Supreme Court partially allows appeal on leave allowance dispute while dismissing others and ordering costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal filed by two creditors against a company's judgment regarding their leave allowance for 2011. While dismissing the appeal against other creditors and rejecting the company's counter-appeal in full, the court set aside the lower court's decision on the specific issue of leave allowance payments. Consequently, the company was ordered to pay the two successful creditors the disputed amounts plus interest, and all parties were liable for court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 178, and 183 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the contested judgment is erroneous only on specific points, while dismissing the remainder and allocating costs based on the degree of success of each party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 836 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 836/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει τις εξής υποθέσεις μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας - αναιρεσίβλητης - καθής η κλήση: υπό εκκαθάριση τελούσης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ..." και το διακριτικό τίτλο "(...) ... Α.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Φαρμάκη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση - αναιρεσειουσών - καλουσών:: 1)Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2)Ε. Α. του Π., κατοίκου ..., 3)Ε. Λ. του Μ., κατοίκου ..., 4)Α. Δ. του Π., κατοίκου ... και 5)Έ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίες δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/5/2012 αγωγή των Δ. Π. Ε. Α. Ε. Λ., Α. Δ. και Έ. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2935/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 689/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 5/1/2017 αίτησή και η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 9/12/2016 αντίθετη αίτηση, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκε η 178/2018 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση αυτών μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης που είχε παραπεμφθεί με την 1855/2017 απόφαση του Α2' Τμήματος του Αρείου Πάγου. Κατόπιν της απόφασης 10/2018 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, της από 16/7/2018 κλήσης της καλούσας εταιρείας και της από 11/10/2018 κλήσης των καλουσών, οι υποθέσεις επαναφέρονται προς συζήτηση. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τις από 16.7.2018 και 11.10.2018 κλήσεις της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... Ανώνυμος Εταιρεία" και των αναιρεσειουσών - αναιρεσίβλητων Δ. Π. κλπ αντίστοιχα, νόμιμα φέρονται προς περαιτέρω συζήτηση οι από αυτές ασκηθείσες αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης και ειδικότερα:
α) η από 9.12.2016 και με αριθ. κατ. 883/84/2016 αίτηση αναίρεσης της εναγομένης και ήδη ως άνω αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας κατά των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων και β) η από 5.1.2017 και με αριθ. κατ. 16/2/2017 αντίθετη αίτηση αναίρεση των εναγουσών και ήδη ως άνω αναιρεσειουσών Δ. Π. κλπ κατά της ως άνω εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, με την οποία προσβάλλεται η αυτή υπ' αριθμό 689/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, μετά την έκδοση, αντιμωλία των διαδίκων, της υπ' αριθ. 178/24.1.2018 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού διατάχθηκε κατά το άρθρο 246 του ΚΠολΔ η συνεκδίκαση των αιτήσεων αναίρεσης, αναβλήθηκε, κατά το άρθρο 249 του ΚΠολΔ, η επί των πιο πάνω αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης έκδοση οριστικής από τον Άρειο Πάγο απόφασης μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα του παραδεκτού (εμπροθέσμου) ασκηθείσας μετά την 1.1.2016 αίτησης αναίρεσης μετά την πάροδο διετίας και εντός τριετίας από την έκδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης που είχε δημοσιευθεί πριν την 1.1.2016, ζήτημα το οποίο ανέκυψε και κατά την έρευνα του παραδεκτού των πιο πάνω αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης, και την επί του ζητήματος αυτού έκδοση της με αριθ. 10/2018 απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου που αποφάνθηκε υπέρ της εφαρμογής της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας και στις περιπτώσεις αυτές.
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (παρ. 1) και ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (παρ. 2 εδ.
α και γ). Στην προκειμένη περίπτωση: Α) από τις υπ' αριθμό ….27/10.10.2018, ...7/9.10.2018, ...76/10.10.2018, ...0/9.10.2018 και …69/17.10.2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Δ. Ζ. η τρίτη και του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Κ. Κ. οι λοιπές, τις οποίες προσκομίζει η καλούσα - αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 16.7.2018 κλήσης αυτής προς περαιτέρω συζήτηση των ένδικων αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (12 Φεβρουαρίου 2019), επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς όλες τις αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες - καθών η κλήση (άρθ. 126 παρ.1 περ.
α, 128 παρ. 4 του ΚΠολΔ.), Β) από την από 11 Οκτωβρίου 2018 κλήση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι οι καλούσες - αναιρεσείουσες - αναιρεσίβλητες, έχοντας παράσχει νομίμως σχετικές προς τούτο εξουσιοδοτήσεις προς τη δικηγόρο αυτών Μαρία - Μαγδαληνή Τσίπρα, ζήτησαν τον προσδιορισμό της δικασίμου της 12ης Φεβρουαρίου 2019 [όπου είχε ήδη προσδιορισθεί προς συζήτηση η ως άνω αντίθετη κλήση της αντιδίκου των ανώνυμης εταιρείας] προς συζήτηση της υπόθεσης.
Εφόσον οι αναιρεσείουσες - αναιρεσίβλητοι, τόσο ως επισπεύδουσες νομίμως τη συζήτηση, όσο και ως αντίδικοι της επίσης επισπεύδουσας τη συζήτηση αντιδίκου τους, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση των αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση των αντιθέτων αιτήσεων αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Με τις από 9.12.2016 και με αριθ. κατάθεσης 883/84/9.12.2016 και από 5.1.2017 και με αριθ. κατάθ. 16/2/5.1.2017 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 689/18.9.2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 4.6.2013 και με αριθ.
κατάθ. 520/4.6.2013 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 2935/21.5.2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 11.5.2012 και υπ' αριθ. κατάθ. 3990/14.5.2012 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειουσών, και δικάζοντας την άνω αγωγή, έγινε αυτή δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία για μικρότερα σε σχέση με την πρωτόδικη απόφαση ποσά και ειδικότερα υποχρεώθηκε η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει στις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες - αναιρεσείουσες τα χρηματικά ποσά των (4.046,25), (4.583,52), (3.943,20), (5.929,90) και (8.877,95) ευρώ αντιστοίχως για δεδουλευμένες αποδοχές, προσαυξήσεις για απασχόληση κατά τις Κυριακές και αποδοχές και επιδόματα εορτών και αδείας, με το νόμιμο τόκο.
Με την ίδια απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 18.6.2013 και με αριθ. κατάθ. 560/19.6.2013 αντίθετη έφεση της εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ...3/7.12.2016 έκθεση επίδοσης της προσβαλλομένης απόφασης που συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α.
Μ., η επίδοση αυτής έλαβε χώρα στις 7 Δεκεμβρίου 2016 και η κατάθεση των άνω αιτήσεων αναίρεσης στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλομένη απόφαση δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 9 Δεκεμβρίου 2016 και 5 Ιανουαρίου 2017 αντίστοιχα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτές λόγων αναίρεσης (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), αφού ήδη με την προηγουμένη με αριθμό 178/24.1.2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, έχει διαταχθεί η κατά το άρθρο 246 του ΚΠολΔ συνεκδίκαση αυτών, λόγω προδήλου μεταξύ τους συνάφειας, επαγομένης διευκόλυνση της δίκης.
Ι. Επί της από 5.1.2017 αίτησης αναίρεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών.
Κατά το άρθρο 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.
Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, για όσο χρόνο, δηλαδή, δεν καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.
Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της απαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή προς εκπλήρωση της οφειλόμενης απ' αυτόν αντιπαροχής (ΑΠ 114/2017). Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.
Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Τούτο δε διότι, ενώ, κατά κανόνα, η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης συνεπάγεται για το δανειστή τη μετάθεση του χρονικού σημείου εκπλήρωσης της οφειλόμενης προς αυτόν παροχής, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται η αξίωσή του, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η παροχή εργασίας για όσο χρόνο διαρκεί η επίσχεση καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά.
Η συνέπεια αυτή δεν αποκλείει μεν την επίσχεση εργασίας, λόγω όμως της ιδιοτυπίας της παροχής πρέπει να ασκείται μέσα στα διαγραφόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.
Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 114/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του, που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το νόμο 3514/1928 στράτευσή του, αλλά σε άλλη αιτία, όπως σε επίσχεση της εργασίας του, το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική, πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρή δήλωση βούλησης του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρή εκ μέρους του καταγγελία αυτής, με όλες τις δυσμενείς γι' αυτόν επιπτώσεις (ΑΠ 114/2017), ως και το χρονικό σημείο λύσης αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος, λόγος αναίρεσης που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος (ΑΠ 1611/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη [και ήδη αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα] είναι ανώνυμη εταιρεία, που δραστηριοποιείται στον τομέα των ξενοδοχειακών και τουριστικών επιχειρήσεων και διατηρεί ξενοδοχειακή μονάδα, με την επωνυμία "..." στην περιοχή ..., επί της οδού ....
Δυνάμει συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης και των εναγουσών [ήδη αναιρεσειουσών - αναιρεσιβλήτων] προσλήφθηκαν οι τελευταίες, προκειμένου να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο ως άνω ξενοδοχείο της εναγομένης. Ειδικότερα η πρώτη και η δεύτερη προσλήφθηκαν αντίστοιχα στις 7.6.2006 και 17.6.2003 με την ειδικότητα της σερβιτόρας Α, η τρίτη στις 12.7.2004 με την ειδικότητα της λαντζέρας, η τετάρτη και η πέμπτη στις 21.1.1995 και 22.6.1993 με την ειδικότητα της καμαριέρας και μαγείρισσας Α αντίστοιχα, προκειμένου να παράσχουν την εργασία τους στο ξενοδοχείο της εναγομένης με καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης και συγκεκριμένα από Δευτέρα έως Παρασκευή και με πλήρες ωράριο [...].
Η εναγομένη ήταν τακτική στις καταβολές των αποδοχών των εργαζομένων της, πλην όμως από τις αρχές του έτους 2011 περίπου, άρχισε προοδευτικά να καθυστερεί σημαντικά τις πληρωμές, καταβάλλοντας σε όλους τους εργαζομένους της μέρος μόνο των δεδουλευμένων αποδοχών τους. Από το μήνα Οκτώβριο του 2011 οι καταβολές της ήταν μηδαμινές.
Περί τα μέσα Νοεμβρίου 2011, πραγματοποιήθηκε συνάντηση μεταξύ του εκπροσώπου της επιχείρησης και των 22 εργαζομένων της. Στη συνάντηση αυτή η επιχείρηση ενημέρωσε τους εργαζομένους ότι αντιμετωπίζει έντονα οικονομικά προβλήματα λόγω της γενικότερης οικονομικής κρίσης και ότι προσπαθεί να ανταπεξέλθει σε όλες της τις υποχρεώσεις.
Ενόψει δε της έντονης οικονομικής της δυσχέρειας, την οποία προσπαθούσε και έλπιζε ότι θα ξεπεράσει, πρότεινε τη μείωση των αποδοχών κατά 15%. Τη μείωση αυτή όμως, δεν τη δέχθηκαν οι εργαζόμενοι. Έτσι η εναγομένη, προκειμένου να μειώσει τις λειτουργικές δαπάνες της και να διατηρήσει τις θέσεις εργασίας όλων των υπαλλήλων της, το Δεκέμβριο του ιδίου έτους εφάρμοσε στο σύνολο του προσωπικού το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης για το χρονικό διάστημα από 1.12.2011 έως 31.12.2012 [ενν. 2011], με την ανοχή όλων των εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων ήταν και οι ενάγουσες, η οποία (ανοχή) οφειλόταν κυρίως από τη μακρόχρονη και καλή συνεργασία τους, ενώ στη συνέχεια προέβη σε μονομερή επιβολή της εκ περιτροπής απασχόλησης για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.4.2012.
Σύμφωνα με το σύστημα αυτό οι τέσσερις πρώτες από τις ενάγουσες θα απασχολούνταν τέσσερις ημέρες εβδομαδιαία με πλήρες ωράριο, αμειβόμενες με το βασικό κατώτατο μισθό της οικείας ΣΣΕ, ενώ η πέμπτη θα απασχολείτο 3 ημέρες εβδομαδιαία με πλήρες ημερήσιο ωράριο με μηνιαίο μισθό ύψους 2.767 ευρώ. Μετά την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης και συγκεκριμένα μετά από ένα μήνα περίπου, η πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη από αυτές, και μετά τέσσερις περίπου μήνες, η τέταρτη από αυτές, προέβησαν σε επίσχεση εργασίας.
Ειδικότερα η πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη με την από 10.1.2012 εξώδικη δήλωσή τους, που κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην εναγομένη, διαμαρτυρήθηκαν για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους των μηνών Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου και δήλωσαν ότι σε περίπτωση που δεν εξοφλούντο μέχρι την 17.1.2012 θα προέβαιναν σε επίσχεση εργασίας, 2) η τέταρτη ενάγουσα με την από 19.3.2012 εξώδικη δήλωσή της προς την εναγομένη, την οποία κοινοποίησε αυθημερόν, διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012, για τη μη καταβολή υπολοίπου δώρου Χριστουγέννων 2011, αποζημίωση για παροχή εργασίας σε ημέρες υποχρεωτικής κατά νόμο ανάπαυσης των πέντε τελευταίων ετών, αποζημίωση για παροχή υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωρίας και διαφορές επιδομάτων αδείας και εορτών των πέντε τελευταίων και δήλωσε ότι προβαίνει σε επίσχεση εργασίας.
Οι δεδουλευμένες ακαθάριστες αποδοχές των εναγουσών με τις νόμιμες προσαυξήσεις και επιδόματα, σύμφωνα με την οικεία ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας (ΣΣΕ 22.7.2010 "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας" που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 6.8.2010 με την ΥΑ 11351/697 (ΦΕΚ Β 1448/17.06.2011) και την εφαρμογή της εκ περιτροπής εργασίας, ανέρχονταν στα παρακάτω ποσά: 1) για την πρώτη ενάγουσα Δ.
Π., που εργαζόταν ως σερβιτόρα Α και ανήκε στη κατηγορία Β κατά το άρθρο 2 της ως άνω ΣΣΕ, στο ποσό των ...9,68 ευρώ για τους μήνες Οκτώβριο 2011 και Νοέμβριο 2011, στο ποσό των 957,44 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 και στο ποσό των 585,95 ευρώ για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2012, 2) για την δεύτερη ενάγουσα Ε. Α., που εργαζόταν επίσης ως σερβιτόρα Α, στο ποσό των 1204,46 ευρώ για τους μήνες Οκτώβριο 2011 και Νοέμβριο 2011, στο ποσό των 1040,69 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 και τον Ιανουάριο 2012 στο ποσό των 462,53 ευρώ, 3) για την τρίτη ενάγουσα Ε.
Λ., που εργαζόταν ως λαντζέρα και ανήκε στην κατηγορία Δ της ΣΣΕ, στο ποσό των 1052,26 ευρώ για τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο 2011, στο ποσό των 858,84 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 και στο ποσό των 505,08 ευρώ για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2012, 4) για την πέμπτη ενάγουσα Έ. Μ., η οποία εργαζόταν ως σεφ στην κουζίνα, όπως προαναφέρθηκε οι δεδουλευμένες αποδοχές που της καταβαλλόντουσαν είχαν συμφωνηθεί υπέρτερες των προβλεπομένων στην οικεία ΣΣΕ και ανέρχονταν στο ύψος των 2.767 ευρώ μηνιαίως, ενώ το μήνα Δεκέμβριο ανήλθαν στο ποσό των 1859,43 ευρώ και τον Ιανουάριο 2012 σε 1859,43 ευρώ, λόγω της εκ περιτροπής απασχόλησης, 5) επίσης οι αποδοχές της τέταρτης ενάγουσας Α.
Δ., που εργαζόταν ως καμαριέρα, σύμφωνα αφενός μεν με την οικεία ΣΣΕ και αφετέρου με το σύστημα της επιβληθείσας εκ περιτροπής εργασίας ανέρχονταν στο ποσό των 1248,06 ευρώ για το μήνα Νοέμβριο 2011, στο ποσό των 1058,58 ευρώ για το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011, στο ποσό των 1254,70 ευρώ για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2012, στο ποσό των 963,65 ευρώ για τον μήνα Φεβρουάριο του έτους 2012 και για το μήνα Μάρτιο 2012 στο ποσό των 735,01 ευρώ.
