Supreme Court dismisses appeal due to failure to file supplementary grounds 30 days prior to hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's custody decision. The appellant raised supplementary grounds challenging the social worker's report and the court's evaluation of the parties' suitability, arguing the lower court ignored domestic violence and failed to provide specific reasoning. The court rejected these arguments as inadmissible because they were not filed in a written document at least thirty full days before the hearing.
Legislator headnote
AI generatedArticle 569(2)(a) and (b) of the Code of Civil Procedure; Article 577(1) and (2) of the Code of Civil Procedure: Supplementary grounds of appeal must be filed in a written document at least thirty full days before the appeal hearing; failure to meet both the timing and submission requirements renders them inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 824 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 824/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. - Ε. Θ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίου δικηγόρου της Ελένης Τσιρογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Φ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Κ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 5/11/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 106/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 132/2015 μη οριστική και 290/2016 οριστική του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/8/2017 αίτησή της και τους από 24/1/2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 569 παρ. 2 εδ. α’ και β’ ΚΠολΔ "Οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης αποφάσεως και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση.
Αντίγραφο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους". Από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής προς τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, που εφαρμόζονται αναλογικά και για τους πρόσθετους λόγους και που ορίζουν, ότι το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως και αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως, προκύπτει, ότι αν δεν τηρηθούν και οι δύο προϋποθέσεις της ασκήσεως των πρόσθετων λόγων, δηλαδή η κατάθεση, του δικογράφου αυτών τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της αναιρέσεως (και όχι την ορισθείσα μετ’ αναβολήν ή ματαίωσή της) καθώς και η επίδοσή τους μέσα στην ίδια προθεσμία, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει και αυτεπάγγελτα τους πρόσθετους λόγους ως απαράδεκτους.
Στη προθεσμία αυτή των τριάντα (30) ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες καταθέσεως και επιδόσεως, καθώς και εκείνη της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως (ΟλΑΠ 266/1985). Αν η τελευταία ημέρα της παραπάνω προθεσμίας είναι σύμφωνα με το νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται και επομένως η προθεσμία αυτή λήγει την επόμενη εργάσιμη ημέρα, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 12 της από 29/30-12-1980 πράξεως Νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με το ν.1157/ 1981, η οποία εφαρμόζεται τόσο στις προθεσμίες ενέργειας όσο και στις προπαρασκευαστικές προθεσμίες, όπως είναι και η παραπάνω προθεσμία των τριάντα ημερών, που πρέπει να παρέλθει από την κοινοποίηση των πρόσθετων λόγων μέχρι τη συζήτηση της αναιρέσεως (ΟλΑΠ 266/1985).
