Legislator Case Law & Legislation
856/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance rights, rejecting arguments regarding statutory shares and calculation errors.

Case Number 856/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding inheritance shares. The appellant argued that the first-instance court erred by rejecting her claim for a statutory share due to vagueness and by inconsistently ruling on her arguments. The court held that the lower court correctly applied the law to determine the statutory portion based on the estate's value at the time of death, and the appellant's claims were either inadmissible or unsupported by evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1710, 1820, 1825, 1827, 1831, 1833 of the Civil Code; The court must reject an appeal when the lower court correctly calculated the statutory share of inheritance based on the value of the estate at the time of death and the appellant fails to prove a legal error in the application of these provisions.

Keywords

AI generated
statutory share inheritance Civil Code provisions appeal dismissal estate value calculation legal error review heirs rights inheritance law

Cited Legislation

AI generated
Articles 1710, 1820, 1825 of the Civil Code
Articles 1825, 1827, 1831, 1833 of the Civil Code
Article 559 paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 19 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 1707/2009

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 856 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 856/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. συζ. Α. Κ. το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Παπαβασιλείου.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. Κ. του Ι. και 2. Ν. Κ. του Ι., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Στέργιο Λιάπη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 118/2011 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 865/2013 Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-9-2013 αίτησή της, την οποία επανέφερε μετά από ματαίωση με την από 14-10-2016 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 3-12-2014 έκθεση του κωλυομένου Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1710,1820 και 1825 ΑΚ δικαίωμα νόμιμης μοίρας στην κληρονομιά έχουν οι κατιόντες και οι γονείς του κληρονομουμένου, καθώς και ο επιζών σύζυγος, οι οποίοι θα καλούνταν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, κατά το ποσοστό δε της νόμιμης μοίρας, που συνίσταται στο ήμισυ της εξ αδιαθέτου μερίδας, ο μεριδούχος συντρέχει αυτοδικαίως εκ του νόμου, ως κληρονόμος στο σύνολο της κληρονομιάς και έχει εμπράγματο δικαίωμα, κατά το ανωτέρω ποσοστό, εφ’ όλων των στοιχείων της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο ασκεί με την περί κλήρου αγωγή, εκτός αν δια παροχών στη ζωή έχει καλυφθεί το ως άνω ποσοστό της νόμιμης μοίρας.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 1329/1983, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομιάς και οι δαπάνες της κηδείας του κληρονομουμένου και της απογραφής της κληρονομιάς.

Ακολούθως, προστίθενται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατο του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο, με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προστίθενται στην κληρονομιά, σύμφωνα με το άρθρο 1831, εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Η εξαίρεση, δηλαδή, του μη καταλογισμού προβλέπεται μόνο για τις καταλογιστέες στη νόμιμη μοίρα παροχές (άρθρο 1833 §1) και όχι για τις συνυπολογιστέες στην κληρονομιά.

Συνεπώς, όταν δεν υπάρχει διαφορετική βούληση του κληρονομουμένου, στη νόμιμη μοίρα καταλογίζεται και η δωρεά προς το μεριδούχο που έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, αφού και αυτή δεν παύει να είναι παροχή από ελευθεριότητα, που δόθηκε, δηλαδή, από τον κληρονομούμενο χωρίς νόμιμη υποχρέωση.

Ενόψει αυτών, στις προστιθέμενες, κατά το άρθρο 1831παρ.2 ΑΚ, στην κληρονομιά παροχές του κληρονομουμένου προς τους μεριδούχους, περιλαμβάνονται οι χωρίς αντάλλαγμα γενόμενες προς αυτούς παροχές, έστω και αν έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, όπως επίσης και οι δωρεές προς τρίτους, εφόσον οι τελευταίες αυτές έγιναν στα τελευταία δέκα χρόνια πριν πεθάνει ο κληρονομούμενος, αν δεν αποδείξει ο τρίτος δωρεοδόχος ότι αυτές έγιναν από λόγους ευπρέπειας ή από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον (ΑΠ 171/2003).

Για τις χαριστικές όμως παροχές εν ζωή του κληρονομουμένου που έγιναν πριν από τη ισχύ του Ν 1329/1983, για τον καταλογισμό τους στη νόμιμη μοίρα του νόμιμου μεριδούχου, απαιτείται να έχουν γίνει αυτές, με εξαίρεση την προίκα, με τον όρο του καταλογισμού τους στη νόμιμη μοίρα, σύμφωνα με το άρθρο 1833 παρ. 1 του ΑΚ, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί με το άρθρο 26 του Ν 1329/1983 ( ΟλΑΠ 1404/1984, ΑΠ 560/2008, ΑΠ 1996/2006, ΑΠ 27/2005).

