Legislator Case Law & Legislation
706/2020 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against first defendant but dismisses appeal against second defendant for lack of procedural error.

Case Number 706/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appellant's request to overturn the first defendant's decision while dismissing the appeal against the second defendant. The appellant argued that the first defendant ignored specific documents, whereas the second defendant was properly summoned and fully represented. The court found no legal error regarding the second defendant's participation but identified a failure to consider evidence against the first defendant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568(4) and 498 of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence presented by the appellant, and a failure to do so constitutes a ground for appeal, whereas proper summons and full defense negate procedural defects.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility procedural error evidence consideration legal representation court costs allocation partial annulment

Cited Legislation

AI generated
Articles 568(4) and 498 of the Code of Civil Procedure
Article 159(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 3 of Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 706 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 706/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Δ., κατοίκου Εκάλης Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. Ζ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κούνα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Δ.Z., κατοίκου Ρέας-Δροσιάς Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παλαιολόγο Παλαιολόγου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 4206/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19/3/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 498 ΚΠολΔ (όπως ήδη ισχύει και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, στις 19-03-2018, άρθρο τρίτο του άρθ. 1 ν. 4335/2015, άρθρο ένατο παρ. 2 του αυτού άρθρου και νόμου), προκύπτει, ότι, εάν τη συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, η κλήση προς παράσταση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, συντασσομένη κάτω από αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου, επιδίδεται με επιμέλειά του στον αντίδικό του (αναιρεσίβλητο), τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από την δικάσιμο, εάν αυτός διαμένει στην Ελλάδα. Εξάλλου, η εκπρόθεσμη ή μη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά την συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπεράσπισής του, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, της πρόκλησης δηλαδή δικονομικής βλάβης και δη ως προς την προπαρασκευή της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ' άλλο τρόπο (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 929/2017, ΑΠ 824/2012, 160/2011, 1219/2007, 684/2004, 408/2004). Δεν υπάρχει δικονομική βλάβη από την εκπρόθεσμη και, γενικότερα, μη προσήκουσα κλήτευση, εάν ο επικαλούμενος αυτή διάδικος παρέστη προσηκόντως κατά τη συζήτηση της αναίρεσης και αντέταξε πλήρως την υπεράσπισή του και τα επιχειρήματά του κατ' αυτής (ΑΠ 929/2017, ΑΠ 824/2012, 408/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητοι, με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις τους, επικαλούνται ότι η ένδικη αίτηση, με τη σχετική κλήση προς συζήτηση, τους επιδόθηκε στις 07-08-2019 και, έτσι, δεν τηρήθηκε η κατά την προαναφερθείσα διάταξη (άρθρ. 568 παρ. 4 ΚΠολΔ) προθεσμία των εξήντα (60) ημερών, προς τούτο, αφού συμπληρώνεται μεν (ημερολογιακά) την Κυριακή 06-10-2019, όμως, λήγει την ημέρα της παρούσας δικασίμου (07-10-2019), με αποτέλεσμα να υφίστανται αυτοί δικονομική βλάβη, συνισταμένη στη δυσχέρανση του υπερασπιστικού τους δικαιώματος, ενόψει και του γεγονότος ότι ο ως άνω χρόνος επίδοσης, σ' αυτούς, της σχετικής κλήσης εμπίπτει στο διάστημα των θερινών διακοπών.

Παρότι, όμως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα παραπάνω, με εκτενείς αναφορές στις ενώπιον του Αρείου Πάγου προτάσεις τους, η πρώτη των οποίων, μάλιστα, αναλώνει, περίπου, τέσσερις από τις σελίδες τους (σελ. 24 έως 28), εντούτοις, δεν προβάλουν ένσταση απαραδέκτου της παρούσας συζήτησης, αφού η πρώτη ρητώς δηλώνει τούτο και ο δεύτερος αναφέρει ότι δεν οχυρώνεται πίσω από ενστάσεις για το απαράδεκτο της συζητήσεως της κρινόμενης αίτησης.

Εν πάση περιπτώσει, όμως, επί των αιτιάσεων αυτών πρέπει να σημειωθεί, εδώ, ότι, από τη φερομένη ως εκπρόθεσμη κλήτευσή τους οι αναιρεσίβλητοι ουδεμία δικονομική βλάβη υπέστησαν και δη ως προς την υπεράσπισή τους, αφού παρέστησαν προσηκόντως, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και αντέταξαν, πλήρως, τις απόψεις τους και τα επιχειρήματά τους, με πολυσέλιδες προτάσεις.

