Supreme Court allows appeal on legal fees but dismisses appeal for absent defendants in expropriation case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal proceedings regarding absent defendants but allowed the appeal concerning legal fees for the present parties. The Court found the lower court incorrectly set attorney fees at 5% instead of the statutory 3% for expropriation compensation cases. Consequently, the decision was reversed on legal fees while the procedural dismissal for absent parties stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible for absent defendants but allowed if the lower court violated substantive law regarding statutory attorney fees in expropriation proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 349 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 349/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας, που κατοικοεδρεύει στη Λάρισα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) 1 evw 12) ……… και 12)…., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2000 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των υπό στοιχ. 11 και 12 των ήδη αναιρεσιβλήτων (μετά την έκδοση της ... απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 17-7-2000 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, με την από 12-9-2000 αίτηση των υπό στοιχ. 1 έως και 10 των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την ασκηθείσα διά των προτάσεών του ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκε η ... απόφαση του Εφετείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2002 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σωκράτης Πλαστήρας διάβασε την από 17-3-2023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (κεφάλαιο δικαστικής δαπάνης), της από 8-10-2002 αιτήσεως (αριθμ. εκθ. καταθ. ...) και την απόρριψη του πρώτου λόγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση, από 8-10-2002 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον η ως άνω απόφαση επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο (εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών), με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων, στις 31-7-2002, όπως εμφαίνεται από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, στη περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, Κ./νου Μ.
στην επιδιδόμενη απόφαση, η δε αναίρεση ασκήθηκε, με την κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (άρθρο 495 του ΚΠολΔ), στις 9-10-2002 δηλαδή εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από 16-9-2002, αφού κατά τη διάταξη του άρθρου 11 εδ. α' του Κώδικα των Νόμων περί δικών του Δημοσίου που κωδικοποιήθηκε με το κανονιστικό διάταγμα της 26-6/10-7-1944, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 12 του ν. 3514/2006: "Εις πάσας τα δίκας του Δημοσίου ουδεμία απολύτως τρέχει κατά την διάρκειαν των δικαστικών διακοπών προθεσμία εις βάρος του Δημοσίου, ούτε δια την υπό τούτου ως τρίτου άσκησιν δηλώσεων, ούτε δια την έγερσιν αγωγών, παρεμβάσεων και προσεπικλήσεων, ούτε τέλος δια την άσκησιν οιουδήποτε ενδίκου μέσου ή εξέτασιν μαρτύρων, πάσα δε τοιαύτη προθεσμία, αρξαμένη προ των διακοπών, ως και η εξέτασις των μαρτύρων αναστέλλονται κατά την διάρκειαν των διακοπών".
Εξάλλου κατά το άρθρο 11 παρ. 2 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, που κυρώθηκε με το ν. 1756/1988, οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και λήγουν στις 15 Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στη περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για εκείνους από τους διαδίκους που δεν έχουν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δεν έχουν κληθεί νομίμως και προχωρεί στη συζήτηση για τους λοιπούς των διαδίκων (ΚΠολΔ 576 παρ. 3 εδ. 2).
Σε κάθε περίπτωση, επί των υποθέσεων της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί [άρθρο 22 του ν. 2882/2001 (ΑΠ 78/2025)]. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ`και δ`του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.
β`του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι, ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης.
Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με τη παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στη πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 78/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 667/2020).
Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 78/2025, ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Από την με αριθ. 2366/2-10-2024 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στη περιφέρεια του Πρωτοδικείου Καρδίτσας, Ε. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της δικαστικής πληρεξουσίου του Ν.Σ.Κ.
Β. Π. επικυρωμένα αντίγραφα: α) της από 8-10-2022 αίτησης αναίρεσης κατά της ... απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Λάρισας, με τη πράξη ορισμού και κλήση προς εμφάνιση στη δικάσιμο της 7-4-2023 και εγγραφής στο πινάκιο με αριθ. 16 και β) της με αριθ. ... βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέα του Δ` Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (6-12-2024), με αριθ.
πινακίου 3, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Σ. Π., κάτοικο ..., πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των πρώτου έως και δέκατης των αναιρεσίβλητων, ο οποίος φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), της με αριθ. ...
απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Λάρισας, ο ως άνω δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου έως και δέκατης των ως άνω αναιρεσίβλητων, κατά τη δίκη ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (υπογράφοντας και τις από 8-1-2001 προτάσεις τους και την από 12-9-2000 αίτησή τους) και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτούς προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή του.