Συνεπώς οι οφειλές της εναγομένης, ανέρχονταν κατά τους ως άνω χρόνους επίσχεσης της εργασίας σύμφωνα με την οικεία ΣΣΕ και την εφαρμογή της εκ περιτροπής απασχόλησης: α) για την πρώτη ενάγουσα, που της οφείλοντο οι αποδοχές Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011 στο ποσό των 3.178,40 ευρώ, 2) για την δεύτερη, που της οφείλοντο οι αποδοχές Σεπτεμβρίου, Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011 στο ποσό των 4.472,22 ευρώ, 3) για την τρίτη ενάγουσα, που της οφείλοντο αποδοχές Σεπτεμβρίου Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2011 στο ποσό των 4.015,62 ευρώ, 4) για την τέταρτη ενάγουσα, που της οφείλοντο αποδοχές Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011 και Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2012 στο ποσό των 4.254,99 ευρώ και 5) για την πέμπτη ενάγουσα, που της οφείλοντο αποδοχές Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2011 στο ποσό των 7.314,60 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη από τη μεριά της α) με τις από 12.1.2012 και 30.1.2012 εξώδικες απαντήσεις της, τις οποίες κοινοποίησε στις πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των εναγουσών στις 16.1.2012 και 2.2.2012, διαμαρτυρόμενη αρχικά (με το πρώτο εξώδικο) για την καταχρηστική συμπεριφορά τους, λόγω της γνωστής σε αυτές οικονομικής της αντιξοότητας σε περιβάλλον γενικής οικονομικής κρίσης, αλλά και λόγω των προηγηθεισών συζητήσεων και διαβουλεύσεων, τις κάλεσε να συνεχίσουν απρόσκοπτα την εργασία τους, υποσχόμενη την καταβολή των δεδουλευμένων τους εντός ευλόγου χρόνου.
Στη συνέχεια (με το δεύτερο εξώδικο), διαμαρτυρόμενη για την αδικαιολόγητη και καταχρηστική απουσία τους από την εργασία τους, λόγω και των δυσανάλογων ζημιογόνων επιπτώσεων στο τμήμα του εστιατορίου και στην εν γένει λειτουργία της επιχείρησης, τις κάλεσε να επιστρέψουν στην εργασία τους, διαβεβαιώνοντας και πάλι ότι θα εξοφλούσε τις οφειλές της, β) με τις από 23.3.2012 και 4.4.2012 εξώδικες απαντήσεις της, τις οποίες κοινοποίησε αυθημερόν προς την τέταρτη ενάγουσα, διαμαρτυρόμενη αρχικά (με το πρώτο εξώδικο) για την αντιφατική και καταχρηστική συμπεριφορά της και αρνούμενη άλλες αξιώσεις πέραν των δεδουλευμένων αποδοχών των τελευταίων μηνών, την κάλεσε να επιστρέψει στην εργασία τους, υποσχόμενη την καταβολή των δεδουλευμένων εντός ευλόγου χρόνου.
Στη συνέχεια (με το δεύτερο εξώδικο), διαμαρτυρόμενη για την αδικαιολόγητη και καταχρηστική απουσία της από την εργασία της, λόγω και των δυσανάλογων ζημιογόνων επιπτώσεων στην λειτουργία της επιχείρησης, την κάλεσε να επιστρέψει στην εργασία της, διαβεβαιώνοντας και πάλι για την εξόφληση των οφειλών της.
Οι ενάγουσες όμως δεν ανταποκρίθηκαν στις ως άνω διαμαρτυρίες, προσκλήσεις και υποσχέσεις της εναγομένης εργοδότριας και συνέχισαν να απέχουν από τα καθήκοντά τους. Για το λόγο αυτό η τελευταία τους γνωστοποίησε ότι εκλαμβάνει την αποχή από την εργασία τους ως οικειοθελή αποχώρηση αυτών από την επιχείρηση της και προέβη σε αναγγελία της αποχώρησης αυτής στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας στις 9.2.2012 και 9.4.2012.
Λαμβανομένων υπόψη των ατομικών, οικογενειακών και οικονομικών αναγκών όλων των εναγουσών, ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός αποτελούσε μέσο βιοπορισμού τους. Σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η επίσχεση εργασίας των εναγουσών ασκήθηκε νόμιμα, εφόσον είχαν τις προαναφερθείσες ληξιπρόθεσμες αξιώσεις από την παρασχεθείσα εργασία τους, γεγονός που αποδέχεται και η ίδια η εναγομένη.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η τελευταία ήταν πάντα συνεπής στις υποχρεώσεις της από τις εργασιακές σχέσεις και ήταν αξιόπιστη και αξιόχρεη με όλους όσους συναλλασσόταν. Πλην όμως από το έτος 2010 περίπου, άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, εξαιτίας της γενικής οικονομικής κρίσης, που είχε πλήξει την ελληνική οικονομία και ειδικότερα τον τομέα του τουρισμού με τη μεγάλη πτώση στις πληρότητες, στη μέση τιμή του δωματίου και στα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο.
Η επιδείνωση των οικονομικών της ήταν έντονη και συνεχής και συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τους ισολογισμούς των χρήσεων 2007 - 2011 και τη συγκεντρωτική κατάσταση των οικονομικών στοιχείων από τους ισολογισμούς του ως άνω διαστήματος, τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσεως 2011 ήταν μειωμένα έναντι της χρήσεως 2007 κατά 34,91%, οι ζημίες της τελευταίας πενταετίας ανέρχονταν συνολικά σε 788.479,40 ευρώ, ενώ οι δαπάνες μισθοδοσίας αποτελούσαν το 50% των συνολικών δαπανών.
Επί πλέον μέχρι 31.12.2012 υπήρχαν οφειλές προς την ίδια ύψους 97.683,57 ευρώ από πελάτες της, που στο μεγαλύτερο ποσοστό ήταν εταιρείες Π.Α.Ε. και Ομοσπονδίες. Άμεση συνέπεια των ως άνω ήταν να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της προς τρίτους (εργαζόμενους, προμηθευτές, επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, τράπεζες κλπ).
Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι προέβαινε συνεχώς σε διακανονισμό των οφειλών της με την εταιρεία παροχής φυσικού αερίου ….. ΑΕ και με τη ….., όπως επίσης και ότι ζήτησε και έλαβε, κατόπιν διενεργηθέντος ελέγχου, περίοδο χάριτος αφορώσα δανειακή της σύμβαση με την Τράπεζα .... Εκτός από τις ενάγουσες, άλλοι εργαζόμενοι δεν προέβησαν σε επίσχεση εργασίας.
Στις αρνητικές αυτές συγκυρίες, η εναγομένη επιδίωξε και επέλεξε να διατηρήσει την επιχείρησή της, γεγονός που εξυπηρετεί την οικονομία και τους εργαζομένους της, αλλά και οδηγεί στη δημιουργία εισοδήματος με το οποίο διασφαλίζεται η ικανοποίηση των δανειστών. Για τον ίδιο λόγο εξάλλου κατέβαλε από την αρχή προσπάθειες για να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις, προβαίνοντας σε μερικές καταβολές αποδοχών στους εργαζομένους της.
Βέβαια οι καταβολές που έγιναν ήταν ελάχιστες σε σύγκριση με τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες αυτών, λαμβανομένου υπόψη και του ότι ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός αποτελούσε μέσο βιοπορισμού τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενέργεια των εναγουσών να προβούν σε επίσχεση εργασίας αιφνιδίασε την εναγομένη, δεδομένου ότι, πέραν των αρχικών διαμαρτυριών και οχλήσεων τους, δεν είχαν αντιδράσει ή αρνηθεί φανερά την εφαρμογή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο μάλιστα εφάρμοσαν ένα μήνα η πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη και τρεις μήνες η τέταρτη.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου οι εργαζόμενες ενάγουσες Δ. Π., Ε. Α., Ε. Λ., Α. Δ. και Έ. Μ. άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας τους, πλην όμως αυτό υπερέβαινε τα όρια τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281 ΑΚ. Διότι, η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών τους, όπως και άλλων εργαζομένων ήταν ακούσια και οφειλόταν όχι σε υπαιτιότητα ή δυστροπία της εναγομένης, η οποία μέχρι τότε ήταν αξιόπιστη απέναντί τους, αλλά στην ιδιαίτερη δυσχερή οικονομική κατάσταση αυτής, την οποία γνώριζαν.