ΙΙ. Το άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση". Εξάλλου, το άρθρο 321 του ίδιου κώδικα ορίζει ότι "όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης απόφαση του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκείμενη περίπτωση, αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει αυτή να είναι τελεσίδικη και ότι η πρωτοβάθμια απόφαση, η οποία υπόκειται σε έφεση γίνεται, αν δεν είναι κατά την έκδοσή της, τελεσίδικη, για κάποια αιτία, που έχει επέλθει, π.χ.

διότι έχει περάσει η προθεσμία για έφεση ή διότι ο διάδικος έχει παραιτηθεί από το δικαίωμα προς άσκηση της έφεσης ή διότι αυτός έχει παραιτηθεί από το δικόγραφο της έφεσης, εφόσον στην τελευταία περίπτωση δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκησή της. Η προθεσμία της αναίρεσης, που κατ' άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ηρεμεί όσο διαρκεί η προθεσμία της έφεσης, δηλαδή αρχίζει αφού περάσει η προθεσμία της έφεσης, που είναι, στην περίπτωση που επιδόθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, κατά το άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, τριάντα ημέρες.

Δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης πρωτόδικης, οριστικής, απόφασης είναι συνολικά εξήντα ημέρες. Τριάντα ημέρες για να περάσει η προθεσμία της έφεσης και να γίνει τελεσίδικη η πρωτόβαθμη απόφαση και άλλες τριάντα ημέρες, από την ημέρα που έγινε τελεσίδικη, για να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία αυτή η αναίρεση (ΑΠ 720/2019, ΑΠ 318/2017, ΑΠ 142/2016, ΑΠ 474/2016, ΑΠ 307/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αίτηση, ζητείται η αναίρεση της 4206/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, στις 07-11-2017 και, όπως προκύπτει από την επί του επιδοθέντος αντιγράφου της επισημείωση του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α.Σ., επιδόθηκε, με επιμέλεια των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, στον αναιρεσείοντα στις 17-01-2018. Όπως, ακόμη, προκύπτει από το 10158/07-10-2019 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήμα Πολιτικών Ενδίκων Μέσων), μέχρι τις 19-03-2018, οπότε ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεν είχε ασκηθεί, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, άλλο, πλην αυτής, ένδικο μέσο.

Συνεπώς, με την πάροδο της νόμιμης, κατά τα ανωτέρω, προθεσμίας της έφεσης, στις 16-02-2018, κατέστη τελεσίδικη η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, γεγονός, που, σημειωτέον, δεν αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι. Έτσι, στις 19-03-2018 (ημέρα Δευτέρα), οπότε κατατέθηκε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, δεν είχαν περάσει τριάντα ημέρες, από την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, στις 16-02-2018 ή εξήντα, συνολικά, ημέρες από την επίδοσή της, στις 17-01-2018. Ήτοι, τριάντα ημέρες για άσκηση εφέσεως, από την επίδοσή της και τριάντα ημέρες από την πάροδο της προηγούμενης προθεσμίας και την τελεσιδικία αυτής. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 330 εδ. β' και 914 ΑΚ προκύπτει, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη, χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά, που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης (ΑΠ 535/2012, ΑΠ 706/2009).

Αδικοπραξία, υπό την έννοια των διατάξεων αυτών, συνιστά και η προσβολή της προσωπικότητας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, που μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως η συκοφαντική δυσφήμηση, η απλή δυσφήμηση και η εξύβριση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του ΠΚ, χωρίς να είναι, κατ' ανάγκη, απαραίτητο, για την κατάφαση της αδικοπραξίας αυτής και η από ποινικής πλευράς πλήρης στοιχειοθέτηση και της νομοτυπικής μορφής των ως άνω εγκλημάτων, αφού όπως προεκτέθηκε παράνομη, κατά το αστικό δίκαιο, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται όχι μόνο σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, αλλά και στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Ειδικότερα, διαπράττει αδικοπραξία και αυτός, που με γνώση ή μη της αναλήθειάς του, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου, ισχυρίζεται ή διαδίδει, για κάποιον άλλο, γεγονός, που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του και προκαλεί τη ζημία στον παθόντα, η οποία συνδέεται, έτσι, αιτιωδώς και με τη συμπεριφορά αυτού.