Επομένως, δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους και εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι με αυξ. αριθ. αναιρετηρίου 11 και 12, Ε. Σ. και Γ. Σ., δεν εμφανίστηκαν, ούτε προσκομίστηκε δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους ότι δεν θα παρασταθούν κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, καθόσον ο ως άνω δικηγόρος Σπυρίδων Παπαδόπουλος (στον οποίο επιδόθηκε η αναίρεση) δεν ήταν πληρεξούσιος δικηγόρος και των παραπάνω αναιρεσίβλητων, αφού δεν εκπροσώπησε αυτούς στη δίκη ενώπιον του(Τριμελούς) Εφετείου Λάρισας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από άλλον δικηγόρο.
Επομένως και εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτών, ούτε από τους λοιπούς ομοδίκους τους, ούτε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προκείμενης απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες ως άνω και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Στο άρθρο 29 παρ. 1, 2 και 5 του ν. 2882/2001 Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ο οποίος άρχισε να ισχύει από 6-5-2001 ορίζονται τα εξής: "Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται επί των απαλλοτριώσεων, που κηρύσσονται από την έναρξη ισχύος του και εφεξής" (1). "Απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου και εφεξής διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος από το σημείο στο οποίο βρίσκονται κατά την έναρξη της ισχύος αυτού.
Εξαιρούνται τα θέματα εκείνα για τα οποία κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος έχει κοινοποιηθεί εισαγωγικό δικόγραφο της σχετικής δίκης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου ή έχει εκδοθεί σχετική διοικητική πράξη, ως προς τα οποία εφαρμόζονται μόνο οι διαδικαστικές διατάξεις του παρόντος"(2). Από τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες και με το άρθρο 117 παρ. 5 του αναθεωρημένου Συντάγματος 2001, προκύπτει, ότι επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων που τα εισαγωγικά δικόγραφα έχουν κοινοποιηθεί πριν την έναρξη ισχύος του ν. 2882/2001 (7-5-2001), το θέμα του καθορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ν.δ/γμα 797/1971).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ/γμα 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι ως πλήρης αποζημίωση, χωρίς την καταβολή της οποίας ο ιδιοκτήτης αναγκαστικώς απαλλοτριωμένου ακινήτου διατηρεί όλα τα επί του τελευταίου δικαιώματα ιδιοκτησίας, νοείται η αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης ή, σε περίπτωση απευθείας αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της, η κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο αξία του (Ολ.ΑΠ 1109/1981, ΑΠ 68/1985, ΑΠ 555/1983).
Κατά την παρ. 3 του άρθρου 17 του Συντάγματος, η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας του απαλλοτριωμένου μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της δεν λαμβάνεται υπόψη. Τέλος η αποζημίωση είναι πλήρης όταν ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριωμένου μπορεί να το αντικαταστήσει με άλλο ισάξιο ακίνητο το οποίο παρέχει τις ίδιες δυνατότητες χρήσης και το ίδιο περιουσιακό όφελος (Ολ.ΑΠ 1108/1981), η δε μετά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης ανατίμηση της αξίας του δεν λαμβάνεται υπόψη.
Ως κριτήριο, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 εδ. 2 του ν.δ/γματος 797/1971 προς διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου λαμβάνεται υπόψη "ιδία", η κατά την τελευταία τριετία διαμορφωμένη αξία παρακείμενων και ομοειδών ακινήτων, καθώς και η τυχόν ετήσια πρόσοδος του απαλλοτριωμένου, προσηκόντως αποδεικνυόμενη", χωρίς έτσι να καθιερώνονται αποκλειστικά κριτήρια προς καθορισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου (ΑΠ 555/1983 και 895/1983).
Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1094/2023, ΑΠ 782/2022, ΑΠ 515/2021, ΑΠ 751/2018, ΑΠ 68/2017, ΑΠ 635/2017, ΑΠ 1175/2015). Ενόψει αυτών, η μη παράθεση στην απόφαση κάποιων από τα προαναφερόμενα κριτήρια και στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη επί απαλλοτριωμένου ακινήτου για τη διακρίβωση της πραγματικής αξίας του, δεδομένου μάλιστα ότι αυτά αποτελούν απλούς προσδιοριστικούς της διάγνωσης της αξίας του παράγοντες, δεν προσδίδουν στην απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, ως προς τον καθορισμό της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου και γι' αυτό, στην περίπτωση αυτή, δεν στοιχειοθετείται η προβλεπόμενη από τη διάταξη του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια (ΑΠ 515/2021, ΑΠ 1175/2015).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαίτερα και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 264/2025, ΑΠ 317/2022, ΑΠ 3/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 269/2020). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης. Η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο με πληρότητα και όχι αποσπασματικά είναι αναγκαία για να μπορεί να ελεγχθεί από το περιεχόμενό του αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 58/2023, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 163/2021, ΑΠ 982/2018, ΑΠ 319/2017).
