Legislator Case Law & Legislation
845/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against a lower court's award of damages for mental suffering in a traffic accident case.

Case Number 845/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeals filed by five individuals against a First Instance Court judgment awarding them damages for mental suffering following a fatal traffic accident. The appellants argued that the awarded amounts were disproportionate and exceeded the discretion of the appellate court, yet the Supreme Court found the lower court's assessment reasonable and consistent with judicial practice. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a lower court's determination of damages for mental suffering in a traffic accident case does not violate the principle of proportionality if the amounts awarded are consistent with common judicial practice and account for the victim's contributory negligence.

Keywords

AI generated
mental suffering damages traffic accident liability principle of proportionality judicial discretion limits contributory negligence appeal dismissal legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 495, paragraph 3, section e of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 845 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 845/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Κ. του Δ., 2) Μ. Ν. του Γ., 3) Γ. Κ. του Α., 4) Δ. Κ. του Α. και 5) Α. Ν. - Δ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φραγκιαδάκη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Δ. του Δ., κατοίκου ..., 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Β. Κ. και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ελληνικής ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., 2) Μ. Ν. του Γ., 3) Γ. Κ. του Α., 4) Δ. Κ. του Α. και 5) Α. Ν. - Δ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φραγκιαδάκη.

Γ. Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Δ. του Δ., κατοίκου ... και 2) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Β. Κ..

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Δ., 2) Μ. Ν. του Γ., 3) Γ. Κ. του Α., 4) Δ. Κ. του Α. και 5) Α. Ν. - Δ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Φραγκιαδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-5-2014 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β και Γ αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 560/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 463/2016 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 14-2-2017 αίτησή τους, η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 2-2-2017 αίτησή της και οι υπό στοιχ. Γ αναιρεσείοντες με την από 6-3-2017 αίτησή τους και τον από 12-2-2018 πρόσθετο λόγο αυτής.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι των υπό στοιχ. Α και υπό στοιχ. Γ αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αντίστοιχης αίτησής τους αναίρεσης και του προσθέτου λόγου, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από α) 14-2-2017, β) 2-2-2017 και γ) 6-3-2017 και με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...-2-2017, ...-2-2017 και ...-3-2017, αντίστοιχα, αιτήσεις για αναίρεση της 463/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, καθώς και ο από 12-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης ...-2-2018) πρόσθετος λόγος της τρίτης αναίρεσης, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ. 1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα).

ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 6-3-2017 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ Σ. Δ. Κ.ΛΠ. Α. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β’ , 309 εδάφ. α’ , 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Επομένως, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ’ άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που ερημοδικάστηκε παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο μέσο που άσκησε ή από το δικαίωμα προς άσκησή του, δεδομένου ότι από τότε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 17/2013, ΑΠ 764/2017).

Η απόδειξη της τελεσιδικίας της πληττόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΑΠ 864/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 60/2017, ΑΠ 1097/2014).

Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ένδικου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ένδικου μέσου που ήδη έχει ασκηθεί. Με βάση αυτά, η παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρά από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που ερημοδικάστηκε άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης (άρθρο 98 περ. β’ ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση (εκ των υστέρων) του διαδίκου που άσκησε την αναίρεση, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο άσκησης της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και, ως εκ τούτου, να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΑΠ Ολομ. 17/2013, ΑΠ 764/2017).

Υπό τα δεδομένα αυτά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε, νομότυπα, στις 7-3-2017, από τους αναιρεσείοντες κατά της προσβαλλόμενης πιο πάνω εφετειακής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην τους, ως εκκαλούντων - εφεσιβλήτων και που επιδόθηκε σ’ αυτούς στις 6-2-2017 (χωρίς, πάντως, να προσκομίζεται βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα για το ότι δεν ασκήθηκε μέσα στη δεκαπενθήμερη προθεσμία του άρθρου 503 παρ. 1 ΚΠολΔ ανακοπή ερημοδικίας κατ’ αυτής, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες), είναι παραδεκτή κατά το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο απ’ αυτούς .../12-2-2018 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Χαλκίδας Α.

Χ. Ν. προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες, εκτός από τη χορήγηση της πληρεξουσιότητας προς το δικηγόρο Β. Κ. που υπογράφει την αίτηση αναίρεσης να παραστεί κατά τη συζήτηση αυτής και να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του Αρείου Πάγου, εγκρίνουν και τη συναγόμενη από την απευθείας άσκηση της αίτησης αναιρέσεως σιωπηρή παραίτησή του από το δικαίωμά τους για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της πληττόμενης απόφασης του Εφετείου.

Η έγκριση αυτή, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναιρέσεως και κατέστησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη από τότε, κατά τα προεκτιθέμενα, σε αναίρεση. Κατά συνέπεια, αφού η αναίρεση είναι παραδεκτή, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Β. Κατά το άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 44 του ν. 3944/2011 και δεν έχει θιγεί μετά την ισχύ του νόμου 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ /87/23-7-2015), "σε περίπτωση ερημοδικίας του εφεσιβλήτου ως προς την έφεση η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν και αυτός παρών... Ο παριστάμενος διάδικος υποχρεούται μέσα σε πέντε ημέρες από τη συζήτηση να προσκομίσει αντίγραφα του εισαγωγικού δικογράφου και των προτάσεων του αντιδίκου του, που κατατέθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που λήφθηκαν κατ’ αυτήν.

Διαφορετικά η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη". Από το συνδυασμό της διάταξης αυτής με εκείνες των άρθρων 591 παρ. 1 και 614 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν και έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση μετά το νόμο 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο τέταρτο αυτού), ως εκ του χρόνου άσκησης (27-5-2016, 26-5-2016 και 28-6-2016) των αναφερόμενων παρακάτω τριών (3) εφέσεων στο Μονομελές Εφετείο Πειραιά, που συνεκδικάστηκαν, μετά τη συζήτηση των οποίων (στις 22-9-2016) εκδόθηκε (την 1η-11-2016) η προσβαλλόμενη 463/2016 οριστική απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου (κατά την ειδική διαδικασία διαφορών από ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισής του), αφού, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του ν. 4335/2015, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα ένδικα μέσα και αγωγές που κατατίθενται από 1-1-2016, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του εφεσιβλήτου, σε υπόθεση που εκδικάζεται με την ειδική αυτή διαδικασία, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρών και αυτός, αλλά το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του το εισαγωγικό δικόγραφο της δίκης, τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και τα πρακτικά και τις εκθέσεις που συντάχθηκαν κατ’ αυτήν, τα οποία είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει μέσα σε πέντε μέρες από τη συζήτηση ο παριστάμενος διάδικος (δηλαδή ο παριστάμενος εκκαλών).

Η υποχρέωση αυτή, άλλωστε, γινόταν δεκτό ότι ίσχυε και πριν από το ν. 3944/2011 και παρά την τότε κατάργηση των άρθρων 531 παρ. 2 και 279 παρ. 1 του ΚΠολΔ (άρθρα 16 παρ. 6 και 13 παρ. 2, αντίστοιχα, του ν. 2915/2001), τα οποία θεμελίωναν την υποχρέωση του εκκαλούντος να προσκομίσει τις προτάσεις που είχε καταθέσει πρωτόδικα ο απολειπόμενος εφεσίβλητος (ΑΠ 1103/2014).

Σε περίπτωση που ο παριστάμενος εκκαλών δεν προσκομίζει τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στον πρώτο βαθμό, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της έφεσης λόγω της αδυναμίας του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να κρίνει επί της διαφοράς από την έλλειψη αυτή (ΑΠ 548/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Σε περίπτωση που παραλειφθεί να κηρυχθεί προσωρινό απαράδεκτο, όπως είναι το απαράδεκτο της συζήτησης, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το απαράδεκτο αυτό επιβάλλεται από το νόμο για την κατοχύρωση του αποτελέσματος της ακυρότητας άλλης διαδικαστικής πράξης που προηγήθηκε, όπως είναι η ακυρότητα της κλήτευσης, ή και προς εξασφάλιση της άσκησης δικονομικού δικαιώματος, όπως είναι πρωτίστως το θεμελιώδες δικονομικό δικαίωμα της υπεράσπισης, κατ’ άρθρ. 110 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 12/2000, ΑΠ 548/2018).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, μολονότι, σε σχέση με την από 24-5-2016 έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων, αυτοί, ως εκκαλούντες, δεν είχαν προσκομίσει τις από 6-2-2015 προτάσεις των εφεσιβλήτων - αναιρεσειόντων του πρώτου βαθμού, εξαιτίας του γεγονότος ότι οι τελευταίοι δεν είχαν παρασταθεί στο ακροατήριο.

