Supreme Court quashes appeal decision for failure to consider timely filed statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the Second Instance Court's decision because it failed to address a timely defense regarding the statute of limitations. The appellant had validly raised this argument in the appeal, citing specific dates of contract termination and lawsuit filing under Law 3198/1955. Since this defense was not examined by the lower court, the Supreme Court ordered a remand for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 580 of the Code of Civil Procedure; A lower court commits an appealable error if it fails to examine a defense raised by the appellant that had a decisive influence on the outcome of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 48 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 48/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Mαλαματένια Κουράκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Ό., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λουκά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…" και τον διακριτικό τίτλο "… η οποία προήλθε από την συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία "…" (...) από την εταιρεία με την επωνυμία "…" (...), ως καθολικής διαδόχου της εταιρείας "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κρούπα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-4-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1785/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 3954/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-7-2020 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης εταιρείας ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 498 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, εάν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, η κλήση προς παράσταση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, συντασσομένη κάτω από αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου, επιδίδεται με επιμέλειά του στον αντίδικό του (αναιρεσίβλητο), τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από την δικάσιμο, εάν αυτός διαμένει στην Ελλάδα.
Εξάλλου, η εκπρόθεσμη ή μη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά την συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπεράσπισής του, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, της πρόκλησης δηλαδή δικονομικής βλάβης και δη ως προς την προπαρασκευή της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ' άλλο τρόπο (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 706/2020, ΑΠ 929/2017).
Δεν υπάρχει δικονομική βλάβη από την εκπρόθεσμη και, γενικότερα, μη προσήκουσα κλήτευση, εάν ο επικαλούμενος αυτή διάδικος παρέστη προσηκόντως κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και αντέταξε πλήρως την υπεράσπισή του και τα επιχειρήματά του κατ' αυτής (ΑΠ 706/2020, ΑΠ 824/2018 ΑΠ 929/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.
Σε αυτή την περίπτωση, ο προβάλλων τις ενστάσεις διάδικος καταθέτει τις προτάσεις του είκοσι (20) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως δικάσιμος θεωρείται η δικάσιμος κατά την οποία συζητήθηκε η αίτηση αναίρεσης. (ΑΠ 1181/2022). Τέλος, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ.
γ και δ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων, σαφώς συνάγεται, ότι εάν ο μη νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθείς αναιρεσίβλητος από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση της αναίρεσης, αναιρεσείοντα, παραστεί προσηκόντως κατά την αρχική και τη μετ' αναβολή δικάσιμο και μετέχει στη δίκη, αντιτάσσοντας πλήρως την υπεράσπισή του και τα επιχειρήματά του, δεν υφίσταται δικονομική βλάβη και καλύπτεται το απαράδεκτο της κλήτευσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής: Με την με αριθμό κατάθεσης 38322/1263/20-4-2018 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ισχυρίστηκε ότι στις 22-11-2007 κατήρτισε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εταιρία "…" δικαιοπάροχο της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας με την επωνυμία "..", προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του τεχνίτη οχημάτων, προσκομίζοντας όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά που ελέγχθηκαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες της εναγομένης.
Ότι η τελευταία, του ζήτησε εξηγήσεις για παραποίηση του γενικού βαθμού του τίτλου σπουδών του και παρότι, αποδείχθηκε, ότι ο βαθμός αυτός διορθώθηκε από υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και όχι από τον ίδιο, στις 28-2-2018 η εναγομένη του επέδωσε έγγραφη ειδοποίηση-γνωστοποίηση ότι από το σχετικό έλεγχο δεν επιβεβαιώθηκε η γνησιότητα του τίτλου σπουδών του και για το λόγο αυτό προέβαινε στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από 8-3-2018, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή.
Ότι ο ενάγων επικαλούμενος για τους λόγους που αναφέρει στην αγωγή, ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ζήτησε κυρίως να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να συνεχίσει να απασχολείται στην ίδια θέση, με καταδίκη της εναγομένης σε χρηματική ποινή 150,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας νομιμοτόκως από την ημέρα που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό και επικουρικώς να του καταβάλει η εναγομένη 10.866 ευρώ νομιμοτόκως, για αποζημίωση απόλυσης και 3.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμό 1785/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, που απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, διότι δεν αποδείχθηκε η άσκησή της εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, όσον αφορά στο κύριο αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και στα αναγκαίως συνεχόμενα αιτήματα περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης, αλλά ούτε και ότι ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όσον αφορά στο επικουρικό αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, καθόσον δεν είχε προσκομισθεί από τον ενάγοντα έκθεση επίδοσης της αγωγής αλλά η με αριθμό … έκθεση επίδοσης της από 5-3-2018 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.
