559/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated559/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το Εφετείο με την 72/2018 (προσβαλλομένη με την αναίρεση ) απόφασή του απέρριψε την παραπάνω έφεση κατά το μέρος που προσέβαλε την 1/1788/86/2013 απόφαση λόγω του εκπροθέσμου ως απαράδεκτη, κατά δε το μέρος που προσέβαλε την 10/620/22/2014 απόφαση (απέρριψε) κατ' ουσίαν. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από τους ηττηθέντες διαδίκους με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 559 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 559/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ζ. Ζ. του Ν. και 2) Μ. συζύγου Ζ. Ζ., το γένος Χ. Δ., κατοίκων .... Παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Πασχάλη.
Της αναιρεσίβλητης: Π. Θ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Αντωνίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας.
Εκδόθηκε η απόφαση 1/1788/86/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε η από 26-8-2013 ανακοπή ερημοδικίας, 10/620/22/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας και 72/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την με ημερομηνία κατάθεσης 25-7-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 72/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής κατ' επιτρεπτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 29-12-2011 αγωγή κατά των ήδη αναιρεσειόντων για μείωση του τιμήματος λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος από τους τελευταίους σ' αυτήν ακινήτου και επιδίκαση αποζημιώσεως για τη μη καλυπτόμενη από τη μείωση ζημία της.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο(Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδος) δικάζοντας ερήμην των εναγομένων που κλήθηκαν ως αγνώστου διαμονής δέχθηκε με την 1/1788/86/2013 οριστική του απόφαση την αγωγή κατά ένα μέρος κατ' ουσίαν και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το ποσό των 78.454,28 ευρώ. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως ασκήθηκε από τους εναγομένους η από 26-8-2013 ανακοπή ερημοδικίας με την οποίαν ισχυρίσθηκαν ότι δικάσθηκαν (κλητευθέντες ως αγνώστου διαμονής) ακύρως και κατόπιν σχετικής μεθοδεύσεως της ενάγουσας, παρότι η τελευταία γνώριζε ότι ήσαν γνωστής διαμονής κατά την επίδοση της αγωγής της (κάτοικοι ...
και προσωρινώς διαμένοντες στο ...). Η ανωτέρω ανακοπή απορρίφθηκε κατ'ουσίαν με την 10/620/22/2014 οριστική απόφαση του αυτού ως άνω δικαστηρίου που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων. Με την με αρ.κατ.45/12-9-2014 έφεση τους οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες ζήτησαν την παραδοχή της , την εξαφάνιση αμφοτέρων των παραπάνω αποφάσεων (10/620/22/2014 εκδοθείσας επί της ανακοπής ερημοδικίας και της 1/1788/86/2013 εκδοθείσας επί της ένδικης αγωγής) και την απόρριψη της άνω αγωγής στο σύνολο της.
Το Εφετείο με την 72/2018 (προσβαλλομένη με την αναίρεση ) απόφασή του απέρριψε την παραπάνω έφεση κατά το μέρος που προσέβαλε την 1/1788/86/2013 απόφαση λόγω του εκπροθέσμου ως απαράδεκτη, κατά δε το μέρος που προσέβαλε την 10/620/22/2014 απόφαση (απέρριψε) κατ' ουσίαν. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από τους ηττηθέντες διαδίκους με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.
Κατά το άρθρο 501 του ΚΠολΔ, ανακοπή κατά απόφασης, που έχει εκδοθεί ερήμην, επιτρέπεται αν εκείνος που δικάσθηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή δεν κλητεύθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας. Αν η ανακοπή ερημοδικίας ασκήθηκε εμπροθέσμως και συμφώνως προς τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα503παρ.1 και 505παρ.1 ΚΠολΔ) και εάν πιθανολογείται ότι είναι βάσιμος ο λόγος που προτάθηκε, τότε το Δικαστήριο εξαφανίζει την ερήμην απόφαση, διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου (άρθρο 505 παρ2ΚΠολΔ) και προχωρεί στην εξέταση της διαφοράς, αφού οι διάδικοι επανέλθουν στην κατάσταση που υπήρχε πριν την απόφαση που εξαφανίστηκε. Άλλως, εάν η ανακοπή δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή εάν δεν πιθανολογείται η βασιμότητα του λόγου της, το Δικαστήριο απορρίπτει την ανακοπή και διατάσσει να εισαχθεί το παράβολο στο δημόσιο ταμείο (άρθρο509 ΚπολΔ).
Η έννοια της ανωτέρας βίας του άρθρου 501 ΚΠολΔ είναι νομική έννοια εκ του ουσιαστικού δικαίου ( ΑΠ 518/2010, ΑΠ633/2011). Ως ανωτέρα βία νοείται κάθε ανυπαίτιο και απρόβλεπτο γεγονός εξαιρετικής φύσεως, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αναμενόταν και ούτε ήταν δυνατόν να προληφθεί ή να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης (Ολομ.