Η ζημία ή αναλόγως η ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη ενδέχεται να οφείλονται και σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του προστηθέντος, δηλαδή του προσώπου, το οποίο, με τη βούληση κάποιου άλλου, χαρακτηριζόμενου ως προστήσαντος, παρέχει σ' αυτόν, διαρκώς ή ευκαιριακά, υπηρεσίες διεκπεραίωσης των υποθέσεών του ή προώθησης των οποιωνδήποτε συμφερόντων του, εφόσον ενεργεί υπό τον έλεγχό του ή έστω υπό την επίβλεψή του, με την έννοια ότι δεν απαιτούνται, οπωσδήποτε, δεσμευτικές ειδικές εντολές, αλλά αρκούν και γενικές οδηγίες στο πλαίσιο χαλαρής εξάρτησης, που επιτρέπει όμως μια γενική εποπτεία (ΑΠ 280/2009, 605/2009).

Εφόσον αυτό συμβαίνει, θεμελιώνεται, κατά το άρθρ. 922 του ΑΚ, η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες, που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο συνευθύνεται εις ολόκληρο, όπως αυτό συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρ. 481, 486 και 926 του ΑΚ (ΑΠ 1796/2012). Εξάλλου, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται, κατά το άρθρ. 71 του ΑΚ, για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων, που το αντιπροσωπεύουν και υποχρεούται σε αποζημίωση του ζημιωθέντος, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη των οργάνων του έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, που τους είχαν ανατεθεί.

Πρέπει, δηλαδή, να βρίσκεται σε εσωτερική συνάφεια με την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνου, αδιάφορο αν το όργανο ενήργησε καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του ή κατά κατάχρηση της εξουσίας του, ενώ επιπλέον ευθύνεται εις ολόκληρο και το υπαίτιο πρόσωπο (ΑΠ 1615/1999). Περαιτέρω, σε περίπτωση συλλογικής διοίκησης του νομικού προσώπου (άρθρ. 65 του ΑΚ), από τη δράση της οποίας στο πλαίσιο των άρθρ. 67 και 68 του ΑΚ ανέκυψε αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου, δεν απαιτείται εξειδίκευση των επιμέρους αρμοδιοτήτων και της προσωπικής στάσης κάθε μέλους της διοίκησης, για τη θεμελίωση υποχρέωσής του προς αποζημίωση του ζημιωθέντος από το αδίκημα, μπορεί όμως το κάθε μέλος να αμφισβητήσει, κατ' ένσταση, την προσωπική ευθύνη του, ισχυριζόμενο ότι για ειδικούς λόγους δεν είναι προσωπικά υπαίτιο, για τη διάπραξη του αδικήματος.

Επομένως, η αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου έναντι του ζημιωθέντος, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από αυτή του κάθε μέλους της διοίκησής του, που το εκπροσωπεί και το οποίο, για ειδικούς λόγους, αναγομένους στο πρόσωπό του, μπορεί να μην έχει τέτοια ευθύνη. (ΑΠ 54/2019, ΑΠ 1723/2014, ΑΠ 1903/2013, ΑΠ 253/2013, ΑΠ 641/2011, ΑΠ 627/2009).

Στην αγωγή δε κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης εξαιτίας ενεργειών ή παραλείψεων των οργάνων του, δεν απαιτείται να αναγράφεται στο δικόγραφο της και τα φυσικά πρόσωπα που εκπροσωπούν το νομικό πρόσωπο, κατά την ενέργεια των πράξεων ή παραλείψεων (ΑΠ 1625/2014).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική, από την αληθινή.

Στην περίπτωση δε, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Τέλος, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999).

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν, σαφώς, τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 271/2012, ΑΠ 1351/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος της, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε, επί λέξει, τα ακόλουθα: "...Από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από τις ένορκες βεβαιώσεις:

α) με αριθμό 6664/2015 της μάρτυρος Ε.Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και, β) με αριθμό 6665/2015 της μάρτυρος Α.Κ., ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες με επίκληση προσκομίζει η πρώτη εναγομένη, που λήφθηκαν μετά από νόμιμη κλήτευση των εναγομένων πριν από τουλάχιστον 2 εργάσιμες μέρες (βλ. τη με αριθμό 1416 Δ/30.10.2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε.

Π.), μη λαμβανομένων, όμως, υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (424 ΚΠολΔ, όπως ισχύει, αφού προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α87/23-7-2015, έναρξη ισχύος 1-1-2016), των ένορκων βεβαιώσεων: α) με αριθμό 3851/2016 του μάρτυρα Ν.Ρ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών και, β) με αριθμό 3852/2016 του μάρτυρα Ι.

