Supreme Court dismisses appeal on Christmas and Easter bonus claims, ruling employer payments are lawful statutory benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against a lower court's rejection of a claim for Christmas and Easter bonuses. The appellant argued that the employer's failure to pay these benefits violated statutory provisions, while the respondent maintained the payments were legally mandated. The court held that the lower court correctly applied the law regarding these mandatory holiday allowances and rejected the appellant's procedural arguments as inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArt. 1, 2, 3 of Law 1502/1950; Art. 1 of K.Y.A. 19040/81; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court ruled that statutory Christmas and Easter bonuses are mandatory employer obligations and dismissed the appeal where the lower court correctly applied these provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 381 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 381/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 22α Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Υπό εκκαθάριση δικηγορικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε μετά του εκκαθαριστή της, δικηγόρου Ν. Π., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικήτα Φορτσάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-10-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 155/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4963/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, παροχές επ' ευκαιρία των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα χορηγήθηκαν αρχικώς στον ιδιωτικό τομέα από τους εργοδότες, οικειοθελώς και ως έθιμο, σε είδος ή σε χρήμα (εξ ού και η ονομασία "δώρα"), προκειμένου οι εργαζόμενοι να αντιμετωπίσουν τις αυξημένες δαπάνες των εορτών, στη συνέχεια η καταβολή τους έγινε υποχρεωτική για τον εργοδότη με επαναλαμβανόμενες, κατ' έτος, υπουργικές αποφάσεις και μετά το ν.δ. 3239/1955 με συλλογικές συμβάσεις εργασίας ή διαιτητικές αποφάσεις..
·Τα ίδια επιδόματα εορτών αναγνωρίσθηκαν και υπέρ των δημοσίων υπαλλήλων με τον α ν. 1502/1950. Επίσης, κατά το άρθρο 2 αρ.1 της ΚΥΑ19040/81 (ΦΕΚ742/Β/9-12-1981), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1990, το επίδομα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα δικαιούνται από τον υπόχρεο και με τις προϋποθέσεις του άρθρου 1 της παρούσας και οι εξής : 1.
Οι Νομικοί Σύμβουλοι και Δικηγόροι των πάσης φύσεως Νομικών Προσώπων και επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων που αμείβονται με μισθό. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του ΑΝ539/1945 "Περί χορηγήσεως κατ' έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ' αποδοχών ρυθμίζεται η ετήσια άδεια μετ' αποδοχών στους απασχολούμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Σε κάθε μισθωτό στον οποίο χορηγείται άδεια ανάπαυσης καταβάλλονται και οι αποδοχές του αντίστοιχου χρόνου αδείας καθώς και επίδομα αδείας κατά τη διάταξη του άρθρου 3 αρ. 16 του v.4504/1966.H παροχή άδειας αναψυχής αποτελεί πρόβλεψη του εργατικού δικαίου και ειδικότερη νομοθετημένη εκδήλωση της εργοδοτικής υποχρέωσης πρόνοιας ώστε η περιοδική ανάπαυση των εργαζομένων να επιδρά θετικά στη σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων.
Οι ανωτέρω διατάξεις για τη χορήγηση ετήσιας άδειας και επιδόματος αδείας, που ισχύουν για τους υπαλλήλους στον ιδιωτικό τομέα, ισχύουν και για τους έμμισθους δικηγόρους κατά το άρθρο 94 παρ.4 του ν.δ.3026/1954 Κώδικα δικηγόρων και 46 παρ.1 του ν.4194/2013 νέου Κώδικα δικηγόρων.
2. Σύμφωνα με τις διατάξεις του πδ 81/2005 "δικηγορικές εταιρείες"( που εκδόθηκε σε εκτέλεση της εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 47 παρ.2 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ.3026/1954), δύο ή περισσότεροι δικηγόροι μπορούν να συστήσουν "Αστική Επαγγελματική Δικηγορική Εταιρεία", με σκοπό την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών σε τρίτους και τη διανομή των συνολικών καθαρών αμοιβών που θα προκύψουν από τη δραστηριότητά τους αυτή ... (άρθρο 1). .
