Legislator Case Law & Legislation
468/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding that all evidence was properly considered.

Case Number 468/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a civil dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence submitted by the parties. The court ruled that the lower court had lawfully taken into account all presented documents and formed its conviction based on the complete evidentiary record.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court lawfully considered all evidence and formed its conviction without error regarding the assessment of facts.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility evidence assessment conviction formation lower court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of Law 1648/1986
Article 15 of Law 2643/1998
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 468 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 468/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Ι. του Γ., κατοίκου … , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεώργιου Λεκέα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου συνεταιριστικής οργάνωσης (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία «ΕΛΑΙΟΚΟΜΙΚΟΣ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΑΤΡΩΝ» και τον διακριτικό τίτλο «ΠΑΤΡΑΪΚΗ 1918» κατόπιν αλλαγής επωνυμίας από «ΕΛΑΙΟΚΟΜΙΚΟΣ ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΑΤΡΩΝ» και αρχικής επωνυμίας «ΕΝΩΣΗ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΣΥΝ.Π.Ε.», όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Πάτρα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Αμπατζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 20.12.2002 και 22.12.2009 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Συνεκδικάσθηκαν και εκδόθηκαν η 645/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 411/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14.02.2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Με την από 14.02.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμ. 411/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 01.12.2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 409/2017) εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Συνεταιριστικής οργάνωσης (ΝΠΙΔ) με την επωνυμία «ΕΛΑΙΟΚΟΜΙΚΟΣ-ΑΜΠΕΛΟΥΡΓΙΚΟΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΠΑΤΡΩΝ» κατά της εκδοθείσας την 31.10.2017 υπ’ αριθμ. 645/31.10.2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία έγιναν δεκτές οι από 20.12.2002 και 22.12.2009 αγωγές της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με άλλους ομοδίκους της. Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556 παρ.1, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[II] Κατά το άρθρο 1 παρ. 4 ν. 1648/1986 για την προστασία πολεμιστών, αναπήρων – θυμάτων πολέμου και μειονεκτούντων προσώπων (ο οποίος καταργηθείς με το άρθ. 15 ν. 2643/1998, που τον αντικατέστησε, ίσχυε μέχρι την 28.09.1998, δηλ. κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο) στις προστατευτικές διατάξεις του νόμου αυτού υπάγονται και τ' αναφερόμενα στην ως άνω διάταξη, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την ΔΙΠΠΠ|Φ. 1/9390/1988 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 768|1988 τ.

Β', η οποία κυρώθηκε από τότε που εκδόθηκε με το άρθ. 26 ν. 1876/1990), πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και τέκνα πολυτέκνων οικογενειών. Κατά το άρθ. 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου οι αναφερόμενες σε αυτό επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις που απασχολούν προσωπικό άνω των 50 ατόμων υποχρεούνται να προσλαμβάνουν, κατά τα αναφερόμενα εκεί ποσοστά, πρόσωπα που προστατεύονται από το προηγούμενο άρθρο, ανεξάρτητα αν υπάρχουν ή όχι κενές θέσεις, η τοποθέτηση δε των προσώπων αυτών γίνεται κατ’ άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω νόμου από την Επιτροπή του άρθρου 8, ισχύει για την περιφέρεια της Νομαρχίας που τους τοποθέτησε και είναι υποχρεωτική για τον εργοδότη.

Κατά την παρ. 3 του ιδίου ως άνω άρθρου ο τοποθετούμενος υποχρεούται, μέσα σε έναν μήνα από την κοινοποίηση της απόφασης για την τοποθέτησή του, να παρουσιασθεί στην επιχείρηση και ν’ αναλάβει υπηρεσία. Εξάλλου, κατ’ άρθ. 10 παρ. 4 του αυτού νόμου, κατά των αποφάσεων των Επιτροπών του άρθ. 8 αυτού χωρεί προσφυγή στη Δευτεροβάθμια Επιτροπή για τη νομιμότητα ή σκοπιμότητα της τοποθέτησης εκ μέρους του υπόχρεου εργοδότη του προστατευομένου από το νόμο προσώπου και κάθε τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, στην αρμοδιότητα δε των Επιτροπών αυτών ανήκουν η ανάκληση της τοποθέτησης και οι σχετικές με αυτήν αμφισβητήσεις (άρθ. 9).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι μεταξύ του εργοδότη που υπόκειται στην υποχρέωση πρόσληψης και του μισθωτού που προστατεύεται και τοποθετείται σ’ αυτόν συνάπτεται σύμβαση αναγκαστικής για τον εργοδότη εργασίας, την δικαιοπρακτική βούληση του οποίου αναπληρώνει η απόφαση της Επιτροπής, η σύμβαση δε αυτή εργασίας τελειούται με την εμφάνιση του τοποθετηθέντος μισθωτού για ανάληψη εργασίας. Ο εργοδότης αποκρούοντας την πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος και οφείλει σ’ εκείνον μισθούς υπερημερίας κατ’ άρθ. 656 ΑΚ, μη δικαιούμενος να ερευνήσει και αυτός την συνδρομή των απαιτουμένων για την πρόσληψη του μισθωτού προϋποθέσεων, αφού η πρόσληψη του μισθωτού έχει τελειωθεί με την εμπρόθεσμη εμφάνισή του στον υπόχρεο εργοδότη σύμφωνα με τις προδιαληφθείσες διατάξεις του ν. 1648/1986 που υπερισχύουν από κάθε άλλη διάταξη ή αντίθετη ρύθμιση (ΑΠ 3/2008, ΑΠ 310/2007).