Ζ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, που με επίκληση προσκομίζει ο ενάγων, καθώς όπως προκύπτει από τις με αριθμό 3.157 Ε/21.9.2016 και 3.158 Ε/21.9.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Π.Ρ., που επέδωσε ο ενάγων στους εναγομένους δεν αναφέρονται τα επαγγέλματα των μαρτύρων, όπως απαιτεί το άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως ισχύει, αφού προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 ν. 4335/2015 ΦΕΚ Α87/23-7-2015, έναρξη ισχύος 1-1-2016), από όλα τα έγγραφα, ορισμένα από τα οποία παραδεκτά λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και τέλος από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Η ιταλική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "W. ", με την από 30.9.2009 αίτηση της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της με αριθμό ……..διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκε η πρώτη εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 11.342,63 ευρώ, πλέον νομίμων τόκων υπερημερίας, δικαστικών και λοιπών εξόδων.

Η δε πρώτη εναγομένη άσκησε, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, κατά της ανωτέρω ιταλικής εταιρίας την από 19.10.2009 με αριθμό κατάθεσης 2974/10628/2009 ανακοπή της, αιτούμενη την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής και παράλληλα άσκησε την από 19.10.2009 αίτηση αναστολής ζητώντας να ανασταλεί η εκτελεστότητα της ως άνω προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της προαναφερομένης ανακοπής της και να της χορηγηθεί προσωρινή διαταγή, με την οποία να αναστέλλεται προσωρινά η εκτελεστότητα της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής μέχρι την συζήτηση της αίτησης αναστολής και υπό τον όρο της συζήτησής της.

Περαιτέρω, στα δικόγραφα τόσο της ως άνω ανακοπής όσο και της ως άνω αίτησης αναστολής και στο κεφάλαιο με τον τίτλο "ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ" η πρώτη εναγομένη αναφέρεται στον ενάγοντα. Συγκεκριμένα, στα εν λόγω δικόγραφα αναφέρεται ότι ο ενάγων, εκμεταλλευόμενος την τυφλή εμπιστοσύνη των κληρονόμων Γ.Ζ., κατάφερε με τέχνασμα να αποσπάσει ποσοστό 43,21% των μετοχών της πρώτης εναγομένης, η οποία διαθέτει σημαντικότατη ακίνητη περιουσία, γινόμενος έτσι κύριος του 50% των μετοχών της.

Ότι, τον Φεβρουάριο του 2009, μετά από οικονομικό έλεγχο, που διενήργησε στην πρώτη εναγομένη ανεξάρτητος λογιστής, διαπιστώθηκε πλήθος διαχειριστικών παρατυπιών από πλευράς του Διευθύνοντος Συμβούλου, δηλαδή του ενάγοντος, που είχαν προκαλέσει σημαντική ζημία στην περιουσία της εταιρίας αλλά και της προσωπικής περιουσίας της Α.Ζ.

Ότι, στην αρχή ο ενάγων αρνήθηκε τις κατηγορίες περί κακοδιαχείρισης, αλλά, δεδομένου ότι το κλίμα στην οικογένεια και την πρώτη εναγομένη, κατέστη εκρηκτικό και υπό την απειλή ότι οι κληρονόμοι Γ. Ζ. θα κατέφευγαν σε κάθε νόμιμο μέσο για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους, συμφώνησε να αποχωρήσει από την πρώτη εναγομένη, υπογράφοντας, παράλληλα, το από 4.6.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης επίλυσης διαφοράς.

Ότι, εξάλλου, ο ενάγων, τελών σε συμπαιγνία με την ιταλική εταιρία, αποχωρώντας από την πρώτη εναγομένη, αναγνώρισε την οφειλή και την παραλαβή των εμπορευμάτων της ως άνω εταιρίας από την πρώτη εναγομένη, ενεργώντας σε βάρος της τελευταίας, την οποία διηύθυνε, εκτός των ορίων των εξουσιών του και κατά παραβίαση του νόμου και των συμβατικών του υποχρεώσεων, χωρίς κανένα προφανή ή έστω πειστικό λόγο.

Ωστόσο, ανεξάρτητα από το αν τα ως άνω αναφερόμενα για το πρόσωπο του ενάγοντα στα εν λόγω δικόγραφα ανακοπής και αίτησης αναστολής προσέβαλαν την προσωπικότητά του και δη την τιμή και υπόληψή του, όντας δυσφημιστικά, συκοφαντικά ή μη, ή εξυβριστικά, δεν αποδεικνύεται υπαιτιότητα του δεύτερου εναγομένου, νομίμου εκπροσώπου κατά το χρόνο άσκησης των ως άνω δικογράφων της πρώτης εναγομένης εταιρίας.

