Supreme Court partially allows appeal on minimum wage calculation due to insufficient reasoning in lower court decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the employer's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment awarding €89,850.50 to the employee. While the court upheld the finding of an employment relationship, it found the lower court's reasoning on the calculation of the 'customary wage' insufficient and lacking necessary factual premises. Consequently, the decision regarding the wage amount was quashed and remitted for further examination by a different judge.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19) and 580(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must quash a lower court decision if its reasoning on a specific legal issue is insufficient to allow for appellate review, necessitating remittal for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 929 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 929/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο - Εισηγητή, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Γεώργιο Μιχολιά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "... Α.Β.Ε.Ε." που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ανυφαντή, που κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ.-Π. Π. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ηλία Καρακατσάνη και Χρήστο Κλειώση. Ο 2ος πληρεξούσιος δικηγόρος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/1/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1181/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 5668/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 17/10/2016 αίτησή της και τους από 23/1/2017 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθ.568§4 και 498 ΚΠολΔ (όπως ήδη ισχύει και εφαρμόζεται στην κρινόμενη υπόθεση ως εκ του εδώ κρισίμου χρόνου άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης την 19-10-2016, άρθρο τρίτο του άρθ.1 ν.4335/2015, άρθρο ένατο παρ.2 του αυτού άρθρου και νόμου) προκύπτει, ότι, εάν την συζήτηση της αναίρεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων, η κλήση προς παράσταση κατά την ορισθείσα δικάσιμο, συντασσομένη κάτω από αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου, επιδίδεται με επιμέλειά του στον αντίδικό του (αναιρεσίβλητο), τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από την δικάσιμο, εάν αυτός διαμένει στην Ελλάδα, ενώ κατ’ άρθ.569§2 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης επιδίδονται στον αναιρεσίβλητο τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης.
Εξάλλου, κατ’ άρθ.124 ΚΠολΔ η επίδοση δικογράφου γίνεται καταρχήν στην κατοικία του προσώπου, προς το οποίο απευθύνεται, ενώ σύμφωνα με το άρθ.119§§1-3 κάθε μεταβολή της διεύθυνσης διαδίκου (η οποία αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο των δικογράφων της αγωγής, των ενδίκων μέσων κλπ.) πρέπει να γνωστοποιείται με τα εκατέρωθεν κοινοποιούμενα δικόγραφα ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο κλπ., κατά δε το άρθ.120 ΚΠολΔ η επίδοση εγγράφου που αφορά την εκκρεμή δίκη που γίνεται στην διεύθυνση της κατοικίας που έχει αναφερθεί με τον παραπάνω τρόπο είναι έγκυρη σε κάθε περίπτωση.
Η εκπρόθεσμη ή μη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά την συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπεράσπισής του, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθ.159 αριθ.3 ΚΠολΔ, της πρόκλησης δηλ. δικονομικής βλάβης και δη ως προς την προπαρασκευή της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ’ άλλο τρόπο (Ολ ΑΠ 12/2000.
ΑΠ 824/2012, 160/2011, 1219/2007, 684/2004, 408/2004). Δεν υπάρχει δικονομική βλάβη από την εκπρόθεσμη και γενικότερα μη προσήκουσα κλήτευση, εάν ο επικαλούμενος αυτήν διάδικος παρέστη προσηκόντως κατά την συζήτηση της αναίρεσης και αντέταξε πλήρως την υπεράσπισή του και τα επιχειρήματά του κατ’ αυτής (ΑΠ 824/2012, 408/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις του ζητεί να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων επικαλούμενος ότι (α) αν και γνωστοποίησε στην αναιρεσείουσα, με το δικόγραφο της έφεσής του και της σχετικής κλήσης για την συζήτησή της, ότι η διεύθυνση της κατοικίας του είναι πλέον στην οδό ...