Ο λόγος αυτός, καθώς και ο συναφής πρόσθετος λόγος, είναι αβάσιμοι, καθόσον από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων και, ειδικά, των από 21-9-2016, δύο τον αριθμό, προτάσεων της ομοδίκου των εφεσιβλήτων - αναιρεσειόντων ασφαλιστικής εταιρείας "..." στο Εφετείο, όπου ρητά στα προσκομιζόμενα έγγραφα αναφέρονται, ως σχετικό με τον ..., και οι "πρωτοβάθμιες προτάσεις του συνεναχθέντος Σ.

Δ.", πρώτου των αναιρεσειόντων, που είχε υποβάλει κοινές προτάσεις με τη δεύτερη απ’ αυτούς, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασης που εξέτασε τους περιεχόμενους στις προτάσεις αυτές ισχυρισμούς που ήταν, άλλωστε, οι ίδιοι με εκείνους της ομόδικης ασφαλιστικής εταιρείας (α) άρνηση υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου - πρώτου αναιρεσείοντος, β) αλλιώς, συνυπαιτιότητα του θανόντος Ι.

Α. Κ. και γ) επικουρικά, άρνηση των αγωγικών αξιώσεων), προκύπτει ότι, σε κάθε περίπτωση, τηρήθηκε η δικονομική αυτή υποχρέωση για προσκόμιση, από παριστάμενο διάδικο, των πρωτόδικων προτάσεων των αναιρεσειόντων και, συνακόλουθα, οι αναιρεσείοντες δεν στερήθηκαν το δικαίωμα υπεράσπισής τους. Επισημαίνεται ότι οι προτάσεις αυτές, των οποίων έγινε, κατά τα προαναφερόμενα, νόμιμη επίκληση, θεωρούνται ότι έχουν προσκομιστεί, δεδομένου ότι η απόφαση δεν βεβαιώνει το αντίθετο (πρβλ.

ΑΠ 360/2008).

Γ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Με το λόγο αυτόν ελέγχεται η τήρηση της αρχής "της εκατέρωθεν ακροάσεως" που προβλέπεται από το άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ και κατοχυρώνεται από τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ.

Ωστόσο, ο παρών λόγος δεν ιδρύεται σε κάθε περίπτωση που υπάρχει παραβίαση της αρχής αυτής, ούτε αυτός είναι το μοναδικό βοήθημα που παρέχεται όταν θίγεται το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν ο διάδικος δικάστηκε ερήμην και η ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη (ΑΠ 1559/2008, ΑΠ 1909/2006). Μη νόμιμη είναι η ερημοδικία α) αν ο διάδικος που δεν παραστάθηκε ή θεωρήθηκε ότι είναι δικονομικά απών δεν κλητεύθηκε καθόλου ή β) όταν ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε νόμιμα που συμβαίνει και στην περίπτωση κατά την οποία δεν τηρήθηκε η προπαρασκευαστική προθεσμία που ορίζεται στο νόμο για την εμφάνισή του στο δικαστήριο προς συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 1559/2008).

Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να γίνεται αναφορά των πραγματικών γεγονότων, τα οποία καθιστούν παράνομη την ερημοδικία (ΑΠ 1559/2008, ΑΠ 579/2005). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 498 παρ. 1 εδάφ. α’ ΚΠολΔ, κάθε διάδικος μπορεί, μετά την άσκηση του ένδικου μέσου, φέρνοντας αντίγραφο του ένδικου μέσου και της απόφασης που προσβάλλεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο το ένδικο μέσο απευθύνεται, να ζητήσει να προσδιοριστεί δικάσιμος και να φέρει για συζήτηση την υπόθεση με κλήση, κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί ή και αυτοτελώς, η οποία επιδίδεται στον αντίδικο.

Από την ίδια διάταξη συνάγεται ότι, αν καλείται αυτός που άσκησε το ένδικο μέσο, δεν απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο τούτου, αφού αυτός γνωρίζει το περιεχόμενο του δικογράφου του ένδικου μέσου, το οποίο ο ίδιος άσκησε (ΑΠ 1588/2005, ΑΠ 773/ 2001). Τέλος, προϋπόθεση του παραδεκτού της συζήτησης του ένδικου μέσου είναι η έρευνα της νόμιμης κλήτευσης του απολειπόμενου διαδίκου ή της επίσπευσης της συζητήσεως από τον τελευταίο για τη δικάσιμο που ορίστηκε νόμιμα, αλλιώς είναι απαράδεκτη η συζήτηση (ΑΠ 60/2017).

Για τη συνδρομή των ελαττωμάτων, από τα οποία στοιχειοθετείται η παράβαση των διατάξεων ως προς την επίδοση, ο Άρειος Πάγος αποφαίνεται, εξετάζοντας τη νομιμότητα της επίδοσης που έγινε, όχι μόνο από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά απ’ αυτή, αλλά και από άλλα στοιχεία που προσκομίζονται αμέσως κατά προαπόδειξη.

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του, προβάλλονται αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθμ. 6 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι οι αναιρεσείοντες, παρά το νόμο, δικάστηκαν ερήμην με την προσβαλλόμενη απόφαση, τόσο ως εφεσίβλητοι της από 24-5-2016 έφεσης των αναιρεσιβλήτων όσο και ως εκκαλούντες της δικής τους, από 27-6-2016, έφεσης, που απορρίφθηκε, εξαιτίας της ερημοδικίας τους, καθόσον το Εφετείο δεν μνημονεύει στην απόφασή του ότι οι αναιρεσίβλητοι, που επέσπευσαν τη συζήτηση της υπόθεσης, 1) τους επέδωσαν αντίγραφο της από 24-5-2016 έφεσής τους και, επιπλέον, ότι τους κάλεσαν να παραστούν στη συζήτησή της και 2) ότι τους επέδωσαν, αναφορικά με τη δική τους, από 27-6-2016, έφεση, κλήση για να παραστούν στη συζήτησή της.

Κατά τις παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, οι αναιρεσείοντες κλήθηκαν, νόμιμα και εμπρόθεσμα, από τους αναιρεσιβλήτους που επέσπευσαν τη συζήτηση για τη σημειούμενη στην αρχή της απόφασης εκείνης δικάσιμο της 22-9-2016 (σχετ. οι αναγραφόμενες στην εφετειακή απόφαση, στο 3ο φύλλο - α’ όψη και στο 4ο φύλλο - β’ όψη, ..., από 19-7-2016, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Εύβοιας Α.

Α.), χωρίς, πράγματι, να γίνεται ρητή μνεία σ’ αυτή για "κλήση προς συζήτηση". Οι αναιρεσείοντες, όμως, [ανεξάρτητα από το αν υπέστησαν ή όχι βλάβη εξαιτίας της επικαλούμενης παράνομης ερημοδικίας τους και, κατ’ ακρίβεια, σε σχέση με την έφεση των αναιρεσιβλήτων που, τελικά, απορρίφθηκε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η οποία (βλάβη), κατά μία άποψη, δεν απαιτείται να συντρέχει], για την απόδειξη της βασιμότητας του λόγου αυτού, κατά τα επίμαχα δύο σκέλη του, δεν προσκομίζουν, ούτε στο φάκελο της δικογραφίας υπάρχουν, αντίγραφα των οικείων εκθέσεων επίδοσης ή των δικογράφων των εφέσεων (και, ειδικά, της έφεσης των αναιρεσιβλήτων) που τους επιδόθηκαν, όπως απαιτείται, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, προκειμένου να ελεγχθεί από το παρόν Δικαστήριο η νομιμότητα των επιδόσεων που έγιναν, κατά το προσβαλλόμενο μέρος τους.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο και το τρίτο σκέλος του, είναι αβάσιμος.

Δ. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 346 του ίδιου Κώδικα, τα αποδεικτικά μέσα που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίστανται κοινά αποδεικτικά μέσα και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου, ακόμη και του αντιδίκου εκείνου που τα προσκόμισε.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος, ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός (αναιρεσείων) είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο άλλος διάδικος και αναφέρθηκε στο περιεχόμενό τους προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του.

Αν ο διάδικος δεν είχε επικαλεστεί νόμιμα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε άλλος διάδικος (ομόδικος ή αντίδικος) δεν ιδρύεται υπέρ αυτού λόγος αναίρεσης από την παράλειψη του δικαστηρίου να τα λάβει υπόψη του (ΑΠ 70/2008). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν, επικουρικά, στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, διότι δεν έλαβε υπόψη τον αναφερόμενο ψηφιακό δίσκο (CD) της εταιρείας "...", τον οποίο η ομόδικός τους ασφαλιστική εταιρεία επικαλέστηκε και προσκόμισε, για την απόδειξη του ισχυρισμού της, αναφορικά με την υπαιτιότητα των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή στο επίδικο τροχαίο ατύχημα, όπως, άλλωστε, και οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει στην πρωτοβάθμια δίκη για την απόδειξη του όμοιου ισχυρισμού τους.