Συγκεκριμένα, αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο άσκησης των ανωτέρω δικογράφων ανακοπής και αίτησης αναστολής, το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης είχε αναθέσει την εκπροσώπηση της τελευταίας έναντι κάθε Δημόσιας, Δημοτικής, Δικαστικής, Διοικητικής και Φορολογική Αρχής, δικαστικά ή εξώδικα, σε καθένα από τους Δ.

Ζ., Διευθύνοντα Σύμβουλο και ήδη δεύτερο εναγόμενο και Β. Ζ., Αντιπρόεδρο, ενεργώντας ο καθένας ατομικώς και χωρίς τη σύμπραξη του άλλου. Ωστόσο, όπως αποδεικνύεται, εν τοις πράγμασι, οι τομείς ευθύνης καθενός εκ των ανωτέρω δύο εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης ήταν σαφώς χωρισμένοι μεταξύ τους. Ειδικότερα, ο δεύτερος εναγόμενος ασχολούταν με τις πωλήσεις, ελάμβανε και εκτελούσε παραγγελίες, ενώ με όλα τα υπόλοιπα θέματα, και δη τα νομικά, ασχολούταν αποκλειστικά η έτερη νόμιμη εκπρόσωπος, Β.

Ζ., η οποία άλλωστε έχει σπουδάσει νομικά (βλ. την ένορκη κατάθεση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του μάρτυρα Α.Κ., υπαλλήλου της πρώτης εναγομένης κατά τον ως άνω χρόνο, ο οποίος σαφώς δήλωσε ότι αν αντιμετώπιζε κάποιο εμπορικό πρόβλημα θα κατέφευγε στον δεύτερο εναγόμενο, ενώ αν ήταν κάποιο άλλο πρόβλημα άλλης φύσης, οικονομικό ή νομικό ή οτιδήποτε άλλο θα απευθυνόταν στην Β.Ζ.).

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος όταν έμαθε για την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής και την επιβολή κατάσχεσης σε τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η πρώτη εναγομένη στην τράπεζα με την επωνυμία "A.B. ΑΕ", εξέφρασε την άποψη ότι πρέπει να εξοφλήσει η πρώτη εναγομένη το χρέος που είχε έναντι της ιταλικής εταιρίας, ώστε να κλείσει το θέμα και να αποφευχθεί ο διασυρμός.

Αντίθετα δεν αποδεικνύεται ότι έδωσε ποτέ εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης εναγομένης να καταθέσει τις εν λόγω ανακοπή και αίτηση αναστολής με το προπεριγραφόμενο περιεχόμενο. Εξάλλου, όπως αποδεικνύεται, ο δεύτερος εναγόμενος διαφωνούσε με τους χειρισμούς της έτερης νόμιμης εκπροσώπου, Β.

Ζ., σε όλα τα θέματα του τομέα ευθύνης της, με αποτέλεσμα να υπάρχουν συνεχόμενες προστριβές, που τελικά επέφεραν, κατά το έτος 2011, την ολοκληρωτική ρήξη στις σχέσεις τους και την αποχώρηση του πρώτου από το Διοικητικό Συμβούλιο και τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της πρώτης εναγομένης, παραμένοντας σ' αυτή ως απλός μέτοχος.

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένσταση του δεύτερου εναγομένου περί έλλειψης υπαιτιότητάς του, ως προς την άσκηση των ως επίδικων δικογράφων με το προειρημένο περιεχόμενο. Εφόσον, όμως στην προκειμένη περίπτωση ενάγεται νομικό πρόσωπο, ήτοι η πρώτη εναγομένη, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, και δεν αποδεικνύεται παράνομη και συνάμα υπαίτια κατ' αρχήν πράξη ουδενός φυσικού προσώπου, τότε δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη και του νομικού προσώπου, ούτε κατά τη διάταξη του άρθρου 71 ΑΚ, ούτε κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ...Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή στο σύνολό της ως ουσία αβάσιμη".