Σημειωτέον ότι, από την προαναφερθείσα διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 568 παρ. 3 και 571 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ως ημέρα συζητήσεως για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, νοείται εκείνη, η οποία, κατ’ άρθρο 568 ΚΠολΔ, ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου, όχι δε, και η μεταγενέστερη, που ορίζεται μετ’ αναβολή από την αρχική δικάσιμο ή μετά ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης (ΑΠ 519/2014).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 124 ΚΠολΔ, η επίδοση δικογράφου γίνεται κατ’ αρχήν στην κατοικία του προσώπου, προς το οποίο απευθύνεται, ενώ σύμφωνα με το άρθρα 119 παρ. 1-3 κάθε μεταβολή της διεύθυνσης διαδίκου (η οποία αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο των δικογράφων της αγωγής, των ενδίκων μέσων κλπ.) πρέπει να γνωστοποιείται με τα εκατέρωθεν κοινοποιούμενα δικόγραφα ή με τις προτάσεις ή με χωριστό δικόγραφο κλπ., κατά δε το άρθρο 120 ΚΠολΔ η επίδοση εγγράφου που αφορά την εκκρεμή δίκη που γίνεται στην διεύθυνση της κατοικίας που έχει αναφερθεί με τον παραπάνω τρόπο είναι έγκυρη σε κάθε περίπτωση. Η εκπρόθεσμη ή μη νόμιμη κλήτευση του διαδίκου, ο οποίος παρέστη κατά την συζήτηση, καθιστά άκυρη την κλήτευσή του και προσβάλλει το δικαίωμα της υπερασπίσεώς του, μόνο υπό την προϋπόθεση του άρθρου159 αριθ. 3 ΚΠολΔ, της πρόκλησης δηλ. δικονομικής βλάβης και δη ως προς την προπαρασκευή της υπεράσπισης, η οποία δεν μπορεί να επανορθωθεί κατ’ άλλο τρόπο (ΟλΑΠ 12/2000, ΑΠ 824/2012, 160/2011, 1219/2007, 684/2004, 408/2004). Δεν υπάρχει δικονομική βλάβη από την εκπρόθεσμη και γενικότερα μη προσήκουσα κλήτευση, εάν ο επικαλούμενος αυτήν διάδικος παρέστη προσηκόντως κατά την συζήτηση της αναιρέσεως και αντέταξε πλήρως την υπεράσπισή του και τα επιχειρήματά του κατ’ αυτής (ΑΠ 929/2017, ΑΠ 824/2012, ΑΠ 408/2004).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των-άρθρων 152 παρ. 1, 153, 154 και 155 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο διάδικος, ο οποίος από ανώτερη βία ή δόλο του αντιδίκου του δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία, άρα και εκείνη για την άσκησή πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, μπορεί με οποιοδήποτε δικόγραφο κατά τη δίκη ή με τις προτάσεις του ή με αυτοτελές δικόγραφο, να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, υπό την έννοια πρόσδοσης, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της έννομης ενέργειας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη.
Η αίτηση επαναφοράς ασκείται μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την άρση του εμποδίου, που συνιστούσε την ανώτερη βία ή από τη γνώση του δόλου του αντιδίκου του. Ως ανώτερη βία, νοείται το παρακωλυτικό της τηρήσεως της προθεσμίας γεγονός που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (ΑΠ 629/2013, ΑΠ 1239/2009).
Η αίτηση πρέπει να αναφέρει τους λόγους, για τους οποίους δεν ήταν δυνατό να τηρηθεί η προθεσμία, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα για την εξακρίβωση της αλήθειάς τους και να περιέχει την πράξη που παραλείφθηκε ή να αναφέρει ότι έχει ήδη ενεργηθεί και, εφόσον για την άσκηση της πράξης χρειάζεται ιδιαίτερος τύπος, πρέπει να αναφέρεται και ότι τηρήθηκε ο τύπος.
Εάν κατά την άσκηση της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων δεν τηρηθεί κάποια από τις ως άνω προϋποθέσεις, η αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1239/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα άσκησε προσθέτους λόγους αναιρέσεως με το από 24-1-2018 δικόγραφο, που κατατέθηκε στην Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 24-1-2018 με αύξοντα αριθμό ..., όπως προκύπτει από την σχετική πράξη καταθέσεως και επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 25-1-2018, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .../25-1-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του στο Εφετείο Πατρών Γ.
Σ. - Κ. Επομένως, από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι η κατάθεση του δικογράφου αυτών και η επίδοσή του δεν έχει συντελεσθεί τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από την αρχικώς ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, δικάσιμο της αναιρέσεως στις 26-2-2018 (αριθμ. ...), δεδομένου, ότι η τελευταία ημέρα της εν λόγω προθεσμίας ήταν Σάββατο και συνεπώς αυτή έληγε την επόμενη εργάσιμη ημέρα Δευτέρα 26-2-2018, ήτοι την ημέρα της δικασίμου, η οποία όμως, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις, δεν υπολογίζεται.
Ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της, ότι ενόψει της παραστάσεως και εκπροσωπήσεως του αναιρεσιβλήτου από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Κ., χωρίς να προτείνει πρόκληση σε αυτόν (αναιρεσίβλητο) δικονομικής βλάβης από την, κατά τα ανωτέρω, τοιαύτη εκπρόθεσμη άσκησή τους, πρέπει οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι, να γίνουν δεκτοί ως εμπρόθεσμοι και να ερευνηθούν περαιτέρω.
Όμως, ενόψει του ότι ο αναιρεσίβλητος, αφ’ ενός μεν δεν κατέθεσε προτάσεις, αφ’ ετέρου κατά την συζήτηση στο ακροατήριο ζήτησε την απόρριψη τόσον της αιτήσεως, όσον και των κρινόμενων προσθέτων λόγων της, επομένως και του ανωτέρω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, με συνέπεια, να μη μπορεί να γίνει δεκτό, άνευ άλλου τινός, ότι είχε προπαρασκευάσει και αντέταξε πλήρως την υπεράσπισή του και τα επιχειρήματά του κατά των προσθέτων αυτών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και, εξ αυτού του λόγου, δεν υφίσταται δικονομική βλάβη από την εκπρόθεσμη κοινοποίησή τους, πρέπει, ο μεν ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας να απορριφθεί ως αβάσιμος, οι δε κρινόμενοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, πρέπει, να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της, κατά τα προαναφερόμενα, εκπροθέσμου ασκήσεώς τους.
Σημειωτέον, ότι η αναιρεσείουσα δεν υποβάλει, ουδέ κατ’ εκτίμηση, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ουδέ επικαλείται προς τούτο τις, κατά τις προαναφερόμενες σχετικές διατάξεις, προϋποθέσεις, ώστε να μπορεί, να ερευνηθεί και να κριθεί, αν οι εν λόγω πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκήθησαν εμπροθέσμως.
Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666 παρ.1, 667, 670, 671 παρ. 1 έως 3 και 672 έως 676 ΚΠολΔ (άρθρο 681 Β’ αυτού), αντιμωλία των διαδίκων υπ’ αριθμ. 290/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, αφού δέχθηκε κατ’ ουσίαν η από 8-9-2014 (υπ’ αριθμ.
εκθ. καταθ. ...) έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 106/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, το μεν δέχθηκε εν μέρει την από 22-10-2012 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../2012) αγωγή του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας και ανέθεσε αποκλειστικά σε αυτόν την επιμέλεια του κοινού ανηλίκου τέκνου αυτού και της εναγομένης, που απέκτησαν από μεταξύ τους γάμο, που λύθηκε αμετακλήτως, το δε απέρριψε, κατά την κυρία βάση της και δέχθηκε αυτήν κατά την επικουρική, την από 5-11-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου και ρύθμισε το δικαίωμα επικοινωνίας αυτής (αναιρεσείουσας) μετά του ανωτέρω ανηλίκου τέκνου αυτής και του αντιδίκου της, κατά τον αναφερόμενο στην απόφασή του αυτή τρόπο.
Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Σημειωτέον, ότι η αναιρεσείουσα απαλλάχθηκε της υποχρεώσεως καταβολής του, κατά το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, παραβόλου, με την υπ’ αριθμ. .../15.5.2015 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κριθείς δικαιούχος παροχής νομικής βοήθειας, κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 και 2 του Ν. 3226/2004.- Από τη διάταξη του άρθρου 1511, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1510, 1512-1514 ΑΚ, προκύπτει ότι, όταν το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει σχετικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή επιμέλειας ανηλίκου τέκνου σε έναν από τους εν διαζεύξει ευρισκόμενους γονείς του, πρέπει να έχει ως αποκλειστικό οδηγό της δικαιοδοτικής του κρίσεως το γενικό συμφέρον και μόνον του ανήλικου τέκνου, σωματικό, υλικό πνευματικό, ψυχικό και ηθικό, χωρίς να επιδρά αυτοτελώς στη λήψη της αποφάσεώς του κανένας από τους διαφορετικούς παράγοντες, που συνοδεύουν το πρόσωπο κάθε γονέα, όπως είναι το φύλο, η φυλή, η γλώσσα, η θρησκεία, η κοινωνική προέλευση, η περιουσιακή κατάσταση κλπ.
