Supreme Court dismisses appeal on unclear statute of limitations claim and orders correction of surnames in court records.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by Helios A.E. against the First Instance Court's rejection of the plaintiffs' statute of limitations defense. The court found the lower courts correctly applied Article 250(17) of the Civil Code because the plaintiffs failed to specify the starting point of the limitation period in their claims. Consequently, the appeal was rejected as lacking sufficient factual specificity, and the court ordered a correction of the defendants' surnames in the official records.
Legislator headnote
AI generatedArticles 315 et seq. of the Code of Civil Procedure; Article 250(17) of the Civil Code: A court decision may be corrected for clerical or arithmetic errors, and a statute of limitations defense is rejected if the plaintiff fails to specify the starting point of the limitation period with sufficient clarity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 7 / 2015 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 7/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΙΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Σταματόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Ε., 2) Α. Μ. του Ε., κατοίκων ..., ατομικά και ως κληρονόμων του αρχικού πρώτου ενάγοντος-πατρός τους Ε. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Σπανουδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/10/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 128/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2013 του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/4/2013 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Γεώργας ανέγνωσε την από 3/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 25/2013 απόφασης του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1) Κατά το άρθρο 315 ΚΠολΔ αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του. Παρόλο που οι διατάξεις των άρθρων 315 επ. αναφέρονται στη διόρθωση απόφασης, γίνεται δεκτό ότι με τις ίδιες προϋποθέσεις και κατά την ίδια διαδικασία μπορούν να διορθωθούν και τα πρακτικά του δικαστηρίου (ΑΠ 278/1996). Γραφικά είναι τα λάθη που παρεισέφρησαν κατά τη γραφή λέξεων λ.χ. ονομάτων παραγόντων της διαδικασίας και αποδειχθούν ακούσιες πλημμέλειες που παρεισφρέουν κατά τη σύνταξη ή καθαρογραφή της απόφασης (ΑΠ 1595/2003). Για σφάλματα μπορεί να εντοπίζονται στο προεισαγωγικό μέρος της απόφασης, να είναι πρόδηλα, δηλαδή να προκύπτουν από το σύνολο της απόφασης και των στοιχείων της δίκης με τα οποία ορίζεται το περιεχόμενο αυτής, από τα πρακτικά, τις προτάσεις και τα δικόγραφα των διαδίκων, έτσι ώστε να αποκλείεται η διόρθωση με βάση νέα στοιχεία (ΑΠ 276/2010). Διορθώνονται δε μόνο σφάλματα που οφείλονται στο ίδιο το δικαστήριο, αλλά και όταν η παραδρομή παρεισέφρησε από σφάλμα των διαδίκων ή των πληρεξουσίων τους (ΑΠ 1400/1980).
Εν προκειμένω εκ προφανούς παραδρομής του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας αναγράφεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως το πατρώνυμο των αναιρεσιβλήτων, Ι. Μ. και Α. Μ. ως Γ., ενώ το ορθό είναι του Ε.. Τούτο προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα (αγωγή, πρωτόδικη και εφετειακή απόφαση) όπου ήτο διάδικος και ο αποβιώσας πατέρας των αναιρεσιβλήτων Ε. Γ. Μ. και ως κληρονόμοι του συνεχίζουν τη δίκη τα παιδιά του. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα που υποβάλλεται με τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως και κατά το στάδιο αυτό της δίκης και πλέον πρέπει να αναφερθεί το πατρώνυμο, τόσο στα πρακτικά όσο και στην απόφαση, των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο "του Γ." στο ορθό "του Ε.".
ΙΙ) Με την από 24-4-2013 αίτηση αναίρεσης που άσκησε, νομίμως και εμπροθέσμως, η αναιρεσείουσα εταιρεία, στρέφεται κατά της 25/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, δια της οποίας απορρίφθηκε η προβληθείσα ένσταση παραγραφής της αξίωσης για την καταβολή ωφελημάτων επί του κοινού αντικειμένου, αφού η αναιρεσείουσα ασκεί αποκλειστική χρήση επί του επικοίνου. Η ένσταση αυτή παραγραφής είχε προταθεί πρωτοδίκως, δια των νομίμως κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων και απορρίφθηκε ως αόριστη με την 128/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, αποτέλεσε δε σχετικό λόγο εφέσεως αυτής, που όμως και πάλι απορρίφθηκε ως αόριστη με την προσβαλλόμενη αναιρετικά απόφαση.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με το λόγο αυτό ελέγχεται και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών, εφόσον το δικαστήριο δεν απορρίπτει την ένσταση αν και το δικόγραφο των προτάσεων σε ότι αφορά την έκθεση των πραγματικών που απαρτίζουν την ιστορική αιτία της ένστασης είναι αόριστο, αλλά προβαίνει στην κατ' ουσία εξέταση της, ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1014/2010) και όχι του αριθμού 1, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως στην περίπτωση μόνο της νομικής αοριστίας της ένστασης, σε συνδυασμό με ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως εκείνη του άρθρου 262 (ΑΠ 571/2014). 'Ετσι, για την ίδρυση του λόγου, επί απόρριψης ένστασης από το εφετείο ως απαράδεκτης, πρέπει η ένσταση να είχε προταθεί κατά τρόπο ορισμένο κατά την (πρώτη) συζήτηση στον πρώτο βαθμό και να είχε επαναφερθεί στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα (ΑΠ 902/2008).