Περαιτέρω, κατ’ άρθ. 2 παρ. 5 του ιδίου ως άνω νόμου ο αρμόδιος νομάρχης με απόφασή του, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής του άρθ. 8 και μετά από αίτηση της ενδιαφερομένης επιχείρησης, μπορεί ν’ απαλλάσσει από την υποχρέωση πρόσληψης ή να περιορίζει το ποσοστό υποχρεωτικής πρόσληψης σε επιχειρήσεις που έχουν ουσιαστικά αναστείλει τις εργασίες τους ή δεν μπορούν να συνεχίσουν επωφελώς τη λειτουργία τους. Στην περίπτωση αυτή λύεται υποχρεωτικά η σχέση εργασίας όλων ή ορισμένων από εκείνους που έχουν τοποθετηθεί αναγκαστικά, αν δε ο νομάρχης αποφασίσει την μείωση του ποσοστού πρόσληψης, καθορίζει επίσης και τα κριτήρια των προσώπων που θ’ απολυθούν.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθ. 11 παρ. 1 εδ. δ' του ως άνω νόμου η σχέση εκείνων που τοποθετούνται με τις διατάξεις αυτού κλπ. λύεται, εκτός των άλλων περιπτώσεων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, με καταγγελία της σχέσης εργασίας, αν έχει εκδοθεί απόφαση του νομάρχη σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθ. 2 παρ. 5.

Από τον συνδυασμό των τελευταίων αυτών διατάξεων, δηλ. των άρθ. 2 παρ. 5 και 11 παρ. 1δ ν. 1648/1986, προκύπτει αναμφίβολα, ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης του νομάρχη περί απαλλαγής από την υποχρέωση πρόσληψης ή περί περιορισμού του ποσοστού υποχρεωτικής πρόσληψης σε σχέση με τις προαναφερθείσες επιχειρήσεις, η σχέση εργασίας των ατόμων που έχουν προσληφθεί αναγκαστικά (όλων ή ορισμένων εξ αυτών) λύεται υποχρεωτικά μεν όχι όμως και αυτοδικαίως αλλ’ απαιτείται καταγγελία της σχέσης εργασίας αυτών, όπως συνάγεται ειδικότερα από την ρητή και σαφή διάταξη του άρθ. 11 παρ. 1 δ’ ν. 1648/1986, τηρουμένων, επομένως, των διατάξεων των άρθ. 1 ν. 2112/1920, 1 του ΒΔ της 16/18.07.1920 (ΑΠ 2132/2009).

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο εργοδότης δεν προέβη σε καταγγελία της εν λόγω σύμβασης αναγκαστικής εργασίας, παρά την έκδοση απόφασης του Νομάρχη περί απαλλαγής του από την υποχρέωση πρόσληψης, η αξίωση μισθών υπερημερίας από τον αναγκαστικώς τοποθετηθέντα σύμφωνα με το άρθρο 656ΑΚ, δεν αποκλείεται να αποκρουσθεί από τον εργοδότη, εφόσον συντρέχουν οι όροι που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή όταν η αξίωση αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ 643/2013, ΑΠ 2132/2009, ΑΠ 1133/1998). Ειδικότερα, το δικαίωμα του αναγκαστικώς τοποθετηθέντος να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησης του μισθωτού, και δεν αρκεί ότι αυτός δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η περί τούτου ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία την οποία ο μισθωτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα λάμβανε από την εργασία του. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι αυτή επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 394/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 142/2007, ΑΠ 1093/2003).