Για τη λήψη της αποφάσεως το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τους με ανεπηρέαστη επιλογή αναπτυχθέντες μέχρι τότε δεσμούς του διαθέτοντος ικανότητα διακρίσεως τέκνου με τους γονείς του (και τους αδελφούς του), τις τυχόν συμφωνίες των γονέων σχετικά με την επιμέλεια και την περιουσία του, καθώς και τη γνώμη του, εφόσον αυτό, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, εν όψει της ηλικίας του και της πνευματικής του αναπτύξεως, είναι ικανό να αντιληφθεί το πραγματικό του συμφέρον.
Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβιώσεως, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου.
Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της εγγάμου συμβιώσεως, εκτός εάν η συμπεριφορά του υπαιτίου έχει επιδράσει και στην άσκηση της γονικής μέριμνας - επιμέλειας, ώστε να ανακύπτει αντίθεση στο συμφέρον του τέκνου, λόγω της εκτάσεως και της βαρύτητας της συμπεριφοράς του αυτής, δηλωτικής της δομής του χαρακτήρα του και της εν γένει προσωπικότητάς του, έτσι ώστε και έναντι του τέκνου να αναμένεται από αυτόν η τήρηση της ίδιας συμπεριφοράς (ΑΠ 1736/2007, 1316/2009).
Η μικρή ηλικία του τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο, κατά νόμο, στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του τέκνου προς ανάθεση της γονικής μέριμνάς του σε έναν από τους γονείς του μετά τη νηπιακή ηλικία του, οπότε παύει η σαφής βιοκοινωνική υπεροχή της μητέρας από άποψη καταλληλότητας για τη γονική μέριμνα του τέκνου (ΑΠ 952/2007), ενώ συνεκτιμάται αυτή, κατά τη νηπιακή ηλικία του τέκνου, με τους υπόλοιπους παράγοντες, που εξασφαλίζουν την ομαλή σωματική και ψυχοπνευματική του ανάπτυξη.
Δηλαδή, το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια και προς διαπίστωσή του αξιολογούνται όλα τα επωφελή για το ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις, χωρίς η εκφρασθείσα γνώμη του τέκνου να αποτελεί, χωρίς άλλο, αποφασιστικό παράγοντα με ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι πολλές φορές η θέληση του ανηλίκου είναι αποτέλεσμα επηρεασμού και πρόσκαιρη και δεν σημαίνει ότι εξυπηρετεί πράγματι το συμφέρον του.
Το συμφέρον του τέκνου αποτελεί αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το δικαστήριο της ουσίας. Για την εξειδίκευση της έννοιας αυτής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, εκτιμώνται από το δικαστήριο τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, με βάση αξιολογικά κριτήρια, τα οποία αντλεί το δικαστήριο από τους κανόνες της λογικής και κοινής πείρας, λαμβάνοντας υπόψη, σχετικά με το πρόσωπο του ανηλίκου και τα πορίσματα της ψυχολογίας, πρέπει δε να αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως.
Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ελέγχεται αναιρετικά, κατά την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια του συμφέροντος του τέκνου, αν αυτή είναι εσφαλμένη, με το λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν δε δεν έχει ή έχει ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου για εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1511 ΑΚ, ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα του συμφέροντος του τέκνου (ΑΠ 104/2012, ΑΠ 231/2007).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1511 και 681 Γ παρ. 3 εδ. α’ και 4 εδ. α’ , δ’ και ε’ ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου, επί διαζευγμένων συζύγων, να ρυθμίσει την, αποτελούσα, κατά το άρθρο 1510 παρ.1 εδ. β’ ΑΚ, περιεχόμενο της γονικής μέριμνας, επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους, πρέπει, να ζητεί και να συνεκτιμά και τη γνώμη του τέκνου, εφόσον κρίνει ότι έχει την απαιτούμενη ωριμότητα, ότι δηλαδή έχει την ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του, για την κρίση του δε αυτή προς την ύπαρξη ή μη τέτοιας ωριμότητας, που σχηματίζεται από την ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε ειδική αιτιολογία απαιτείται, ούτε αναιρετικός έλεγχος επιτρέπεται, αφού αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγματικού γεγονότος κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ.
Ενώ, εξ άλλου, μόνη η ηλικία του τέκνου δεν αποδεικνύει και την ωριμότητα ή ανωριμότητά του. Η συνεκτίμηση από το Δικαστήριο της γνώμης του τέκνου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, αλλά πρέπει να διαλαμβάνεται στην απόφαση, γιατί συνιστά μέρος της αιτιολογίας αυτής χωρίς και να είναι απαραίτητο να αναφέρεται στην απόφαση του δικαστηρίου η γνώμη του ανηλίκου, στην οποία άλλωστε το Δικαστήριο αυτό δεν είναι υποχρεωμένο να συμμορφώνεται.
Υποχρέωση παραθέσεως της γνώμης του ανηλίκου στην απόφαση δεν προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1511 παρ. 3 ΑΚ, πράγμα άλλωστε εύλογο, δεδομένου ότι η παράθεση αυτή (λαμβανομένης υπ’ όψη της υφής των εκδικαζομένων υποθέσεων αλλά και των ευαισθησιών και των αποστάσεων που πρέπει να τηρούνται ιδίως όταν το τέκνο βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία) είναι βέβαιο ότι θα οξύνει έτι περαιτέρω τις ούτως ή άλλως τεταμένες σχέσεις των διαδίκων γονέων, προκαλώντας εξ αντανακλάσεως βλάβη στο συμφέρον του ίδιου του τέκνου (ΑΠ 1316/2009).
Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ, προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, όταν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξ άλλου, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμού 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.- Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, με την οποία, μετά από εξαφάνιση της εκδοθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν, κατά την κυρία βάση της, η από 5-11-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία η τελευταία ζητούσε να ανατεθεί σε αυτήν αποκλειστικά η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου αυτής και του αναιρεσιβλήτου και έγινε δεκτή η από 22-10-2012 αντίθετη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, καθ’ ο μέρος ζητούσε να ανατεθεί σε αυτόν αποκλειστικά η επιμέλεια του αυτού ως άνω ανηλίκου τέκνου, όπως από αυτή προκύπτει, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο την 1-10-2004 στην ..., ενώ είχαν ήδη αποκτήσει ένα τέκνο τον Ν., που γεννήθηκε στις 8-5-2003, που αναγνωρίστηκε από τον εκκαλούντα, δυνάμει της με αριθμό .../14-5-2003 πράξης αναγνώρισης τέκνου της συμβολαιογράφου Αμαλιάδας Ε.
Σ.. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων από το έτος 2009 δεν ήταν ομαλή και η εφεσίβλητη τελικά τον Ιούλιο του έτους 2012 εγκατέλειψε τη συζυγική κατοικία, ενώ δυνάμει της υπ’ αριθμ. 31/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας, που εκδόθηκε ερήμην της εφεσίβλητης, ο μεταξύ των διαδίκων γάμος λύθηκε. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, η εφεσίβλητη, που έχει γεννηθεί και μεγαλώσει στις Η.Π.Α., επιχειρούσε να αναθρέψει και να διαπαιδαγωγήσει το ανήλικο τέκνο της με ιδιόμορφο τρόπο και ειδικότερα του μιλούσε μόνο στην αγγλική γλώσσα, του έλεγε ότι είναι αμερικανός υπήκοος και τον απέτρεπε από το να συναναστρέφεται τα άλλα παιδιά της ηλικίας του, με αποτέλεσμα ο ανήλικος να είναι εσωστρεφής, φοβισμένος και απομονωμένος..........
