Legislator Case Law & Legislation
389/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance claim, upholding appellate court's evidence assessment under Greek Civil Procedure Code.

Case Number 389/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision granting the inheritance claim. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific documentary evidence submitted during the trial. The court ruled that the appellate court properly evaluated all evidence and that its assessment is not subject to review under Article 561 of the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 561 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court cannot review the appellate court's free evaluation of evidence, and an appeal based on alleged failure to consider submitted documents is inadmissible if the lower court confirmed all evidence was taken into account.

Keywords

AI generated
inheritance claim appellate review evidence assessment Civil Procedure Code free evaluation of evidence dismissal of appeal legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Civil Procedure Code
Article 559(11)(c) of the Civil Procedure Code
Article 495(3) of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183 and 191(2) of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 389 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 389/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Π. του Κ., κατοίκου ..... Αττικής, η οποία εκπροσωπεί τη μητέρα της Ε. χήρα Κ. Π., το Κ. και Β. Κ., κάτοικο ..... Αττικής, ως δικαστική συμπαραστάτρια, βάσει της υπ' αριθ. ...../2015 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χατζή, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: 1) Μ. Κ. (M. K.), χας του Θ. Κ. (T. K.), το γένος Ι. και Ο. Π. (J. O. P.), κατοίκου ...... Γερμανίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Θεοδωράκη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-1-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ..... . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1/2022 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2023 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ...... . Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-6-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 12-06-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 16/2023 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου .... . Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η έκδοση της ως άνω προσβαλλόμενης απόφασης, υπήρξε αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικασίας:

Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..... την από 13-01-2021 αγωγή της, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του αναφερομένου στη διαθήκη του συζύγου της λόγου αποκλήρωσης, να αναγνωρισθεί το κληρονομικό της δικαίωμα ως νόμιμης μεριδούχου του αποβιώσαντος επί της κληρονομιαίας περιουσίας αυτού κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και να υποχρεωθεί η εναγομένη (τετιμημένη) και ήδη αναιρεσείουσα, να της αποδώσει το ως άνω ποσοστό επί της κληρονομιαίας περιουσίας, το οποίο παρακρατεί ως κληρονόμος Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1/2022 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ....., με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκε έφεση από την ενάγουσα και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλομένη 16/2023 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..... , με την οποία η έφεση έγινε δεκτή, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στρέφεται η από 12-06-2023 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.

Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.). Οι λόγοι για τους οποίους ο διαθέτης με διάταξη τελευταίας βούλησης μπορεί να στερήσει τον μεριδιούχο από το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας του, δηλαδή οι λόγοι αποκλήρωσης, είναι αποκλειστικοί και μόνο όσοι για κάθε περίπτωση ορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 1840 έως 1842 του Αστικού Κώδικα.

Ο διαθέτης μπορεί να αποκληρώσει το σύζυγο του, αν κατά το χρόνο του θανάτου είχε δικαίωμα να ασκήσει αγωγή διαζυγίου για βάσιμο λόγο, αναγόμενο σε υπαιτιότητα του συζύγου του. Ο διαθέτης για να έχει λόγο αποκλήρωσης του συζύγου του πρέπει κατά το χρόνο του θανάτου του να είχε βάσιμο και ενεργό λόγο διαζυγίου που να ανάγεται σε υπαιτιότητα του τελευταίου, άσχετα αν είχε ασκήσει και σχετική αγωγή.

Περαιτέρω, ο λόγος της αποκλήρωσης πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που συντάσσεται η διαθήκη και να αναφέρεται σ` αυτή, χωρίς ο νόμος ν` αξιώνει την λεπτομερή αναγραφή των γεγονότων, αλλά αρκεί η έκθεση περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν σε συγκεκριμένο λόγο αποκλήρωσης, ενώ εκείνος που επικαλείται την αποκλήρωση οφείλει να αποδείξει το λόγο της.

Αν δεν αποδεικνύεται ο λόγος της αποκλήρωσης, το δικαίωμα της νόμιμης μοίρας υφίσταται και επομένως, οι διατάξεις της διαθήκης αναιρούνται, αλλά μόνο μέχρι τη νόμιμη μοίρα, ενώ κατά το επί πλέον διατηρούνται σε ισχύ, εφόσον δεν γίνεται επίκληση και δεν αποδεικνύεται νόμιμος λόγος ακυρότητας ή ακυρώσιμου της διαθήκης.

Απόσβεση του δικαιώματος για αποκλήρωση μεριδούχου επιφέρει η συγγνώμη του δικαιούχου. Συγγνώμη κατά την έννοια του άρθρου 1844 ΑΚ είναι η δήλωση βούλησης του διαθέτη, σύμφωνα με την οποία ο διαθέτης θεωρεί ως μη κλονισθέντα πλέον και αποκατασταθέντα τον οικογενειακό δεσμό, που είχε διαταραχθεί από τη συμπεριφορά του μεριδούχου και επιθυμεί το παράπτωμα του μεριδούχου να μην έχει επιζήμιες γι'αυτόν συνέπειες.