Μόνη η μακρά διάρκεια του διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης, καταχρηστική (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017). Ούτε συνιστά κακόβουλη παράλειψη εκ μέρους του εργαζομένου η άρνηση αυτού ν’ απασχοληθεί σε άλλο εργοδότη, εάν η εργασία που του προσφέρεται ή οι συνθήκες αυτής δεν είναι ανάλογες με τα προσόντα, τις γνώσεις ή την ειδικότητά του ή η τυχόν αποδοχή της δυσχεραίνει σημαντικά την επιστροφή του εργαζόμενου στην προηγούμενη θέση του σε περίπτωση που ο εργοδότης διακόψει την υπερημερία του, καλώντας τον εργαζόμενο ν’ αναλάβει εργασία (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 856/2017).

[III] Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

[IV] Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 6/2019, 8/2018, 9/2016, 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία», ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια. Ούτε, εξ άλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1148/2018, 319/2017).

[V] Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

«| Ότι το έτος 1988, δυνάμει αναγκαστικής συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατ’ εφαρμογή των τότε ισχυουσών διατάξεων του Ν. 1648/1986, ως τέκνα πολυτέκνων οικογενειών προσελήφθησαν οι εφεσίβλητες για να εργασθούν ως υπάλληλος η 1η, μη ούσα διάδικος στην παρούσα υπόθεση, και ως εργατοτεχνίτρια η 2η και ήδη αναιρεσείουσα, στην επιχείρηση της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσιβλήτου στην Πάτρα με τον κατά νόμο μισθό και ωράριο εργασίας.

Ότι οι εν λόγω εργαζόμενες, αν και εμφανίστηκαν στις 22.12.1988 και 04.10.1988, αντίστοιχα, στην επιχείρηση να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, η εκκαλούσα δεν αποδέχθηκε αυτές και έκτοτε ήταν υπερήμερη εργοδότης. Ότι, με την υπ’ αριθμ. .../18.9.1996 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, έγινε δεκτή σχετική αίτηση της εκκαλούσας περί της απαλλαγής της από την πρόσληψη και απασχόληση των ως άνω αναγκαστικώς τοποθετημένων εφεσιβλήτων (και τριών εργαζομένων), σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 1648/1986, επειδή, λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε («οξύτατο οικονομικό πρόβλημα σε απελπιστικό βαθμό, γνωστό στην κοινωνία της Πάτρας με χρέος που άγγιζε τα 17 δις δραχμές», όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην ως άνω απόφαση), η επιβάρυνση με την υποχρέωση απασχόλησης και μισθοδοσίας των εφεσιβλήτων θα επιτάχυνε τη διαδικασία αναστολής λειτουργίας της με τραγικά αποτελέσματα για τους ήδη εργαζόμενους.

Παρά την ως άνω απόφαση του Νομάρχη που ουσιαστικά παρείχε την άδεια στον εκκαλούντα για καταγγελία της σύμβασης των εφεσιβλήτων και της έκτοτε οριστικής απαλλαγής του από την υποχρέωση καταβολής μισθού, οι τελευταίες ουδέποτε καταγγέλθηκαν από τον εκκαλούντα, προφανώς από αβελτηρία των οργάνων διοίκησής του, ούτε όμως και απασχολήθηκαν ποτέ στην επιχείρησή του.

Τούτο δε εξηγείται, γιατί η οικονομική κατάσταση του εκκαλούντος έγινε ακόμη τραγικότερη και δη, συρρικνώθηκε ακόμα περισσότερο ο κύκλος των εργασιών του, από το έτος δε 2002 έως και το έτος 2009 (επίδικο διάστημα) παρουσίαζε ζημία της τάξης των 3.018.254 ευρώ με ανοδική αυξητική για τα επόμενα έτη 2010-2015 με το σύνολο της ζημιάς να ανέλθει σε 11.500.000 ευρώ, τα χρέη προς το Ελληνικό Δημόσιο και τρίτους (τράπεζες κ.λπ.) ανέρχονταν κατά το επίδικο διάστημα σε 10.000.000 ευρώ κατά μέσο όρο ετησίως, μειώθηκε δε το προσωπικό του κατά 30%, η ταμειακή ρευστότητα ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και ο κίνδυνος για αναστολή λειτουργίας της επιχείρησης ή και πτώχευσης ήταν ορατός με ολέθριες συνέπειες για τους εναπομείναντες εργαζόμενους σε αυτόν και τη βέβαιη οδήγησή τους στην ανεργία.

Ότι περαιτέρω, οι εφεσίβλητες το επίδικο χρονικό διάστημα 1997-2009, που η εκκαλούσα δεν τις απασχολούσε, μπορούσαν να βρουν άλλη εργασία σε άλλον εργοδότη, η πρώτη ως υπάλληλος και η δεύτερη ως εργατοτεχνίτρια, με τις ίδιες απολαβές όπως και με αυτές που αξίωσαν να τους καταβάλει η εκκαλούσα με τις αγωγές τους.