ΑΠ 29/1992). Ειδικότερα, ως ανωτέρα βία, στο πεδίο του δικονομικού δικαίου, νοείται κάθε τυχαίο και ανυπαίτιο γεγονός παρακωλυτικό της εμφανίσεως του διαδίκου στο ακροατήριο και της συμμετοχής του στην εκδίκαση της υποθέσεως του, το οποίο ήταν εξαιρετικό και απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί από αυτόν ούτε με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως.
Τέτοιο γεγονός μπορεί να συνιστά πλην άλλων και η χρήση απατηλών μέσων από τον αντίδικο εξαιτίας του οποίου ο διάδικος ή ο δικηγόρος περιέρχεται σε κατάσταση αδυναμίας να εμφανισθεί στο δικαστήριο εφόσον τα γεγονότα αυτά υπήρξαν απρόβλεπτα και αναπότρεπτα και επιπλέον συνέβαλαν στην επέλευση της ερημοδικίας.
Με την έννοια αυτή η ανώτερη βία, αξιολογούμενη στο χώρο του δικονομικού δικαίου, ταυτίζεται κατά τον πυρήνα της με την ομώνυμη έννοια του ουσιαστικού δικαίου, από την οποία διαφοροποιείται μόνον κατά τις συνέπειες: Η δικονομική ανωτέρα βία οδηγεί σε επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση με αντίστοιχη ανατροπή της κυρώσεως που προκάλεσε η παραβίαση συγκεκριμένου δικονομικού βάρους, ενώ κατά το ουσιαστικό δίκαιο η ανωτέρα βία λειτουργεί ως λόγος απαλλαγής του οφειλέτη.
Επομένως στο χώρο του δικονομικού δικαίου συνιστά ανωτέρα βία η κατάσταση αδυναμίας του διαδίκου ή του πληρεξουσίου του δικηγόρου να ανταποκριθούν σε κάποιο δικονομικό βάρος τους, παρά την εκ μέρους τους καταβολή της οφειλόμενης (εξειδιασμένης) προσοχής και επιμελείας, με αποτέλεσμα η σχετική διαδικαστική πράξη τους να πάσχει από ακυρότητα ή να είναι απαράδεκτη.
Ως προς αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς με λόγο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559ΚΠολΔ. Όμως η συνδρομή αυτής καθεαυτής της ανωτέρας βίας, δηλαδή η εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής εννοίας από το δικαστήριο της ουσίας, ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, για να διαπιστωθεί, εαν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται στο υπόψη δικόγραφο ή αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αποδεδειγμένα, δικαιολογούν την κρίση του ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός συνιστά ή όχι ανωτέρα βία στο πλαίσιο ορθής ή μη υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών στην έννοια αυτή (ΑΠ1540/2017 741/2016, 219/2016).
Περαιτέρω όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 128 παρ.2 και 135 του ΚΠολΔ, για να επιδοθεί μία απόφαση στον διάδικο ως αγνώστου διαμονής πρέπει πραγματικά αυτός, κατά τον χρόνο της επιδόσεώς της στο αρμόδιο εισαγγελέα, να μην κατοικούσε μόνιμα ή να μην είχε πρόσκαιρη έστω διαμονή σε ορισμένο τόπο, τον οποίο γνώριζε αυτός που παρήγγειλε την επίδοση ή το όργανο που την έκανε ή κλήθηκε να την κάνει ή που μπορούσαν να τον πληροφορηθούν αν ενεργούσαν με επιμέλεια. Η άγνοια δηλαδή του τόπου της κατοικίας ή της διαμονής του προσώπου προς το οποίο γίνεται η επίδοση πρέπει να είναι αντικειμενική, υπό την έννοιαν ότι δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση δια των συνήθων μέσων επιμελείας. Αν δε το πρόσωπο στο οποίο έγινε, η επίδοση δεν ήταν αγνώστου διαμονής με την έννοια που εκτέθηκε, η επίδοση είναι άκυρη, εφ' όσον η σχετική παράβαση επέφερε κατά την κρίση του δικαστού τέτοια βλάβη στον διάδικο που την προτείνει, η οποία δεν επανορθώνεται, εκτός αν κηρυχθεί η ακυρότητα.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. (Ολ.ΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία ΑΠ1158/2015).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως εάν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή εάν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένως (Α.Π.11/2016).
Επιπροσθέτως, κατά το άρθρο 559 αριθμ.8 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (Α.Π. 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εαν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (Ολ.
Α.Π. 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (Α.Π. 185/2002). Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
Α.Π. 12/1997) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. Α.Π. 11/1996) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 2/1989, Α.Π.282/2012).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 217/2016, 2031/2007, ΑΠ 499/2007).
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν". Κατά την έννοια της διατάξεως ταύτης, για την ίδρυση του σχετικού λόγου αναιρέσεως"αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 2/2008). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση. Συνήθως αρκεί προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα όχι όμως και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα (ΑΠ1437/2017).
Κατά το άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανένα δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (άρθρο 14 I του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του από το άρθ.559 αρ.13 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου εφόσον το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος αποδείξεως εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί.
Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας διαδίκου, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ.13 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως (ΑΠ233/2011).
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Με το με αριθμό ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ορεστιάδας Χρυσούλας Αραμπατζή, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εκκαλούντες πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα, κατά ποσοστό1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, τμήμα οικοπέδου, εμβαδού 185,35τ.μ με διόροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ισόγειο-πυλωτή,πρώτο όροφο εμβαδού 126,36τ.μ και δεύτερο όροφο εμβαδού 68,40τμ,...στο ΟΤ
….,επί της οδού ..., στην ……, έναντι τιμήματος 98.603 ευρώ, όσο και η αντικειμενική του αξία. Με την με ... έκθεση αυτοψίας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας του Δήμου …… διαπιστώθηκε ότι η ως άνω οικοδομή είχε αυθαίρετες κατασκευές και συγκεκριμένα υπερυψωμένη στέγη διαστάσεων 128,76τ.μ, η οποία έπρεπε να κατεδαφιστεί, εκτός εάν ο ιδιοκτήτης κατέβαλε ως πρόστιμο ανεγέρσεως αυθαιρέτου το ποσό των 27.039,60 ευρώ και ως ετήσιο πρόστιμο διατηρήσεως το ποσό των 4.506,60 ευρώ.
Επιπρόσθετα με την με αριθμό ... έκθεση αυτοψίας της ιδίας υπηρεσίας διαπιστώθηκε η μη εφαρμογή της στατικής μελέτης της με αριθμό ... οικοδομικής αδείας και αρχιτεκτονικής στην ανατολική όψηίμεγαλύτερο άνοιγμα και δημιουργία ημιυπαίθριου χώρου) για τις οποίες επιβλήθηκε πρόστιμο ανεγέρσεως 1.415,22 ευρώ και ετήσιο πρόστιμο διατηρήσεως αυθαιρέτου 331,70 ευρώ.
Τα ανωτέρω πρόστιμα επιβλήθηκαν σε βάρος της εφεσίβλητης, ως ιδιοκτήτριας της οικοδομής, παρότι η οικοδομή ήταν ήδη αποπερατωμένη κατά το χρόνο μεταβιβάσεως του ακινήτου από τους εκκαλούντες στην εφεσίβλητη. Εξ άλλου με τη με αριθμό 2067/18-11-2011 απόφαση του Προϊσταμένου της Τεχνικής Υπηρεσίας-Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος Δήμου Ορεστιάδας ανακλήθηκε η με αριθμό ...
οικοδομική άδεια ανεγέρσεως προσθήκης υπερυψουμένης στέγης μετά δωματίων, ιδιοκτησίας κατά την απόφαση του πρώτου εκκαλούντος, διότι εκδόθηκε βάσει μη ορθής αποτυπώσεως της υπάρχουσας πραγματικής καταστάσεως. Κατόπιν των ανωτέρω η εφεσίβλητη άσκησε σε βάρος των εκκαλούντων, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, τη με αριθμό καταθέσεως 1788/86/29-12-2011 αγωγή, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι το ακίνητο που της πώλησαν έφερε κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως, πραγματικό ελάττωμα και έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, άσκησε δε αξίωση μειώσεως του τιμήματος κατά το ποσό των 50.000 ευρώ και αξίωση περαιτέρω αποζημιώσεως κατά το ποσό των 76.837,28 ευρώ των επιβληθέντων ή καταλογισθέντων στο μέλλον προστίμων.
Στην ανωτέρω αγωγή οι εκκαλούντες-εναγόμενοι αναφέρονταν ως πρώην κάτοικοι ….. και ήδη αγνώστου διαμονής. Η αγωγή επιδόθηκε για αμφοτέρους τους εναγομένους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 135ΚΠολΔ, στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ορεστιάδας, με τις με αριθμό …..και ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ορεστιάδας Α.
Κ., ενώ περίληψη του δικογράφου, με στοιχεία που ορίζει η διάταξη του άρθρου 135παρ.1ΚΠολΔ, δημοσιεύθηκε στις ορισθείσες από τον Εισαγγελέα εφημερίδες και συγκεκριμένα στο με αριθμό ... φύλλο της εφημερίδας με τον διακριτικό τίτλο "..." και στο με αριθμό ... φύλλο της εφημερίδας με τον διακριτικό τίτλο ...". Η κλήτευση των εναγομένων κρίθηκε νόμιμη από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ορεστιάδας, το οποίο με τη με αριθμό 1/1788/86/2013 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη για το κονδύλιο ύψους 48.383 ευρώ, που αντιστοιχεί στο μελλοντικό πρόστιμο διατηρήσεως αυθαιρέτου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν για τα υπόλοιπα κονδύλια, λόγω της ερημοδικίας των εναγομένων και τους υποχρέωσε να καταβάλουν στην ενάγουσα κατά ποσοστό 50% έκαστος, το ποσό των 78.454,28 ευρώ.
Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στους εναγόμενους ως γνωστής διαμονής και συγκεκριμένα ως κατοίκους ... (οδός ... γωνία) στις 16-8-2013, με τις με αριθμό ... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ορεστιάδας Β. Θ.. Σχετικά με τον τόπο κατοικίας των εκκαλούντων πιθανολογήθηκαν τα εξής: όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου ...
πιστοποιητικό οικογενειακής καταστάσεως του Δήμου ….., ο πρώτος εκκαλών γεννήθηκε το έτος 1954 στην ... και η δεύτερη εκκαλούσα το έτος 1961 στα ... αμφότεροι δε είναι εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια του δήμου …. από το έτος 1980 ο πρώτος και από το έτος 1986 η δεύτερη. Ωστόσο αυτοί κατοικούν τουλάχιστον από το έτος 1981 στη ………, όπου εργάζονται ως εργάτες σε εργοστάσιο.
Η μόνιμη διαμονή τους στη ….. αποδεικνύεται από το ίδιο πιστοποιητικό γεννήσεως, σύμφωνα με το οποίο το πρώτο τέκνο τους γεννήθηκε στις 23-2-1981 στην πόλη ..., το δεύτερο τέκνο τους στις 30-5-1985 στην πόλη ... και το τρίτο τέκνο τους στην ίδια πόλη στις 23-10-1993. Το γεγονός ότι αυτοί κατοικούν λόγω εργασίας στη ….. συνομολογείται στα δικόγραφά τους, αλλά προκύπτει και από την κατάθεση του μάρτυρα Α.
Δ., αδελφού της δεύτερης εκκαλούσας στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ειδικότερα ο τελευταίος ανέφερε ότι οι εκκαλούντες διαμένουν τα τελευταία 30 έτη στη …. και έρχονται το καλοκαίρι για έναν μήνα περίπου στην Ελλάδα. Η έλευσή τους στην Ελλάδα μόνο κατά τη διάρκεια του θέρους προκύπτει επίσης από το φωτοτυπημένο αντίγραφο των διαβατηρίων τους, που προσκομίζουν, όπου οι σφραγίδες εισόδου και εξόδου στη Χώρα ενδεικτικώς για τα έτη 2003,2005,2011,2013 έχουν ημερομηνίες Ιουλίου-Αυγούστου ή Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου.
Οι διάδικοι συναντήθηκαν για πρώτη φορά το θέρος του έτους 2005, όταν η εφεσίβλητη με τον σύζυγο της εντόπισαν το επίδικο ακίνητο που ήταν προς πώληση και συνάντησαν τη δεύτερη εκκαλούσα και μία κοινή συγγενή τους, για να λάβουν πληροφορίες σχετικά με τους όρους πωλήσεως και για δεύτερη και τελευταία φορά κατά την υπογραφή του συμβολαίου που έλαβε χώρα στις 23-3-2006.
στο σύμβόλαιο αυτό το οποίο είχε στην κατοχή της η εφεσίβλητη κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, αναφέρεται ότι ο πρώτος εκκαλών γεννήθηκε στην ... και κατοικεί στην ….. και προσωρινά λόγω της εργασίας του είναι κάτοικος …… και η δεύτερη εκκαλούσα γεννήθηκε στα ... και κατοικεί στην ….. και προσωρινά λόγω της εργασίας της στη …., χωρίς να αναφέρεται η πόλη της …..
στην οποία κατοικούσαν. Συγκεκριμένη διεύθυνση στην ….. ή στην …… δεν αναγράφηκε στο συμβόλαιο, ούτε γνωστοποίησαν με οποιονδήποτε τρόπο οι εκκαλούντες στην εφεσίβλητη (π.χ στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων ή με ανταλλαγή αλληλογραφίας ή ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων). Προκειμένου δε να περατωθούν οι αναγκαίες διαδικασίες πριν από την υπογραφή του συμβολαίου ή τυχόν εκκρεμότητες μετά τη σύναψή του, οι εκκαλούντες γνωστοποίησαν στην εφεσίβλητη και στον σύζυγο της , μάρτυρα ανταποδείξεως, Δ.
Χ., τον αριθμό τηλεφώνου τους στη …. και κατά τα λοιπά παρέπεμψαν στον αδελφό της δεύτερηςεκκαλούσας Α. Δ., ο οποίος ενεργούσε ατύπως ως πληρεξούσιος τους. Πάντως από το έτος 2006, που ολοκληρώθηκε η πώληση, μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2011, που ασκήθηκε η αγωγή, οι διάδικοι δεν είχαν οποιαδήποτε επαφή προσωπική ή τηλεφωνική.