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 786, 787 και 962 σε συνδυασμό με το άρθρο 961 ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από τον ένα των κοινωνών δικαιούνται οι άλλοι και αν ακόμη δεν πρόβαλαν αξίωση για σύγχρηση, να απαιτήσουν από εκείνον που έκανε αποκλειστική χρήση ανάλογη μερίδα από το όφελος το οποίο από την αιτία αυτή αποκόμισε και συνίσταται, προκειμένου περί αστικού ακινήτου, το οποίο εκ κατασκευής προορίζεται ως κατοικία, στην κατά το χρόνο της αποκλειστικής χρήσης μισθωτική αξία της μερίδας των άλλων κοινωνών, η οποία αποτελεί ωφέλεια αποδοτέα κατά τις παραπάνω διατάξεις (ΑΠ 204/2009, ΑΠ 2267/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 257 περίπτ. 17 του ΑΚ, η οποία ορίζει ότι σε πενταετή παραγραφή υπόκειται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών, των καθυστερουμένων προσόδων, συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά, προκύπτει ότι λόγω της γενικότητας των όρων "καθυστερουμένων προσόδων" και "κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά", περιλαμβάνονται σ' αυτούς οι καρποί, φυσικοί ή πολιτικοί και τα ωφελήματα τα οποία η χρησιμοποίηση του πράγματος περιοδικώς παρέχει.
Συνακόλουθα στην προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή πενταετή παραγραφή υπόκεινται και οι αξιώσεις του κοινωνού πράγματος κατά του συγκοινωνού, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, για απόδοση ανάλογης μερίδας των ωφελημάτων από τη χρήση αυτή. Κατά δε τα άρθρα 251 και 253 του ΑΚ η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει μόλις λήξει το έτος μέσα στο οποίο γεννήθηκε κάθε περιοδική παροχή και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της (ΑΠ 440/2000).
Από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και 249, 250 επ. και 277 ΑΚ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένη η ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων, πρέπει να αναφέρεται, εκτός των άλλων και το έτος εντός του οποίου, σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ, γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη, ήτοι το αφετήριο αυτής χρονικό σημείο, που αποτελεί νόμιμη προϋπόθεση έναρξης της πενταετούς παραγραφής των αναφερομένων στο προαναφερόμενο άρθρο 250 ΑΚ αξιώσεων (ΑΠ 1096/2008, ΑΠ 653/1996).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι με την από 3-10-2008 αγωγή τους ζήτησαν, όπως αυτή περιορίστηκε από καταψηφιστική σε αναγνωριστική και παραδεκτά ήδη επισκοπείται (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) ν' αναγνωριστεί ότι η αναιρεσείουσα ΑΕ, ως έχουσα τα 32/40 εξ αδιαιρέτου επί του αναφερομένου ακινήτου κάνει αποκλειστική χρήση επί του επικείνου ακινήτου κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1998 έως 2008, και επιδόθηκε η αγωγή στις 24-11-2008.
Η αποκλειστική χρήση γίνεται με την κατασκευή νομιμιτηρίου χώρου σάουνας, γυμναστηρίου - τένις, αίθουσα υποδοχής του ξενοδοχείου "Ελούντα Μπητς", χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων και φυτεύσεως καλλωπιστικών φυτών, τοποθέτηση καθισμάτων, ηλεκτρικής εγκατάστασης και του βόθρου του ξενοδοχείου. Κατά της αγωγής αυτής με τις κατατεθείσες από 5-1-2010 έγγραφες προτάσεις της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, αναφέρεται ιστορικά στην προηγηθείσα δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 239/20-6-1980 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, επί αγωγής των αναιρεσιβλήτων για την αναγνώριση της συγκυριότητας και την αποβολή της για τα αναφερόμενα ποσοστά καθενός (2/40, 3/40, 3/40) που αποτελεί δεδικασμένο ως προς το ζήτημα της συγκυριότητας.