Η δικηγορική εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα από τη στιγμή που θα εγγραφεί στο βιβλίο εταιρειών του οικείου δικηγορικού συλλόγου.(άρθρο7). Σε περίπτωση λύσης της εταιρείας ακολουθεί η εκκαθάριση, οπότε ..., ορίζονται ένας ή περισσότεροι εταίροι δικηγόροι ως εκκαθαριστές. Μέχρι τη λήξη της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες της, η εταιρεία έχει νομική προσωπικότητα.
Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 779 έως και 783 του Αστικού Κώδικα (άρθρο 37). Η εταιρεία διοικείται από έναν ή περισσότερους διαχειριστές, οι οποίοι είναι υποχρεωτικά δικηγόροι εταίροι της εταιρείας. Οι διαχειριστές έχουν τη διοίκηση του νομικού προσώπου της εταιρείας..,(άρθρο14) Οι Εισφορές των εταίρων, καθώς και κάθε τι άλλο που αποκτάται επ' ονόματι ή για λογαριασμό της εταιρείας, ανήκει στην εταιρεία.( άρθρο21).
Δικαιοπραξίες που επιχείρησε ο διαχειριστής στα όρια της εξουσίας που του παρέχει το. καταστατικό της εταιρείας υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας (άρθρο 22). Οι αμοιβές που είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν οι εντολείς για τις παρεχόμενες σε αυτούς δικηγορικές, δικαστικές και εξώδικες υπηρεσίες από τους δικηγόρους της εταιρείας, συμφωνούνται με το νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρείας, εισπράττονται μόνο από αυτόν και καταχωρίζονται ως έσοδα της εταιρείας στα βιβλία, τα οποία σύμφωνα με το νόμο τηρούνται σε αυτή (άρθρο I 27παρ.2).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η δικηγορική εταιρεία έχει νομική προσωπικότητα, είναι αυτοτελώς υποκείμενο δικαίου με ίδια όργανα διαμόρφωσης και εξωτερίκευσης της εταιρικής βούλησης. Έχει δικαιοπρακτική ικανότητα και οι συμβάσεις που καταρτίζει στο όνομά της το όργανο εκπροσώπησης δεσμεύουν το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 του Κώδικα περί δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν.δ. 3790/1957, και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ. 4 λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως, α) δια καταγγελίας εκ μέρους του εντολέως, β)..., δικαιούται να λάβη παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν παγίαν μηνιαίαν, περιοδικήν αμοιβήν αν έχη συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσίαν, β)τρεις τοιαύτας περιοδικός αμοιβάς αν έχη συμπληρώσει διετίαν,... .
Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρ. 92 του παρόντος αμοιβήν του μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως". Ίδιου περιεχομένου ρύθμιση περιέχεται και στη διάταξη του άρθρου 46 αρ2,3,4 του ν.4194/2013 του νέου Κώδικα δικηγόρων.
Από αυτές τις διατάξεις σαφώς προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε" λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως, αναφορικά με το ύψος της (ΟλΑΠ 570/1986, ΑΠ 569/2020, ΑΠ 506/2018, ΑΠ 1239/2014, ΑΠ 249/2012, ΑΠ 1250/2009).
4. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού .(ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση.
Έτσι, "πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως αποτελούν και οι βάσεις της αγωγής, αν είναι ορισμένες. (ΑΠ 284/2018, ΑΠ 1168/2007). Τέλος, λόγος αναίρεσης, όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά επί του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης, απορρίπτεται ως αλυσιτελής.
5.Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης: Η ενάγουσα υπό εκκαθάριση δικηγορική εταιρεία με την από 12-10-2015 (αρ.εκθ.καταθ.331/2015) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εκθέτει ότι δυνάμει της από 10-7-2007 σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία αορίστου χρόνου, που συνήφθη μεταξύ της εναγομένης εταιρείας και του δικηγόρου Ν.
Π., ο τελευταίος ανέλαβε έναντι πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας ύψους 25.000 ευρώ, την παροχή νομικών υπηρεσιών και συμβουλών προς την εναγομένη στον τομέα του ποινικού δικαίου. Ότι κατόπιν σύστασης της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας μεταξύ του Ν. Π. και της Α. Ξ. οι τελευταίοι συνέχισαν δ' αυτής την παροχή των νομικών τους υπηρεσιών και ενημέρωσαν την εναγομένη .Ότι από τις 4-5-2009 η ενάγουσα υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από την παραπάνω σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών που είχε συνάψει με την εναγομένη ο εταίρος και διαχειριστής της Ν.
Π., γεγονός που η εναγομένη αποδέχτηκε.. Ότι η ίδια έκτοτε παρείχε τις υπηρεσίες της προς την εναγομένη μέχρι τις 23-12-2010, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη μεταξύ τους συναφθείσα σύμβαση έμμισθης εντολής, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι κατόπιν ασκήσεως εκ μέρους της ιδίας και του διαχειριστή της Ν.
Π. της από 2-3- 2011 αγωγής σε βάρος της εναγομένης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1207/2015 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, με την οποία, μεταξύ άλλων, έγινε δεκτό ότι μεταξύ του Ν. Π. αρχικά και εν συνεχεία της ενάγουσας δικηγορικής εταιρείας και της εναγομένης υπήρξε σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, αναγνωρίστηκε ότι υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στην νυν ενάγουσα το ποσό των 25.000 ευρώ μηνιαία, για το χρονικό διάστημα από 1-2-2012 και εντεύθεν, μέχρι την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής, την οποία η εναγομένη της κατέβαλε τελικά στις 2-6-2015.
Ότι η εναγομένη, κατά τα έτη 2010 - 2015 δεν της κατέβαλε τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων, ως και τα επιδόματα αδείας. Με βάση τα περιστατικά αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: α) Το συνολικό ποσό των 275.000 ευρώ για τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών Πάσχα, Χριστουγέννων και αδείας, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, και β) το ποσό των 164.618,36 ευρώ, για τόκους υπερημερίας κατά τα εκεί ειδικότερα εκτιθέμενα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 155/2018 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη κατά τα κεφάλαια επιδίκασης στην ενάγουσα δικηγορική εταιρεία επιδομάτων εορτών και αδείας, ενώ δέχθηκε εν μέρει αυτή κατά τα λοιπά ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους υπερημερίας συνολικού ποσού 131.314,63 ευρώ.
Ύστερα από άσκηση κατ'αυτής έφεσης της αναιρεσείουσας δικηγορικής εταιρείας εκδόθηκε η εδώ αναιρεσιβαλλομένη, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και απορρίφθηκε κατ'ουσίαν .Ειδικότερα το δικαστήριο της ουσίας έκρινε ότι η αγωγή κατά το μέρος που μ' αυτήν επιδιώκεται η καταβολή των ανωτέρω επιδομάτων με βάση τη σύμβαση έμμισθης εντολής δεν είναι νόμιμη καθόσον η ενάγουσα δικηγορική εταιρεία ως νομικό πρόσωπο δεν δικαιούται επιδόματα εορτών και αδείας, τα οποία δικαιούνται μόνο φυσικά πρόσωπα.
Η με το ανωτέρω πραγματικό και αιτήματα αγωγή περί καταβολής επιδομάτων εορτών και αδείας στην ενάγουσα υπό εκκαθάριση δικηγορική εταιρεία, με βάση την επικαλούμενη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, η ύπαρξη της οποίας κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή αναγνωρίστηκε αρχικά μεταξύ του Ν. Π. και της εναγομένης και εν συνεχεία μεταξύ των εδώ διαδίκων με δύναμη δεδικασμένου με την 1207/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με αφορμή προγενέστερη αγωγή μεταξύ των αυτών διαδίκων, δεν είναι νόμιμη.
Τούτο διότι τα ένδικα επιδόματα, που συνιστούν μισθολογικές παροχές, θεσπίστηκαν κατά τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας διατάξεις εργατικού δικαίου για τους εργαζόμενους μισθωτούς, ειδικότερα τα επιδόματα εορτών προς ενίσχυση των εργαζομένων για να ανταποκριθούν στις αυξημένες δαπάνες των εορτών και το επίδομα αδείας χορηγείται στους μισθωτούς που δικαιούνται να λάβουν άδεια, ακολούθως δε επεκτάθηκαν στους απασχολούμενους δικηγόρους με βάση σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, όμως η παροχή τους δεν προβλέπεται ούτε νοείται λόγω της φύσης τους ως μισθολογικών παροχών και του σκοπού θέσπισής τους σε νομικό πρόσωπο, όπως εν προκειμένω της υπό εκκαθάριση δικηγορικής εταιρείας.
Επομένως, και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα με την αγωγή και υπό την επικαλούμενη με την αγωγή δέσμευση ως προς το προδικαστικό ζήτημα της ύπαρξης σύμβασης έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία μεταξύ των διαδίκων, προκύπτουσας από την 1207/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η ενάγουσα δικηγορική υπό εκκαθάριση εταιρεία λόγω λύσεως στις 23-12-2010 της ένδικης σύμβασης με καταγγελία της εντολέως και μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης δεν δικαιούται τα επίδικα επιδόματα του χρονικού διαστήματος πριν από τη λύση της ένδικης σύμβασης κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 αρ.1 της ΚΥΑ19040/81 (ΦΕΚ742/Β/9-12-1981), 94 παρ.4 του ν.δ.3026/1954 Κώδικα δικηγόρων και του χρονικού διαστήματος μετά τη λύση της ένδικης σύμβασης ως παροχές ex lege κατά το άρθρο 94αρ.1 ν.δ.3026/1954 Κώδικα δικηγόρων.
Το δικαστήριο της ουσίας που έκρινε ομοίως ορθώς ερμήνευσε και προσηκόντως εφάρμοσε τις ανωτέρω στους αρ. 1,2,3 της παρούσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεις τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως κατά το πρώτο μέρος του, από τον αρ.1 του άρθρου 559ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Ακόμη ο πρώτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο μέμφεται το Δικαστήριο της ουσίας ότι αγνόησε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η ύπαρξη σύμβασης έμμισθης εντολής μεταξύ του Ν. Π. αρχικά και εν συνεχεία της ενάγουσας και της εναγομένης αναγνωρίστηκε με την 1207/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, είναι προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής, ενόψει του ότι κατά τα διαλαμβανόμενα και υπό την επίκληση της ανωτέρω δέσμευσης τα αγωγικά αιτήματα είναι μη νόμιμα, εφόσον η αναιρεσείουσα ως νομικό πρόσωπο δεν τα δικαιούται και ο φερόμενος ως αγνοηθείς ισχυρισμός δεν επιδρά στο διατακτικό.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο ανωτέρω ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο.
6. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη σε ορισμένες διατάξεις ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2011, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 76/2019, ΑΠ 615/2019). Στην προκείμενη περίπτωση με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος τους από τον αρ. 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, επειδή η αγωγή κατά το μέρος της καταβολής επιδομάτων εορτών και επιδόματος αδείας απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετική πλημμέλεια δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο από τον αρ. 19 του άρθρου 559ΚΠολΔ και ως εκ τούτου οι λόγοι της αιτήσεως, πρώτος και δεύτερος, κατά το μέρος που αποδίδεται η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι απαράδεκτοι.
7. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-10-2019 αίτηση περί αναιρέσεως της 4963/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών Αθηνών. -Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Μαρτίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