Εξάλλου δεν είχαν αντιδράσει ή τουλάχιστον αρνηθεί φανερά το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας, η εφαρμογή του οποίου δυσχεράνθηκε σημαντικά με την επίσχεση εργασίας τους με άμεση συνέπεια στην εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης. Μάλιστα το Φεβρουάριο του 2011 [ενν. 2012] η εναγομένη αναγκάσθηκε να προβεί στην πρόσληψη τεσσάρων ατόμων για να καλύψει τα δημιουργηθέντα από την επίσχεση των εναγουσών κενά και όχι διότι είχε την οικονομική ευχέρεια να πράξει τούτο, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι τελευταίες.
Επιπρόσθετα, το μέτρο της επίσχεσης δεν ήταν πρόσφορο να οδηγήσει σε ικανοποίηση των αξιώσεών τους, αφού η επιχείρηση βρισκόταν σε οικονομική δυσχέρεια και αδυνατούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις τους για καταβολή των δεδουλευμένων και να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους. Επομένως οι ενάγουσες περιήλθαν σε υπερημερία ως προς την προσφορά της εργασίας τους και δεν δικαιούνται μισθούς υπερημερίας, λόγω επίσχεσης εργασίας από 18.1.2012 και 20.3.2012, δεκτής γενομένης ως βάσιμης ουσιαστικά της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ που πρότεινε η εναγόμενη".
Με τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε κρίνει ομοίως, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους περί του αντιθέτου λόγους της από 18.6.2013 (αριθ. κατάθ. 560/19.6.2013) έφεσης των εναγουσών - εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών, με τους οποίους αυτές παραπονούντο για την απόρριψη της αγωγής κατά το σχετικό κεφάλαιο επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας μέχρι και τον Απρίλιο του 2012 για την περίοδο της εκ μέρους των επίσχεσης εργασίας και συνακόλουθα την από 18.6.2013 έφεση αυτών στο σύνολό της και καταδίκασε αυτές (χωρίς ειδικότερη σκέψη) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης εταιρείας για τον παρόντα (δεύτερο) βαθμό δικαιοδοσίας από εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της συνδρομής περίπτωσης κατάχρησης της υπό τις προπαρατεθείσες συνθήκες και περιστάσεις άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης των εναγουσών.
Κατά συνέπεια δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρων 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648, 325, 329, 353 και 656 του ΑΚ, τις οποίες αντιθέτως ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα: α) δεν ενέχει αντίφαση η παραδοχή ότι η μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών στις ενάγουσες οφειλόταν σε προσωρινή οικονομική δυσπραγία της εναγομένης εταιρείας με την παραδοχή της μείωσης του κύκλου εργασιών μεταξύ των ετών 2007 και 2011 κατά 34,91% και τη συσσώρευση ζημιών την τελευταία πενταετία ύψους 788.479,40 ευρώ, καθότι η μείωση του κύκλου εργασιών και η συσσώρευση ζημιών, που οφείλονταν κατά την προσβαλλομένη απόφαση στη γενικότερη οικονομική κρίση που είχε πλήξει την ελληνική οικονομία και ειδικότερα τον τομέα του τουρισμού, δεν απέκλειε την ανάκαμψη της επιχείρησης της εναγομένης, εφόσον ήθελαν μεταβληθεί οι δυσμενείς για τη λειτουργία της οικονομικές συνθήκες και παράλληλα λαμβάνονταν από την εναγομένη μέτρα μείωσης του κόστους λειτουργίας της, του οποίου (κόστους) το 50% κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αφορούσε δαπάνες μισθοδοσίας, β) δεν συνιστά ανεπάρκεια αιτιολογίας το ότι η προσβαλλομένη απόφαση αρκείται στην αναφορά των μέτρων που λάμβανε η εναγομένη προκειμένου να διακανονίσει τις οφειλές της με την εταιρεία παροχής φυσικού αερίου και τη ….
και να λάβει περίοδο χάριτος αποπληρωμής δανείου προς την Τράπεζα ... με σκοπό τη συνέχιση της λειτουργίας της, χωρίς παράλληλα να μνημονεύει εάν αυτή έλαβε εξαναγκαστικά μέτρα και ποία κατά των πελατών της που της όφειλαν 97.683,57 ευρώ, γ) η αιτίαση ότι αντιφατικά η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η εναγομένη ήταν απόλυτα συνεπής στις υποχρεώσεις της και αξιόχρεη και παράλληλα προέβη στην επιδίκαση διαφορών για εργασία Κυριακών από το έτος 2008 και μετά [συναφής και ο περί τούτου τρίτος λόγος αναίρεσης] στηρίζεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι, με βάση τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα που εξέδιδε κάθε μήνα η εναγομένη για τη μισθοδοσία των εναγουσών, των οποίων δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, οι ενάγουσες έλαβαν για την αιτία αυτή (απασχόλησης τις Κυριακές) και για την περίοδο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2011 αμοιβή μεγαλύτερη εκείνης που εδικαιούντο (βλ.
φύλλα 22,23 προσβαλλομένης) και για τον λόγο αυτό δεν επιδίκασε για την αιτία αυτή αμοιβή, δ) η αιτίαση ότι η προκληθείσα δυσλειτουργία στην επιχείρηση της εναγομένης από την επίσχεση εργασίας των εναγουσών διήρκεσε για ελάχιστες ημέρες και αντιμετωπίσθηκε από την εναγομένη με την πρόσληψη προσωπικού, πέραν του ότι πλήττει την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, παρίσταται αλυσιτελής, διότι σε κάθε περίπτωση η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ότι η καθυστέρηση πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγουσών δεν οφειλόταν στην υπαιτιότητα αυτής, αλλά σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία, αρκεί για τη στήριξη του διατακτικού της, ε) η αιτίαση ότι δεν λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλομένη απόφαση το γεγονός της σε σύντομο χρόνο υποβολής εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας δήλωσης οικειοθελούς παραίτησης των εναγουσών προς τον …., ως στοιχείου της καταχρηστικότητας ή μη της επίσχεσης εργασίας αυτών, δεν ιδρύει λόγο για ανεπάρκεια αιτιολογίας, καθότι η δήλωση αυτή δεν αφορά το ζήτημα της καταχρηστικότητας ή μη της επίσχεσης εργασίας αλλά το ζήτημα της λύσης ή μη των συμβάσεων εργασίας με σιωπηρά καταγγελία εκ μέρους των εναγουσών, το δε δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι λύθηκε η μεταξύ των διαδίκων σχέση εργασίας με σιωπηρά εκ μέρους των εναγουσών καταγγελία αυτής, αλλά ότι η κατά τη διάρκεια της σχέσης εργασίας επίσχεση αυτής υπήρξε καταχρηστική και συνακόλουθα δεν επέφερε τις συνέπειες αυτής (υπερημερία) της εργοδότιδος εταιρείας, στ) η αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης ότι κανένας από τους λοιπούς (επί συνόλου 22) εργαζομένους δεν προέβη σε επίσχεση εργασίας και ότι το μέτρο αυτό δεν ήταν πρόσφορο για την ικανοποίηση των αξιώσεων των εναγουσών, λόγω της προαναφερθείσας οικονομικής δυσχέρειας συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου και όχι παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, δεκτικές ελέγχου για ανεπάρκεια αιτιολογίας ή αντιφατικότητα.
Επομένως, οι περί του αντιθέτου από τον αριθμό 19 [και όχι από τον αριθμό 1] του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος κατά ένα μέρος λόγοι αναίρεσης, που αναφέρονται σε αιτιάσεις για εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών και που στηρίζονται επί αναληθούς προϋπόθεσης, είναι αβάσιμοι.