Το Δεκέμβριο του έτους 2011, που ανέκυψε για πρώτη φορά το ζήτημα των αυθαιρέτων κατασκευών, ενόψει της ασκήσεως της αγωγής και προκειμένου να προλάβει η εφεσίβλητη τυχόν παραγραφή των σχετικών αξιώσεων σε βάρος των εκκαλούντων, ο σύζυγος της...ενεργώντας ως πληρεξούσιος αυτής συναντήθηκε τρείς φορές με τον αδελφό της δεύτερης εκκαλούσας, τη μία φορά παρουσία και του δικηγόρου του.Κατά τις συναντήσεις αυτές ο σύζυγος της εφεσίβλητης ενημέρωσε τον αδελφό της δέυτερης εκκαλούσας για το πρόβλημα που ανέκυψε με τις αυθαίρετες κατασκευές της οικοδομής και τον καταλογισμό των προστίμων από την Πολεοδομία Ορεστιάδας, καθώς και για το γεγονός ότι εξ αιτίας των προστίμων αυτών η σύζυγος του έχει αξιώσεις σε βάρος των εκκαλούντων και ζήτησε να πληροφορηθεί το τηλέφωνο τους, σε περίπτωση που έχει αλλάξει ο αριθμός και η διεύθυνσή τους στη …..
Ο Α. Δ. επιβεβαίωσε ότι ο αριθμός τηλεφώνου ήταν ίδιος με αυτόν που γνώριζε ήδη η εφεσίβλητη αλλά αρνήθηκε επίμονα να δώσει τη διεύθυνσή τους στη …., παρότι είτε τη γνώριζε ή μπορούσε ευχερώς να την πληροφορηθεί από την αδελφή του. Ο σύζυγος της εφεσίβλητης κάλεσε στον τηλεφωνικό αριθμό των εκκαλούντων για να τους ενημερώσει για το πρόβλημα και τις αξιώσεις της συζύγου του, αλλά αυτοί δεν απάντησαν στην κλήση.
Όταν ενημέρωσε τον αδελφό της δεύτερης εκκαλούσας ότι η τηλεφωνική κλήση απέβη ατελέσφορη, ο τελευταίος και πάλι αρνήθηκε να δώσει τη διεύθυνσή τους. Μάλιστα τον προέτρεψε να αναμείνει το θέρος, που θα έρχονταν οι εκκαλούντες στην Ελλάδα για διακοπές, προκειμένου να συζητήσουν για την εξεύρεση λύσεως.
Ο Α. Δ. ενημέρωσε τους εκκαλούντες για τις οχλήσεις της εφεσίβλητης, μέσω του συζύγου της και οι τελευταίοι, ενώ είχαν τη δυνατότητα δεν τηλεφώνησαν στην εφεσίβλητη προς εξεύρεση λύσεως, ούτε επικοινώνησαν για να την ενημερώσουν για την ακριβή τους διεύθυνσή. Ο σύζυγος της εφεσίβλητης απευθύνθηκε και στην εταιρεία "..." πάροχο σταθερής τηλεφωνίας, προκειμένου να πληροφορηθεί τη διεύθυνση των εκκαλούντων, αλλά τον ενημέρωσαν ότι δεν δίδουν τέτοιες πληροφορίες.
Δεν πιθανολογήθηκε ότι η εφεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί τη διεύθυνση των εκκαλούντων στη …… από οποιαδήποτε άλλη πηγή, αφού δεν πιθανολογήθηκε ότι κάποιο πρόσωπο , γνωστό στην εφεσίβλητη, πλην του αδελφού της δεύτερης εκκαλούσας , γνώριζε ή ήταν σε θέση να γνωρίζει τη διεύθυνση των εκκαλούντων στη …… και μπορούσε να την ενημερώσει σχετικώς.
Μάλιστα, ο Α. Δ., τόσο κατά την κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, όσο και κατά την κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τη διεύθυνση των εκκαλούντων, αλλά αρκέστηκε να δηλώσει ότι μπορεί εάν του ζητηθεί, να την πληροφορηθεί. Η κατοικία των εκκαλούντων στη ….. , όπως αναφέρουν οι ίδιοι στην ανακοπή ερημοδικίας και στην έφεσή τους, είναι στην πόλη ..., χωρίς η διεύθυνση αυτή να επιβεβαιώνεται από κάποιο από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα.
Ως προς τον ισχυρισμό των εκκαλούντων ότι αυτόι ήταν γνωστής διαμονής στην ..., οδός ... γωνία, γεγονός που γνώριζε η εφεσίβλητη, πιθανολογήθηκαν τα εξής: η ….. δεν είναι αυτοτελής κοινότητα ή οικισμός αλλά συνοικία της πόλεως της ….., όπου οι οικίες έχουν συγκεκριμένη οδό και αριθμό. Στη συνοικία αυτή βρίσκεται η πατρική οικία του πρώτου εκκαλούντος, στην οποία διαμένουν οι εκκαλούντες στη διάρκεια των θερινών διακοπών τους.
Ουδέποτε οι εκκαλούντες πληροφόρησαν την εφεσίβλητη είτε άμεσα, είτε μέσω τρίτου προσώπου όπως του αδελφού της δεύτερης εκκαλούσας για τη συγκεκριμένη διεύθυνση, όπου βρίσκεται η πατρική οικία του πρώτου εκκαλούντος, ούτε αυτή αναγράφεται στο συμβόλαιο πωλήσεως, στο οποίο οι εκκαλούντες δηλώνουν αορίστως κάτοικοι …….
Τη διεύθυνση αυτή δεν μπορούσε η εφεσίβλητη να τη πληροφορηθεί από κάποια αρχή ή οργανισμό κοινής ωφέλειας (ΔΟΥ κατοίκων εξωτερικού όπως δηλώνεται στο συμβόλαιο, η οποία εδρεύει στην Αθήνα, Αστυνομία, ΔΕΗ, πάροχο τηλεφωνίας, Δήμο …..), αφενός διότι δεν πιθανολογείται ότι η διεύθυνση αυτή ήταν γνωστή στα ως άνω νομικά πρόσωπα και αφετέρου διότι τέτοιες πληροφορίες δεν δίδονται από τους φορείς αυτούς στους πολίτες αλλά μόνον σε αρχές υπό προϋποθέσεις, αφού εμπίπτουν στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.
Από τα προσκομιζόμενα δε αποδεικτικά μέσα δεν πιθανολογείται ότι αυτή η διεύθυνση έχει καταγραφεί ως κατοικία των εκκαλούντων σε κάποια υπηρεσία ή αρχή...ακόμη και εάν η εφεσίβλητη είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί την ακριβή διεύθυνση της πατρικής οικίας του πρώτου εκκαλούντος, στη συνοικία ... και επέδιδε την αγωγή της στην οικία αυτή, δεδομένου ότι πρόκειται για θερινή κατοικία και η επίδοση θα γινόταν το χειμώνα με θυροκόλληση, ενώ οι ένοικοι απουσίαζαν για μεγάλο χρονικό διάστημα, η επίδοση θα έπασχε από ακυρότητα (...) Τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο 128παρ.2 ΚΠολΔ, κατοικία είναι το σπίτι ή το διαμέρισμα που είναι προορισμένο για διημέρευση ή διανυκτέρευση του παραλήπτη, ακόμη και εάν για πολύ μικρό χρονικό διάστημα δεν χρησιμοποιείται για τον σκοπό αυτόν.
Δηλαδή κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως η απουσία του παραλήπτη πρέπει να είναι για βραχύτατο χρονικό διάστημα, ενώ απουσία αρκετών μηνών σημαίνει εγκατάλειψη της κατοικίας υπό την έννοια της προκειμένης διατάξεως... Βεβαίως στην ίδια οικία επιδόθηκε η απόφαση που εκδόθηκε επί της αγωγής, στις 16-8- 2013...Η ως άνω διεύθυνση έγινε γνωστή στην εφεσίβλητη, διότι την προηγούμενη ημέρα είχε μεταβεί με τον σύζυγο της σε κάποια εκκλησία της περιοχής, λόγω του Δεκαπενταύγουστου και τυχαίως είδαν τους εκκαλούντες στην εκκλησία, τους ακολούθησαν και τους είδαν να εισέρχονται στην ως άνω οικία, ενημέρωσαν δε άμεσα του πληρεξούσιο δικηγόρο της εφεσίβλητης, ο οποίος μερίμνησε να επιδοθεί η απόφαση στους εκκαλούντες στην οικία αυτή την επόμενη ημέρα.
Η δε απόφαση, όπως κάθε δικόγραφο μπορεί να επιδοθεί στον παραλήπτη της, οπουδήποτε αυτός βρεθεί, εφόσον συναινεί σύμφωνα με το άρθρο 124 παρ.1 ΚΠολΔ. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι η εφεσίβλητη, ενεργώντας αντίθετα προς την καλή πίστη μεθόδευσε την κλήτευσή τους ως αγνώστου διαμονής και τους στέρησε τη δυνατότητα να αμυνθούν κατά της αγωγής και να προβάλουν την ένσταση παραγραφής δεν πιθανολογείται βάσιμος...εάν ήταν αληθής ο ισχυρισμός περί μεθοδεύσεως της κλητεύσεως ως αγνώστου διαμονής , η εφεσίβλητη δεν θα επεδίωκε, πριν την άσκηση της αγωγής να έλθει σε τηλεφωνική επικοινωνία με τους εκκαλούντες, να επιχειρήσει μέσω του αδελφού της δεύτερης εκκαλούσας να πληροφορηθεί τη διεύθυνσή τους και να τους ενημερώσει ότι προβάλλει αξιώσεις λόγω των αυθαιρέτων κατασκευών...ενώ η με αριθμό 1/1788/86/2013 απόφαση δημοσιεύθηκε στις 17-1-2013, η εφεσίβλητη δεν προέβη στην επίδοσή της στους εναγόμενους-εκκαλούντες ως αγνώστου διαμονής, ώστε να αρχίσει η προθεσμία της εφέσεως και να καταστεί η απόφαση τελεσίδικη, αλλά ανέμενε τη διευθέτηση του ζητήματος με τους εκκαλούντες...οι εκκαλούντες είχαν τη δυνατότητα να αμυνθούν κατά της αγωγής ασκώντας έφεση κατά της αποφάσεως, είτε ως μοναδικό ένδικο μέσο, είτε παράλληλα με την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, η οποία (έφεση) λόγω της ερημοδικίας τους θα είχε ως αποτέλεσμα κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ να εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση και να προβάλουν όλους τους ισχυρισμούς τους ως άμυνα κατά της αγωγής, είτε ήταν γεννημένοι κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής είτε ήταν οψιγενείς.
Αντιθέτως αυτοί επέλεξαν, ενώ πληροφορήθηκαν την προβολή αξιώσεων εκ μέρους της εφεσίβλητης, να μην επικοινωνήσουν μαζί της τηλεφωνικώς, να μην την πληροφορήσουν, μέσω του Α. Δ. για τη διεύθυνση τους και να μην επικοινωνήσουν τελικώς με την εφεσίβλητη, τόσο κατά τη διάρκεια του θέρους του έτους 2012, όσο και κατά τη διάρκεια του θέρους του έτους 2013, αφού δύο ημέρες μετά την επίδοση της αποφάσεως είχαν προγραμματίσει αναχώρηση για τη .....παρότι είχαν ενημερωθεί ότι η εφεσίβλητη τους αναζητούσε για το ζήτημα των αυθαιρέτων κατασκευών και προέβαλε αξιώσεις εξαιτίας τους και ότι ο Α.
Δ. την προέτρεψε για να αναμείνει το θέρος για τη διευθέτηση των ζητημάτων, αυτοί το θέρος του 2012 δεν επεδίωξαν να επικοινωνήσουν με την εφεσίβλητη και να πληροφορηθούν τις αξιώσεις της και να ανταπαντήσουν σ' αυτές, παρότι η αγωγή κατά το χρόνο εκείνο δεν είχε συζητηθεί, αφού η ορισθείσα δικάσιμος μετ' αναβολή, οπότε και η αγωγή συζητήθηκε, ή εαν η 4-12-2012.
Αλλά και το θέρος του έτους 2013 δεν επικοινώνησαν με την εφεσίβλητη, αφού η επίδοση της αποφάσεως έλαβε χώρα, εξ αιτίας τυχαίου γεγονότος, (στις 16-8-2013 όπως προελέγχθη), δύο ημέρες πριν από την αναχώρησή τους...δεν στερήθηκαν κάποιο δικονομικό τους δικαίωμα λόγω επιδόσεως της αποφάσεως τον Αύγουστο, όπως ισχυρίζονται, επικαλούμενοι υπολειτουργία των δικαστηρίων και απουσία των δικηγόρων διότι ο Αύγουστος δεν υπολογίζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 147παρ.2ΚΠολΔ, στις προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων...ο σχετικός ισχυρισμός ελέγχεται αβάσιμος , αφού η κατάθεση του δικογράφου της ανακοπής ερημοδικίας κατά της 1/1788/86/2013 ερήμην αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας, έλαβε χώρα στις 26-8-2013, όπως προκύπτει από την με αριθμό 1/26-8-2013 έκθεση κατάθεσης δικογράφου ενδίκου μέσου.
Από τα ως άνω πραγματικά περιστατικά πιθανολογήθηκε ότι δεν ήταν κοινώς γνωστή η μόνιμη κατοικία ή διαμονή των εκκαλούντων ούτε κατέστη δυνατόν να ανευρεθεί αυτή, μολονότι καταβλήθηκε κάθε προσπάθεια γι' αυτό από την εφεσίβλητη, δηλαδή υπήρξε αντικειμενική αγνοία περί του αγνώστου της διαμονής των εκκαλούντων και όχι υποκειμενική άγνοια της εφεσίβλητης, αφού τη διεύθυνση των εκκαλούντων δεν μπορούσε να πληροφορηθεί η εφεσίβλητη και ο δικαστικός επιμελητής με οποιονδήποτε τρόπο".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 10/620/22/2014 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ορεστιάδας που είχε απορρίψει την 1/26-8-2013 ανακοπή ερημοδικίας αυτών.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δεν ήταν αντικειμενικώς κοινώς γνωστή η μόνιμη κατοικία ή διαμονή τους των αναιρεσειόντων κατά τον κρίσιμο χρόνο επιδόσεως της ενδίκου αγωγής, δεν παραβίασε την δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 135 ΚΠολΔ και συνεπώς δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του αρ. 14 (και όχι αρ.1) του άρθρου 559ΚΠολΔ.
Συνεπώς ο σχετικός (δεύτερος) λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Επιπροσθέτως το Εφετείο, με τις ανωτέρω παραδοχές του δεν παρεβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 501 ΚΠολΔ, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη συνδρομή των αναγκαίων για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως περιστατικών σχετικώς με την έννοια της ανωτέρας βίας (δολίας μεθοδεύσεως της αντιδίκου τους), χωρίς να είναι αναγκαία η παράθεση και άλλης ειδικότερης αιτιολογίας, το δε αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι ανακόπτοντες θα μπορούσαν να είχαν αποτρέψει την ερημοδικία τους, εάν έδειχναν τη συνήθη επιμέλεια, εκτίθεται σαφώς. Επομένως οι περί του αντιθέτου αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στη προσβαλλόμενη απόφαση αορίστως αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.ΠολΔ. πέραν της αοριστίας των, συνισταμένης στο μη προσδιορισμό της συντελεσθείσης παραβιάσεως ουσιαστικού δικαίου διατάξεως και της ανεπαρκείας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, που τους καθιστά προεχόντως απαράδεκτους, είναι σε κάθε περίπτωση κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Περαιτέρω αορίστως προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 ΚΠολΔ αρ. 1 και 19 που αφορούν παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως σε σχέση με την 1/1788/86/2013 οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου Ορεστιάδος η κατά της οποίας, έφεση των αναιρεσειόντων απερρίφθη ως απαράδεκτη τυγχάνουν απαράδεκτοι καθόσον ανάγονται σε μη πληττόμενο με την αναίρεση κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επίσης, οι αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις από τους αρ. 6 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι: α) διότι δεν συντρέχει η προϋπόθεση για την καθίδρυση της εκ του άρθρου 559 αριθ. 6 ΚΠολΔ ήτοι η ερημοδικία τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, αφού η συζήτηση στο Εφετείο έγινε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων (ΑΠ46/2008, ΑΠ 361/2004), β) διότι δεν προβάλλουν συγκεκριμένους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αλλά αιτιολογημένες αρνήσεις και ισχυρισμούς που συνιστούν επιχειρήματα και συμπεράσματα των ιδίων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 185/2002). Ανεξαρτήτως των ανωτέρω οι αυτοί ως άνω λόγοι (κατά την εκ του αρ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια) τυγχάνουν και αβάσιμοι, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό τους (μοναδικό της ανακοπής τους λόγο) ότι ενώ είχαν κοινώς γνωστή κατοικία και διαμονή την οποίαν γνώριζε η αναιρεσίβλητη, δολίως μεθόδευσε την κλήση τους ως αγνώστου διαμονής ώστε να δικαστούν ερήμην και να μην αντικρούσουν την αγωγή της.
Περαιτέρω αόριστοι τυγχάνουν οι λόγοι αναιρέσεως καθ' ο μέρος αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αρ. 10, 11, 13 του ΚΠολΔ, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν περιστατικά που στοιχειοθετούν οποιονδήποτε εκ των λόγων αυτών και ειδικότερα α) δεν προσδιορίζουν ποια "πράγματα" που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης δέχθηκε το Εφετείο ως αληθινά χωρίς απόδειξη, (ειδικά για την πρώτη ως άνω πλημμέλεια περιορίζονται στην μνεία του σχετικού άρθρου), β) ποία αποδεικτικά μέσα προσκόμισαν οι διάδικοι και δεν έλαβε υπόψιν το Εφετείο και προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ποίου ισχυρισμού ούτε ποια ήσαν τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε τούτο υπόψιν παρότι ο νόμος δεν τα επιτρέπει, γ) σχετικώς με ποιόν ισχυρισμό εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως και σε τι συνίσταται το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας.
Επιπροσθέτως οι αυτοί αναιρετικοί λόγοι κατά το μέρος που αφορούν την εκ του αρ. 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια στο ότι δεν ελήφθησαν υπόψιν από το Εφετείο τα έγγραφα: ... κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ορεστιάδας, ... δηλώσεις εντάξεως στο ν. 4014/2011, 2067/18.11.2011 έγγραφο του Δήμου Ορεστιάδας περί ανακλήσεως της ... οικοδομικής αδείας τυγχάνουν απαράδεκτοι καθόσον ανάγονται στην εκ της μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως διαφορά και δεν αποτελούν αντικείμενο ερεύνης της παρούσης δίκης.
Ανεξαρτήτως των ανωτέρω οι ίδιοι ως άνω λόγοι τυγχάνουν κατά την αυτή ως άνω αιτίαση (559 ΚΠολΔ αρ.
ΙΙγ) και αβάσιμοι διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφασή του ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από την κατάθεση του μάρτυρα των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου και από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, ιδιαιτέρως δε από τις σκέψεις και τις παραδοχές της αποφάσεως που αφορούν τον προδιαληφθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων (της κλητεύσεώς τους για τη συζήτηση της ενδίκου αγωγής ως αγνώστου διαμονής με δόλια μεθόδευση της αναιρεσίβλητης αντιδίκου τους που γνώριζε ότι ήσαν γνωστής διαμονής) δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο εκ του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψιν και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθησαν και των οποίων έγινε επίκληση.
Το αίτημα τέλος διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης που οι αναιρεσείοντες υποβάλλουν με τον αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως και οι προσκομιζόμενες με επίκληση με τις παρούσες προτάσεις τους ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβ/φου Ορεστιάδας Χρ.Αραμπατζή είναι απαράδεκτα κατά την αναιρετική διαδικασία.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών που ηττώνται (άρθρο 176, 183ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-7--2018 αίτηση των 1) Ζ. Ζ. και 2) Μ. Ζ. για αναίρεση της 72/2018 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Μαΐου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