Η συγγνώμη μπορεί να παρασχεθεί από τον διαθέτη ρητά ή σιωπηρά αρκεί να προκύπτει η πρόθεσή του να συγχωρέσει εκείνη τη συμπεριφορά του μεριδούχου, η οποία αποτελεί λόγο αποκλήρωσης. Το βάρος της απόδειξης της παροχής συγγνώμης φέρει ο αποκληρωθείς μεριδούχος ο οποίος βαρύνεται με την επίκληση όλων των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η παροχή της συγγνώμης.

Εφόσον η συγγνώμη αποδειχθεί από το μεριδούχο που την επικαλείται, η αποκλήρωση καθίσταται ανίσχυρη.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 10/2011 ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ευθέως ή εκ πλαγίου, κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.

Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο των ανωτέρω από τους αριθμούς 1 εδ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), όταν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου των προβαλλόμενων στο αναιρετήριο σχετικών λόγων αναίρεσης.

Διότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις παραδοχές του δικαστηρίου. Για το ορισμένο αυτού του λόγου, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018, ΑΠ 319/2017).

Και τούτο, διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά, κατά τα προεκτεθέντα, η ευδοκίμηση της αναίρεσης. Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 1551/2018), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος αλλά ούτε από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με αναίρεση.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 1844 ΑΚ. Ειδικότερα αιτιάται η αναιρεσείουσα, ότι το Εφετείο που δέχθηκε την ακυρότητα της αποκλήρωσης της αναιρεσίβλητης, συζύγου του διαθέτη, λόγω της παροχής συγγνώμης από τον τελευταίο, αποφαινόμενο ότι μόνο το πραγματικό γεγονός της επανασυμβίωσης του διαθέτη με την αναιρεσίβλητη σύζυγό του, μετά την αποκλήρωση της τελευταίας, ήταν αρκετό για να συναχθεί η πρόθεση του διαθέτη να συγχωρέσει εκείνη τη συμπεριφορά της συζύγου του, μεριδούχου, που απετέλεσε το λόγο αποκλήρωσης, παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη.

Ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης είναι, πρωτίστως, απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην οικεία νομική σκέψη, στο δικόγραφό της, δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο αποσπασματικά και κατ' επιλογήν της αναιρεσείουσας, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για την ακυρότητα της αποκλήρωσης της αναιρεσίβλητης από τον διαθέτη σύζυγο, λόγω παροχής συγγνώμης και της ακόλουθης αυτοδίκαιης ακυρότητας της διαθήκης του ίδιου, κατά το μέρος που με αυτήν προσβάλλεται το ποσοστό της νόμιμης μοίρας της αναιρεσίβλητης, υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση του ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον το Τριμελές Εφετείο ..... , δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω ζήτημα, ότι:.... "Ακολούθως στις 3-7-2009 ο Θ. Κ. εμφανίστηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου ..... Ά.Π.-Α. και ζήτησε την σύνταξη δημόσιας διαθήκης.

Με την υπ. αριθμ. ..../3-7-2009 δημόσια διαθήκη ο ως άνω διαθέτης δήλωνε ότι: .......και "στην σύζυγό μου Μ., το γένος Ι. και Ο. Π., δεν καταλείπω τίποτα καθόσον αυτή, αυτοβούλως και αναιτίως, απεχώρησε οικειοθελώς από την οικία μου, στον ..... ....., παίρνοντας μαζί της, τα ατομικά της είδη, καθώς, κλινοσκεπάσματα, γυαλικά και λοιπά οικιακά σκεύη και ανεχώρησε με το αυτοκίνητό μας για την Γερμανία και αυτή η συμπεριφορά της με οδηγεί να προβώ στην έκδοση διαζυγίου σε βάρος της" . .....

Το Φθινόπωρο του ίδιου έτους κατά το οποίο συντάχθηκε η ως άνω αναφερόμενη δημόσια διαθήκη, (2009), ο Θ. Κ. πήγε στην Γερμανία για να συναντήσει την σύζυγό του και να αποκαταστήσει τις σχέσεις του με αυτήν, πράγμα το οποίο τελικά επιτεύχθηκε αφού επανασυμβίωσε μαζί της στην Γερμανία, όπου ήταν η μόνιμη κατοικία τους.

Αργότερα ταξίδεψαν και διέμειναν για κάποια χρονικά διαστήματα μαζί στον .... ...., όπως συνήθιζαν και στο παρελθόν......... Ειδικότερα αποδείχτηκε ότι ο Θ. Κ. είχε μόνιμη κατοικία στην Γερμανία έως την 5η-10-2012, όταν και αναγκάστηκε να μετοικήσει............ Περαιτέρω δε αποδείχτηκε ότι ο Θ. Κ. επανασυμβίωσε ομαλά με την ενάγουσα έως τον Αύγουστο του έτους 2012 και από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων σαφώς αποδείχτηκε ότι παρείχε σιωπηρά συγνώμη σε αυτήν για το επεισόδιο φυγής της από το .....