Κατά το μέρος δε που οι λόγοι αυτοί υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας πλήττουν την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ή κατά το μέρος που είναι αλυσιτελείς, είναι απαράδεκτοι. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενο αυτών, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον από τον αριθμό 8 περ. β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 2019/2007). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ.
γ του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, ή δεν συνάγεται αδιαστίκτως ότι έλαβε υπόψη, αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών που κατά την έννοια του άρθρου 335 ΚΠολΔ ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο στην περίπτωση αυτή ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΟλΑΠ 42/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τους αριθμούς 8 και 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι ουδέποτε οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσείουσες διαμαρτυρήθηκαν για την επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης με συνέπεια τον αιφνιδιασμό της εναγομένης εταιρείας από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, δεν έλαβε υπόψη της το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από αυτές με επίκληση από 10.1.2012 εξώδικης διαμαρτυρίας - δήλωσης αυτών, από την οποία προέκυπτε το αντίθετο, ούτε το γεγονός ότι και μετά την πιο πάνω διαμαρτυρία τους η εναγομένη εξακολούθησε να μην καταβάλλει τις αποδοχές τους.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί, αφενός μεν ως απαράδεκτος, διότι η μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου δεν στοιχειοθετεί τον από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, αφετέρου δε ως αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων, έλαβε υπόψη του και το έγγραφο αυτό, του οποίου μάλιστα κάνει ρητή μνεία στο σκεπτικό του (βλ.
φύλλο 9ο αυτής). Επισημαίνεται ότι η κατά τα ανωτέρω παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης περί της έλλειψης αντίδρασης ή της φανερής τουλάχιστον άρνησης εφαρμογής από τους εργαζομένους στην επιχείρηση της εναγομένης εταιρείας (περιλαμβανομένων και των εναγουσών) του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, πέραν των αρχικών διαμαρτυριών και οχλήσεων, αναφέρεται κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο διάστημα μέχρι την κοινοποίηση της πιο πάνω εξώδικης διαμαρτυρίας - δήλωσης και όχι σε μεταγενέστερο χρόνο.
Από την διάταξη του άρθρου 176 εδ. α του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι ο διάδικος που νικήθηκε καταδικάζεται να πληρώσει τα έξοδα, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 183 εδ. α του ιδίου Κώδικα, με την οποία ορίζεται ότι τα έξοδα που προκάλεσε η άσκηση και η εκδίκαση ενδίκου μέσου επιβάλλονται σε περίπτωση που απορριφθεί σε βάρος του διαδίκου που το άσκησε, σαφώς προκύπτει ότι σε περίπτωση απόρριψης της έφεσης, τα δικαστικά έξοδα, που προσδιορίζονται κατ' είδος στο άρθρο 189 παρ.1 του ΚΠολΔ και που προκλήθηκαν από την άσκηση και εκδίκαση αυτής, επιβάλλονται σε βάρος του εκκαλούντος, ο οποίος προέβη στην άσκηση και την εκδίκαση του ασκηθέντος από αυτόν ενδίκου μέσου (ΑΠ 1/1997).
Επομένως, μετά την απόρριψη στο σύνολό της της από 18.6.2013 (αριθ. κατάθ. 560/19.6.2013) έφεσης των εναγουσών - εκκαλουσών και ήδη αναιρεσειουσών ως κατ' ουσία αβάσιμης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το τελευταίο ορθώς (αν και χωρίς ειδική σκέψη) επέβαλε σε βάρος των εκκαλουσών, που ηττήθηκαν, τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης εταιρείας, για τον εν λόγω βαθμό δικαιοδοσίας, ύψους 650 ευρώ και μάλιστα στο σύνολό τους (και όχι κατά ένα μέρος, ως διαλαμβάνεται στην αίτηση αναίρεσης).
Επομένως ο περί του αντιθέτου, εκτιμώμενος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τρίτος κατά ένα μέρος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου πρέπει να απορριφθεί η από 5.1.2017 αίτηση αναίρεσης των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών και καταδικασθούν αυτές, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2017, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 178/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Επί της από 9.12.2016 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 "οι επί σχέσει εργασίας του ιδιωτικού δικαίου απασχολούμενοι, παρ' οιωδήποτε εργοδότη, μισθωτοί, δικαιούνται κατ` έτος επιδόματος αδείας, ίσου προς το σύνολο των αποδοχών των υπό του α.ν. 539/1945 ή άλλων διατάξεων καθοριζομένων ημερών αδείας αναπαύσεως μετ` αποδοχών, ων δικαιούται έκαστος μισθωτός, υπό τον περιορισμόν ότι το επίδομα τούτο δεν δύναται να υπερβαίνει τας αποδοχάς ενός 15νθημέρου, διά τους επί μηνιαίω μισθώ αμειβόμενους, των 13 δε εργασίμων ημερών δια τους επί ημερομίσθιω ή κατά μονάδα εργασίας ή επί ποσοστοίς ή κατ` άλλον τρόπον αμειβομένους μισθωτούς. Το ως άνω επίδομα καταβάλλεται ομού μετά των αποδοχών της αδείας αναπαύσεως του μισθωτού...". Με τη διάταξη αυτή και με νομοθετική βούληση να ενισχυθεί ο σκοπός της αναψυχής του εργαζόμενου που επιδιώκεται με το θεσμό της άδειας, θεσπίσθηκε ένα πρόσθετο ποσό, το επίδομα αδείας, που καταβάλλεται από τον εργοδότη μαζί με τις αποδοχές αδείας στον μισθωτό, και το οποίο ισούται με το σύνολο των αποδοχών αδείας, με τον διαλαμβανόμενο στη διάταξη αυτή χρονικό περιορισμό της μη υπέρβασης των αποδοχών ενός δεκαπενθημέρου για τους αμειβόμενους με μηνιαίο μισθό ή δέκα τριών εργασίμων ημερών για τους αμειβόμενους με ημερομίσθιο.
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση αυτού δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, ότι κατά την πρόσληψη των τεσσάρων πρώτων των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων, προκειμένου να εργασθούν στο ξενοδοχείο που η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία διατηρούσε στην …..
συμφωνήθηκε μεταξύ αυτών και της εναγομένης ότι αυτές θα αμείβονται με τις νόμιμες μηνιαίες αποδοχές, όπως αυτές προβλέπονται από την οικεία ΣΣΕ. Ότι δυνάμει της από 22.7.2010 συλλογικής σύμβασης εργασίας "Για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας", οι κατά τα άνω μηνιαίες ακαθάριστες αποδοχές της δεύτερης και της τρίτης εξ αυτών Ε.
Α. και Ε. Λ. κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους 2011 είχαν διαμορφωθεί σε 1204,46 και 1052,26 ευρώ αντίστοιχα. Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι στις ως άνω δεύτερη και τρίτη των εναγουσών καταβλήθηκαν από την εναγομένη εταιρεία τα ποσά των 660,74 και 577,22 ευρώ αντίστοιχα για επίδομα αδείας του έτους 2011 και ότι αυτές δικαιούνται για διαφορές στο επίδομα αδείας τα ποσά των 360,83 και 185,58 ευρώ αντίστοιχα, τα οποία και επιδίκασε σε αυτές (βλ.
φύλλα 8ο, 9ο οπισθία σελίδα και 23ο οπισθία σελίδα προσβαλλομένης). Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966, καθότι με βάση τις ως άνω παραδοχές το οφειλόμενο επίδομα αδείας της δεύτερης και τρίτης των εναγουσών ανερχόταν σε 602,23 [1204,46 Χ 1/2 ] και 526,13 [1052,26 Χ 1/2] ευρώ αντίστοιχα, ήτοι στις αποδοχές ενός δεκαπενθημέρου, ποσά που ήταν μικρότερα των ποσών των 660,74 και 577,22 ευρώ που κατά την προσβαλλομένη απόφαση αυτές έλαβαν αντιστοίχως για την αιτία αυτή, με συνέπεια να μην δικαιούνται διαφορών.