Τέλος, δεν έχει, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 872/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό προσδιορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων των αιτούντων [ασκήθηκαν οι, από 16-7-2000 (αριθ. κατάθ...), 17-7-2000 (αριθ. κατάθ. ...), 12-9-2000 (αριθ. κατάθ. ...) αιτήσεις και η ανταίτηση του Ελληνικού Δημοσίου αναφορικά με την τρίτη των πιο πάνω αιτήσεων, με τις προτάσεις του που κατέθεσε νομότυπα στις 26-09-2001] και ήδη αναιρεσιβλήτων, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα δίκη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:'' .........
με την ... κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΦΕΚ 62/Δ/8-2-1999) κηρύχθηκαν αναγκαστικά απαλλοτριωτέες για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή της περιφερειακής οδού της πόλης της ….από την χ.θ. 5+280,31 έως την χ.θ. 6+138,12 υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και με δαπάνες αυτού και των ωφελουμένων παρόδιων ιδιοκτητών, οι εδαφικές εκτάσεις που αναφέρονται σ' αυτή με τα επικείμενά τους, που βρίσκονται στο νομό…., όπως φαίνονται στο από Ιανουαρίου 1997 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα του Δήμου Καρδίτσας (του μελετητή Κ.
Τ.), τα οποία έχει θεωρήσει ο Διευθυντής της Διεύθυνσης Δ12 του ΥΠΕΧΩΔΕ Κ. Δ. Μεταξύ των απαλλοτριούμενων αυτών ακινήτων περιλαμβάνονται και οι ιδιοκτησίες που σημειώνονται στα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης με τους αριθμούς 112 (με φερόμενους δικαιούχους της αποζημίωσης τους αιτούντες της πρώτης αίτησης), 110 (με φερόμενους δικαιούχους της αποζημίωσης τους επτά πρώτους αιτούντες της τρίτης αίτησης), 113 (με φερόμενο δικαιούχο της αποζημίωσης τον όγδοο αιτούντα της τρίτης αίτησης) και 114 (με φερόμενους δικαιούχους της αποζημίωσης τους ένατο και δέκατη των αιτούντων της τρίτης αίτησης), εμβαδού αντίστοιχα, 2.758,09 τετρ.
μέτρων, 3.830,72 τετρ. μέτρων, 74,68 τετρ. μέτρων και 1.938,40 τετρ. μέτρων. Η περιοχή στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα, είναι εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Καρδίτσας αλλά σε επαφή με αυτό. Μάλιστα η ιδιοκτησία 110 αποτελεί υπόλοιπο συνεχόμενου ακινήτου που βρίσκεται μέσα στο σχέδιο πόλεως. Η περιοχή αυτή είναι αναπτυσσόμενη και έχει όλα τα δίκτυα οργανισμών κοινής ωφέλειας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΔΕΥΑΚ-ύδρευσης).
Προσφέρεται για την εγκατάσταση κύριας κατοικίας, πράγμα που παρατηρείται με τη συνεχή ανέγερση νέων και καλής κατασκευής οικοδομών. Δεν παρατηρείται εμπορική κίνηση στην περιοχή, ούτε αυτή εξυπηρετείται από αστική συγκοινωνία. Στα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης τα παραπάνω απαλλοτριούμενα χαρακτηρίζονται ως αγροί (ιδιοκτησίες 112, 113 και 114), εκτός από την ιδιοκτησία 110 που χαρακτηρίζεται αγρός με οικοπεδική αξία.
Με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου και τα άλλα πιο πάνω ακίνητα (ιδιοκτ. 112, 113 και 114) είναι αγροί με οικοπεδική όμως αξία. Την αξία τους προσδιορίζουν, ο μεν μάρτυρας των αιτούντων της πρώτης και της τρίτης αίτησης που εξετάστηκε στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου σε 50.000 δρχ. ανά τετρ.
μέτρο, αναφέροντας δύο μεταβιβάσεις οικοπέδων με την τιμή αυτή, ο δε μάρτυρας του καθ' ου-αιτούντος της δεύτερης αίτησης Ελληνικού Δημοσίου, υπάλληλος της Κτηματικής Υπηρεσίας Καρδίτσας που επίσης εξετάστηκε στο ακροατήριο, σε 3.000-7.000 δρχ. για τους αγρούς που έχουν οικοπεδική αξία και σε 30.000 δρχ. τουλάχιστον για τα οικόπεδα, χωρίς να γνωρίζει την αντικειμενική τους αξία.