Όμως, από το γεγονός αυτό δεν ιδρύεται, υπέρ των αναιρεσειόντων, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, αφού οι ίδιοι, εξαιτίας, βέβαια, της ερημοδικίας τους, δεν επικαλέστηκαν το έγγραφο αυτό προς απόδειξη του κρίσιμου ισχυρισμού τους. Κατόπιν τούτων, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια και, συνακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος από το άρθρ. 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ.

ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 2-2-2017 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΗΣ "...".

Κατά το πιο πάνω άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ Ολομ. 42/2002, ΑΠ 343/2017, ΑΠ 176/2016, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 1456/2014), οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ., 8/2016, 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 343/2017, ΑΠ 677/2015, ΑΠ 2261/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την, κατ’ άρθρ. 559 αριθμ. 11γ’ ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, τον αναφερόμενο ψηφιακό δίσκο (CD) που κατασχέθηκε από τους αρμόδιους αστυνομικούς υπαλλήλους, στο πλαίσιο της προανάκρισης, από την κάμερα ασφάλειας του πρατηρίου βενζίνης της "...", το οποίο βρίσκεται στον τόπο του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, που επικαλέστηκε και προσκόμισε, για την απόδειξη των ισχυρισμών της, όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη το ατύχημα και την υπαιτιότητα ή μη, αφενός μεν, του προαναφερόμενου οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου Σ.

Δ. που ήταν ασφαλισμένο σ’ αυτήν, αφετέρου δε, του θανόντος μοτοσυκλετιστή, συγγενούς των αναιρεσιβλήτων, Ι. Α. Κ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (10ο φύλλο - β’ όψη αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και φωτογραφίες (στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες στις οποίες αποτυπώθηκε το περιεχόμενο του ψηφιακού δίσκου) και αντίγραφα των εγγράφων της ποινικής δικογραφίας (άρα και του επίμαχου ψηφιακού δίσκου που είχε κατασχεθεί), η οποία σχηματίστηκε για το ένδικο ατύχημα, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενό της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του και τον ψηφιακό αυτόν δίσκο που αποτελεί, κατ’ άρθρ. 444 παρ. 1 αριθμ. 3 και 2 ΚΠολΔ, έγγραφο (ΑΠ 1133/2013, ΑΠ 228/2012).

Στην πραγματικότητα, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ανάγονται στην εσφαλμένη αξιολόγηση και παραγνώριση της αποδεικτικής αξίας του εν λόγω αποδεικτικού μέσου και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους της, προσεγγίσεις, που εκτιμά διαφορετικά το αποδεικτικό αυτό μέσο, οι οποίες και απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

IV. EΠΙ ΤΩΝ ΣΥΝΑΦΩΝ ΛΟΓΩΝ, ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 559 ΑΡΙΘΜ. 1 ΚΑΙ 19 ΚΠΟΛΔ, ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΝ, ΗΤΟΙ ΤΩΝ ΠΡΟΑΝΑΦΕΡΘΕΙΣΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 14-2-2017 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ, ΤΩΝ Κ. Α. Κ.ΛΠ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ’ αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ’ ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ’ άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ’ εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επίσης, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. β’ ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα κοινής πείρας, ήτοι τις αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την επαγγελματική ενασχόληση, για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι, όμως, και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί, στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 385/2015, ΑΠ 266/2015, ΑΠ 1591/2014).

Πρέπει, συναφώς, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι ακριβώς συνίσταται η παραβίαση (ΑΠ 704/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 222/2015). Επιπροσθέτως, πρέπει να αναφέρεται ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάστηκαν τα διδάγματα αυτά, καθώς και η, κατά τον αναιρεσείοντα, ορθή έννοια του κανόνα δικαίου, ο οποίος προκύπτει απ’ αυτά που το δικαστήριο, εσφαλμένα, χρησιμοποίησε.

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η εν λόγω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις παραπάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Στην υπό κρίση περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Πειραιά, με την πληττόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την προαναφερόμενη ειδική διαδικασία, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών πρόκλησης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας (ή μη) των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Την 16η-7-2013 και περί ώρα 02.05, στη Χαλκίδα, ο Ι.

Κ. του Α. και Μ., ηλικίας 22 ετών (γεννηθείς την 6η-11-1991), υιός των πρώτου και δεύτερης, αδελφός της τρίτης και του τέταρτου και εγγονός της πέμπτης των εναγόντων...οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, μάρκας PIAGGIO, 278 κ. εκ., κυριότητας του τέταρτου ενάγοντος Δ. Κ. και κατέχοντας την υπ’ αριθμ. ...

άδεια ικανότητας οδηγού για μοτοσικλέτα ανάλογης κατηγορίας, χωρίς να φορά προστατευτικό κράνος, έβαινε κινούμενος σε ομόρροπη κατεύθυνση και σχεδόν παράλληλα και αριστερά της με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας (που οδηγούσε ο αναφερόμενος στην έκθεση αυτοψίας, ως αυτόπτης μάρτυρας, Δ. Λ.), με ανώτερη της επιτρεπόμενης για κατοικημένη περιοχή ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων/ώρα επί της λεωφόρου ..., με κατεύθυνση από ....

Η, εν λόγω, οδός (λεωφόρος ...) στο σημείο του ατυχήματος τυγχάνει δρόμος διπλής κατεύθυνσης, με συνολικό πλάτος οδοστρώματος έντεκα μέτρα και εβδομήντα εκατοστά (11,70 μ.), μία (1) λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Στην, ως άνω, οδό έλειπε, κατά τον ανωτέρω χρόνο, η διαχωριστική γραμμή στο μέσο της, λόγω της πρόσφατης επίστρωσής της με νέο ασφαλτοτάπητα, ενώ ή κατάσταση του οδοστρώματος ήταν ξηρά, οι καιρικές συνθήκες καλές, η ορατότητα λόγω της νύχτας και του ανεπαρκούς τεχνητού φωτισμού περιορισμένη, η κυκλοφορία οχημάτων ήταν πολύ αραιή, ενώ η κυκλοφορία πεζών ανύπαρκτη.

Επίσης, στην, ως άνω οδό και στην κατεύθυνση αυτής από ... υπήρχε και πεζοδρόμιο το πλάτος του οποίου ήταν ένα μέτρο και πενήντα εκατοστά (1,50 μ.), ενώ, λίγο πριν το σημείο ίου ενδίκου ατυχήματος, στην κατεύθυνση προς ..., υπάρχει ελαφρά καμπύλη (στροφή) προς τα δεξιά στην πορεία του κάτωθι αναφερόμενου και εμπλεκόμενου στο ατύχημα ΙΧΕ αυτοκινήτου και στη συνέχεια υπάρχει ευθεία τουλάχιστον 500 μέτρων.

Οριζόντια σήμανση δεν υπήρχε σε όλο το μήκος της οδού, ενώ κάθετη σήμανση υπήρχε η Κ-25 (προειδοποίηση για άλλους κινδύνους από αυτούς που δηλώνονται στις πινακίδες Κ-1 έως Κ-24) στην κατεύθυνση από ..., καθώς επίσης δεν υπήρχαν σηματοδότες ούτε διάβαση πεζών. Ως προελέχθη, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στο, εν λόγω, σημείο είναι 50 χιλιόμετρα την ώρα, καθοριζόμενο από την πινακίδα Ρ-32...

Ο προαναφερθείς, Ι. Κ., οδηγώντας την, ως άνω, μοτοσικλέτα, κινούνταν εντός της λωρίδας κυκλοφορίας, που προορίζεται για τα οχήματα, που κινούνταν με κατεύθυνση από ..., περίπου στο μέσο αυτής (της λωρίδας), σε απόσταση δε περίπου διακοσίων μέτρων πριν το σημείο του ατυχήματος και δη στο σημείο, όπου βρίσκεται πρατήριο υγρών καυσίμων της ..., εκινείτο με ταχύτητα περί τα 70 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ ακριβώς δίπλα του, δεξιά του, σε σχέση με την πορεία του και σε ομόρροπη και παράλληλη κίνηση βρισκόταν η με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλη μοτοσικλέτα, που οδηγούσε ο προαναφερθείς, Δ. Λ.. Κατά τον ίδιο, ως άνω, χρόνο, ο Σ. Δ., πρώτος εφεσίβλητος της υπό στοιχ. (Α) έφεσης, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας SMART, κυριότητας της δεύτερης εφεσίβλητης ομόρρυθμου εταιρίας με την επωνυμία "... & ΣΙΑ Ο.Ε." και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "...

ΕΤΑΙΡΕΙΑ", έβαινε κινούμενος στην ίδια, ως άνω, οδό (λεωφόρο ...), πλησίον στο μέσο του οδοστρώματος, συνολικού πλάτους 11,70 μέτρων, με κατεύθυνση αντίθετη, σε σχέση με την πορεία των δύο μοτοσικλετών, ήτοι με κατεύθυνση από Χαλκίδα προς Νέα ..., υπό την επήρεια μέθης, με παρουσία οινοπνεύματος 2,22 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος.

