενη στο άρθρο 8 § 3 ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος και 281, 671 ΑΚ, που εφαρμόζεται και υπό την ισχύ του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του Π.Δ/τος 164/2004 και περαιτέρω ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι οι συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων αποτελούν μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι είναι άκυρη η καταγγελία των συμβάσεων αυτών και υποχρέωσε το αναιρεσείον ν' απασχολεί τους αναιρεσίβλητους στις θέσεις που κατείχαν πριν την καταγγελία, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, επ' απειλή χρηματικής ποινής 100 € για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με την απόφαση.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ, του Ν. 2112/1920, του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του Π.Δ/τος 164/2004, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα, αντίθετα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής.

Ειδικότερα, όπως προελέχθη, (διαδοχικές ή μη) συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως ισχύουν μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.

Ενόψει δε της Συνταγματικής αυτής αναθεώρησης, το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής) μέχρι την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004 (19-7-2004), αλλά ούτε και μετά την έναρξη ισχύος του διατάγματος αυτού.

Αντίθετα, η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 § 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος, μπορεί να εφαρμοσθεί υπό τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, σε (διαδοχικές ή μη) συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, εφόσον, οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τοιούτων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών, τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα.

Επομένως, καθό μέρος η αγωγή αφορά τον 1ο και τους 3η έως 7η των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, των οποίων οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου καταρτίστηκαν μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17.4.2001), ήτοι μετά τις 18.4.2001, το Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε ότι το άρθρο 8 § 3 ν. 2112/1920, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με τα άρθρα 281 και 671 ΑΚ και 25 §§ 1 & 3 του Συντάγματος, αποτελεί "ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο" του εθνικού δικαίου για την πρόληψη και την αποφυγή των καταχρήσεων, κατά την έννοια της ρήτρας 5 της από 18.3.1999 συμφωνίας-πλαισίου, που τέθηκε σε εφαρμογή με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, και ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζόμενους με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν αυτοί εργάζονται στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα, χωρίς η εν λόγω εφαρμογή να κωλύεται από τις διατάξεις του άρθρου 103 §§ 7 & 8 του Συντάγματος, καθόσον αυτές απαγορεύουν τη μετατροπή σε αορίστου χρόνου των συμβάσεων του προσωπικού που προσλήφθηκε με σύμβαση εργασίας ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων ή απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών, και όχι και την αναγνώριση του πραγματικού χαρακτήρα ορισμένης σχέσης ως αόριστης χρονικής διάρκειας, όταν με αυτήν καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να δεχθεί ότι η αγωγή των συγκεκριμένων αναιρεσιβλήτων ήταν νομικά βάσιμη και να προχωρήσει στην επί της ουσίας εξέτασή της.

Σημειωτέον ότι, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη και υπό το πρίσμα των προβλέψεων του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004, καθόσον δεν συμπληρώνεται, όπως η χρονική διάρκεια της εργασίας τους αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο (βλ. παραπάνω), συνολική χρονική διάρκεια είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρείς τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οχτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση.

Καθό μέρος δε η αγωγή αφορά την 2η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη, η οποία απασχολήθηκε δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου από 19.2.1999 έως 19.10.1999, από 5.6.2000 έως 19.1.2001 και από 16.2.2004 μέχρι 15.10.2004, ήτοι οι δύο πρώτες συμβάσεις της είχαν καταρτιστεί πριν την αναθεώρηση του συντάγματος (17.4.2001), ναι μεν η εφαρμογή του άρθρου 8 § 3 Ν. 2112/1920 δεν εμποδίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά την αναθεώρησή του, πλην όμως έσφαλε το Δικαστήριο που δέχθηκε ότι συνέτρεχαν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής της παραπάνω διάταξης, με αποτέλεσμα, εσφαλμένα, να δεχθεί ότι η αγωγή της συγκεκριμένης αναιρεσίβλητης ήταν νομικά βάσιμη και να προχωρήσει στην επί της ουσίας εξέτασή της.

Και τούτο διότι μεταξύ των δύο αυτών (πρώτων) συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου της αναιρεσίβλητης μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα, σχεδόν οκτώ μηνών, κατά το οποίο αυτή δεν απασχολήθηκε, έστω και ακύρως, από το Ελληνικό Δημόσιο και, κατά συνέπεια, δεν υφίσταται η απαιτούμενη κατά νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των συμβάσεων αυτών, προκειμένου να χαρακτηριστούν διαδοχικές και να προσλάβουν, ενιαία, κατά το χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενο της, το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Εξάλλου, από μόνη της, εκάστη εξ αυτών των συμβάσεων εργασίας, η πρώτη από 19.2.1999 έως 19.10.1999 και η δεύτερη από 5.6.2000 έως 19-1-2001 δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί από το δικαστήριο ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, λόγω της μικρής χρονικής διάρκειας εκάστης (8μηνη), εκ της οποίας δεν συνάγεται κατά νόμο ότι η παρεχόμενη εργασία της υπαλλήλου κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη της, αλλά πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες αυτού.

Η τρίτη δε σύμβαση που συνήψε η αναιρεσίβλητη αυτή με το Δημόσιο από 9.2.2004 μέχρι 15.10.2004, ήτοι μετά τρεισήμισι και πλέον έτη μετά τη λήξη της δεύτερης, στερείται της απαιτούμενης κατά νόμο συνοχής και χρονικής ενότητας με τη δεύτερη, καταρτίστηκε δε υπό το καθεστώς του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και συνεπώς, δεν μπορούσε να μετατραπεί σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Επομένως, η αγωγή ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα, έσφαλε δε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχθηκε τα αντίθετα και ο μοναδικός λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 580 § 3 εδ. α' & β' ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλομΑΠ 42/2005, ΟλομΑΠ 41/2002, ΟλομΑΠ 25/2001, ΑΠ 353/2021, ΑΠ 362/2020, ΑΠ 836/2019).

Στην εξεταζόμενη περίπτωση, που σύμφωνα με τα παραπάνω, κρίνεται ότι η από 12-3-2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι νόμω αβάσιμη και αναιρείται η προσβαλλόμενη 2856/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκρινε αντίθετα, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το εν λόγω Δικαστήριο, δεσμευόμενο ως προς το νομικό ζήτημα που λύθηκε, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει σ' αυτό είναι η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης.

Επομένως, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Τμήμα η υπόθεση, να απορριφθεί η αγωγή ως νόμω αβάσιμη και να καταδικαστούν οι ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, καθώς και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος για την αναιρετική δίκη, μειωμένα κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2856/2014 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την αγωγή.

Επιβάλλει σε βάρος των εναγόντων τη δικαστική δαπάνη του εναγομένου για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος της προκειμένης δίκης, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Μαρτίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Απριλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