Επί της από 02-10-2019 με αριθμό καταθ.7562/2019 έφεσής του ενάγοντος εκδόθηκε η με αριθμό 3954/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την από 13-7-2020 και με αριθ.
κατάθεσης 4643/565/16.7.2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο στις 18.1.2022, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο για τη συζήτησή της στις 18.1.2022, η αναιρεσίβλητη παρέστη προσηκόντως, όπως σαφώς προκύπτει από την κατάθεση την ίδια ημέρα των προτάσεων και των εγγράφων της, παρέστη δε προσηκόντως και για την παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά.
Η αναιρεσίβλητη με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι υπέστη δικονομική βλάβη από την εκπρόθεσμη επίδοση από τον επισπεύδοντα αναιρεσείοντα της κλήσης προς συζήτηση της αίτησης στις 12.1.2022, δηλαδή έξι (6) ημέρες πριν τη συζήτηση αυτής στην αρχικά ορισθείσα δικάσιμο στις 18.1.2022, που συνίσταται στη δυσχέρανση του υπερασπιστικού της δικαιώματος και στην αδυναμία κατάθεσης εμπροθέσμως προ εικοσαημέρου προτάσεων και εγγράφων, προκειμένου να προβάλλει τον ισχυρισμό της περί του απαραδέκτου της συζήτησης της αναίρεσης κατ'άρθρο 568 παρ.4 ΚΠολΔ.
Ο ως άνω ισχυρισμός της είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την επισκόπηση του περιεχομένου των προτάσεων της αναιρεσίβλητης, οι οποίες κατατέθηκαν εμπροθέσμως καθώς και τα έγγραφά της, αφού δικάσιμος θεωρείται η παρούσα κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση (άρθρο 281 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή ανέπτυξε επαρκώς τους ισχυρισμούς της και δεν στερήθηκε του υπερασπιστικού της δικαιώματος και συνεπώς, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, από την μη εμπρόθεσμη κλήτευσή της δεν υπέστη καμία δικονομική βλάβη.
Τέλος και όσον αφορά την αίτηση αναίρεσης αυτή ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3). Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 ορίζεται, ότι κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από την λύση της σχέσης.
Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική, διότι, όταν παρέλθει άπρακτη, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος του μισθωτού προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (άρθρο 279 ΑΚ). Αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), αποσκοπεί δε στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτών, ανεξαρτήτως του εάν αυτή είναι αορίστου ή ορισμένου χρόνου, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1384/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 705/2013).
Η μη κοινοποίηση δηλαδή της αγωγής περί της ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία καθιερώνει ουσιαστικό απαράδεκτο, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ` ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτήν ουσιαστικές αξιώσεις, όπως την αξίωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας ή απασχόλησης του μισθωτού.
Ως εκ τούτου, αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική εκ της ακυρότητας αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 524/2018, ΑΠ 1003/2017. ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 705/2013). Ομοίως, η αξίωση για την πληρωμή (καταβολή) ή συμπλήρωση της νόμιμης αποζημιώσεως είναι απαράδεκτη, εάν η αγωγή δεν ασκηθεί εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών, η προθεσμία είναι ανατρεπτική [αποσβεστική], έχει, ως αφετηρία, ως άνω, τον χρόνο λύσεως της σχέσεως εργασίας και λαμβάνεται υπ' όψη (και) αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρα 6 παρ.2 εδ. (α) ν. 3198/1955,.