Με τις παραδοχές του αυτές το Πρωτοδικείο, που προκειμένου να απορρίψει την ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, δέχθηκε ότι, μετά την παραδοχή της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης, περί έλλειψης προσωπικής ευθύνης του δευτέρου αναιρεσίβλητου, εναγομένου, (ο οποίος με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που, ως άνω, ανέλεγκτα αυτό δέχθηκε, ήταν ο ένας από τους δύο νομίμους εκπροσώπους της), για την ένδικη αδικοπραξία και την, εντεύθεν, ζημία του αναιρεσείοντος, ενάγοντος, αίρεται, άνευ ετέρου, η αδικοπρακτική ευθύνη και του νομικού προσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης, ανώνυμης εταιρείας, παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 67, 68, 71, 73 ΑΚ, αφού, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη του νομικού προσώπου, έναντι του ζημιωθέντος, είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από αυτή του κάθε μέλους της διοίκησής του, που το εκπροσωπεί και το οποίο, για ειδικούς λόγους, αναγομένους στο πρόσωπό του, μπορεί να μην έχει τέτοια ευθύνη, ως εν προκειμένω ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και περαιτέρω ότι δεν απαιτείται στο δικόγραφο της αγωγής με την οποία ζητείται αποζημίωση, εξαιτίας ενεργειών ή παραλείψεων των οργάνων νομικού προσώπου, να αναγράφονται και τα φυσικά πρόσωπα, που εκπροσώπησαν αυτό κατά την ενέργεια των πράξεων και των παραλείψεων.

Αλλά και με το να κρίνει, το Πρωτοδικείο, επαλλήλως, προς στήριξη του ως άνω απορριπτικού του πορίσματος, ότι επειδή δεν αποδείχθηκε υπαίτια πράξη ουδενός φυσικού προσώπου δεν μπορεί να θεμελιωθεί ευθύνη και του νομικού προσώπου κατά το άρθρο 922 ΑΚ, χωρίς όμως και να έχει δεχθεί, συνάμα, ότι για την εκπροσώπηση της ίδιας αναιρεσίβλητης, εναγομένης εταιρείας ολικά ή για τη συγκεκριμένη δικαστική υπόθεση, είχαν ορισθεί, προς τούτο, πλην των ως άνω νομίμων εκπροσώπων του και υποκατάστατα πρόσωπα, ήτοι άλλα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή τρίτοι (ως προστηθέντες), παραβίασε και τη διάταξη του ως άνω άρθρου 922 ΑΚ, με εσφαλμένη εφαρμογή, αφού τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν υπάγονται στο πραγματικό της.

Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά τα πρώτο και δεύτερο σκέλη του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τα οποία αποδίδεται, αντιστοίχως, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια της, ευθείας, παραβίασης των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, παρελκούσης, ως προς αυτή, της έρευνας (πλην του δευτέρου, που είναι ερευνητέος μετά την παραδοχή της αναίρεσης, και αντιμετωπίζεται παρακάτω) όλων των λοιπών αναιρετικών λόγων, ως αλυσιτελών, αφού, τυχόν, παραδοχή τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός και, έτσι, αυτοί καλύπτονται από την αναιρετική του εμβέλεια.

Περαιτέρω, ο ίδιος (πρώτος) λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, από τον αριθμό 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπάρκεια της αιτιολογίας της, αναφορικά με την απόρριψη της ένδικης αγωγής, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, το Δικαστήριο της ουσίας, με το να δεχθεί, μετά από εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων, ότι αυτός (δεύτερος εναγόμενος, ήδη αναιρεσίβλητος): "...δεν αποδεικνύεται ότι έδωσε ποτέ εντολή στον πληρεξούσιο δικηγόρο της πρώτης εναγομένης να καταθέσει τις εν λόγω ανακοπή και αίτηση αναστολής με το προπεριγραφόμενο περιεχόμενο..." και, συνακόλουθα, να καταλήξει στο παραπάνω απορριπτικό, της ένδικης αγωγής, πόρισμα, ως προς τον εν λόγω αναιρεσίβλητο, διέλαβε, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, με βάση τις οποίες καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος αυτής, υπό το πρίσμα της επικαλούμενης, από τον αναιρεσείοντα, διάταξης του άρθρου 559, αριθ. 19 ΚΠολΔ , ενώ δεν απαιτείτο, για την πληρότητα της ως άνω αιτιολογίας του, να αναφέρει ποιος άλλος έδωσε, στον αρμόδιο δικηγόρο της πρώτης αναιρεσίβλητης, εναγομένης, τη σχετική εντολή, για την άσκηση των επίμαχων δικογράφων αυτής, εφόσον αρκούσε αυτό που δέχθηκε, εν προκειμένω, ήτοι ότι ο παραπάνω δεύτερος αναιρεσίβλητος, εναγόμενος δεν έδωσε τέτοια εντολή.