Περαιτέρω, η εφεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάιο μέχρι τον Αύγουστο του 2011, διέμενε με τον ανήλικο στον ως άνω ξενώνα, χωρίς ο εκκαλών να γνωρίζει που βρίσκεται, απομακρύνοντας τον ανήλικο από την κατοικία του και από το υπόλοιπο οικογενειακό του περιβάλλον και επιχειρώντας να βρει τρόπο να αναχωρήσει με τον ανήλικο για τις Η.Π.Α........
Ακολούθως, τον Ιούλιο του έτους 2012, η εφεσίβλητη έφυγε αυτοβούλως από τη συζυγική κατοικία και έκτοτε ο ανήλικος διαμένει με τον πατέρα του, ενώ κατ’ αυτό το χρονικό διάστημα ο ανήλικος έγινε περισσότερο κοινωνικός, συναναστρέφεται με άλλα παιδιά της ηλικίας του και οι επιδόσεις του στο σχολείο είναι άριστες. .......Η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι και τις δυο φορές υποχρεώθηκε να αποχωρήσει από τη συζυγική κατοικία επειδή κακοποιούνταν διαρκώς από τον\ εκκαλούντα, ο οποίος έχει βίαιο χαρακτήρα και για το λόγο δε αυτό, είναι ακατάλληλος για την άσκηση της επιμέλειας του ανήλικου τέκνου τους.
Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εφεσίβλητης δεν αποδεικνύεται βάσιμος,.......... ενώ οι παραπάνω ισχυρισμοί της εφεσίβλητης δεν επιβεβαιώνονται από κάποιο ιατρικό πιστοποιητικό ή βεβαίωση, ούτε και η εφεσίβλητη κατέφυγε στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα για την αιτία αυτή, όπως έπραξε στις περιπτώσεις που ο εκκαλών παραβίασε διατάξεις δικαστικών αποφάσεων..........
Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο εκκαλών εργάζεται ως σερβιτόρος σε διάφορα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος και οι μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται σε 800 ευρώ περίπου, ενώ διαμένει με τον ανήλικο σε κατοικία ιδιοκτησίας της μητέρας του, η οποία κατοικεί σε άλλη γειτονική οικία. Η εφεσίβλητη ..........δεν αποδεικνύεται, ούτε ότι κατέχει κάποιον τίτλο σπουδών, ούτε και πού έχει εργαστεί, ενώ διαμένει στην Αμαλιάδα σε μισθωμένη κατοικία ενός χώρου...........
Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πλέον επωφελής λύση προς το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ενόψει της ηλικίας του και του τρόπου διαβίωσής του κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, ο οποίος δεν θα πρέπει να μεταβληθεί στις παρούσες συνθήκες, καθώς τούτο θα προκαλέσει περαιτέρω επιβάρυνση της ψυχολογικής και πνευματικής κατάστασής του, είναι να ανατεθεί η επιμέλεια αυτού αποκλειστικά στον πατέρα του - εκκαλούντα.