στο … και όχι στην οδό ..., όπως είχε αρχικά δηλωθεί στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής του, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι επ’ αυτής πρόσθετοι λόγοι δεν επιδόθηκαν στη νόμιμα γνωστοποιηθείσα διεύθυνση της κατοικίας του (...) (β) λόγω της μη νόμιμης και εκπρόθεσμης αυτής κλήτευσής του δεν είχε τον προβλεπόμενο χρόνο να προετοιμασθεί.
Η ένσταση αυτή είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, αλλά πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, διότι από την φερομένη ως μη νόμιμη και εκπρόθεσμη κλήτευσή του ο αναιρεσίβλητος ουδεμία δικονομική βλάβη υπέστη και δη ως προς την υπεράσπισή του, αφού παρέστη προσηκόντως κατά την συζήτηση της υπόθεσης με δύο πληρεξουσίους δικηγόρους, και αντέταξε πλήρως τις απόψεις του και τα επιχειρήματά του με πολυσέλιδες προτάσεις.
ΙΙ. (Α) Κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 εδ.α’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τα γενόμενα δεκτά με την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, τούτο δε συμβαίνει, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει στον κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης που οδηγεί σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού της απόφασης (Πλ Ολ ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του αριθ. 19 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93§3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), ειδικότερα δε αντίφαση στις αιτιολογίες υπάρχει, όταν δεν προκύπτει από την απόφαση ποιά πραγματικά περιστατικά δέχθηκε, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε.
Tο κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 757/2015, 2102/2014) (Β) Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθ. 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ ΑΠ 28/2005, ΑΠ 602/2017, 171/2016, 608/2014, 2242/2013).
Πάντως, ο χαρακτήρας της εργασίας ως εξαρτημένης ή όχι, δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού ή καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΙΚΑ και η χορήγηση σ’ αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η παράλειψη του εργοδότη να τον ασφαλίσει στο ΙΚΑ (ΑΠ 602/2017, 608/2014, 2105/2013) κλπ.
Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.648, 649 και 653 ΑΚ προκύπτει, ειδικότερα, ότι, εάν δεν υπάρχει συμφωνία για το ύψος του μισθού, ο οποίος αποτελεί το κεντρικό και πλέον ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης εργασίας, ή δεν προβλέπεται για την συγκεκριμένη εργασία νόμιμος μισθός, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει τον "συνηθισμένο (ειθισμένο) μισθό", δηλ.
τον μισθό που καταβάλλουν άλλοι εργοδότες για όμοιες εργασίες σε άλλους εργαζομένους με τα ίδια προσόντα, που παρέχουν την εργασία τους στον ίδιο τόπο και χρόνο και κάτω από τις ίδιες συνθήκες. Συνηθισμένος (ειθισμένος) μισθός μπορεί να είναι και τα καθοριζόμενα από τις οικείες ΣΣΕ ή ΔΑ ή τις ΕΓΣΣΕ κατώτατα όρια μισθών ή και ποσοστό των μισθών αυτών, εφόσον συνηθίζεται η καταβολή του μισθού αυτού υπό τις αντίστοιχες συνθήκες (βλ.
σε συνδ. Ολ ΑΠ 861/1984, ΑΠ 110/2014, 1580/2012, 1953/2007, 1123/2007, 1328/2006, 1329/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με αντικείμενο αξιώσεις του για οφειλόμενες αποδοχές από την μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με την προσβαλλομένη 5668/’ 2015 απόφασή του και όπως απ’ αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων επί εικοσαετία περίπου ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "...
ΕΠΕ", η οποία δραστηριοποιείτο στην παραγωγή και πώληση προϊόντων ετικετοποιείας διαφόρων αγαθών και η οποία τελικά λύθηκε και εκκαθαρίσθηκε, ότι κατά τον χρόνο της λύσης της εταιρείας αυτής ο ενάγων συμβίωνε με την Ε. Κ., ο αδελφός της οποίας Θ. Κ. ήταν ιατρικές επισκέπτης μη έχοντας γνώσεις και σχέση με την παραγωγή ετικετών, προσβλέποντας δε στην εμπειρία και τεχνογνωσία του ενάγοντος στο συγκεκριμένο αντικείμενο του πρότεινε να συνεργασθούν για την δημιουργία νέας επιχείρησης, στην οποία ο Θ.