το Μάιο του έτους 2009. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι ήταν αυτός που ακολούθησε την ενάγουσα στην Γερμανία το φθινόπωρο του 2009, όπου και αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις και έκτοτε συμβίωσαν ομαλά έως τον Οκτώβριο του 2012, όταν ο Θ.Κ. ευρισκόμενος εκ νέου στο ..... της Γερμανίας, όπου αποτελούσε και την μόνιμη κατοικία τους και συμβιώνοντας με την σύζυγό του έλαβε επιστολή από την Ειρηνοδίκη .....

με την οποία ενημερωνόταν ότι έπρεπε να μετοικήσει από την συζυγική οικία του στο .... Η αιτία για την υποχρέωση του αυτή ήταν η μήνυση που είχε καταθέσει στην Ελλάδα η ενάγουσα στις 10-8-2012 και περί ώρα 15.30 εναντίον του συζύγου της Θ. Κ. για παράβαση του Ν.3500/2006 περί ενδοοικογενειακής βίας που τελέστηκε στον .... ....

μαζί με την υπ. αριθμ. πρωτ. 14320/2012 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου ..... στην οποία αναφέρεται ότι η ενάγουσα εξετάστηκε στα Ε.Ι ή Τ.Ε.Π την 10-8-2012- Χειρουργική και "όπως προκύπτει από τα μητρώα (αναφ. ξυλοδαρμός) φέρει μώλωπα (ΔΕ) βραχίονα, μώλωπα τριχωτού κεφαλής, εκδορά υπογενίου, μώλωπα (ΔΕ) μασχαλιαίας χώρας, μώλωπα τραχηλικής χώρας". .....Από τα ως άνω αποδείχτηκε ότι ο διαθέτης παρείχε σιωπηρά συγνώμη στην σύζυγό του-ενάγουσα για την ανωτέρω συμπεριφορά της που έλαβε χώρα το 2009 και έκτοτε οι σύζυγοι επανασυμβίωσαν αρμονικά έως το φθινόπωρο του έτους 2012, χρόνο κατά τον οποίο ο διαθέτης αναγκάστηκε κατόπιν δικαστικής απόφασης να εγκαταλείψει την συζυγική τους οικία στο ...., όπως ειδικότερα εκτέθηκε ανωτέρω και κλονίστηκε εκ νέου η έγγαμη συμβίωσή τους για άλλο λόγο από αυτόν που ο διαθέτης προέβη στην αποκλήρωση της ενάγουσας.......".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 1844 ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραδοχές της απόφασης, ορθά εφαρμόστηκε η ως άνω διάταξη, αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι η παροχή συγγνώμης από το διαθέτη συνάγεται όχι μόνο από το γεγονός της ομαλής συμβίωσης των συζύγων μετά τη σύνταξη της διαθήκης, αλλά και από το γεγονός ότι αμέσως μετά τη σύνταξη της διαθήκης ο διαθέτης ήταν αυτός που ακολούθησε τη σύζυγό του στη Γερμανία, επιδιώκοντας την αποκατάσταση των σχέσεών τους, αλλά και από το γεγονός ότι μετά την επανασύνδεσή τους, ταξίδεψαν μαζί στην Ελλάδα, όπως συνήθιζαν και στο παρελθόν, επιπλέον δε διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ασκούν ουδιώση επίδραση στην έκβαση της δίκης, ζήτημα της παροχής συγγνώμης από το διαθέτη και έτσι δεν στέρησε την απόφαση του νόμιμης βάσης.

Περαιτέρω, λόγος αναίρεσης ιδρύεται από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (περ. γ'). Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια αποδεικτικά μέσα έμμεση απόδειξη αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ/2008) ή κατ άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (ΑΠ 559/2020, ΑΠ 64/2019).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, διότι έτσι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των απο§είξεων (ΑΠ 104/2020, ΑΠ 845/2018, ΑΠ 1784/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος τα νομίμως προσκομισθέντα και επικληθέντα από αυτήν έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) την με ημερομηνία 3.5.2017 επιστολή της αναιρεσίβλητης, 2) τις με αριθμούς ..../2009, ....../2011 και ...../2012 αποφάσεις του Διευθυντή του υποκαταστήματος ΙΚΑ συντάξεων Αθηνών, 3) τα επικυρωμένα φωτοαντίγραφα δύο τραπεζικών βιβλιαρίων της ......

Τράπεζας της Ελλάδος και 4) την από 16.4.2021 επιστολή της ..... προς τη συνδικαιούχο του κοινού λογαριασμού Ι. Π.. Στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαιώνεται ότι το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση από όλα τα έγγραφα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Εξάλλου, εκτός από την εκτεθείσα διαβεβαίωση, από τις αιτιολογίες και τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφιβόλως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, κατά τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν με τις κατατεθείσες στην έκκλητη δίκη προτάσεις τους, κατά την ελεύθερη κρίση του, χωρίς να έχει υποχρέωση να αξιολογεί ξεχωριστά το καθένα από αυτά.

Επομένως, ουδεμία υφίσταται αμφιβολία για τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο κατά το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με το οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του αριθμού 11 περ γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνακόλουθα με τα παραπάνω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 12-06-2023 αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-06-2023 αίτηση αναίρεσης της 16/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου .... .

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Μαρτίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