Επομένως, ο περί τούτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το ως άνω σκέλος του (βλ. σελ 22, 23 του αναιρετηρίου), με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι η ενοχή αποσβέννυται με καταβολή, συνάγεται ότι στοιχεία της ένστασης εξόφλησης είναι το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής.
Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός εάν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να διαλαμβάνονται και τα επί μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελαχίστων ορίων αποδοχών (άρθ. 3, 174, 679 ΑΚ, 8 του Ν 2112/1920, 8 παρ. 4 του Ν. 4020/1959).
Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, με το άρθ. 18 παρ. 1 του Ν. 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ' αυτών κρατήσεις (ΑΠ 529/2016, ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 1688/2012, ΑΠ 178/2010, ΑΠ 1320/2008).
Εξ άλλου, ο οφειλέτης, εναγόμενος προς πληρωμή ορισμένου χρέους και ισχυριζόμενος απόσβεση αυτού με καταβολή, αρκεί να αποδείξει την καταβολή αυτή, χωρίς να είναι ανάγκη να αποδείξει και ότι η γενομένη καταβολή αφορά το επίδικο χρέος, γιατί τούτο εξυπακούεται, αφού μόνο γι` αυτό είναι η διαφορά. Ο δανειστής, ωστόσο, δικαιούται, κατ` αντένσταση, να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η προβαλλόμενη καταβολή αφορά άλλο χρέος του οφειλέτη.
Στην περίπτωση αυτή ο οφειλέτης μπορεί να αντιτάξει ότι η καταβολή έγινε προς εξόφληση του επιδίκου χρέους, είτε κατόπιν συμφωνίας, είτε με μονομερή από αυτόν καθορισμό του εξοφλητέου χρέους, από τα περισσότερα χρέη, με βάση το άρθρο 422 εδ.α` ΑΚ (ΑΠ 1093/2017, ΑΠ 1653/2011, ΑΠ 1522/2011, ΑΠ 1977/2009, ΑΠ 1927/2008). Τέλος, ο ισχυρισμός του οφειλέτη περί εξόφλησης ληξιπρόθεσμης οφειλής του προς τον δανειστή με καταβολή, ενέχει εκ του πράγματος ομολογία του οφειλέτη περί της ύπαρξης της οφειλής αυτής, η οποία στη συνέχεια αποσβέσθηκε με την καταβολή.
Περαιτέρω ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, είτε με την ψευδή ερμηνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας, όταν δηλαδή αυτό προσέδωσε στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με την κακή εφαρμογή αυτού, όταν δηλαδή αυτό υπήγαγε στον κανόνα δικαίου εσφαλμένα τα περιστατικά της ατομικής περίπτωσης και έτσι κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού και όχι όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση σχετικού ισχυρισμού ορθά μεν ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, πλην όμως κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εσφαλμένα εκτίμησε κατ' ουσία τις ενώπιον του προσκομισθείσες αποδείξεις προς απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού, με συνέπεια να απορρίψει αυτόν εν όλω ή εν μέρει κατ' ουσία, ενώ κατά την άποψη του αναιρεσείοντος έπρεπε να τον δεχθεί ως βάσιμο εν όλω κατ' ουσία.
Στην περίπτωση αυτή η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας κρίση περί της απόρριψης εν όλω ή εν μέρει του σχετικού ισχυρισμού, ως κατ' ουσία αβάσιμου, μετά από εκτίμηση του με επίκληση προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, καθότι αφορά την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εν λόγω δικαστηρίου (άρθ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ) Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης της μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που προτάθηκαν, όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996).
Τέλος δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, όταν η επικαλουμένη αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης είναι φαινομενική, οφειλομένη σε παραδρομή, εφόσον από το όλο περιεχόμενο αυτής δεν προκύπτουν αμφιβολίες ως προς το τι τελικά δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, του οποίου το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, κατά τα λοιπά αυτού σκέλη, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι, αν και κατά παραδοχή του περί τούτου τέταρτου λόγου της από 4.6.2013 έφεσης αυτής έκρινε ορθώς ότι η προβληθείσα πρωτοδίκως από αυτήν ένσταση εξόφλησης των αγωγικών αξιώσεων των εναγομένων για δεδουλευμένες αποδοχές, διαφορές στο επίδομα εορτών Πάσχα 2012 και επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2011 (για την τέταρτη από αυτές) και εργασία κατά τη διάρκεια Κυριακών ήταν ορισμένη και νόμιμη και εξαφάνισε κατά το μέρος αυτό την αντιθέτως αποφανθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την ένσταση αυτή ως αόριστη, στη συνέχεια, αφού έλαβε υπόψη το με επίκληση προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό και ειδικότερα τις προσκομισθείσες καταστάσεις μισθοδοσίας που αφορούσαν ολόκληρο το χρονικό διάστημα απασχόλησης των εναγουσών, δέχθηκε την ένσταση αυτή μόνο κατά ένα μέρος ως βάσιμη κατ' ουσία, επιδικάζοντας στις ενάγουσες τα αναφερόμενα σε αυτήν επί μέρους ποσά, ενώ από τα προσκομισθέντα με επίκληση εκκαθαριστικά σημειώματα σε συνδυασμό με τα επισυναπτόμενα σε αυτές τραπεζικά παραστατικά και την σε εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης καταβολή του ποσού των 1200 ευρώ στην καθεμία από τις ενάγουσες, προέκυπτε η εξόφληση του συνόλου των άνω ληξιπροθέσμων προς αυτές οφειλών μέσα σε εύλογο διάστημα από την γέννησή τους.
Κατά συνέπεια, κατά τον σχετικό αναιρετικό λόγο, η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στις ως άνω από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες: α) εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 416, 424 του ΑΚ και 18 του Ν.1082/1980 και τις συναφείς προς την τελευταία διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Ν. 1469/1984 και 5 του Ν. 3227/2004, β) μη λαμβάνοντας υπόψη τον περί εξοφλήσεως προταθέντα ισχυρισμό αυτής και λαμβάνοντας υπόψη ομολογία αυτής περί των οφειλών της, αν και αυτή ουδέποτε προέβη σε ομολογία της οφειλής της αυτής, εφόσον επικαλέσθηκε ολοσχερή στη συνέχεια εξόφληση και γ) περιέχουσα αντιφατικές αιτιολογίες, αφού το μεν δέχεται στο φύλλο 16ο ότι οι ενάγουσες δεν διατηρούσαν αξιώσεις κατά της εναγομένης για εργασία σε ημέρα Κυριακή, ενώ στη συνέχεια επιδίκασε στις τέσσερις πρώτες εξ αυτών αμοιβή για την αιτία αυτή και για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011, ύψους 224,88 ευρώ στην πρώτη, 224,88 ευρώ στη δεύτερη, 210,64 ευρώ στην τρίτη και 165,30 ευρώ στην τέταρτη.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι κατά το υπό στοιχείο (α) σκέλος απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και συγκεκριμένα των προσκομισθεισών με επίκληση εκκαθαριστικών σημειωμάτων μισθοδοσίας των εναγουσών και των τραπεζικών παραστατικών σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφορά την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα (εν όλω ή εν μέρει) της από αυτήν προβληθείσας ένστασης εξόφλησης (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
Συνακόλουθα δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλομένη απόφαση του κατά την έρευνα του περί εξοφλήσεως ισχυρισμού της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 416, 422 του ΑΚ και 18 του Ν.1082/1980, τον οποίο στη συνέχεια απέρριψε εν μέρει ως αβάσιμο κατ' ουσία, μετά από εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Περαιτέρω, ο λόγος αυτός κατά το υπό στοιχείο (β) σκέλος είναι αβάσιμος. Και τούτο διότι δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ιδίου Κώδικα, εφόσον και κατά τα διαλαμβανόμενα στον αναιρετικό λόγο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον περί εξοφλήσεως ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, τον οποίο έκρινε ορισμένο και νόμιμο και στη συνέχεια τον δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμο κατά ένα μέρος και τον απέρριψε κατά τα λοιπά, είναι δε αδιάφορο για την ίδρυση του λόγου αυτού το ότι κατά την άποψη της αναιρεσείουσας η κατ' ουσίαν εν μέρει απόρριψη του ισχυρισμού της αυτού ήταν με βάση το προσκομισθέν αποδεικτικό υλικό εσφαλμένη.