Εν συνεχεία αναφέρεται στην από 14-9-1981 αγωγή διανομής επί της οποίας εκδόθηκε η 54/1986 απόφαση του Πολ. Πρωτ. Λασιθίου, που κατέστη τελεσίδικη, με την οποία διατάχθηκε η δια πλειστηριασμού πώληση του επικοίνου, που δεν πραγματοποιήθηκε έκτοτε και τέλος στις δύο αγωγές καταβολής ωφελημάτων, επί των οποίων εκδόθηκαν οι με αριθμούς 60/1989 και 259/1999 αποφάσεις του Πολ.
Πρωτ. Λασιθίου, που απορρίφθηκαν όμως ως αόριστες. Ειδικότερα αναφέρεται υπό της αναιρεσειούσης ότι "τριάντα πέντε και πλέον μέχρι τώρα χρόνια (1974-2009) δεν ήθελαν και δεν είχαν συμφέρον να μαζεύουν τις ελιές και τα χαρούπια, δεν ήθελαν να αποκομίζουν οι ίδιοι την "ωφέλεια αλλά την ήθελαν καθαρή". Τέλος προτείνονται ενστάσεις μονολεκτικά, που βασίζονται, όπως αναφέρεται, στα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά και ...
γ) παραγραφής της (δήθεν) αξιώσεώς των εναγομένων κατά τις ΑΚ 249, 250, 904 επ. και 914 επ.". Με την πρωτόδικη απόφαση 129/2010 από το Πολυμ. Πρωτοδ. Λασιθίου απορρίφθηκε ως αόριστη η ένσταση παραγραφής λόγω μη αναφοράς στις προτάσεις της, ποίο το αφετήριο σημείο της παραγραφής. Με το δεύτερο λόγο της εφέσεως παραπονέθηκε η αναιρεσείουσα για την κρίση αυτή του δικαστηρίου ισχυριζόμενη ότι ως χρόνος αφετηρίας είναι αυτός που οι ίδιοι οι ενάγοντες ισχυρίζονται, σε άλλη αγωγή τους (αυτή περί αναγνώριση της συγκυριότητας), ήτοι αυτός του έτους 1974 που οι ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι κατέλαβε το επίκοινο η εναγομένη και ότι στο μείζον περιλαμβάνεται και το έλασσον, χωρίς όμως και με το λόγο αυτό της εφέσεως να επικαλούνται το αφετήριο σημείο της παραγραφής και εντεύθεν απέρριψε την ένσταση ως αόριστη και αναγνώρισε την υποχρέωση καταβολής ωφελημάτων για το επίδικο χρονικό διάστημα.
Συνεπώς το εφετείο, που έκρινε όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μη νόμιμη και απορριπτέα την σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας, την οποία αυτή επανέφερε και με λόγο εφέσεως της κατά της πρωτόδικης απόφασης, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα και εφάρμοσε ορθά την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, αφού δεν αναφέρεται το αφετήριο σημείο της παραγραφής, πολλώ μάλλον καθόσον διαφέρει το σημείο αυτό επί αδικοπραξίας ή κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή άλλος ο χρόνος ενάρξεως της παραγραφής επί αδικοπραξίας (χρόνος επελεύσεως ζημίας, γνώση κλπ) ή το τέλος του έτους και ποίον επί αδικαιολογήτου πλουτισμού, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 904 ΚΠολΔ (ΑΠ 1383/2008, ΑΠ 1258/1986, ΑΠ 443/2011). Πρέπει επομένως να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που βασίζεται στο άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ως αφορώσα ποσοτική αοριστία δηλ. έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου (Ολ. ΑΠ 112/2008, ΑΠ 1014/2010), επιβληθεί η δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν σε βάρος της αναιρεσείουσας, ως διάδικος που απορρίφθηκε το ένδικο μέσο που άσκησε (αρ. 176, 183 ΚΠολΔικ) και διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ αρθ. 12 παρ. 2 Ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης από 24-4-2013 κατά της 25/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Διατάζει τη διόρθωση των πρακτικών ως προς το πατρώνυμο των αναιρεσιβλήτων από το εσφαλμένο "του Γ." στο ορθό "του Ε.".
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