Ο όρος του καταλογισμού πρέπει να έχει γίνει είτε συνάμα με την παροχή και ως στοιχείο αυτής, είτε και πριν από αυτή, αλλά πάντως εν αναφορά προς την επικείμενη παροχή, ενώ η δήλωση του διαθέτη που γίνεται μετά την παροχή, καθώς και η θέλησή του, η οποία εκδηλώνεται για πρώτη φορά στη διαθήκη, για τον καταλογισμό της στη νόμιμη μοίρα, κατά την έννοια του νόμου δεν έχει ενέργεια.

Επομένως, ο σχετικός ισχυρισμός για καταλογισμό στη νόμιμη μοίρα, δωρεάς, προίκας ή παροχής εν ζωή του κληρονομουμένου, πριν από την τροποποίηση της ανωτέρω διατάξεως του ΑΚ με το άρθρο 26 του ν. 1329/1983, είναι αόριστος, αν ο προτείνων αυτόν εναγόμενος δεν επικαλείται ότι έγινε με τον όρο του καταλογισμού σε αυτήν.

Εξάλλου, από τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 262 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ένσταση ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκηση της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντα. Διαφορετικά η ένσταση είναι αόριστη.

Αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση, αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία, της ένστασης είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ’ ουσία εξέτασή της, παραλείπει κατά παράβαση της άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 ΚΠολΔ να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που δημιουργεί λόγο αναίρεσης στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού τοιούτου, όπως εκείνη του άρθρου 262 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1014/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε ως βάσιμη την από 29/6/2009 περί κλήρου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, νόμιμων μεριδούχων επί της κληρονομιάς του πατέρα τους, την οποία έστρεψαν κατά της ωσαύτως μεριδούχου αδελφής τους (αναιρεσείουσας), επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Κατά της πιο πάνω αγωγής η εναγομένη-αναιρεσείουσα πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέλαβε με την έφεσή της στο Εφετείο τον ισχυρισμό ότι ο πατέρας τους, που απεβίωσε στις 10/12/2004, κάλυψε όσο ζούσε, τις δαπάνες εκπαίδευσης των αναιρεσιβλήτων κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, ενώ στην ίδια, με την από 1/6/1989 δημόσια διαθήκη του, κατέλειπε το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο (το επίδικο ακίνητο), επειδή τα εισοδήματα του δεν επαρκούσαν για να καλύψουν τις δαπάνες εκπαίδευσης όλων των τέκνων του, με αποτέλεσμα αυτή να μην κάνει ανώτερες σπουδές.

Με τέτοιο περιεχόμενο ο ισχυρισμός αυτός είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, αφενός διότι δεν προσδιορίζεται ο χρόνος των επικαλούμενων (χωρίς αντάλλαγμα) παροχών του κληρονομούμενο προς τους μεριδούχους-αναιρεσίβλητους, αφού εάν αυτές έγιναν πριν από την ισχύ του ν. 1329/1983 καταλογίζονται στη νόμιμη μοίρα, μόνον εάν έγιναν με τον όρο του καταλογισμού τους, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη και αφετέρου, διότι δεν αναφέρεται η αξία των παροχών αυτών κατά το χρόνο που έγιναν, ώστε να προστεθούν στην αξία της πλασματικής κληρονομιάς, με βάση την οποία θα υπολογιστεί η αξία της νόμιμης μοίρα των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως το Εφετείο που με όμοιες κρίσεις απέρριψε ως απαράδεκτο, λόγω (ποσοτικής) αοριστίας, τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, στον οποίο στηριζόταν ο πρώτος λόγος της έφεσής της, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559αρ.19 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι ενώ στη σελίδα 9 της προσβαλλόμενης απόφασης ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, για τον οποίο έγινε λόγος στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, απορρίφθηκε ως αόριστος, στην επόμενη σελίδα 10 της παραπάνω απόφασης ο ίδιος ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αβάσιμος, με αποτέλεσμα να περιέχει αντιφατική και ασαφή αιτιολογία ως προς την απόρριψη του προαναφερόμενου ισχυρισμού της. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν απέρριψε τον επίμαχο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως αβάσιμο, αλλά το λόγο έφεσης, με τον οποίο αυτή επανέφερε τον (απορριφθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως ουσιαστικά αβάσιμο) ισχυρισμό της, ο οποίος κρίθηκε από το Εφετείο ότι είναι αόριστος.

Ο από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε ή δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1707/2009). Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο μέμφεται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, γιατί "ουδόλως αξιοποιήθηκαν από το Εφετείο τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλέσθηκε και περιλαμβάνονται στις προτάσεις της, ιδία δε οι μαρτυρικές καταθέσεις. Έτσι, αν και η πραγματική βούληση του διαθέτη...ήταν να καταστεί μοναδική κυρία του επίδικου ακινήτου... η αναιρεσιβαλλόμενη δεν αξιοποίησε τα πραγματικά περιστατικά και τις αποδείξεις που προσκόμισε, ώστε να κριθεί η επίδικη διαφορά" είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/09/2013 αίτηση της Ζ. Κ. για αναίρεση της 865/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2017.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