Legislator Case Law & Legislation
737/2012 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court for failing to declare vague statute of limitations objection inadmissible.

Case Number 737/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Larissa Court of Appeal's decision, ordering a remand for retrial. The appellants argued the claim was time-barred by the five-year limitation period, while the lower court examined the objection despite it being vague. The Court ruled that the appellate court erred by failing to declare the limitation objection inadmissible due to its lack of clarity, violating procedural requirements.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 937 of the Civil Code; The court must declare a statute of limitations objection inadmissible if it is vague and fails to state the facts justifying its assertion, rather than examining it substantively.

Keywords

AI generated
statute of limitations vague objection inadmissible plea appeal admissibility procedural error Civil Code remand for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2) of the Code of Civil Procedure
Article 226(4)(b) and (c) of the Code of Civil Procedure
Article 575(b) of the Code of Civil Procedure
Article 262 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 937 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 737 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 737/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Χ. και Σια Ο.Ε." νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Κωστόπουλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. Τ. και 2. Γ. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 960/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την 598/10-7-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την 920/21-4-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 468/2003 και 413/2006 οριστικές του ίδιου Δικαστηρίου και αφού συνεκδικάσθηκαν οι εφέσεις κατά των ανωτέρω αποφάσεων η 718/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 28-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 226§4 εδάφ. β' και γ' του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη σύμφωνα με το άρθρο 575 εδαφ. β ίδιου Κώδικα, αν η .συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και συνεπώς δεν χρειάζεται νέα κλήτευση τους. Προϋπόθεση της εγκυρότητας της κλήτευσης, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής της στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση, είτε είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία, αναβλήθηκε η συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ.2727 Γ' και 2728 Γ'/9-12-2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή, του Πρωτοδικείου Λάρισας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 4-3-2011, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης, με αίτηση των αναιρεσίβλητων, για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη, μη απαιτουμένης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθμ. 4 σε συνδ. με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ),επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους πρώτη και δεύτερο των αναιρεσίβλητων Α. Τ. και Γ. Μ.. Επομένως, εφ' όσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Με τη διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ ορίζεται ότι: "η απαίτηση από αδικοπραξία παραγράφεται μετά πενταετία, αφότου ο παθών έμαθε τη ζημία και τον υπόχρεο σε αποζημίωση σε κάθε όμως περίπτωση η απαίτηση παραγράφεται μετά πάροδο είκοσι ετών από την πράξη. Αν η αδικοπραξία αποτελεί συνάμα κολάσιμη πράξη που κατά τον ποινικό νόμο υπόκειται σε μακρότερη παραγραφή, αυτή ισχύει και για την απαίτηση αποζημιώσεως". Προϋποθέσεις για την εφαρμογή της κατά το άρθρο 937 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ πενταετούς παραγραφής είναι η παρέλευση χρονικού διαστήματος πέντε ετών από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της ζημίας και του προς αποζημίωση υπόχρεου. Ειδικότερα καθ" όσον αφορά την άλλη προϋπόθεση αυτή δικαιολογείται γιατί μόνο από της γνώσεως της ζημιάς και του υπόχρεου προς αποζημίωση μπορεί να εγερθεί μία αγωγή με ελπίδες επιτυχίας. Θεωρείται ότι ο παθών ή ο εν γένει δικαιούχος της αποζημιώσεως γνωρίζει τον υπόχρεο όταν αυτός γνωρίζει τόσα περιστατικά ώστε βάσει αυτών να μπορεί να εγείρει αγωγή εναντίον ορισμένου προσώπου με ελπίδες επιτυχίας. Δεν αρκούν απλές εικασίες, υποψίες ή εξ αμελείας άγνοια. Πότε συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι ζήτημα πραγματικό εξαρτώμενο από τη συνολική εκτίμηση της συγκεκριμένης περιπτώσεως.

Αν μπορούν να διαπιστωθούν το όνομα και η διεύθυνση του υπόχρεου σε αποζημίωση προσώπου, τότε ο παθών θεωρείται ότι γνωρίζει το πρόσωπο του υπόχρεου σε αποζημίωση κατά το χρόνο που αυτός ερευνώντας θα μπορούσε να το πληροφορηθεί. Από τις ίδιες διατάξεις του νόμου σε συνδυασμό προς τη διάταξη του όρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το βάρος αποδείξεως ότι ο δικαιούχος της αποζημιώσεως γνώριζε από ορισμένο χρονικό σημείο τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση, φέρει εκείνος που επικαλείται πενταετή παραγραφή της αξιώσεως, δηλαδή ο εναγόμενος, ο δε ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση του υπαιτίου σε αποζημίωση σε μεταγενέστερο χρόνο, αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης παραγραφής και όχι αντένσταση κατ' αυτής (ΑΠ 141/2007, ΑΠ 708/2008).

Από τη διάταξη του άρθρου 262 παρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "Η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν". Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης "αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ένσταση, ως καταλυτικό γεγονός της αγωγής, αν δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος, είναι αόριστη (ΑΠ 27/1988), αν δε το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση, μολονότι το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της, είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, παραλείπει, κατά παράβαση της ως άνω δικονομικής διάταξης του άρθρου 262 ΚΠολΔ, να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1014/2010).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη 718/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.14 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη, ως αόριστη, την προβληθείσα περί πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτώς, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσίβλητοι, προς απόκρουση της αγωγής της αναιρεσείουσας, ενώπιον τόσον του πρωτοβαθμίου, όσον και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι το ένδικο ατύχημα έλαβε χώρα την 21-12-2000, γεγονός το οποίο πληροφορήθηκε αυθημερόν αυτή, ωστόσο η αγωγή της, με την οποία ζητούσε αποζημίωση λόγω ζημιών που προκλήθηκαν στο αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της, επιδόθηκε σε αυτούς (πρώτη και δεύτερο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, ιδιοκτήτρια και οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου, αντιστοίχως), την 23-12-2005, ήτοι ασκήθηκε εκπροθέσμως, σε χρόνο απώτερο της πενταετίας από τότε που έλαβε χώρα και πληροφορήθηκε η ενάγουσα το συμβάν και ως εκ τούτου η αγωγή της πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η αξίωσή της έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ.

Η ένσταση αυτή είναι αόριστη, καθόσον, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν περιέχει σαφή έκθεση των κατ' άρθρο 937 ΑΚ, γεγονότων που τη θεμελιώνουν, ήτοι τον χρόνο κατά τον οποίο η ζημιωθείσα έμαθε τον υπόχρεο σε αποζημίωση.

Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ορισμένη την περί πενταετούς παραγραφής ένσταση των εναγομένων, μολονότι ήταν αόριστη και ακολούθως προέβη στην κατ' ουσίαν εξέτασή της, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ενώ παρέλκει η έρευνα του δευτέρου λόγου αυτής.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που ηττώνται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 718/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