Εξ άλλου, δεν ιδρύει λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η παρά το νόμο λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προτάθηκαν, όπως η ομολογία (δικαστική ή εξώδικη). Σε κάθε δε περίπτωση ο ισχυρισμός περί καθυστερημένης εξόφλησης των ληξιπροθέσμων αξιώσεων των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εργοδότιδος εταιρείας, ενέχει ομολογία αυτής περί της γέννησης των αξιώσεων αυτών, οι οποίες μάλιστα ήταν απαιτητές κατά το χρόνο που οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες προέβησαν στην επίσχεση εργασίας.
Υπό την έννοια αυτή γίνεται μνεία περί ομολογίας από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλομένη απόφασή του και ειδικότερα υπό την έννοια αυτή αναφέρεται ότι "η εναγομένη όφειλε σε αυτές, όπως ομολογεί και η ιδία, τις δεδουλευμένες τους αποδοχές και τα αναλογούντα επιδόματα εορτών και αδείας, που αναφέρονται παρακάτω..." σε συνδυασμό με την παραδοχή αυτής ότι "από τις ως άνω αξιώσεις [που επικαλούνταν οι ενάγουσες], η εναγομένη, πάντοτε τόσο με τα εξώδικα που απηύθυνε, όπως και μέσω του Η.
Κ., που παρουσιάστηκε εκ μέρους της στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, αποδέχθηκε τις οφειλές της από δεδουλευμένες αποδοχές, τις οποίες πάντα υποσχόταν ότι θα εξοφλήσει" (φύλλα 13ο και 16ο προσβαλλομένης). Τέλος, ο ίδιος λόγος κατά το υπό στοιχείο (γ) σκέλος του είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, δεν ενέχει αντίφαση η γενική παραδοχή της προσβαλλομένης απόφασης στο 16ο φύλλο αυτής ότι "Ειδικότερα από τις μισθοδοτικές καταστάσεις, στις οποίες αναφέρεται χωριστά η καταβολή ποσών για εργασία νυκτερινή και εργασία σε ημέρα Κυριακή σε συνδυασμό με τις οριστικές δηλώσεις ΦΜΥ της εναγομένης και τις χορηγηθείσες βεβαιώσεις αποδοχών (η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε), αλλά και τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα προπεριγραφέντα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι ως άνω ενάγουσες μέχρι το χρόνο επίσχεσης της εργασίας τους δεν διατηρούσαν αξιώσεις έναντι της εργοδότου τους, από εργασία νυκτερινή και εργασία σε ημέρα Κυριακή, υπερεργασία, υπερωρία ή εργασία την έκτη ημέρα του Σαββάτου" με την επιδίκαση στις τέσσερις πρώτες εξ αυτών αμοιβή για την εργασία σε ημέρα Κυριακή για μικρό χρονικό διάστημα και ειδικότερα για τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2011, ύψους 224,88 ευρώ στην πρώτη, 224,88 ευρώ στη δεύτερη, 210,64 ευρώ στην τρίτη και 165,30 ευρώ στην τέταρτη, ήτοι για χρονικό διάστημα πριν την επίσχεση.
Και τούτο διότι οι επίδικες αξιώσεις των εναγουσών για την καταβολή αμοιβής λόγω παρασχεθείσας από αυτές εργασίας κατά τις Κυριακές αφορούσαν κατά την αγωγή ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.12.2011, ήτοι διάστημα τεσσάρων ετών, και κατά συνέπεια η παραδοχή αυτή της προσβαλλομένης απόφασης, που αφορούσε άλλωστε συγχρόνως και άλλες απαιτήσεις των εναγουσών, αναφέρεται προφανώς στο συνήθως συμβαίνον καθόλη τη διάρκεια του χρόνου απασχόλησής των εναγουσών, για το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι οι σχετικές απαιτήσεις είχαν εξοφληθεί, η δε μη αναφορά στην γενική αυτή παραδοχή της διευκρινιστικής φράσης "με εξαίρεση το διάστημα των τριών τελευταίων μηνών του έτους 2011 για εργασία τις Κυριακές" οφείλεται σε προφανή αβλεψία, χωρίς να προκύπτουν αμφιβολίες από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ως προς το τι ακριβώς δέχθηκε τελικά το δικαστήριο της ουσίας ως προς το κεφάλαιο αυτό, του οποίου το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για την βασιμότητα του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη μόνο αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη ή την συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των με επίκληση προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία αυτό έπρεπε να λάβει υπόψη του (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1107/2015, ΑΠ 38/2014, ΑΠ 322/2011). Για το ορισμένο του λόγου αυτού, στις περιπτώσεις που προβάλλεται ειδικά με την αίτηση αναίρεσης η αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη εγγράφων, είτε προς άμεση απόδειξη ισχυρισμού, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα έγγραφα αυτά, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, η βασιμότητα ή μη του οποίου θα αποδεικνυόταν από τα έγγραφα αυτά και οι λόγοι που ο ισχυρισμός αυτός ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 763/2016, ΑΠ 1456/2014, ΑΠ 1185/2010).
Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του (ΟλΑΠ 14/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο και τελευταίο από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι: α) παρά τη σχετική μνεία στην προσβαλλομένη απόφαση της λήψης υπόψη των καταστάσεων μισθοδοσίας των εναγουσών για όλο το χρονικό διάστημα της απασχόλησής των δεν προκύπτει αδιαστίκτως ότι το εν λόγω δικαστήριο έλαβε πράγματι υπόψη του τις σχετικές (ανυπόγραφες) αποδείξεις πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημιώσεων, λόγω παροχής εργασίας τις Κυριακές, των μηνών Οκτωβρίου 2011 έως και Ιανουαρίου 2012 για την πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη των εναγουσών και των μηνών Νοεμβρίου 2011 έως και Φεβρουαρίου 2012 για την τέταρτη εξ αυτών, του επιδόματος εορτών Πάσχα για όλες και του επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του 2011 για την τέταρτη εξ αυτών σε συνδυασμό με τα επισυναφθέντα παραστατικά των σχετικών καταβολών προς αυτές μέσω Τράπεζας (σχετ. 2, 2α, 2β, 2γ και 2δ), που με επίκληση προσκομίσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, από τις οποίες, σε συνδυασμό και με το στη συνέχεια καταβληθέν ποσό των 1.200 ευρώ στην καθεμία από αυτές σε εκούσια συμμόρφωση για μέρος της κηρυχθείσας προσωρινά εκτελεστής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προέκυπτε η βασιμότητα του περί εξοφλήσεως των ως άνω απαιτήσεων ισχυρισμού της εναγομένης, με συνέπεια να επιδικάσει σε αυτές τα χρηματικά ποσά των (4.046,25), (4.583,52), (3.943,20), (5.929,90) και (8.877,95) ευρώ αντιστοίχως που κατά τα διαλαμβανόμενα αναλυτικά στο λόγο αυτό είχαν ήδη εξοφληθεί, β) δεν έλαβε υπόψη του για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων σχετικά με τη βασιμότητα του ανωτέρω περί εξοφλήσεως ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, 1) την με αριθ. 1997/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που δικάζοντας κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων αίτηση αναστολής της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκε αυτήν και ανέστειλε την εκτέλεση αυτής, κατά το μέρος που είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το Εφετείο Πειραιώς επί της από 4.6.2013 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, πιθανολογώντας την εξόφληση των ένδικων απαιτήσεων και τη μη βασιμότητα άλλων, 2) το από 27.11.2012 κατηγορητήριο για τη μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Σεπτεμβρίου 2011 έως και Δεκεμβρίου 2011 και την επ' αυτού εκδοθείσα αθωωτική απόφαση του Β' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, από την οποία προέκυπτε η καταβολή και στις ενάγουσες, μεταξύ άλλων μισθωτών, των αποδοχών τους των μηνών αυτών, που με επίκληση προσκομίσθηκαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τις οποίες το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ουδεμία ποιείται μνεία.