Κ. θα αναλάμβανε την οικονομική διαχείριση και ο ενάγων την εμπορική διαχείριση και την τεχνική κατάρτιση, με προοπτική μελλοντικής συμμετοχής του στην εταιρεία, επειδή τότε ο ενάγων ήταν αφερέγγυος λόγω των χρεών του από την προηγούμενη εταιρεία, ότι την 19-10-2006 συστάθηκε, κατά τα εκεί ειδικότερα διαλαμβανόμενα, η εναγομένη εταιρεία (με την επωνυμία "...
ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ και τον διακριτικό τίτλο "... ΑΒΕΕ") με κύριο σκοπό την κατασκευή και εμπορία αυτοκόλλητων ετικετών από χαρτί κλπ., ετικετών ασφαλείας, εκτυπωτικές δραστηριότητες, εισαγωγή και εμπορία αυτοκόλλητου χαρτιού, εμπορία μελάνης, εκτυπωτών, ανακύκλωση χαρτιού κλπ., Πρόεδρος δε και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής ορίσθηκε ο Θ.
Κ., ότι ο ενάγων λόγω της εμπειρίας και της τεχνογνωσίας που διέθετε από την πολύχρονη απασχόλησή του με το ίδιο αντικείμενο ανέλαβε την οργάνωση της επιχείρησης, δηλ. την στελέχωση με προσωπικό, αρκετά άτομα του οποίου προέρχονταν από την δική του εταιρεία, την μεταφορά του πελατολογίου του στη νέα εταιρεία, την προμήθεια εξοπλισμού με εκτυπωτικά μηχανήματα, ότι ο ενάγων, μη συμμετέχοντας στην εναγομένη εταιρεία με άλλη ιδιότητα και εωσότου αποκτήσει, κατά τα συμφωνηθέντα, μερίδιο σ’ αυτήν, εργαζόταν από 1-11-2006 με την ιδιότητα του διευθυντή παραγωγής, επιβλέποντας την παραγωγή των ετικετών, συνάπτοντας συμφωνίες με τους πελάτες, διεκπεραιώνοντας και παραδόσεις σ’ αυτούς, διευθύνοντας γενικά την παραγωγή των προϊόντων, προΐστατο των υπαλλήλων του τμήματος αυτού, απέστελλε προσφορές στους πελάτες και αυτοί απευθύνονταν σ’ αυτόν για την διευθέτηση των παραγγελιών τους, στα έντυπα δε προσφορών που αποστέλλονταν με την επιμέλειά του στους πελάτες υπέγραφε ο Θ.
Κ. ως διευθύνων σύμβουλος και ο ενάγων ως διευθυντής παραγωγής, ότι ο ενάγων παρείχε ανελλιπές την εργασία του στην εναγομένη και πέραν του ωραρίου του, αυτός άνοιγε και έκλεινε την εταιρεία, σ’ αυτόν απευθύνονταν οι υπάλληλοι παραγωγής, όταν ανέκυπτε τεχνικό πρόβλημα, αναφερόταν μόνο στον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης, από τον οποίο δεχόταν εντολές και ελεγχόταν ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας του, πολλές φορές δε ο διευθύνων σύμβουλος ενώπιον του προσωπικού απευθυνόταν στον ενάγοντα ως υφιστάμενό του, δίνοντάς του εντολές, ότι για την εργασία αυτή που παρείχε στην εναγομένη ο ενάγων από 1-11-2006 ελάμβανε ως αποδοχές μικρά ποσά, ύψους 100-150€ εβδομαδιαία, δηλ. 600€ τον μήνα, ενώ οι ειθισμένες μικτές αποδοχές της θέσης του ανάλογα με την πείρα και την τεχνογνωσία του ανέρχονταν κατά το χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2006 έως τον Ιούνιο του 2009, όταν απολύθηκε, τουλάχιστον σε 3.000€, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων κατά την εκτέλεση της εργασίας του τελούσε σε εξάρτηση από την εναγομένη, αφού παρείχε αυτήν αποκλειστικά στους χώρους της εταιρείας και με την χρήση των μέσων της, εντός καθορισμένου ωραρίου, υπό τις εντολές, οδηγίες και τον έλεγχο του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης, σε χαλαρότερη μορφή λόγω της εμπειρίας του στο αντικείμενο της εργασίας του, ενώ ελάμβανε μηνιαία σταθερό ποσό 600€ ως αμοιβή, ανεξάρτητα από τις εργασίες που εκτελούσε, το