Ότι, εν όψει του ότι τα έτη 1997-2007 δεν είχε ακόμα ξεκινήσει η οικονομική ύφεση στη Χώρα, υπήρχε αγορά εργασίας στην Πάτρα, όπου θα μπορούσαν οι εφεσίβλητες να ανεύρουν εργασία και να απασχοληθούν με τις αυτές ειδικότητες και απολαβές που ζητούσαν με τις υπό κρίση αγωγές τους. Ότι δεν έπραξαν τούτο σκοπίμως και από οκνηρία, γιατί προτίμησαν να αποκερδαίνουν μισθούς από τον εκκαλούντα χωρίς να παρέχουν σε αυτόν εργασία, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι δεν τους είχε καταγγείλει τις συμβάσεις τους, παρά τη σχετική άδεια του Νομάρχη, γνωρίζοντας ότι ο εκκαλών βρισκόταν σε τραγική οικονομική κατάσταση και ότι η ικανοποίηση των απαιτήσεών τους θα οδηγήσει σε κατάρρευση της επιχείρησης με ολέθρια αποτελέσματα για τους ήδη εργαζόμενους σε αυτόν και τις οικογένειές τους, αντί να εργαστούν σε άλλους εργοδότες, αμειβόμενες με τα αντίστοιχα ποσά που ζητούσαν με τις αγωγές τους, όπως θα μπορούσαν να κάνουν ευχερώς το επίδικο χρονικό διάστημα.

Άλλωστε, προτίμησαν τον εύκολο δρόμο, να ασκήσουν τις επίδικες αγωγές και να ζητήσουν μισθούς υπερημερίας 12 ετών για ουδέποτε παρασχεθείσες υπηρεσίες, συνολικών χρηματικών ποσών 220.000 ευρώ και 130.000 ευρώ περίπου, αντίστοιχα για την κάθε μία, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που θα είχε αυτό για την επιχείρηση του εκκαλούντος και για τους λιγοστούς εναπομείναντες εργαζομένους σε αυτήν, παρά να εργαστούν για να αποκομίσουν τα εν λόγω ποσά.

Ότι εν όψει των ανωτέρω συνθηκών, η επιδίωξη ικανοποίησης των αξιώσεων των εφεσιβλήτων για καταβολή, όχι δεδουλευμένων μισθών, αλλά αποδοχών υπερημερίας, ήτοι για εργασία που ουδέποτε παρασχέθηκε το επίδικο χρονικό διάστημα των 12 ετών, υπερέβαινε προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματός τους, για αυτό το λόγο και έπρεπε οι υπό κρίση αγωγές τους να απορριφθούν, δεκτών γενομένων των σχετικών ενστάσεων, που πρότεινε παραδεκτά η εκκαλούσα προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ανέλυσε δε με τις προτάσεις του και επανέφερε με την έφεσή του|».

[VI] Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την έφεση της εναγομένης – εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτές ως κατ’ ουσίαν βάσιμες τις αγωγές των εναγουσών μεταξύ των οποίων και της ήδη αναιρεσείουσας και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση κατ’ ουσίαν, απέρριψε τις αγωγές κρίνοντας ότι η άσκηση αυτών υπερέβαινε τα όρια τα διαγραφόμενα στο άρθρο 281ΑΚ.

Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 336, 656 και 281 ΑΚ, σε συνδυασμό με αυτές του ν. 1648/1986, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή. Ειδικότερα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ήτοι:

(α) ότι με την υπ’ αριθμ. πρωτ. .../18.09.1996 απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας, εκδοθείσα μετά από σχετική αίτηση της αναιρεσίβλητης κατά το άρθρο 2 παρ. 5 και 11 παρ. 1δ’ ν. 1648/1986, λύθηκε μεν υποχρεωτικά όχι όμως αυτοδικαίως η αναγκαστική σχέση εργασίας αυτής με την αναιρεσείουσα, καθ’ όσον έγινε δεκτή σχετική αίτηση της αναιρεσιβλήτου από το Νομάρχη Αχαΐας για ακύρωση της αναγκαστικής πρόσληψης και απασχόλησης λόγω των μεγάλων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η αναιρεσίβλητη• η αναγκαστική απασχόληση από αυτή της αναιρεσείουσας θα επιτάχυνε τη διαδικασία αναστολής λειτουργίας της με δυσμενή αποτελέσματα για τους ήδη εργαζομένους, αφού ο κύκλος εργασιών της αναιρεσίβλητης κατά το επίδικο διάστημα (2002 έως 2009) παρουσίαζε συνεχώς συρρίκνωση με συνεχώς αυξητική τάση αυτής, μείωση του προσωπικού της κατά 30% και διέθετε ανύπαρκτη ταμειακή ρευστότητα,