Ο ανωτέρω λόγος, κατά το μέρος που αφορά το υπό στοιχείο (α) σκέλος του είναι αόριστος και κατά συνέπεια απαράδεκτος, διότι σε αυτόν δεν προσδιορίζεται ειδικά η ταυτότητα των σχετικών εγγράφων και συγκεκριμένα των επί μέρους παραστατικών της Τράπεζας, για κάθε ενάγουσα, χωριστά, με αναφορά στο χρόνο έκδοσης εκάστου εξ αυτών και του ποσού που το καθένα αφορά, με βάση τα οποία αποδεικνύονται κατά τα διαλαμβανόμενα στον αναιρετικό λόγο οι συνεχείς (υπό την έννοια των διαδοχικών) καταβολές μέσω Τράπεζας σε κάθε ενάγουσα, με τις οποίες επήλθε η επικαλουμένη εξόφληση των επίδικων οφειλών, αλλά γίνεται γενική μνεία "των επισυναφθέντων στις προαναφερόμενες ανυπόγραφες αποδείξεις παραστατικών Τραπέζης".
Το ίδιο ισχύει αναφορικά και με το ποσό των 1.200 ευρώ, που στη συνέχεια καταβλήθηκε, σε συμμόρφωση προς το μέρος που κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστό με την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Κατά το μέρος που ο λόγος αυτός αφορά το υπό στοιχείο (β) σκέλος του, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 7ο αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω υπό στοιχεία (β) έγγραφα, περιλαμβανομένης και των ως άνω αποφάσεων, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει: α) να απορριφθεί στο σύνολό της η από 9.12.2016 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας ως προς τις πρώτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων Δ. Π., Α. Δ. και Έ. Μ. και β) να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη η εν λόγω αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας ως προς την δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ε.
Α. και Ε. Λ. και ειδικότερα μόνο κατά το κεφάλαιο επιδίκασης σε αυτές διαφορών στο επίδομα αδείας έτους 2011, ποσού 360,83 και 185,58 ευρώ αντίστοιχα, απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά και ως προς τις εν λόγω διαδίκους. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ.3 εδ. α και β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικά έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση της αναίρεσης αυτής, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση για την υπόθεση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 42/2005, ΟλΑΠ 41/2002, ΟλΑΠ 25/2001).
Στην κρινόμενη περίπτωση, τέτοιο δικονομικό έδαφος για επανεκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της από το Εφετείο, μετά την κατά τα άνω εν μέρει αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν υφίσταται, καθότι το μόνο που απομένει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι η αφαίρεση των ως άνω ποσών από 360,83 και 185,58 ευρώ αντίστοιχα από τα συνολικώς επιδικασθέντα με την προσβαλλόμενη απόφαση στις δεύτερη και τρίτη των εναγουσών - εφεσίβλητων χρηματικά ποσά, ενόψει του ότι στην ένδικη αγωγή η δεύτερη και τρίτη των εναγουσών δεν είχαν ζητήσει την επιδίκαση σε αυτές διαφορών στα επιδόματα αδείας του έτους 2011, αλλά (μόνο) την επιδίκαση διαφορών στις αποδοχές αδείας του ιδίου έτους (βλ.
σελ. 35 υπό β και σελ. 50 υπό β της αγωγής αντίστοιχα), με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για απόρριψη ανύπαρκτου κεφαλαίου της αγωγής από τον Άρειο Πάγο (σχετ. ΑΠ 431/2016, ΑΠ 1620/2014). Εφόσον δε με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και κατά μερική παραδοχή της από 4.6.2013 και με αριθ. κατ. 520/2013 έφεσης της εναγομένης - εκκαλούσας ανώνυμης εταιρείας επιδικάσθηκαν στις δεύτερη και τρίτη των εναγουσών - εφεσιβλήτων τα συνολικά ποσά των 4.582,52 [3.912,14 + 224,88 + 85,67 + 360,83] ευρώ (στη δεύτερη) και των 3.943, 20 [3.468,44 + 210,64 + 78,54 + 185,58] ευρώ (στην τρίτη), από τα οποία (ποσά) οι ως άνω διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης (κεφάλαια) που αφορούν στα τρία πρώτα εκ των επιδικασθέντων στην καθεμία από αυτές εν λόγω κονδυλίων δεν καταλαμβάνονται από το περιεχόμενο και την έκταση της παρούσας αναιρετικής απόφασης [μετά την κατά τα λοιπά απόρριψη αυτής (αίτησης αναίρεσης)] και την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης μόνο ως προς τη διάταξή της (κεφάλαιο) που αφορά το τελευταίο κονδύλιο επιδίκασης διαφορών στο επίδομα αδείας έτους 2011 ύψους 360,83 και 185,58 ευρώ αντίστοιχα, πρέπει να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της απόφασης με βάση το περιεχόμενο της αναιρετικής απόφασης και την έκταση αυτής και συνακόλουθα, δεκτής γενομένης της ως άνω έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και στη συνέχεια, αφού ερευνηθεί κατά το άρθρο 535 παρ.1 του ΚΠολΔ η αγωγή της δεύτερης και τρίτης των εναγουσών, να γίνει αυτή κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, υποχρεωθεί δε η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία να καταβάλει στις δεύτερη και τρίτη των εναγουσών το συνολικό ποσό των 4.221,69 [3.912,14 + 224,88 + 85,67] ευρώ και των 3.757,62 [3.468,44 + 210,64 + 78,54] ευρώ αντίστοιχα, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, με βάση τα όσα έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα εταιρεία, στην πληρωμή για την αναιρετική δίκη των δικαστικών εξόδων όλων των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις κατά την αρχική δικάσιμο της 14ης Νοεμβρίου 2017, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 178/2018 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ενόψει του ότι ως προς μεν τις πρώτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων η αίτηση αναίρεσης απορρίφθηκε στο σύνολό της, ως προς δε τις δεύτερη και τα τρίτη των αναιρεσίβλητων το μέρος για το οποίο έγινε η αναίρεση δεκτή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή στην αύξηση των εξόδων (άρθ. 176, 178 παρ.2 και 183 του ΚΠολΔ).
Επίσης , πρέπει να προσδιορισθεί η σε βάρος της εναγομένης εταιρείας δικαστική δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ως προς τις δεύτερη και τρίτη των εναγουσών, από κοινού με τις λοιπές ενάγουσες, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθ. 178 παρ.1 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει την από 5.1.2017 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειουσών Δ. Π. κλπ και την από 9.12.2016 αντίθετη αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "... ... Ανώνυμος Εταιρεία".
Απορρίπτει την από 5.1.2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 689/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Απορρίπτει την από 9.12.2016 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 689/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς τις πρώτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων Δ. Π., Α. Δ. και Έ. Μ..
Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμό 689/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς ως προς τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων Ε. Α. και Ε. Λ. και ειδικότερα κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο καταβολής διαφορών στο επίδομα αδείας έτους 2011, απορρίπτει δε ως προς αυτές την από 9.12.2016 αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.
Κρατεί και δικάζει την από 4.6.2013 και με αριθ. 520/2013 έφεση της εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... AE" κατά της με αριθ. 2935/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της δεύτερης και της τρίτης των εναγουσών - εφεσίβλητων Ε. Α. και Ε. Μ.. Εξαφανίζει την πιο πάνω εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή ως προς τις ενάγουσες αυτές.
Δικάζει την από 11.5.2012 και με αριθ. κατάθ. 3990/2012 αγωγή της δεύτερης και τρίτης των εναγουσών.
Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή αυτών. Υποχρεώνει την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ... AE" να καταβάλει α) στη δεύτερη ενάγουσα Ε. Α. το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων διακοσίων είκοσι ένα ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (4.221,69) και β) στην τρίτη ενάγουσα Ε. Λ. το συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων πενήντα επτά ευρώ και εξήντα δύο λεπτών (3.757,62), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων όλων των αναιρεσίβλητων για την ανοιγείσα αναιρετική δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και επιβάλλει επί πλέον σε βάρος αυτής, μέρος των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας των ως άνω δεύτερης και τρίτης των εναγουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ από κοινού με τις λοιπές ενάγουσες.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