ΙV. Η νομική αοριστία της αγωγής, που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παράβαση από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα, που ορίζει ο κανόνας αυτός, για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (ΟλΑΠ 18/1998).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ, "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μη επαναληφθεί στο μέλλον". Από τη διάταξη αυτή, αλλά και εκείνη του άρθρου 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η αξίωση για παράλειψη της παράνομης προσβολής, στο μέλλον, προϋποθέτει την αναγκαία επίκληση με το δικόγραφο της αγωγής της ύπαρξης βάσιμης απειλής επικείμενης προσβολής, στο μέλλον. Εάν δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος δεν μπορεί να γίνει λόγος για αξίωση παράλειψης προσβολής, στο μέλλον (ΑΠ 1797/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, επί της οποίας έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι με αυτή υποβλήθηκε και το, αυτοτελές, αγωγικό αίτημα, με το ακόλουθο, κατά λέξη παρατιθέμενο, περιεχόμενο: "Να απαγορευθεί στους εναγομένους να διαδώσουν ή να ισχυρισθούν στο μέλλον τα παραπάνω σε βάρος μου ψευδή δυσφημιστικά γεγονότα ή οποιαδήποτε συναφή, απαγγελλομένης για την περίπτωση παράβασης της σχετικής διάταξης προσωπικής κράτησης...και χρηματικής ποινής...".

Με αυτό, όμως, το περιεχόμενο και το αντίστοιχο αίτημά της η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος είναι (νομικά) αόριστη, αφού δεν περιέχονται σ' αυτή όλα τα από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ απαιτούμενα στοιχεία, για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος για παύση της προσβολής στο μέλλον και, ειδικότερα δεν περιέχεται σ' αυτήν το, κατά τα ανωτέρω, αναγκαίο στοιχείο, ήτοι της ύπαρξης, βάσιμης, απειλής επικείμενης προσβολής και στο μέλλον.

Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία, με τις προαναφερθείσες παραδοχές της, έκρινε ομοίως και απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, ως προς το εν λόγω αίτημά της, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 57 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ και ο, περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτιμώμενος, όμως, ως μόνο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, κρίνεται, απορριπτέος, ως αβάσιμος.

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν, με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους, προαποδεικτικώς, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ, ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επίδοσης, με επιμέλεια του ενδιαφερομένου διαδίκου, προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών, πριν από την ημερομηνία λήψης της βεβαίωσης, κλήσης προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο, το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψης της βεβαίωσης και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί τέτοια επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσης δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ' ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπ' όψιν, από το δικαστήριο, ως ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο στη δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου του Ν. 4335/2015, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης, από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β' και 24 παρ. 1 εδ. α' ΕισΝΚΠολΔ, γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο, που ισχύει κατά το χρόνο διενέργειας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις, έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί πριν από την ημερομηνία αυτή (ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 1175/2019 και ΑΠ 673/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσο, ενώ κατ' αυτή του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε ακυρότητα, απαράδεκτο ή έκπτωση από δικαίωμα, που προέρχεται από παραβίαση δικονομικής διάταξης (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 571/2004).

Συνεπώς, ο τρίτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον ο αναιρεσείων προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 11 γ' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι εσφαλμένως δεν ελήφθησαν υπ' όψιν από το Δικαστήριο ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι ένορκες βεβαιώσεις, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με αριθμούς: α) 3851/2016 του μάρτυρα Ν.Ρ. και, β) 3852/2016 του μάρτυρα Ι. Ζ., τις οποίες, με επίκληση, αυτός προσκόμισε, με το διαλαμβανόμενο στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του σκεπτικό ότι, στις σχετικές κλήσεις, που επιδόθηκαν, με επιμέλειά του, στους αντιδίκους του, ήδη αναιρεσίβλητους, δεν αναφέρονται τα επαγγέλματα των μαρτύρων αυτών, ενώ, κατά το αναιρετήριο, κατά την αληθή έννοια των οικείων διατάξεων, η επίδοση των σχετικών κλήσεων, η οποία, πράγματι, δεν περιείχε το εν λόγω στοιχείο, δεν διείπετο από το καθεστώς της ρύθμισης του Ν. 4335/2015, ώστε να απαιτείται η αναφορά και του στοιχείου αυτού, καθ' όσον η ένδικη αγωγή είχε ασκηθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2016, και δεν προέκυψε, ούτε οι αντίδικοί του επικαλέσθηκαν ότι υπέστησαν δικονομική βλάβη, εξαιτίας αυτής της έλλειψης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

VI. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 1204/2008, ΑΠ 695/2008, ΑΠ 2136/2007, ΑΠ 1763/2007, ΑΠ 833/2007, ΑΠ 1394/2006).

Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη, από εκείνη, που δεσμευτικά ορίζει, γι' αυτό, ο νόμος και όχι στην περίπτωση, που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει και εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως συμβαίνει τόσο με τις μαρτυρικές καταθέσεις, όσο και με τα δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται, και οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική δίκη.