(β) ότι η αναιρεσίβλητη όμως λόγω της κακής οικονομικής της κατάστασης δεν προέβη σε καταγγελία της εν λόγω αναγκαστικής σύμβασης παρά την ως άνω δυνατότητα λύσης της μετά την απόφαση του Νομάρχη Αχαΐας,

(γ) ότι η αναιρεσείουσα, ενώ είχε τη δυνατότητα ανευρέσεως άλλης εργασίας, αντίστοιχης ειδικότητας και αποδοχών, καθ’ όσον τα έτη 1997-2007 δεν είχε ακόμα ξεκινήσει η οικονομική ύφεση στη Χώρα και υπήρχε αγορά εργασίας στην Πάτρα, ενεργώντας σκοπίμως και από οκνηρία, επέλεξε την ικανοποίηση των αξιώσεών της, η οποία σε συνδυασμό με την δυσμενή οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης, θα οδηγήσει αυτή σε κατάρρευση και πτώχευση και τους εργαζόμενους στην ανεργία και

(δ) ότι η αναιρεσείουσα παρά το ότι γνώριζε την τραγική οικονομική κατάσταση της αναιρεσίβλητης, εκμεταλλευόμενη το γεγονός της μη καταγγελίας της συμβάσεώς της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, προέβη σε διεκδίκηση μισθών υπερημερίας.

Περαιτέρω το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθ’ όσον διέλαβε σε αυτή, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος, την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής αυτών, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή η αξίωση μισθών υπερημερίας από την αναγκαστικώς τοποθετηθείσα αναιρεσείουσα στην επιχείρηση της αναιρεσίβλητης λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της εκ μέρους της τελευταίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλονται τέτοιες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

[VII] Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ’ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη.

Κατά την έννοια αυτή ο ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας. Για την ίδρυση πάντως του παραπάνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνον από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 466/2019, ΑΠ 1557/2018, ΑΠ 1349/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως ενώπιον του προσκομισθέντα από την αναιρεσείουσα ουσιώδη αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα:

(α) την από 22.01.1999 εξώδικη πρόσκληση,

(β) την από 13.10.2000 εξώδικη πρόσκληση,

(γ) την από 28.12.2000 εξώδικη πρόσκληση,

(δ) την από 06.09.2001 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωση,

(ε) την από 02.02.2006 αίτησή της αναιρεσείουσας προς το ΑΣΕΠ,

(στ) την από 30.05.2006 αίτησή της προς το ΑΣΕΠ,

(ζ) την πλήρη σειρά δικαιολογητικών που υπέβαλε για τη συμμετοχή της στον διαγωνισμό,

(η) την από 26.01.2001 αίτησή της προς τον ΟΑΕΔ και

(θ) το με α.π. …/10.11.1995 έγγραφο του Υπουργείου Εργασίας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα «που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται είτε ως άμεσα αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων […]», σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα ως άνω έγγραφα.

[VIII] Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο (και) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Επομένως, μέσω του εν λόγω αναιρετικού λόγου ελέγχονται οι πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το ορισμένο και συνεπώς το παραδεκτό των ενστάσεων και ειδικότερα αναφορικά με την πληρότητα της έκθεσης από τον ενιστάμενο των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της προβαλλομένης από αυτόν ένστασης (ΟλΑΠ 1/2019, ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 208/2018, ΑΠ 856/2017, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 7/2015, ΑΠ 737/2012, ΑΠ 1014/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση της μη κήρυξης ως απαράδεκτου λόγω αοριστίας του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί της εκπτώσεως της ωφέλειας που θα αποκόμιζε η αναιρεσείουσα από άλλη εργασία αοριστία την οποία αυτή πρότεινε και στα δύο δικαστήρια της ουσίας. Η εν λόγω αιτίαση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη διότι σύμφωνα με τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν προέβη στην εξέταση του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης εκ του άρθρου 656 παρ.2 ΑΚ αλλά ανέφερε ότι παρέλκει η έρευνα του σχετικού β’ λόγου εφέσεως καθ’ όσον έγινε δεκτός ο α’ λόγος εφέσεως από το κατ’ άρθρο 281 ΑΚ.

[IX] Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας που κατάθεσε προτάσεις λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14.02.2019 αίτηση της Ε. Ι. για αναίρεση της 411/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