Ειδικότερα, το γεγονός ότι η εφεσίβλητη επιθυμούσε την ανατροφή του ανήλικου με τέτοιο τρόπο ώστε αυτός να απομονώνεται και να μην κοινωνικοποιείται όπως τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του, ότι κατά το έτος 2011 εξαφανίστηκε μαζί με τον ανήλικο από την οικογενειακή στέγη για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, επιχειρώντας μάλιστα να αναχωρήσει για τις Η.Π.Α., όπου ζει η οικογένειά της, ότι αφού επέστρεψε στην κατοικία της στην Αμαλιάδα, στη συνέχεια τον Ιούλιο του έτους 2012 αυτοβούλως εγκατέλειψε και πάλι τη συζυγική κατοικία, καθώς και το ότι δεν έχει σταθερή και μόνιμη εργασία, χωρίς να εμποδίζεται προς τούτο από λόγους υγείας ή ηλικίας, καταδεικνύουν ότι ο χαρακτήρας της εφεσίβλητης είναι ασταθής και ως εκ τούτου δεν είναι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο προκειμένου να επιμεληθεί, στο παρόν χρονικό διάστημα, για την ομαλή ανάπτυξη του ανήλικου τέκνου της, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο ανήλικος έχει εντελώς αρνητική στάση απέναντι της.
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο εκκαλών, που έχει σταθερή εργασία και διαμένει σε κατοικία που μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του ανήλικου, τον αγαπάει, ενδιαφέρεται για την ορθή ανάπτυξή του και διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο για την φροντίδα και την περιποίησή του, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι σχέσεις του με την εφεσίβλητη είναι ιδιαίτερα τεταμένες και εκ του λόγου αυτού τελέσει άδικες πράξεις σε βάρος της, με την παραβίαση των δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί, όπως προεκτέθηκε.".
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και ειδικώς ότι: "....το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ενόψει της ηλικίας του και του τρόπου διαβίωσής του κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, ο οποίος δεν θα πρέπει να μεταβληθεί στις παρούσες συνθήκες, καθώς τούτο θα προκαλέσει περαιτέρω επιβάρυνση της ψυχολογικής και πνευματικής κατάστασής του, είναι να ανατεθεί η επιμέλεια αυτού αποκλειστικά στον πατέρα του - εκκαλούντα.....", ότι "...το γεγονός ότι η εφεσίβλητη επιθυμούσε την ανατροφή του ανήλικου με τέτοιο τρόπο ώστε αυτός να απομονώνεται και να μην κοινωνικοποιείται όπως τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του, ότι κατά το έτος 2011 εξαφανίστηκε μαζί με τον ανήλικο από την οικογενειακή στέγη για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, επιχειρώντας μάλιστα να αναχωρήσει για τις Η.Π.Α., όπου ζει η οικογένειά της, ότι αφού επέστρεψε στην κατοικία της στην Αμαλιάδα, στη συνέχεια τον Ιούλιο του έτους 2012 αυτοβούλως εγκατέλειψε και πάλι τη συζυγική κατοικία, καθώς και το ότι δεν έχει σταθερή και μόνιμη εργασία, χωρίς να εμποδίζεται προς τούτο από λόγους υγείας ή ηλικίας, καταδεικνύουν ότι ο χαρακτήρας της εφεσίβλητης είναι ασταθής και ως εκ τούτου δεν είναι το πλέον κατάλληλο πρόσωπο προκειμένου να επιμεληθεί, στο παρόν χρονικό διάστημα, για την ομαλή ανάπτυξη του ανήλικου τέκνου της, λαμβάνοντας υπόψη και το γεγονός ότι ο ανήλικος έχει εντελώς αρνητική στάση απέναντι της...", ότι ".....ο εκκαλών, που έχει σταθερή εργασία και διαμένει σε κατοικία που μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του ανήλικου, τον αγαπάει, ενδιαφέρεται για την ορθή ανάπτυξή του και διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο για την φροντίδα και την περιποίησή του, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι σχέσεις του με την εφεσίβλητη είναι ιδιαίτερα τεταμένες και εκ του λόγου αυτού τελέσει άδικες πράξεις σε βάρος της, με την παραβίαση των δικαστικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί, όπως προεκτέθηκε.", ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1511, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1510, 1512-1514 ΑΚ, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Περαιτέρω, με τις αυτές ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του νομίμου βάσεως, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμά του, ότι το καλώς νοούμενο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων, ενόψει της ηλικίας του και του τρόπου διαβίωσής του κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, ο οποίος δεν θα πρέπει να μεταβληθεί στις παρούσες συνθήκες, καθώς τούτο θα προκαλέσει περαιτέρω επιβάρυνση της ψυχολογικής και πνευματικής κατάστασής του, επιβάλει να ανατεθεί η επιμέλεια αυτού αποκλειστικά στον πατέρα του - αναιρεσίβλητο.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ. 1(α) και κατά το δεύτερο από τον αρ. 19, λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τις αιτιάσεις, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του: α) ουδόλως αναφέρει στο σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης την άποψη της κοινωνικής λειτουργού η οποία στην από 25-2-2014 έκθεσή της κάνει λόγο για τις συνθήκες που επικρατούν στην κατοικία του αντιδίκου και συγκεκριμένα ότι στην οικογένεια του αντιδίκου "...
επικρατεί βία και πρακτικές που δυνητικά θα οδηγήσουν τον ανήλικο σε σύγχυση, υιοθέτηση ιδιοτελών και αθέμιτων κριτηρίων στη ζωή του και έχοντας ως μητρικό υποκατάστατο τη γιαγιά, πιθανόν και σε ψυχοπαθογένεια ...", β) στηρίζει την κρίση του στο γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος κρίνεται κατάλληλος για να ανατεθεί σε αυτόν η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου επειδή έχει εργασία και κατοικία στην Αμαλιάδα, υιοθετώντας την άποψη ότι δεν θα πρέπει να μεταβληθεί ο τρόπος διαβίωσης του ανηλίκου, ενώ χωρίς καμία περαιτέρω αιτιολογία απορρίπτει τους ισχυρισμούς μου ότι και εγώ διαμένω μόνιμα στην πόλη της Αμαλιάδας και μπορώ να εργασθώ ως καθηγήτρια Αγγλικών όπως και έκανα κατά το παρελθόν προσφέροντας στον ανήλικο τα απαραίτητα υλικά και ψυχικά εφόδια για την ανάπτυξή του χωρίς να μεταβληθεί ο τρόπος διαβίωσης του, γ) παραβλέπει κατά την κρίση του το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος είναι βίαιος, ζει σε παρόμοιο οικογενειακό περιβάλλον και αδιαφορεί εν γένει για τις δικαστικές αποφάσεις και το καλώς εννοούμενο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου που επιβάλει την αρμονική σχέση και επικοινωνία και με τους δύο γονείς του και δ) καταλήγει στην κρίση ότι ο εκκαλών και ήδη αναιρεσίβλητος, μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του ανηλίκου, τον αγαπάει, ενδιαφέρεται για την ορθή ανάπτυξή του και διαθέτει τον απαραίτητο χρόνο για την φροντίδα και την περιποίησή του, χωρίς να αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα στα οποία βασίζει την κρίση αυτή και δίχως να κάνει καμία αναφορά, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, στα δικά μου αισθήματα αγάπης και αφοσίωσης προς τον ανήλικο υιό της και στους ειδικότερους λόγους για τους οποίους κρίνει ότι με βάση τα αισθήματα αγάπης ο αντίδικός της υπερτερεί και η επιμέλεια θα πρέπει να δοθεί σε αυτόν και όχι σε εκείνη.
Ο ίδιος ως άνω λόγος αναιρέσεως, κατ’ αμφότερα τα μέρη του, είναι απαράδεκτος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, καθόσον αυτές ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και, επίσης, σε επιχειρήματα και κρίσεις του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, ενώ δεν πρέπει στην παρούσα απόφαση να περιληφθεί διάταξη περί καταδίκης της ηττηθείσης αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του νικήσαντος αναιρεσιβλήτου, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος από τον τελευταίο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-8-2017 αίτηση και τους από 24-1-2018 πρόσθετους λόγους αυτής, της Αικατερίνης - Ελένης Θεοφάνη, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 290/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