Ούτε και ιδρύει το λόγο αυτό η μη διάκριση στην απόφαση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπόμενων αμέσως από το νόμο επώνυμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου (άρθρο 339 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ) αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων και όχι της έμμεσης συναγωγής του αποδεικτικού πορίσματος, αφού τούτο μπορεί να συναχθεί και αμέσως, από τα δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 544/2009, ΑΠ 1431/2008, ΑΠ 81/2007, ΑΠ 971/2006, ΑΠ 168/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο: 1) Κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Πρωτοδικείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση για απόρριψη, ως ουσιαστικά αβάσιμης, της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, παρά το νόμο έλαβε υπόψη όχι ως έγγραφα, αλλά ως δικαστικά τεκμήρια, τα έγγραφα:

α) Το από 04.06.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης επίλυσης διαφοράς. β) Το δικόγραφο της ένδικης από 19.10.200 και με αριθμό κατάθεσης 2974/20.10.2009 ανακοπής της πρώτης εναγόμενης, ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, κατά της υπ' αριθμ. 41.88512009 διαταγής πληρωμής. Και, γ) το υπ' αριθμ. Β 267/24.06.2009 ΦΕΚ (Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), το οποίο προσκόμισε ο δεύτερος, ήδη αναιρεσίβλητος, εναγόμενος, αντίδικος του αναιρεσείοντος, ενάγοντος.

Και, 2) κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στο Δικαστήριο η πλημμέλεια από τον αριθμό 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί δεν αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ποια αποδεικτικά μέσα έλαβε υπόψη ως έγγραφα και ποια ως δικαστικά τεκμήρια, εξειδικεύοντας αυτά, κατά την ταυτότητά τους. Ο λόγος όμως αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.

Και τούτο διότι, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, η έλλειψη, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ειδικής μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, δεν ιδρύει τις προβαλλόμενες, με τον υπόψη αναιρετικό λόγο, αναιρετικές πλημμέλειες, ήτοι τόσο εκείνη από τον αριθμό 11 γ', όσο και αυτή από τον αριθμό 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Πέραν του ότι ο αναιρεσείων, για να θεμελιώσει την επικαλούμενη με το πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου πλημμέλεια (αριθ. 11 γ' άρθρ. 559 ΚΠολΔ), αναφορικά με τη μη λήψη υπόψη, από το δικαστήριο της ουσίας, του υπό στοιχείο γ' εγγράφου, που κατά τους ισχυρισμούς του είχε προσκομίσει στο Δικαστήριο ο αντίδικός του, ήδη δεύτερος αναιρεσίβλητος, δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι το εν λόγω έγγραφο το είχε επικαλεσθεί και ο ίδιος (αναιρεσείων).

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι αβάσιμος, αφού, όπως προκύπτει από τις προαναφερθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, ελεύθερα, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και "...όλα τα έγγραφα...", από τούτο δε, σε συνδυασμό με όλο το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω, απορριπτικό της ένδικης αγωγής, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, εναγόμενο, πόρισμα, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία φέρονται, από τον αναιρεσείοντα, ως αγνοηθέντα και σε κανένα, από αυτά, δεν προσέδωσε μείζονα, έναντι των λοιπών, αποδεικτική δύναμη και, έτσι, δεν υπέπεσε στις αποδιδόμενες, σ' αυτό (Πρωτοδικείο), με τον υπό κρίση λόγο, αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 11 γ' (πρώτο σκέλος) και, 12 (δεύτερο σκέλος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

VΙI. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει: α) να απορριφθεί ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο. Και, β) να γίνει δεκτή, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς αυτή, κατά το αναφερόμενο στην παρ.

ΙΙ της παρούσας μέρος της. Ακολούθως, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το, ως άνω, αναιρεθέν μέρος της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν, προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρα 495 παρ. 3 εδαφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα κατατιθέμενα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα). Τέλος, η δεύτερη αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που νίκησε και ο τελευταίος, που ηττήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσίβλητου, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας των νομίμως υποβληθέντων, εκατέρωθεν, σχετικών αιτημάτων των διαδίκων, που νίκησαν (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, την 4206/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και, ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό (παράγραφος

ΙΙΙ) της παρούσας απόφασης.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το, ως άνω, αναιρεθέν μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων, που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που έχει καταθέσει, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει την πρώτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Απορρίπτει, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, την ένδικη αίτηση αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του δευτέρου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 24 Ιουνίου 2020.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου