Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination where employer lacked authority to terminate.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of a labor contract termination claim. The appellant argued the contract was void due to the employer's lack of authority to terminate, while the employer contended the termination was valid. The court ruled that the First Instance Court correctly rejected the claim because the employer did not possess the requisite authority to terminate the contract, rendering the termination invalid and the subsequent claim for wages due to non-acceptance of services unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669, 672 of the Code of Civil Procedure; A labor contract termination declared by a legal entity's organ lacking the authority to terminate is void, and the entity is not liable for wages due to non-acceptance of services unless the employee offers work again and the entity refuses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 736 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 736/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Καλλιόπη Πανά, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Σταραντζή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΛΥΚΕΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει Στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) των πληρεξουσίων δικηγόρων Νικόλαου Σκούτα και Δημήτρη Μήλλα, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν η 2566/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3302/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-4-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Καλλιόπη Πανά.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 70, 167, 232, 233, 238, 669 και 672 ΑΚ, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, που έγινε στο όνομα του νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού, το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση είναι ανυπόστατη.
Στην περίπτωση αυτή το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη έναντι του μισθωτού, ο οποίος έπαυσε να προσέρχεται στην υπηρεσία του εξαιτίας της ανυπόστατης καταγγελίας για την πληρωμή μισθών υπερημερίας. Αν όμως, μετά την ανυπόστατη αυτή καταγγελία ο μισθωτός προσφέρεται στην παροχή των υπηρεσιών του και το νομικό πρόσωπο της αποκρούει, τότε περιέρχεται τούτο σε υπερημερία και υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας (ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1650/2012, ΑΠ 557/2008).
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή του εργαζόμενου, όταν έχει αίτημα την εκδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω ανυπόστατης καταγγελίας της σύμβασης, η οποία έγινε στο όνομα εργοδότη νομικού προσώπου από πρόσωπο ή όργανο αυτού που δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει το ανυπόστατο της καταγγελίας και η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος. Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, αλλά δεδομένου ότι το νομικό πρόσωπο δεν υπέχει ευθύνη, αφού η από αναρμόδιο πρόσωπο γενομένη καταγγελία δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός και μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από μη νομιμοποιούμενο προς τούτο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει και του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος της απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (ΑΠ 1039/2019).
Περαιτέρω, η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία. Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, εάν το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ.
Η νομική αυτή παραδοχή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας, ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο αυτής. Σε αντίθετη περίπτωση, στοιχειοθετείται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με την έννοια ότι δεν λήφθηκε υπόψη αγωγικός ισχυρισμός θεμελιωτικός του φερόμενου προς διάγνωση δικαιώματος, ο οποίος διαφοροποιεί την εκτίμηση για αοριστία της αγωγής, ή αντιστρόφως λήφθηκε υπόψη ισχυρισμός, που δικαιολογούσε τη νομική ή ποιοτική επάρκεια της αγωγής, ο οποίος δεν προτάθηκε με το δικόγραφο αυτής (ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1120/2015, ΑΠ 167/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με την ένδικη από 31.1.2011 (με αριθμό κατάθεσης 521/2011) αγωγή του, εξέθεσε, κατά το ουσιώδες περιεχόμενό της, τα ακόλουθα:
Ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη την 1/3/2004 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος στην οικονομική διεύθυνση της επιχείρησής της. Ότι έκτοτε εργάσθηκε στην εναγομένη, από την ανωτέρω ιδιότητά του, μέχρι την 1/11/2010, οπότε η τελευταία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του.
Ότι, η καταγγελία αυτή είναι ανυπόστατη, άλλως άκυρη, μη παράγουσα έννομα αποτελέσματα, διότι δεν ελήφθη από νόμιμα, συγκροτηθέν Διοικητικό Συμβούλιο, της εναγομένης και επικουρικώς αυτή (καταγγελία) είναι καταχρηστική και εντεύθεν άκυρη, διότι υπαγορεύθηκε αποκλειστικά από εμπάθεια και εκδίκηση του διευθύνοντος συμβούλου της εναγομένης, Δ.
Κ., προς το πρόσωπό του, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής συμπεριφοράς του, υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που εξέθετε στην αγωγή του. Ότι η εναγομένη, λόγω του ανυπόστατου, άλλως της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του και ως προς την καταβολή των αποδοχών του, γιατί αυτός, αμέσως μόλις έλαβε γνώση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, ζήτησε την άμεση ανάκλησή της ως ανυπόστατης άλλως άκυρης και την άμεση αποδοχή εκ μέρους της των υπηρεσιών του, σύμφωνα με τους ίδιους όρους που ίσχυαν μέχρι την εκδίωξή του, εντούτοις, η εναγομένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, αρνήθηκε να αποδεχθεί την εργασία του και συνεχίζει να αρνείται ακόμη και σήμερα, αν και έχει οχληθεί απ' αυτόν πολλές φορές.
Του οφείλει δε για τον άνω λόγο τις αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 2-11-2010 έως και τον Απρίλιο του 2013, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 75.655,80 ευρώ, σύμφωνα με τους αγωγικούς υπολογισμούς. Ότι, περαιτέρω, λόγω της προσβλητικής προς το πρόσωπό του συμπεριφοράς της εναγομένης, δια του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου αυτής, συνισταμένης στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, κατά τον περιγραφόμενο άκυρο και καταχρηστικό τρόπο, υπέστη προσβολή της προσωπικότητας του στις εκφάνσεις της τιμής και της υπολήψεως του στο άμεσο και ευρύτερο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον στο οποίο έχει καταξιωθεί και συνακόλουθα ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 10.000 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, όπως παραδεκτά, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκζήτηση, περιόρισε το αίτημά της αγωγής του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό: Α) Να αναγνωριστεί το ανυπόστατο, άλλως η ακυρότητα της από 1/11/2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, Β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με την απειλή χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής της ν' αποδέχεται τις υπηρεσίες του, Γ) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 75.655,80 ευρώ, ως αποδοχές υπερημερίας του αναφερομένου χρονικού διαστήματος, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους μισθός κατέστη απαιτητός, άλλως από την επίδοση της αγωγής και Δ) να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβλητική για την προσωπικότητά του καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, με το νόμιμο τόκο από την απόλυσή του (1-11-2010), άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ' αριθμ. 3302/2018 προσβαλλομένη απόφασή του, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 2566/30.6.2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμο το αίτημα καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής, ως ορισμένης και νόμιμης, δηλαδή της υπερημερίας λόγω του ανυπόστατου της καταγγελίας, έγινε αυτή δεκτή ως ουσία βάσιμη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά 75.655,80 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από 2-11-2010 έως 1-4-2013, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις απέρριψε την αγωγή, τόσο κατά την κύρια βάση της ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, όσο και την επικουρική βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε, όσον αφορά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως αόριστης, τα ακόλουθα: Ότι δεν προσδιορίζονται στο δικόγραφο της αγωγής συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ενάγων και μετά την (ανυπόστατη) καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από τα φερόμενα μη νομιμοποιούμενα προς τούτο πρόσωπα, προσέφερε πράγματι.
ενόψει τον ανυπόστατου της καταγγελίας και κατά τον προσήκοντα τρόπο, τις υπηρεσίες του στην εργοδότρια - εναγόμενη και ότι η τελευταία δια των αρμοδίων προς τούτο οργάνων της τις απέκρουσε, περιερχόμενη έτσι σε υπερημερία. Ειδικότερα δεν αναφέρεται αν ο ενάγων αμέσως μετά την (ανυπόστατη) καταγγελία εξακολούθησε να προσέρχεται για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην εναγόμενη, στον τόπο και κατά το χρόνο που ορίζει η σύμβαση του και ότι αυτές αποκρούστηκαν και σε ποιο χρόνο, από τα αρμόδια για να εκφράσουν την άρνηση της εναγόμενης περί την αποδοχή της εργασίας του, όργανα αυτής.
Δεν συνιστούν δε επίκληση του γεγονότος τούτου, τα διαλαμβανόμενα, εντελώς αόριστα, στην ένδικη αγωγή, ότι αν και προσφέρεται ο ενάγων στην παροχή των υπηρεσιών του η εναγόμενη αρνήθηκε και τις αποκρούει μέχρι σήμερα, ενόψει του ότι, για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης του, δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (προσφοράς των υπηρεσιών τον και απόκρουσης τους από την εναγόμενη).
Η επίκληση των άνω περιστατικών, είναι απαραίτητη για τη νομική θεμελίωση της αγωγής κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο. Κατά συνέπεια η αγωγή; όσον αφορά την κύρια βάση αυτής, δηλ της υπερημερίας της εναγόμενης εργοδότριας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος λόγω του ανυπόστατου της καταγγελίας, είναι προεχόντως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και πρέπει να απορριφθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για τον λόγο ότι παρά τον νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κύρια βάση της αγωγής του, ενώ στο δικόγραφο αυτής περιέχονται και περιστατικά για συνέχιση της παροχής των υπηρεσιών του προς την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και μετά την ανυπόστατη εκ μέρους αυτής καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και η μη αποδοχή τους απ' αυτήν.
Όμως από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής με το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, προκύπτει ότι δεν αναφέρεται σ' αυτή το περιστατικό της πραγματικής προσφοράς της εργασίας του ενάγοντος στην εναγομένη και μετά την ανυπόστατη καταγγελία και τη μη αποδοχή της από την τελευταία, παρά μόνο ότι ζήτησε την άμεση αποδοχή εκ μέρους της των υπηρεσιών του, σύμφωνα με τους ίδιους όρους που ίσχυαν μέχρι την εκδίωξή του και παρά ταύτα η εναγομένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της, αρνήθηκε πεισματικά να αποδεχθεί την εργασία του και συνεχίζει μέχρι την άσκηση της αγωγής να αρνείται, αν και έχει οχληθεί από αυτόν πολλές φορές. Κατόπιν όλων αυτών, το Εφετείο με την ανωτέρω κρίση του, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας ως προς την κύρια βάση της και ως προς το αντίστοιχο αίτημα για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, λόγω του ανυπόστατου της καταγγελίας, και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος της αίτησης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή εκδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία. Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως αυτή της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ ΑΠ 25/2003). Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται αν το αίτημα ήταν δικονομικά απαράδεκτο ή μη νόμιμη ή αλυσιτελές (ΑΠ 619/2019, 670/2016).
Περαιτέρω από τα άρθρα 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1-2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου έφεσης την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατ' τη διακράτηση της υπόθεσης για την εκδίκασή της απ' αυτό και ουσίαν, καθίσταται αρμόδιο να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως, όλα τα ζητήματα που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως για την οριστική διάγνωση της διαφθοράς. Έτσι, αν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της απόφασης που πλήττονται με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι δεν εκδικάζεται πλέον η έφεση, αλλά η αγωγή (ΑΠ 959/2019, 1026/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, εκτός των άλλων τα εξής: Ότι ο ενάγων είχε θεμελιώσει την αγωγή του, εκτός από την κύρια βάση, δηλαδή της υπερημερίας της εναγομένης εργοδότριας ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντα λόγω του ανυπόστατου της καταγγελίας, που κατά τ' ανωτέρω απορρίφθηκε, επικουρικά και σε άλλη βάση.
Γι' αυτό, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, το Εφετείο, κατ' εξαίρεση του κανόνα που απαγορεύει την υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, πρέπει να ερευνήσει, χωρίς ειδικό παράπονο την επικουρική αυτή βάση, δηλαδή της άκυρης καταγγελίας ως καταχρηστικής, και τα συνδεόμενα με τη βάση αυτή αιτήματα αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας και αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος, καθώς και της επιδίκασης (αναγνώρισης οφειλής) μισθών υπερημερίας, αφού το παρόν δικαστήριο υποκαθίσταται κατά το νόμο στη θέση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα και με όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν ανωτέρω στη νομική σκέψη, εφόσον πρωτόδικο δικαστήριο παρέλειψε να την εξετάσει, μη έχοντας άλλωστε δικαίωμα να το πράξει.
Η επικουρική βάση της αγωγής, με το ανωτέρω περιεχόμενο, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στα άρθρα 174, 180, 281, 340, 341, 346, 648 επομ. ΑΚ 69, 70, 947 ΚΠολΔ. Ακολούθως, ερευνώντας το Εφετείο την ουσία της υπόθεσης αναφορικά με την επικουρική βάση της αγωγής, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι δυνάμει της με αριθμό 1/3694/2003 προκήρυξης, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 611/12.11.2003 (τεύχος προκηρύξεως ΑΣΕΠ), η εναγομένη εταιρεία, με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΑΛΥΚΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στο ..., προκήρυξε την πλήρωση, με σειρά προτεραιότητας μιας θέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ειδικότητας οικονομικού, για την κάλυψη των αναγκών στο υποκατάστημα που διατηρούσε στην Αθήνα.
Ότι, σύμφωνα με το περιεχόμενο της παραπάνω προκήρυξης, μεταξύ των απαιτούμενων τυπικών προσόντων για την κάλυψη της παραπάνω θέσεως ήταν η άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας, η οποία έπρεπε να αποδεικνύεται με προσκόμιση πτυχίου Certificate of Proficiency in English του Πανεπιστημίου Cambridge ή Michigan ή άλλων πανεπιστημίων δημοσίου χαρακτήρα ή με κρατικό πιστοποιητικό γλωσσομάθειας.
Ο ενάγων, Ι. Μ., υπέβαλε την από 22-12-2003 αίτηση - υπεύθυνη δήλωση προς την γραμματεία της Δ/νσης Διοικητικών Υπηρεσιών της εναγόμενης εταιρίας, δηλώνοντας, εκτός των άλλων ότι το επίπεδο γλωσσομάθειάς του στην αγγλική γλωσσά ήταν άριστο (επιπέδου 1), καταθέτοντας πλήρη φάκελο δικαιολογητικών εγγράφων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονταν το από 22-12-2003 βιογραφικό σημείωμα, όπου, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ήταν κάτοχος πτυχίου γλωσσομάθειας αγγλικής γλώσσας, σύμφωνα με το οποίο φερόταν ότι είχε λάβει μέρος στις εξετάσεις του Ιουνίου του 2003 και είχε επιτύχει λαμβάνοντας βαθμό C.
Ότι η εναγόμενη εταιρία, αφού παρέλαβε τις αιτήσεις εννέα συνολικά υποψηφίων για την κάλυψη της προκηρυχθείσας θέσεως, όρισε τριμελή επιτροπή, αποτελούμενη από τον τότε διευθύνοντα σύμβουλο, Ν. Τ., ως πρόεδρο, και τους Γ. Χ., τότε Δ/ντη προσωπικού, προμηθειών και ανάπτυξης και Ι. Μ., τότε διευθυντή οικονομικών υπηρεσιών, ως μέλη, η οποία (τριμελής επιτροπή) προέβη στην αξιολόγηση των υποβληθέντων αιτήσεων και συνέταξε ενιαίο πίνακα, στον οποίο περιλαμβάνονταν ο ενάγων, ως διοριστέος, η Ε.
Η., ως επιλαχούσα και οι λοιποί 7 υποψήφιοι ως απορριπτέοι, ακολούθως δε απέστειλε τον ανωτέρω πίνακα στο ΑΣΕΠ. Ότι δυνάμει της με αριθ. 811/9-6-2004 απόφασης, το Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο συνεδρίασε προκειμένου να ελέγξει αυτεπαγγέλτως τη νομιμότητα των πινάκων υποψηφίων για την πλήρωση των παραπάνω θέσεων, αποφάσισε την πρόσληψη του ενάγοντος κατά προτεραιότητα, διότι συγκέντρωνε συνολική βαθμολογία 1047 μορίων, έναντι 676,85 μορίων που συγκέντρωνε η επιλαχούσα Ε.
Η., σημειουμένου ότι σύμφωνα με τον προαναφερόμενο πίνακα κατάταξης η πρώτη επιλαχούσα, Ε. Η., συγκέντρωσε 30 μόρια με καλή γνώση της αγγλικής γλώσσας, έναντι των 70 μορίων με άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας που συγκέντρωσε ο ενάγων. Μετά ταύτα ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία την 1η-3-2004 ως οικονομικός διευθυντής στο υποκατάστημα που διατηρούσε η εναγόμενη στην Αθήνα και έκτοτε απασχολήθηκε στη θέση αυτή μέχρι την 1η-11-2010, οπότε η εναγόμενη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, με χρονολογία απόλυσης την 31η-10-2010, χωρίς την καταβολή της προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσης, "συνεπεία έκδοσης καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του ενάγοντος με τη με αριθμό 77713/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών", όπως αναγραφόταν στο σώμα της έγγραφης καταγγελίας.
Ότι η καταγγελία κοινοποιήθηκε στις 1-11-2010 στον ενάγοντα, όπως τούτο προκύπτει από την υπ'αριθμ..../1-11-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά Ε. Β.. Ότι πράγματι, με τη με αριθμό 77713/2010 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο ενάγων κηρύχθηκε ένοχος για υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης και χρήση πλαστού εγγράφου, επί ασκηθείσης δε εφέσεως .
του, εκδόθηκε η με αριθμό 6044/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, με την οποία ο ενάγων κηρύχθηκε ένοχος των ανωτέρω αξιόποινων πράξεων και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλακίσεως 15 μηνών. Σύμφωνα με την αιτιολογία της ως άνω εφετειακής απόφασης το πτυχίο που προσκόμισε ο ενάγων, το οποίο σύμφωνα με την προαναφερόμενη προκήρυξη μπορούσε να αποδείξει την άριστη γνώση της αγγλικής γλώσσας και αποτελούσε απαραίτητο τυπικό προσόν για την πλήρωση της συγκεκριμένης θέσης (του οικονομικού δ/ντη) στην εναγόμενη εταιρία, ήταν πλαστό, καθώς ο ίδιος δεν ήταν εγγεγραμμένος στο αρχείο επιτυχόντων του Βρετανικού Συμβουλίου, έτι δε περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων γνώριζε την αγγλική γλώσσα, ούτε ότι προσκόμισε για την απόδειξή της, προκειμένου να κριθεί διοριστέος και να προσληφθεί στην εναγόμενη, οποιοδήποτε άλλο πέραν του πλαστού) προβλεπόμενο από την προκήρυξη αποδεικτικό στοιχείο, αφού η προσκόμιση πτυχίου ήταν αναγκαία για την απόδειξη της γνώσης της αγγλικής γλώσσας.
Δέχεται περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων ήταν άκυρη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 Α.Κ., ως αντικείμενη στις ανωτέρω απαγορευτικές διατάξεις, που αφορούν τη δημόσια τάξη και προϋποθέτουν για την έγκυρη κατάρτιση σύμβασης με τον οικονομικό διευθυντή της εναγόμενης εταιρίας, να συγκεντρώνει ο τελευταίος στο πρόσωπο του τα αναφερόμενα στην εκδοθείσα βάσει των διατάξεων αυτών προαναφερόμενη προκήρυξη προσόντα, μεταξύ των οποίων και αυτό της άριστης γνώσης της αγγλικής γλώσσας, αφού όταν καταρτίστηκε η σύμβαση ο ενάγων δεν είχε το απαραίτητο τυπικό προσόν της άριστης γνώσης της αγγλικής γλώσσας για την πλήρωση της συγκεκριμένης θέσης (του οικονομικού δ/ντη), λογιζόμενη (η σύμβαση αυτή) ως μηδέποτε γενομένη, με αποτέλεσμα ο ενάγων να διατελεί έναντι της εναγόμενης εργοδότριάς του σε απλή εργασιακή σχέση, στα πλαίσια της οποίας προσέφερε τις υπηρεσίες του ως οικονομικός διευθυντής.
Επομένως, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η εναγόμενη εργοδότρια, καταγγέλλοντας τη σύμβαση και μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του, δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούται στην καταβολή αποδοχών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της σχέσης εργασίας, αφού αυτή, μη αναγνωριζόμενη από τον νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει χωρίς τη θέλησή της.
Για το λόγο αυτόν, η αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της, δηλ. της άκυρης καταγγελίας λόγω κατάχρησης και τα συνδεόμενα με αυτήν αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης εργασιακής σύμβασης, επαναπασχόλησης του ενάγοντος και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, κρίνεται αβάσιμη κατ' ουσία και απορριπτέα.
Εξάλλου, ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί η ένδικη σύμβαση εργασίας έγκυρη, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος υπήρξε καταχρηστική, με την έννοια της υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (281 ΑΚ), οφειλόμενη στα επικαλούμενα από τον ενάγοντα αισθήματα εκδικητικότητας και εμπάθειας του διευθύνοντος συμβούλου του δ.σ.
της εναγόμενης σε βάρος του, αφού ο μόνος λόγος που αυτή (καταγγελία) έγινε (ως εκ περισσού αναφερόμενος λόγω του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης αλλά και της μη καταβολής της προβλεπόμενης αποζημίωσης) ήταν η έκδοση της ως άνω καταδικαστικής απόφασης σε βάρος του ενάγοντος για τις αξιόποινες πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης και χρήσης πλαστού εγγράφου, όπως αναγραφόταν και στο σώμα της επίμαχης έγγραφης καταγγελίας και δεν οφείλεται, ούτε μπορεί να αποδοθεί, σε δήθεν εκδικητικότητα προς τον ενάγοντα.
Ως εκ τούτου ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έγκυρη, η καταγγελία αυτή είναι έγκυρη και επέφερε τη λύση της εργασιακής σχέσης του ενάγοντος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, να αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α' και γ' ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το δικαστήριο της ουσίας α) εκδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, καθόσον, μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής, του αναιρεσείοντος ως αόριστης, το Εφετείο προχώρησε στην έρευνα της επικουρικής βάσης της αγωγής, με την οποία ζητούσε ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ως καταχρηστικής, παρότι με την έφεσή της η εναγομένη δεν ζήτησε την έρευνα και της βάσης αυτής, η οποία συνεπώς, δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο και β) άφησε αδίκαστο τον αγωγικό του ισχυρισμό περί του ανυπόστατου της γενόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εξ αιτίας του ότι πραγματοποιήθηκε από όργανο το οποίο δεν είχε την εξουσία να καταγγείλει τη σύμβαση, διότι το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης δεν τελούσε υπό νόμιμη σύνθεση όταν έλαβε την απόφαση να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του. Ειδικότερα, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται παραδεκτά, προκύπτει ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2566/2014 οριστική απόφασή του έκανε δεκτή κατ' ουσίαν την κύρια βάση της από 31.1.2011 αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος περί ανυποστάτου της καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης και δεν ερεύνησε την επικουρική βάση αυτής περί ακυρότητας της καταγγελίας της καταχρηστικής.
Στη συνέχεια, επί της από 5-12-2014 εφέσεως της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της ανωτέρω απόφασης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 3302/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση της εναγόμενης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση ως προς την κύρια βάση της αγωγής, την οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας και μετά ταύτα, δικάζοντας την επικουρική βάση της αγωγής, έκρινε ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα είναι άκυρη και θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη με αποτέλεσμα αυτός να διατελεί έναντι της εναγομένης εργοδότριας του σε απλή σχέση εργασίας και με επάλληλη αιτιολογία έκρινε ότι και αν ήθελε θεωρηθεί έγκυρη η σύμβαση εργασίας που συνέδεε τους διαδίκους, η καταγγελία αυτής δεν ήταν καταχρηστική.
Έτσι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, με το να ερευνήσει το Εφετείο την επικουρική βάση της αγωγής, έστω και χωρίς σχετικό λόγο έφεσης, δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, εφόσον ενήργησε στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και, επομένως, μετά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής ως αόριστης είχε υποχρέωση να ερευνήσει την επικουρική βάση αυτής, η οποία δεν ερευνήθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την κύρια βάση της αγωγής περί του ανυποστάτου της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος επειδή δεν ανέφερε στην αγωγή του ότι μετά την καταγγελία από μη νομιμοποιούμενο πρόσωπο, προσέφερε πραγματικά, ενόψει του ανυπόστατου της καταγγελίας, τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, ώστε να περιέλθει αυτή σε υπερημερία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάση του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή τους (Ολ ΑΠ 9/2011, 3/1997, ΑΠ 9/2019, 76/2019, 538/2018).
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται από την αντίφαση διαφορετικών αιτιολογιών διαφορετικών κεφαλαίων, γιατί το διατακτικό δεν στηρίζεται συγχρόνως σε αμφότερες τις αιτιολογίες όταν υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση κύρια και επικουρική αιτιολογία, αλλά μόνο επί της μιας εξ αυτών και μάλιστα προεχόντως επί της κύριας αιτιολογίας και επιβοηθητικώς επί της επικουρικής (ΑΠ 1556/2018, 1456/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος ως αόριστης, περιλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημά της σχέσης που συνέδεε τους διαδίκους, εφόσον στο αιτιολογικό αυτής αλλού αναφέρεται ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και αλλού ως σχέση παροχής υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην συγκεκριμένη περίπτωση, όπου το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής ως αόριστη και ως εκ τούτου δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατόν να υπάρξουν αντιφατικές αιτιολογίες στην περιγραφή τους. Πρέπει, επομένως ο λόγος αυτός (κατά το πρώτο σκέλος του), να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου, ο αναιρεσείων βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, επικαλούμενος παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, λόγω αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον απορρίπτει την επικουρική βάση της αγωγής ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ενώ εκκρεμεί η κρίση περίπου ανυπόστατου της καταγγελίας.
Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι η επικουρική βάση της αγωγής λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος καταγγελίας και τα συνδεόμενα με αυτή αιτήματα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, επαναπρόσληψης του ενάγοντος και καταβολής μισθών υπερημερίας απορρίφθηκε ως αβάσιμη με το σκεπτικό ότι λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, επειδή δεν είχε το απαραίτητο τυπικό προσόν της άριστης γνώσης της αγγλικής γλώσσας, η σύμβαση εργασίας του θεωρείται, ως μηδέποτε γενομένη και ως εκ τούτου η εναγομένη καταγγέλλοντας την σύμβαση αυτή και μη υποδεχόμενη τις υπηρεσίες του, δεν κατέστη υπερήμερη και δεν υποχρεούται στην καταβολή μισθών υπερημερίας, ούτε στη συνέχιση της αυτής σχέσης εργασίας που συνέδεε τους διαδίκους.
Ακολούθως, το Εφετείο με επάλληλη σκέψη, έκρινε ότι και αν ήθελε θεωρηθεί έγκυρη η εν λόγω σύμβαση εργασίας, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η καταγγελία αυτής είναι καταχρηστική. Επομένως, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της κύριας και της επικουρικής αιτιολογίας ως προς την απόρριψη κατ' ουσίαν της επικουρικής βάσης της αγωγής, ούτε υπάρχει αντίφαση μεταξύ της τελευταίας και της κύριας βάσης της αγωγής, δεν απορρίφθηκε ως αόριστη, διότι πρόκειται για διαφορετικές αιτιολογίες μεταξύ διαφορετικών κεφαλαίων.
Άλλωστε, το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται στην απόρριψη ως αόριστης της κύριας βάσης της αγωγής και στην κύρια αιτιολογία ως προς την απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής.
Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.4.2019 αίτηση για αναίρεση της 3302/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