Η μη επίδοση της αγωγής στον εργοδότη, εμπρόθεσμα (άρθρα 215, 221 ΚΠολΔ), καθιερώνει, επίσης, ουσιαστικό απαράδεκτο και η αγωγή απορρίπτεται, ως ουσιαστικά απαράδεκτη (ΑΠ 105/2020). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 522 και 535 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στα όρια που καθορίζονται απ' αυτήν (και τους τυχόν προσθέτους λόγους) στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει, σε σχέση με την αγωγή, την ίδια εξουσία που είχε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και μπορεί, όπως και εκείνο να εξετάσει αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρ. 280 ΑΚ, αν η αξίωση που ασκείται με την αγωγή έχει υποκύψει στην αποσβεστική προθεσμία και στην συνέχεια να απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη, έστω και αν δεν υποβάλλεται ειδικό παράπονο, αρκεί να ζητεί την απόρριψή της ο εκκαλών και να μη εκδοθεί επιβλαβέστερη γι' αυτόν απόφαση, χωρίς την άσκηση έφεσης ή αντέφεσης από τον εφεσίβλητο (ΑΠ 258/2015, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 31/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1320/2021, ΑΠ 324/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Όπως όμως από την επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων που κατέθεσε ο ενάγων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προς απόδειξη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής εντός των προθεσμιών των διατάξεων του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955, επικαλείται, με αριθμό σχετικού 2 και προσκομίζει, όχι την παραπάνω αναγραφόμενη με αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών…, που πράγματι αφορά στην επίδοση της υπό κρίση αγωγής, αλλά την υπ' αριθμ.
…. έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών… , από την ανάγνωση της οποίας προκύπτει ότι αφορά στην επίδοση της από 5-3-2018 αίτησης που άσκησε σε βάρος της εναγομένης περί λήψης ασφαλιστικών μέτρων.
Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε έκθεση επίδοσης που να αφορά στην επίδοση της υπό κρίση αγωγής, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά εφάρμοσε το νόμο και αφού έκρινε ότι δεν αποδεικνύονταν η άσκηση της αγωγής εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, όσον αφορά στο αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και στα αναγκαίως συνεχόμενα αιτήματα περί επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης και εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 του ίδιου νόμου, όσον αφορά στο επικουρικό αίτημα περί επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη. ... Κατόπιν όλων των παραπάνω, πρέπει ο μοναδικός λόγος της έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...".
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο εκ του αριθμού 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που πρόβαλε αυτός παραδεκτά ως εκκαλών με την έφεσή του, που αποδεικνυόταν εγγράφως (κατ'άρθρο 527 του ΚΠολΔ) με τον οποίο ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη από 17-4-2018 με αριθμ.
κατάθεσης 38322/1263/20-4-2018 αγωγή του, ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της τρίμηνης και εξάμηνης προθεσμίας από την καταγγελία της σύμβασής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 3198/1955, αντίστοιχα, δεδομένου ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε την 8-3-2018, η δε ως άνω αγωγή του επιδόθηκε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 24.4.2018, όπως αποδεικνύεται από την με αριθμό … έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών … και ο οποίος (ισχυρισμός) ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ως προς το ως άνω ζήτημα της εμπρόθεσμης άσκησης της αγωγής του.
Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Και τούτο διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της από 02-10-2019 έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος προκύπτει, ότι αυτός είχε προβάλλει με αυτή τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή του, ασκήθηκε εμπρόθεσμα εντός της τρίμηνης και εξάμηνης προθεσμίας από την καταγγελία της σύμβασής του, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 3198/1955, αντίστοιχα, εκθέτοντας ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε την 8-3-2018 και ότι η αγωγή του επιδόθηκε στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη στις 24.4.2018, όπως άλλωστε, αναφέρεται και στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε τυπικά την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και την απέρριψε κατ'ουσία, εφόσον δεν αποφάνθηκε επί του ως άνω ισχυρισμού του εκκαλούντος, που είχε προβάλλει παραδεκτά με την ένδικη έφεσή του και ερευνάτο και αυτεπαγγέλτως από το Εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης του εκκαλούντος, σύμφωνα με τις σχετικές προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, υπέπεσε στην εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, καθότι δεν έλαβε υπόψη του "πράγμα", ήτοι τον ως άνω ισχυρισμό του εκκαλούντος που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επομένως πρέπει κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου αναίρεσης η αναιρετική εμβέλεια του οποίου καθιστά αλυσιτελή την ουσιαστική έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθ. 3954/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Νοεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 13 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