γεγονός δε ότι δεν ήταν ασφαλισμένος στο ΙΚΑ δεν αναιρεί την εξάρτηση, ότι κατά συνέπεια, εφόσον ο ενάγων τελούσε υπό την εξάρτηση της εναγομένης η έννομη σχέση που τους συνέδεε ήταν της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από το Νοέμβριο του 2006 έως τον Ιούνιο του 2009 καταβλήθηκαν στον ενάγοντα έναντι δεδουλευμένων αποδοχών διάφορά ποσά συνολικού ύψους 20.000€ και οφείλεται σ’ αυτόν, κατά τα αναλυτικότερα εκεί εκτιθέμενα, ως υπόλοιπο δεδουλευμένων αποδοχών για το μέρος του έτους 2007 έως το έτος 2009 το συνολικό ποσό των 89.850,5€, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, δέχθηκε ενμέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε ότι (α) ο ενάγων συνδέεται με την εναγομένη με την από 1-11-2006 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και (β) η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ως άνω συνολικό ποσό των 89.850,5€.
Με την κρίση του αυτήν το Εφετείο : (Α) Ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εξαρτημένης εργασίας (αορίστου χρόνου) διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και επομένως πρέπει ν’ απορριφθούν οι περί του αντιθέτου 1ος και 2ος κύριοι λόγοι αναίρεσης από το άρθ.559 αριθ.19 ΚΠολΔ, καθώς και ο από την ίδια διάταξη και ως προς το ζήτημα, ειδικότερα, του σταθερού ή μεταβαλλομένου ύψους των καταβολών προς τον ενάγοντα 2ος των προσθέτων λόγων (που ασκήθηκαν παραδεκτά με δικόγραφο που κατατέθηκε στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο 30 πλήρεις ημέρες πριν από την συζήτηση της αναίρεσης, άρθ.569§2 ΚΠολΔ, με αριθ....-1-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Μ.
Δ.) (Β) Διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ως προς το ουσιώδες ζήτημα του προσδιορισμού του οφειλομένου στον αναιρεσίβλητο ενάγοντα "συνηθισμένου (ειθισμένου) μισθού" ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, καθόσον (α) δεν αναφέρεται σ’ αυτήν, εάν για την συγκεκριμένη εργασία που εκτελούσε ο ενάγων προβλεπόταν ή όχι νόμιμος μισθός (β) δεν περιέχονται παραδοχές ότι ο προσδιορισθείς ως συνηθισμένος μισθός, με βάση τον οποίο έγινε ο υπολογισμός των οφειλομένων στον ενάγοντα αποδοχών, ήταν ο μισθός που καταβαλλόταν συνήθως από άλλους εργοδότες στον ίδιο τόπο σε άλλους εργαζομένους που παρείχαν όμοια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες και επομένως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής 1ος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το Β’ σκέλος του από τον αριθ.19 του άρθ.559 ΚΠολΔ, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών κύριων και προσθέτων λόγων αναίρεσης.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, πρέπει (α) ν’ αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση ως προς το ως άνω μέρος (β) να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το μέρος αυτό, ως προς το οποίο χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση, αφού μπορεί να συγκροτηθεί από άλλον δικαστή (άρθ.580§ΚΠολΔ) και (γ) να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθ.176, 183, 191§ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5668/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που ορίζει σε χίλια επτακόσια (1700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