Όταν οι δύο προαναφερθέντες οδηγοί των μοτοσικλετών έφθασαν στο ύψος του ξενοδοχείου "...), αντιλήφθηκαν μπροστά τους το ανωτέρω ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο, ενώ αρχικά εκινείτο εντός της λωρίδας, που προορίζεται για αυτό το ρεύμα κυκλοφορίας, στο αριστερό μέρος αυτής (της λωρίδας) και προς το μέσον της λεωφόρου ..., άρχισε ξαφνικά να κινείται ανεξέλεγκτα διαγώνια προς τα αριστερά και διαδοχικά εισήλθε αντικανονικά εξ ολόκληρου στην αριστερή (σε σχέση με την πορεία του) λωρίδα κυκλοφορίας, που προορίζεται για τα αντίθετα κινούμενα οχήματα, ήτοι με κατεύθυνση από ...

και στην οποία κινούνταν, ως προελέχθη, οι δύο μοτοσικλετιστές. Ο οδηγός της υπ’ αριθμ. ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οποίος, κατ’ εκείνο τον χρόνο, εκινείτο στο μέσο και προς τα αριστερά της λωρίδας κυκλοφορίας με κατεύθυνση από ..., προπορευόμενος αριστερότερα της έτερης μοτοσικλέτας του Δ. Λ. κατά 1-2 μέτρα, κινούμενος με ταχύτητα 80 τουλάχιστον χιλιομέτρων την ώρα, αιφνιδιασμένος από την είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας του και στην προσπάθεια να αποφύγει την μετωπική σύγκρουση με το όχημα, που οδηγούσε ο Σ.

Δ., διενήργησε, καθυστερημένα και επιβραδύνοντας, αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά (σε σχέση με την πορεία του). Κατά τον ίδιο χρόνο, ο οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΕΧΕ αυτοκινήτου, αντιλαμβανόμενος καθυστερημένα, λόγω της μέθης του, ότι κινείται στην λωρίδα κυκλοφορίας, που προορίζεται για τα οχήματα, που κινούνται αντίθετα και ότι η κίνησή του αυτή θα έχει αποτέλεσμα τη μετωπική σύγκρουση με τις, εν λόγω, μοτοσικλέτες, επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, ώστε να επανέλθει στην λωρίδα κυκλοφορίας, που προορίζεται για τα οχήματα που κινούνταν, σύμφωνα με την πορεία του, ήτοι από Χαλκίδα προς Νέα ..., πράγμα που τελικώς επέτυχε.

Εξαιτίας της θέσης, που είχε πριν την ένδικη σύγκρουση τόσο το ΙΧΕ αυτοκίνητο όσο και η δίκυκλη μοτοσικλέτα, της αντίθετης πορείας τους και της περιγραφείσας ταυτόχρονης κίνησής τους προς το ίδιο σημείο, επήλθε τελικώς η ένδικη σύγκρουση σε πολύ μικρή απόσταση από το νοητό μέσον της λεωφόρου ..., ήτοι το σημείο της πρώτης επαφής τοποθετείται περίπου 0,70 μέτρα από το νοητό κεντρικό άξονα της οδού και προς την πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας που προορίζεται για τα κινούμενα οχήματα από Χαλκίδα προς Νέα ......

Η, εν λόγω, σύγκρουση έλαβε χώρα ως μετωποπλευρική και ειδικότερα προσέκρουσε το εμπρόσθιο και αριστερό τμήμα του ΙΧΕ αυτοκινήτου με την εμπρόσθια και δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο Ι. Κ.. Τα, εν λόγω, σημεία σύγκρουσης δικαιολογούνται απόλυτα από τον περιγραφέντα αριστερό ελιγμό, που επιχειρούσε εκείνη τη στιγμή ο θανών για να αποφύγει την μετωπική σύγκρουση με το ΙΧΕ αυτοκίνητο και ο οποίος (αριστερός ελιγμός) δικαιολογεί τη σύγκρουση με την δεξιά πλευρά του σώματός του και της μοτοσικλέτας που οδηγούσε, δεδομένου και ότι ταυτόχρονα ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου είχε ολοκληρώσει τον δεξιό, σε σχέση με την πορεία του, ελιγμό προς το ίδιο σημείο, με σκοπό την επαναφορά του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που οδηγούσε, στην αρχική του πορεία, ήτοι στη λωρίδα κυκλοφορίας για τα οχήματα που κινούνται από Χαλκίδα προς Νέα ..., επομένως, δεξιά σε σχέση με την αντικανονική πορεία που ακολουθούσε και δικαιολογείται η σύγκρουση του οχήματός του με την εμπρόσθια και αριστερή πλευρά του.

Μετά την πρόσκρουση των δύο οχημάτων, η μοτοσικλέτα επέπεσε με την δεξιά της πλευρά επί του οδοστρώματος, στο οποίο σύρθηκε πίσω και δεξιά, σε σχέση με την πορεία της και ακινητοποιήθηκε σε απόσταση 20,30 μέτρων από το πιθανό σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων επί του οδοστρώματος, ήτοι ακινητοποιήθηκε στο ρεύμα κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., με κατεύθυνση προς Χαλκίδα πλησίον του πεζοδρομίου, στοιχείο που δικαιολογεί τη μετωπική σύγκρουση των δύο οχημάτων, το δε σώμα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας ανευρέθη πλησίον του πρανούς επί του ρεύματος κυκλοφορίας προς Νέα ...

της λεωφόρου ..., πίσω και αριστερά, σε σχέση με το προαναφερθέν σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, στοιχείο που δικαιολογεί την μετωπική σύγκρουση του ΙΧΕ αυτοκινήτου με την εμπρόσθια δεξιά και υπό γωνία της δίκυκλης μοτοσικλέτας. Το δε ΙΧΕ αυτοκίνητο, εξάλλου, μετά την ένδικη σύγκρουση εξετράπη προς τα δεξιά σε σχέση με την πορεία του, ήτοι στην κατεύθυνση της λεωφόρου ...

προς Νέα ... και ακινητοποιήθηκε ανατρεπόμενο με την αριστερή του πλευρά, σε απόσταση 22,70 μέτρων από το ανωτέρω σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, ο δε οδηγός αυτού βρέθηκε έξω απ’ αυτό, πάνω στο πρανές, που υφίσταται στο σημείο αυτό. Εξαιτίας του, ως άνω, ατυχήματος, εκτός από την πρόκληση υλικών ζημιών σε αμφότερα τα εμπλεκόμενα οχήματα, επήλθε ο θάνατος του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Ι.

Κ., συνεπεία ρήξεως της θωρακικής αορτής... Υπό τα πλήρως, ως άνω, αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ενισχύονται ιδιαίτερα από την προσκομιζόμενη έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος της αμέσως επιληφθείσας αρμόδιας τροχαίας Χαλκίδας, τις τελικές θέσεις των εμπλεκόμενων οχημάτων, τα ανευρεθέντα ίχνη επί του οδοστρώματος, τις τελικές θέσεις των σωμάτων αμφοτέρων των οδηγών των εμπλεκόμενων οχημάτων, ο θανάσιμος τραυματισμός του Ι.

Κ. οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των εμπλεκόμενων οχημάτων. Ειδικότερα και όσον αφορά: Α) τον πρώτο εφεσίβλητο, Σ. Δ. του Δ., οδηγό του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, τούτος ευθύνεται διότι από βαρύτατη αμέλεια και συγκεκριμένα από έλλειψη της επιμέλειας και προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει υπό τις επικρατούσες συνθήκες, ως μέσος συνετός οδηγός, υπό τις επικρατούσες συνθήκες, δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή επί του οχήματος που οδηγούσε, ώστε να ασκεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς επ’ αυτού, με αποτέλεσμα και ενώ εκινείτο, αρχικώς, περί το μέσον της λεωφόρου ..., πλησίον του νοητού κεντρικού άξονα και τελικώς εισήλθε αντικανονικά εξ ολοκλήρου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο η εμπλεκόμενη στο ένδικο τροχαίο συμβάν δίκυκλη μοτοσικλέτα, ενεργώντας κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1 και 4, 18 παρ. 1 και άρθρο 42 αρ. 7 εδ.

γ’ του ΚΟΚ. Η οδηγική αυτή συμπεριφορά του οφείλεται στη βαρύτατη μέθη υπό την οποία τελούσε, κατά τη χρονική στιγμή του ενδίκου τροχαίου συμβάντος, με παρουσία οινοπνεύματος στο αίμα του σε ποσοστό 2,22 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, ως προελέχθη..., η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 42 αρ. 7 εδ. γ’ του ΚΟΚ, υπάγεται στη βαρύτερα τιμωρούμενη κατηγορία συγκέντρωσης οινοπνεύματος στο αίμα και ξεπερνά κατά πολύ το ελάχιστο όριο αυτής (>1,10 γρ./λίτρο αίματος) και η οποία μειώνει σημαντικά την ικανότητα οδήγησης, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Ειδικότερα δε, η, εν λόγω, συγκέντρωση οινοπνεύματος στο αίμα προξενεί ως συνήθη συμπτωματολογία από τον ασυγχρονισμό κινήσεων μέχρι το κώμα και το θάνατο, σημαντική μείωση του χρόνου αντίδρασης, υπνηλία, δυσκολία προσανατολισμού, πνευματική σύγχυση, ανωμαλίες στην όραση, στην αναγνώριση χρωμάτων και σχημάτων, μείωση της οπτικής αίσθησης τόσο σημαντική ώστε δύσκολα διακρίνει ο οδηγός τα είδωλα π.χ.

το ένα δέντρο από το άλλο... Ύπαρξη ταχύτητας, ανώτερη της επιτρεπόμενης για κατοικημένη περιοχή, δεν μπορεί να αποδειχθεί στο ΙΧΕ αυτοκίνητο, ενόψει υπάρξεως συστήματος ABS, σε συνδυασμό και με το ότι, από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, δεν αποδείχθηκε μετά πλήρους δικανικής πεποίθησης, η απόσταση που διάνυσε το, εν λόγω, όχημα, εντός του αντιθέτου, σε σχέση με την πορεία του, ρεύματος κυκλοφορίας, στην δε περίπτωση, που, όπως αποδείχθηκε, η επαναφορά αυτού (του ΙΧΕ οχήματος) ήταν απότομη και βίαιη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, η ύπαρξη αυξημένης ταχύτητας σε ένα όχημα μικρών διαστάσεων σαν το ένδικο εμπλεκόμενο ΙΧΕ αυτοκίνητο, θα επέφερε τη βίαιη ανατροπή αυτού πριν την σύγκρουση των εμπλεκόμενων στο ατύχημα οχημάτων και Β) ο δε οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Ι.

Κ. του Α. ευθύνεται, γιατί, αν και ήταν νηφάλιος, ήτοι δεν τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών..., δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς αφού:

α) οδηγώντας με ανώτερη της επιτρεπόμενης για την οδό (κατοικημένη περιοχή) ταχύτητα των 50 χιλιομέτρων την ώρα και με ταχύτητα τουλάχιστον 80 χιλιομέτρων την ώρα, δεν προέβλεψε, όπως είχε υποχρέωση από το νόμο και μπορούσε, ως οδηγός μοτοσικλέτας να πράξει, θα έπραττε δε κάθε μέσος συνετός οδηγός που θα βρισκόταν κάτω από τις ίδιες πιο πάνω συνθήκες και έτσι δεν μπόρεσε να αντιδράσει αποτελεσματικά, αφενός μεν διότι, λόγω της ταχύτητας που είχε αναπτύξει, καίτοι διαπίστωσε από αρκετή απόσταση, τουλάχιστον 80 μέτρων την ύπαρξη του ΙΧΕ αυτοκινήτου, που εισήλθε στο ρεύμα κυκλοφορίας του, κινούμενος, αριστερά, σε σχέση με την πορεία του, επιχείρησε την αποφυγή του ΙΧΕ αυτοκινήτου, με το να προσπεράσει αυτό από την δεξιά του πλευρά, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, μη μπορώντας, ενδεχομένως, πράγμα για το οποίο ευθύνεται, να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, αφού θα εμπόδιζε την κίνηση της ευρισκόμενης όπισθεν και δεξιά κινούμενης, σε απόσταση δύο μέτρων και με αριθμό κυκλοφορίας ...

δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο αναφερόμενος στην έκθεση αυτοψίας, ως αυτόπτης μάρτυρας, Δ. Λ. και β) δεν διενήργησε έγκαιρη τροχοπέδηση, αφού τέτοια ίχνη δεν ευρέθησαν στον τόπο του ατυχήματος αλλά ούτε και έγκαιρο αποφευκτικό ελιγμό κατ’ αρχήν προς τα δεξιά, που, έστω και με τις διαμορφωθείσες οδικές συνθήκες θα ήταν ο πλέον ενδεδειγμένος, έστω όμως και προς τα αριστερά για την αποφυγή της ενδίκου συγκρούσεως, έστω με την παράκαμψη του ΙΧΕ αυτοκινήτου από την δεξιά πλευρά αυτού, με αποτέλεσμα να επισυμβεί το ένδικο ατύχημα, ενεργώντας κατά παράβαση των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 40 παρ. 1 εδ.

δ’ του KΟK υποχρεώσεών του. Με τα δεδομένα αυτά το ποσοστό της ευθύνης του μεν οδηγού της μοτοσικλέτας, Ι. Κ., ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε 30%, του δε οδηγού του με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Σ. Δ., σε ποσοστό 70%. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούνται από την υπ’ αριθμ. ...-2014 τεχνική ανάλυση τροχαίων ατυχημάτων του διορισθέντος από την Εισαγγελία Πλημ/κών Χαλκίδας πραγματογνώμονα, Γ.

Κ.: α) ως προς το σημείο του οδοστρώματος, στο οποίο φέρεται να έγινε η επαφή των δύο συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα, η εκκαλουμένη απόφαση, στηριζόμενη στην αμέσως προαναφερθείσα τεχνική ανάλυση προκρίνει την τελευταία αντί του ιδίου σχεδιαγράμματος της τροχαίας, βάσει της οποίας το ατύχημα επισυνέβη 0,70 εκ.

εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του ΙΧΕ αυτοκινήτου, ως προελέχθη, δεχόμενη (η εκκαλουμένη) ότι "το πιθανό σημείο σύγκρουσης τοποθετείται περί το μέσον της ως άνω οδού και 0,73 μέτρα προς την πλευρά της λωρίδας κυκλοφορίας, που προορίζεται για τα κινούμενα οχήματα από ...". Η εκκαλουμένη, όμως, στο σημείο αυτό σφάλλει αφού στην έκθεση αυτοψίας, στον ..., αναφέρεται ότι το (α) όχημα (δίκυκλη μηχανή) εισήλθε σε οδόστρωμα που προορίζεται για την αντίθετη προς την κατεύθυνσή του κυκλοφορία, αντικανονικά, στοιχείο που αποτυπώνεται ευκρινώς και στο σχεδιάγραμμα, στο οποίο έχει σημειωθεί με το σημείο (Σ) το πιθανό σημείο σύγκρουσης, επί του ρεύματος πορείας προς Νέα ..., αφού τα όργανα της τροχαίας, κατόπιν των γενομένων μετρήσεων και του επιτόπιου ελέγχου, χάραξαν τον άξονα της οδού με μονή διακεκομμένη γραμμή, το δε σημείο σύγκρουσης εντοπίστηκε μετά ταύτα καθ’ ολοκληρίαν εντός του ρεύματος

κυκλοφορίας προς Νέα ..., πράγμα που σημαίνει το ΙΧΕ αυτοκίνητο τελούσε κατά τον χρόνο της ένδικης σύγκρουσης εξ ολοκλήρου εντός του ρεύματος πορείας του, η δε δίκυκλη μοτοσικλέτα εξ ολοκλήρου εντός του ρεύματος κυκλοφορίας των οχημάτων που προορίζονταν για τη Νέα .... Τα ανωτέρω ενισχύονται επίσης από τα ευρήματα επί του οδοστρώματος και δη: 1) ύπαρξη υγρών (νερά-λάδια) εκ του συστήματος ψύξης του κινητήρα του α’ οχήματος (δίκυκλη μηχανή) συγκεντρωμένα στο πιθανό σημείο σύγκρουσης και 2) ύπαρξη χαραγών στο πιθανό σημείο σύγκρουσης από την ζάντα του εμπρόσθιου τροχού του α’ οχήματος (μηχανή) και εκ του β’ οχήματος (ΙΧΕ αυτοκίνητο) στο πιθανό σημείο σύγκρουσης μικρές ξέσεις από τα θραυσμένα εξαρτήματα του εμπρόσθιου αριστερού τμήματός του στο ρεύμα κυκλοφορίας Χαλκίδας - ....

Η είσοδος του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο ρεύμα κυκλοφορίας από ..., ήτοι στο ρεύμα πορείας της δίκυκλης μοτοσικλέτας, αποδεικνύεται, εκτός από την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Δ. Λ., όπου αναφέρει στο κρίσιμο σημείο της, τα εξής: "...Φθάνοντας στο ξενοδοχείο ... από την αντίθετη κατεύθυνση βλέπω να έρχεται ένα όχημα.

Εκινείτο στο μέσον του δρόμου... Το ΙΧΕ δεν ερχόταν κανονικά όπως αντιλήφθηκα, αλλά να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας προς τα πάνω μας...", αλλά, και από την από 9-2-2015 έκθεση τεχνικής ανάλυσης κινηματογραφικής εικόνας του Σ. Μ., τεχνικού μοντάζ, ο οποίος προέβη στην ανάλυση του σχετικού video, το οποίο είχε ληφθεί από την κάμερα ασφαλείας του πρατηρίου υγρών καυσίμων, με την επωνυμία "...", ήτοι διακόσια περίπου μέτρα πριν το ένδικο συμβάν, όπου στο κρίσιμο σημείο της αναγράφει τα εξής: "...Το φως του υπαιτίου επιβατηγού εμφανίζεται στο βάθος της εικόνας σε χρόνο μικρότερο των δύο δευτερολέπτων πριν την σύγκρουση.

Παρατήρησα ότι όλα τα επιβατηγά που έχουν ίδια κατεύθυνση με το συγκρουσθέν επιβατηγό καλύπτουν την απόσταση, από το χρόνο που εμφανίζεται το πρώτον το φως τους μέχρι το σημείο της σύγκρουσης, σε χρόνο που κυμαίνεται από 10 καρέ έως 25 καρέ, αναλόγως της ταχύτητάς τους. Το συγκρουσθέν επιβατηγό καλύπτει την ίδια απόσταση στον κατά πολύ μεγαλύτερο χρόνο 47 καρέ, πιθανά λόγω της μη ομαλής του και κανονικής του πορείας.

Κατά τον χρόνο αυτό υπάρχουν καρέ κατά τα οποία χάνεται το φως των επιβατηγών, αυτό συμβαίνει καθότι μεταξύ αυτών και της κάμερας παρεμβάλλεται φυλλωσιά δένδρου. Σε όλα τα επιβατηγά σχεδόν μετά το πρώτο καρέ, το φως τους αντανακλά έντονα μπροστά τους επί της ασφάλτου. Η αντανάκλαση αυτή διακρίνεται και στα καρέ που το φως τους καλύπτεται από τη φυλλωσιά.

Αντίθετα στην περίπτωση του συγκρουσθέντος επιβατηγού δεν παρατηρούμε καμία αντανάκλαση επί της ασφάλτου που σημαίνει ότι η πορεία του δεν είναι ομαλή προς τα εμπρός, τα φώτα του δεν κτυπάνε στην άσφαλτο μπροστά του, αλλά πιθανά διαγώνια...". Με βάση τα ανωτέρω, ήταν απολύτως εφικτή, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λόγω της ομαλής ταχύτητας, καθώς και του μικρού όγκου του συγκεκριμένου ΙΧΕ αυτοκινήτου, η ολοκληρωτική είσοδος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, καθώς και η πλήρης επαναφορά του στο ρεύμα κυκλοφορίας του.

Όσον αφορά την ταχύτητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, αυτή ήταν ανώτερη των 70 χιλιομέτρων την ώρα, ταχύτητα την οποία συνομολογεί και ο αυτόπτης μάρτυρας, Δ. Λ., ο οποίος, μπροστά από το προαναφερθέν πρατήριο της "...", βαίνει παράλληλα και στην ίδια απόσταση με την μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Ι. Κ., ο οποίος, εν συνεχεία, αναπτύσσει μεγαλύτερη ταχύτητα, τουλάχιστον 80 χιλιομέτρων την ώρα, ώστε να βρίσκεται μπροστά και δεξιά του, σε απόσταση τουλάχιστον 2 μέτρων απ’ αυτόν.

Όσον αφορά το στοιχείο του αιφνιδιασμού του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, Ι. Κ., ναι μεν αυτός υπήρξε, τα χρονικά περιθώρια της αντίδρασής του, όμως, υπήρχαν από την στιγμή κατά την οποία, αφού διαπίστωσε τη μη ομαλή κίνηση του ΙΧΕ αυτοκινήτου και την είσοδο στο ρεύμα κυκλοφορίας του, εντούτοις, βρήκε τον χρόνο να γυρίσει και να κοιτάξει τον οδηγό της έτερης δίκυκλης μοτοσικλέτας, Δ.

Λ. (ο οποίος κινούνταν πίσω και αριστερά του, σε απόσταση 2 τουλάχιστον μέτρων) και εν συνεχεία να επιχειρήσει τον άστοχο, ως προελέχθη, αποφευκτικό αριστερό ελιγμό. Χαρακτηριστική, στο σημείο αυτό, η κρίσιμη περικοπή της κατάθεσης του Δ. Λ., ο οποίος επί λέξει, προανακριτικά καταθέτει: "...Ο Γ. γύρισε και μου φώναξε "τι κάνει αυτός;" και εγώ του φώναξα "μαζέψου, μαζέψου", εννοώντας να.

μετακινηθεί στο δεξιό άκρο της οδού...". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι μη διενεργουμένης τροχοπέδησης από την πλευρά της δίκυκλης μοτοσικλέτας (αφού τέτοια ευρήματα δεν αποδείχθηκαν), η ταχύτητά της παρέμενε κατά πολύ ανώτερη της επιτρεπόμενης για κατοικημένη περιοχή ταχύτητας, ήτοι των 80 χιλιομέτρων την ώρα, ειδάλλως, δεν εξηγείται πως επί ενός οδοστρώματος, συνολικού πλάτους (και για τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας) 11,70 (5,85 μ.

χ 2) μέτρων, δεν μπόρεσε η δίκυκλη μοτοσικλέτα να αποφύγει το συγκεκριμένο ΙΧΕ αυτοκίνητο, του οποίου το συνολικό πλάτος δεν ξεπερνά το 1,50 μέτρο...]. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, την από 17-5-2016 έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας "..." κατά της πρωτόδικης 560/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που είχε κρίνει διαφορετικά, αφού είχε δεχθεί ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και, συνακόλουθα, του θανάσιμου τραυματισμού του μοτοσυκλετιστή Ι.

Κ. ήταν ο οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Σ. Δ. και, αφού την εξαφάνισε, κατά το μέρος τούτο, κράτησε και δίκασε κατ’ ουσίαν την ένδικη, από 12-5-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης .../14-5-2014, αγωγή των Α. Δ. Κ. κ.λπ., την οποία και δέχθηκε, κατά ένα μέρος. Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ούτε εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 16 παρ. 1β’ και 4, 18 παρ. 1, 19 παρ. 1-3, 20 παρ. 1, 40 παρ. 1δ’ και 42 παρ. 1 και 7γ’ ν. 2696/ 1999 (ΚΟΚ), ούτε επίσης τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προαναφερόμενων πραγματικών περιστατικών στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, αλλά διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφορικά με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπαιτιότητας των δύο οδηγών που είχαν εμπλοκή στο τροχαίο ατύχημα, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για το αν οι διατάξεις αυτές εφαρμόστηκαν ορθά ή όχι και, ως εκ τούτου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Συγκεκριμένα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει παραδοχές, όπως αυτές προπαρατέθηκαν, που με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις δικαιολογούν επαρκώς την κρίση για το ότι συνυπαίτιοι του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και του, εξαιτίας τούτου, θανάτου του μοτοσυκλετιστή Ι. Κ. είναι και οι δύο οδηγοί.

Το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του ατυχήματος (συνθήκες κυκλοφορίας, είδος οχημάτων, θέση και τρόπο κίνησής τους, ταχύτητα, συμπεριφορά των οδηγών, κατάσταση οδού) και κατέληξε σε σαφές πόρισμα, αναφορικά με το κρίσιμο αυτό ζήτημα της υπαιτιότητας των οδηγών των οχημάτων που συγκρούστηκαν, σε σχέση με την κίνηση και τη θέση τους κατά το χρόνο της σύγκρουσης, καθώς και τα σημεία αυτής (σύγκρουσης).

Κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτες οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, όσον αφορά την κίνηση των δύο οχημάτων πριν από την επίδικη σύγκρουση, τον ακριβή τόπο και χρόνο που έγιναν οι ενέργειες ή παραλείψεις των οδηγών τους, το ποίος από τους δύο οδηγούς εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, τον τρόπο και το σημείο επί του οδοστρώματος, όπου επήλθε η σύγκρουση, τις επιφάνειες των οχημάτων που υπέστησαν βλάβες από τη σύγκρουση κ.λπ., κατά τις οποίες το Εφετείο, ειδικότερα, στην πληττόμενη απόφασή του, 1) δεν διευκρινίζει πόσο χρόνο καθυστέρησε ο οδηγός της μοτοσυκλέτας να προβεί στους ενδεδειγμένους χειρισμούς (αποφευκτικό ελιγμό, τροχοπέδηση), ποία η απόσταση που τον χώριζε από το αντίθετα κινούμενο ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, όταν αυτός κινήθηκε με τη μοτοσυκλέτα του προς το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και πόσος τελικά χρόνος παρήλθε από τη στιγμή που αυτός είδε στο οπτικό του πεδίο το ΙΧΕ αυτοκίνητο να έχει εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας μέχρι τη σύγκρουση, 2) ενώ, αρχικά, δέχεται ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν τροχοπέδησε καθόλου και ότι αιφνιδιάστηκε, στη συνέχεια, αναφέρει, αντιφατικά όμως, ότι αυτός επιβράδυνε την κίνησή της και ότι είχε επαρκή χρονικά και τοπικά περιθώρια να αντιδράσει, τα οποία και δεν εκμεταλλεύτηκε, 3) αντιφατικά δέχεται ότι η σύγκρουση έγινε μόλις 0,70 μέτρα από το νοητό μέσο της λεωφόρου....

και προς την πλευρά του ρεύματος πορείας προς Νέα ..., ενώ, σύμφωνα με την κίνηση των δύο οχημάτων που δέχεται η απόφαση, η σύγκρουση θα πρέπει να είχε γίνει δύο (2) μέτρα μέσα στο ρεύμα αυτό, όπως λεπτομερώς εκτίθεται, με συνέπεια, απ’ όλα αυτά, να προκύπτει ότι μοναδικό αίτιο της σύγκρουσης, αλλιώς καταλυτικό αυτής, αποτέλεσε η αιφνιδιαστική είσοδος του μοτοσυκλετιστή Ι.

Κ. στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Νέα ..., όταν απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του εξαιτίας της αυξημένης ταχύτητάς του, σε συνδυασμό με την παράνομη, παράλληλη και απολύτως συγχρονισμένη, κίνηση της άλλης ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας (που οδηγούσε ο Δ. Λ.), χωρίς να υφίσταται πλέον αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο αντίθετο από εκείνο που κινούνταν ρεύμα κυκλοφορίας και της "χρονικά μεμακρυσμένης" (αρκετά δευτερόλεπτα μετά) σύγκρουσης (αιτιάσεις της από 2-2-2017 αναίρεσης της ασφαλιστικής εταιρείας), 4) αν και δέχεται ότι οι δύο μοτοσυκλέτες (του θανόντος Ι.

Κ. και του φίλου του Δ. Λ. κινούνταν "ακριβώς δίπλα", ομόρροπα και παράλληλα, για απόσταση διακοσίων (200) μέτρων, πριν από το σημείο της σύγκρουσης, δεν αξιολογεί αν η κίνηση αυτή ήταν σύννομη ή παράνομη, ούτε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, επικίνδυνη (ή όχι), 5) ενώ δέχεται ότι λίγο πριν από το σημείο της σύγκρουσης, στην κατεύθυνση προς Νέα ..., υπάρχει ελαφρά καμπύλη - στροφή, δεξιά ως προς την πορεία του ΙΧΕ αυτοκινήτου, δεν αποσαφηνίζει σε πόση απόσταση από το σημείο του ατυχήματος ήταν η στροφή αυτή και αν, πριν από την έξοδο του αυτοκινήτου από την εν λόγω στροφή, αυτό ήταν ορατό από τους αντίθετα κινούμενους οδηγούς, ώστε να δικαιολογείται η παραδοχή ότι ο θανών αντιλήφθηκε το αυτοκίνητο να έχει εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από απόσταση ογδόντα (80) μέτρων, 6) δεν διευκρινίζει γιατί μόνο ο ένας οδηγός (ο θανών Ι.

Κ.) και όχι και ο άλλος (Δ. Λ.) εμποδίστηκε από την είσοδο του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο αντίθετο, προς Χαλκίδα, ρεύμα πορείας και προς αποφυγή της σύγκρουσης αυτός αναγκάστηκε να εισέλθει στο αντίθετο, προς Νέα ..., ρεύμα πορείας, μολονότι οι δύο μοτοσυκλέτες κινούνταν "ακριβώς δίπλα" κατά τον τρόπο που περιγράφηκε προηγουμένως, 7) αν και, αρχικά, δέχεται ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Ι.

Κ. αντιλήφθηκε, από απόσταση τουλάχιστον ογδόντα (80) μέτρων, το ΙΧΕ αυτοκίνητο να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς Χαλκίδα), στο οποίο ο ίδιος κινούνταν κανονικά, ακολούθως, αναφέρει, αντιφατικά όμως, ότι αυτός αιφνιδιάστηκε, ενώ, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, μπορούσε να αποφύγει το ατύχημα με τροχοπέδηση και ταυτόχρονη κίνηση προς το άκρο δεξιό του οδοστρώματος και, επιπλέον, αναφέρει, αναιρώντας την προηγούμενη παραδοχή, ότι είχε επαρκή χρονικά περιθώρια να αντιδράσει, 8) δεν διευκρινίζει σε ποία απόσταση βρίσκονταν μεταξύ τους τα δύο αντιθέτως κινούμενα οχήματα (που τελικά συγκρούστηκαν) τη στιγμή κατά την οποία καθένας από τους οδηγούς τους ξεκινούσε τον δικό του αποφευκτικό ελιγμό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η μετέπειτα παραδοχή για το ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου πρόλαβε και επανέφερε το αυτοκίνητό του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, πράγμα που δεν ήταν δυνατό να συμβεί, αν ληφθεί υπόψη ότι, κατά τη σχετική παραδοχή, οδηγούσε υπό την επίδραση μεγάλης ποσότητας οινοπνεύματος που καθιστούσε αδύνατο να αντιληφθεί τον κίνδυνο και να επαναφέρει, και μάλιστα άμεσα, το αυτοκίνητό του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας, με συνέπεια να προκύπτει απ’ αυτά ότι ό ίδιος δεν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα πορείας, 9) μολονότι δέχεται ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας Ι.

Κ. δεν μείωσε την ταχύτητά της, στη συνέχεια αναφέρει, αντιφατικά, ότι επιβράδυνε την κίνησή της, 10) αν και δέχεται ότι τα δύο οχήματα, κατά τη στιγμή της σύγκρουσής τους που ήταν, κατά την οικεία παραδοχή, πλευρομετωπική, κινούνταν διαγώνια ως προς τον άξονα της οδού (συγκλίνοντας προς το ίδιο σημείο), η μεν μοτοσυκλέτα, αριστερά, το δε αυτοκίνητο, δεξιά, σε σχέση με την πορεία τους, εν τούτοις, από τα σημεία σύγκρουσης των δύο οχημάτων προκύπτει, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύγκρουσης, κινούνταν παράλληλα με τον άξονα της οδού και όχι διαγώνια (αιτιάσεις της από 6-3-2017 αναίρεσης των Σ.

Δ. κ.λπ.), 11) εσφαλμένα δέχθηκε ότι η ταχύτητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας Ι. Κ. ήταν ανώτερη των 70 χιλιομέτρων ανά ώρα, στηριζόμενο στην κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Δ. Λ. (που οδηγούσε την άλλη μοτοσυκλέτα), του οποίου, όμως, παραποίησε την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατάθεση, αφού αυτός (ούτε, άλλωστε, προανακριτικά) δεν κατέθεσε κάτι τέτοιο και 12) ενώ δέχεται ότι ο ίδιος οδηγός Ι.

Κ. δεν μπορούσε να διενεργήσει αποφευκτικό, προς τα δεξιά, ελιγμό για να αποφύγει τη σύγκρουση, διότι θα εμπόδιζε την κίνηση της ... δίκυκλης μοτοσυκλέτας που, οδηγούμενη από τον παραπάνω Δ. Λ., κινούνταν πίσω και δεξιά του σε απόσταση δύο μέτρων, στη συνέχεια κρίνει ότι είναι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος, άρα και του, εξαιτίας τούτου, θανάσιμου τραυματισμού του (αιτιάσεις της από 14-2-2017 αναίρεσης των Α.

Δ. Κ. κ.λπ.). Συμπερασματικά, οι αιτιάσεις αυτές, όπως εκτέθηκαν αναλυτικά για την κάθε αναίρεση, που ανάγονται σε διεξοδική ανάλυση λεπτομερειών, είναι απαράδεκτες, διότι αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, ως προς τη συνυπαιτιότητα των δύο οδηγών (του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου και της ... μοτοσυκλέτας) στην πρόκληση του ατυχήματος, το οποίο (πόρισμα) σαφώς εκτίθεται στην απόφαση και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται, επιπλέον, σ’ αυτήν τα πιο πάνω στοιχεία που οι αναιρεσείοντες παραθέτουν και θεωρούν ότι είναι απαραίτητα, ανεξάρτητα από το ότι ορισμένα από αυτά μνημονεύονται στην απόφαση και, έτσι, με τους λόγους αυτούς, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις παραπάνω διατάξεις, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικά, 1) ως προς την υπό αριθμό 9 αιτίαση, το Εφετείο δέχεται, τελικά, ότι η ταχύτητα του οδηγού της μοτοσυκλέτας Ι. Κ. ανερχόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύγκρουσης, σε 80 χιλιόμετρα τουλάχιστον ανά ώρα και ότι η ταχύτητα αυτή ήταν μία από τις αιτίες του ατυχήματος, που τον καθιστούν συνυπαίτιο, όχι, όμως, και η αποκλειστική, καθόσον στην πρόκληση του ατυχήματος αυτού συνετέλεσαν, κατά τις σχετικές παραδοχές, και η, εκ μέρους του ίδιου, μη τροχοπέδηση και ο μη έγκαιρος αποφευκτικός ελιγμός, κατ’ αρχάς, προς τα δεξιά ή, έστω, προς τα αριστερά, κατά παράβαση και των διατάξεων του ΚΟΚ (άρθρ. 12 παρ. 1, 19 παρ. 1-3 και 40 παρ. 1δ’ ).

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, είναι αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επίμαχη αιτίαση για το ότι το Εφετείο, αντιφατικά, δέχεται ότι ο πιο πάνω μοτοσυκλετιστής έβαινε με αυξημένη, ανώτατη του επιτρεπόμενου ορίου, ταχύτητα, ενώ αυτός, προκειμένου να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ.

Δ., είχε "επιβραδύνει" την κίνησή του, γιατί οι υπόλοιπες, επάλληλες, αιτιολογίες στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της πληττόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1221/2017, ΑΠ 763/2016), 2) ως προς την υπό αριθμό 11 αιτίαση, δεν ιδρύεται τέτοιος λόγος αναίρεσης (από το άρθρ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), στην περίπτωση που παρεισέφρησαν σφάλματα, αναγόμενα στην εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1182/2012) και, στην προκείμενη περίπτωση, στην αποδεικτική βαρύτητα που προσδόθηκε στην κατάθεση του μάρτυρα Δ.

Λ. στο πλαίσιο της αξιολόγησης των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 136/2017) και 3) ως προς την υπό αριθμό 12 αιτίαση, το Εφετείο δέχεται, κατά τη σχετική, επάλληλη μάλιστα, αιτιολογία, ότι ο εν λόγω, προς τα δεξιά, αποφευκτικός ελιγμός ήταν ο πλέον ενδεδειγμένος, έστω και με τις οδικές συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί. Οι επιμέρους αιτιάσεις για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν ανάγονται στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς, αλλά στην εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Κατόπιν αυτών, οι λόγοι των αναιρέσεων που προεκτέθηκαν, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

V. EΠΙ ΤΗΣ ΑΠΟ 14-2-2017 ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ Α. Δ.. Κ. Κ.ΛΠ.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι’ αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ’ αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 747/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, που επιδικάστηκε στους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής: [Περαιτέρω, κατά το χρόνο του θανάτου του, ο αποβιώσας, ηλικίας 22 ετών (γεννηθείς 6-11-1991), κατέλιπε πλησιέστερους συγγενείς:

α) τον πατέρα του, πρώτο ενάγοντα - εκκαλούντα Α. Κ., β) τη μητέρα του, δεύτερη ενάγουσα - εκκαλούσα Μ. Ν., γ) την αδελφή του, τρίτη ενάγουσα - εκκαλούσα Γ. Κ., δ) τον αδελφό του, τέταρτο ενάγοντα - εκκαλούντα Δ. Κ. και ε) τη γιαγιά του, πέμπτη ενάγουσα - εκκαλούσα Α. Ν. - Δ.... ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη το επίδικο τροχαίο, του βαθμού του πταίσματος των υπαίτιων οδηγών, της έντασης και τον ψυχικό πόνο που υπέστησαν και θα υφίστανται στο μέλλον οι ενάγοντες συγγενείς του θανόντος, της ηλικίας αυτών και του θανόντος, του βαθμού συγγένειάς τους με τον θανόντα, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων φυσικών προσώπων (και όχι της εναγομένης - εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική), το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης, που κρίνεται εύλογο και δίκαιο, λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, πρέπει να οριστεί, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα νομική σκέψη της παρούσας: 1) στο ποσό των 75.000 ευρώ, για τον πατέρα του θανόντος (Α.

Κ.), έχοντας ήδη αφαιρέσει από αυτό το ποσό των 50 ευρώ, που επιφυλάσσεται να ζητήσει ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο, 2) στο ποσό των 75.000 ευρώ, για τη μητέρα του θανόντος (Μ. Ν.), έχοντας ήδη αφαιρέσει από αυτό το ποσό των 50 ευρώ, που επιφυλάσσεται να ζητήσει ως πολιτικώς ενάγουσα στο ποινικό δικαστήριο, 3) στο ποσό των 35.000 ευρώ, για την αδελφή του θανόντος (Γ.

Κ.), έχοντας ήδη αφαιρέσει από αυτό το ποσό των 50 ευρώ, που επιφυλάσσεται να ζητήσει ως πολιτικώς ενάγουσα στο ποινικό δικαστήριο, 4) στο ποσό των 35.000 ευρώ, για τον αδελφό του θανόντος (Δ. Κ.), έχοντας ήδη αφαιρέσει από αυτό το ποσό των 50 ευρώ, που επιφυλάσσεται να ζητήσει ως πολιτικώς ενάγων στο ποινικό δικαστήριο και 5) στο ποσό των 15.000 ευρώ, για τη γιαγιά του θανόντος από μητρική γραμμή (Α.

Ν. - Δ.), έχοντας ήδη αφαιρέσει από αυτό το ποσό των 50 ευρώ που επιφυλάσσεται να ζητήσει ως πολιτικώς ενάγουσα στο ποινικό δικαστήριο.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος o περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της από 24-5-2016 έφεσης. Συνακόλουθα, η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε ότι το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που δικαιούνται λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν, πρέπει να οριστεί: 1) στο ποσό των 85.000 ευρώ, για τον πατέρα του θανόντος (Α.

Κ.), 2) στο ποσό των 85.000 ευρώ, για τη μητέρα του θανόντος (Μ. Ν.), 3) στο ποσό των 45.000 ευρώ, για την αδελφή του θανόντος (Γ. Κ.), 4) στο ποσό των 45.000 ευρώ, για τον αδελφό του θανόντος (Δ. Κ.) και 5) στο ποσό των 25.000 ευρώ, για τη γιαγιά του θανόντος από μητρική γραμμή (Α. Ν. - Δ.), έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρία με το σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε παραδοχή αυτού του λόγου της από 17-5-2016 έφεσης, κατά ένα μέρος και σε εξαφάνιση του αντίστοιχου κεφαλαίου της εκκαλούμενης απόφασης, κατά τα προαναφερόμενα ποσά...].

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο, την από 17-5-2016 έφεση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας και απέρριψε την από 24-5-2016 έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης 560/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά που είχε επιδικάσει, για την πιο πάνω αιτία, διαφορετικά (μεγαλύτερα) ποσά (σε ευρώ, 85.000, 85.000, 45.000, 45.000 και 25.000, αντίστοιχα), εξαφανίζοντάς την κατά τούτο και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε κατ’ ουσίαν, δέχθηκε την αγωγή για τα ποσά αυτά των 75.000 ευρώ, 75.000 ευρώ, 35.000 ευρώ, 35.000 ευρώ και 15.000 ευρώ, αντίστοιχα.

Κρίνοντας, έτσι, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων, λόγω ψυχικής οδύνης, στα παραπάνω ποσά, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης, με ανάλογο ποσοστό συνυπαιτιότητας του θύματος.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην πληττόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ’ υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της διάταξης, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του ΑΚ, επιδίκασε σε αυτούς, ως εύλογη χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, από τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Ι.

Α. Κ., τα ποσά αυτά, τα οποία, όμως, είναι δυσανάλογα μικρά σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας (του τροχαίου ατυχήματος), με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.

VI. Μετά από αυτά, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης, καθώς και ο πρόσθετος λόγος της τρίτης απ’ αυτές (της από 6-3-2017 αναίρεσης των Σ. Δ. κ.λπ.), πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016). Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από α) 14-2-2017, β) 2-2-2017 και γ) 6-3-2017 και με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...-2-2017, ...-2-2017 και 19/7-3-2017, αντίστοιχα, αιτήσεις, καθώς και τον από 12-2-2018 (με αριθμό κατάθεσης ...-2-2018) πρόσθετο λόγο της τρίτης αίτησης, για αναίρεση της 463/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.

Απορρίπτει τις αναιρέσεις και τον πρόσθετο λόγο της τρίτης απ’ αυτές.

Διατάζει την εισαγωγή των παραβόλων, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ, για την κάθε αναίρεση.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2018.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