Σημειώνεται, ότι, όπως συνομολογείται από τους διαδίκους, στη περιοχή, όπου βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα, ισχύει το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων. Η Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας προσδιόρισε την αξία τους γενικά ως εξής: α) 20.000 δρχ. ανά τετρ. μέτρο για τα αγροτεμάχια που έχουν ενταχθεί στο σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού ακινήτων, β) 7.000 δρχ.
για τα εκτός σχεδίου αγροτεμάχια και εντός της περιφερειακής οδού προς την Καρδίτσα και γ) 3.000 δρχ. για τα εκτός σχεδίου και πέραν της περιφερειακής οδού αγροτεμάχια, με κρίσιμο χρόνο την 29η-7-1999. Στο σχετικό αυτό, από 29-7-1999, έγγραφο της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας αναφέρεται ότι την 1-10-1996 και κατά το έτος 1997 μεταβιβάστηκαν οικοπεδαγρός και αγρός, αντίστοιχα, εμβαδού 2.000 τετρ.
μέτρων και 17.597 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα, που βρίσκονται στην ίδια περιοχή, όπου βρίσκονται και τα απαλλοτριούμενα, αντί 2.000 δρχ. και 2.500 δρχ., αντίστοιχα, ανά τετρ. μέτρο. Εξάλλου, οι μάρτυρες των ήδη αιτούντων της πρώτης και της τρίτης αίτησης που εξετάστηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης προσδιόρισαν την αξία τους, ο μεν Σ..
Ν. (ίδιος μάρτυρας που εξετάστηκε και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου) σε 50.000 δρχ. το τετρ. μέτρο για τα εντός σχεδίου πόλης οικόπεδα και σε 35.000 δρχ. το τετρ. μέτρο για τα εκτός σχεδίου οικόπεδα, η δε Π. Ρ., ενιαίως, σε 50.000 δρχ. ανά τετρ. μέτρο. Τέλος, προσκομίζονται από τους αιτούντες της πρώτης και της τρίτης αίτησης τα ...
αγοραπωλητήρια συμβόλαια των συμβολαιογράφων Καρδίτσας Φ. Ρ.-Σ. και Α. Μ., αντίστοιχα, με τα οποία φέρεται ότι πουλήθηκαν οικόπεδα που βρίσκονται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Καρδίτσας, στα Ο.Τ. …(σε πάροδο της οδού Αριστοτέλους-πεζόδρομο) και … (στην οδό Αλκιβιάδη), αντίστοιχα, εμβαδού 305,81 τετρ.
μέτρων και 302,34 τετρ. μέτρων, αντίστοιχα, με 28.580 δρχ. το τετρ. μέτρο και 30.863 δρχ. το τετρ. μέτρο, αντίστοιχα, (με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού). Τα οικόπεδα αυτά, κατά το ισχυρισμούς των παραπάνω αιτούντων, βρίσκονται κοντά στα απαλλοτριούμενα, χωρίς αυτό να αμφισβητείται ειδικά από το αντίδικο τους Ελληνικό Δημόσιο.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας με την πιο πάνω ... απόφασή του καθόρισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων ακινήτων σε: 1) 35.000 δρχ. το τετρ. μέτρο για τα ακίνητα που χαρακτηρίζονται ως οικόπεδα, 2) 12.000 δρχ. το τετρ. μέτρο για τα ακίνητα που χαρακτηρίζονται ως αγροί με οικοπεδική αξία και 3) 5.000 δρχ.
το τετρ. μέτρο για τα ακίνητα που χαρακτηρίζονται ως αγροί. Άλλα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία δεν επικαλούνται, ούτε και προσκομίζουν οι διάδικοι. Η συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης έγινε στο πιο πάνω δικαστήριο στις 17-11-1999 και, επομένως, κρίσιμος πλέον χρόνος για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι ο χρόνος της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αφού από τη συζήτηση του προσωρινού προσδιορισμού μέχρι την παρούσα συζήτηση παρήλθε έτος (άρθρο 17 § 2 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρησή του από 17-4-2001).
Με αυτά τα δεδομένα και ύστερα από συνεκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά το χρόνο που συζητήθηκαν οι ένδικες αιτήσεις και η ανταίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (5-10-2001), η πραγματική αξία των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η ενδεχόμενη μεταβολή της αξίας τους μετά τη δημοσίευση της πράξης απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας της (άρθρ. 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος) και, κατά συνέπεια, η πλήρης αποζημίωση, δηλαδή εκείνη με την οποία είναι δυνατό να αντικατασταθούν τα απαλλοτριούμενα με άλλα ισάξια (... ), ανέρχεται στο ποσό των 16.000 δρχ.
ανά τετρ. μέτρο ......''. Και υπό τις ως άνω παραδοχές, δέχθηκε εν μέρει τις ως άνω αιτήσεις των δικαιούχων της αποζημίωσης (αναιρεσιβλήτων) και την ανταίτηση του Ελληνικού Δημοσίου (αναιρεσείοντος) ως και ουσιαστικά βάσιμες και καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων, στο προαναφερόμενο ποσό.
Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, διότι, '' δεν αποσαφηνίζει σε ποια ακριβώς περιστατικά στηρίζει την κρίση του και από ποιους ακριβώς προσδιοριστικούς παράγοντες προκύπτει η κρίση του ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής .......
και δεν προβαίνει σε διευκρινιστικό προσδιορισμό της φύσης της κάθε μιας ιδιοκτησίας από τις συγκεκριμένες τέσσερεις ως κατάλληλης για αγροτική χρήση ή και ανοικοδόμηση (λόγω της θέσης της καθεμιάς, του εμβαδού και άλλων ιδιαίτερων στοιχείων που δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της αξίας των επίδικων ακινήτων ως οικοπεδικής), καθώς και χωρίς να προβαίνει σε σύγκριση των στοιχείων που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι (συγκριτικών στοιχείων)''.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί δεν μνημονεύονται στο αναιρετήριο οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων, παρά αναφέρονται μόνο αποσπασματικές παραδοχές αυτής (προσβαλλόμενης) κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος και ειδικότερα μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του Εφετείου και όχι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα (Ολ.ΑΠ 28/1998, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 601/2021, ΑΠ 349/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 183/2020, ΑΠ 19/2020).
Επιπρόσθετα, κρίνεται απορριπτέος και ως αβάσιμος καθόσον, το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του, διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριωμένων ακινήτων των αιτούντων - αναιρεσίβλητων, επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το πιο πάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, το Εφετείο διαλαμβάνει τους συγκεκριμένους λόγους, για τους οποίους καθόρισε την αποζημίωση για τα απαλλοτριωμένα ακίνητα των αναιρεσίβλητων στο προαναφερόμενο ποσό, καθόσον, όπως προκύπτει από τις, ανέλεγκτες αναιρετικά, παραδοχές της πληττόμενης απόφασής του, προέβη στον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης αυτών, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ των άλλων, τη θέση τους, το εμβαδόν καθενός και τα χαρακτηριστικά της περιοχής, στην οποία βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα, επισημαίνοντας ότι τα ακίνητα βρίσκονται στο νομό Καρδίτσας και εμφαίνονται στο από τον Ιανουαρίου του έτους 1997 κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα του Δήμου Καρδίτσας, ότι η περιοχή στην οποία βρίσκονται είναι εκτός του ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης της Καρδίτσας αλλά σε επαφή με αυτό, ότι η περιοχή αυτή είναι αναπτυσσόμενη, ότι έχει όλα τα δίκτυα οργανισμών κοινής ωφέλειας και προσφέρεται για την εγκατάσταση κύριας κατοικίας, πράγμα που παρατηρείται με τη συνεχή ανέγερση νέων και καλής κατασκευής οικοδομών, ενώ στη περιοχή δεν παρατηρείται εμπορική κίνηση, ούτε αυτή εξυπηρετείται από αστική συγκοινωνία.
Αναφέρει επίσης ότι είναι αγροί με οικοπεδική αξία και αξιολογεί όλα τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη και ότι τα πιο πρόσφατα χρονικά συγκριτικά στοιχεία (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 645/2020) είναι: α) τα έγγραφα της Δ.Ο.Υ. Καρδίτσας με τα οποία προσδιορίζεται αναλυτικά η αξία καθενός των ακινήτων, β) έγγραφο της Δ.Ο.Υ.
Καρδίτσας στο οποίο αναφέρονται μεταβιβάσεις στην ίδια περιοχή όπου βρίσκονται και τα απαλλοτριούμενα, οικοπεδαγρού και αγρού, εμβαδού 2.000 τ.μ. και 17.597 τ.μ., αντίστοιχα, έναντι τιμήματος 2.000 δρχ. και 2.500 δρχ., αντίστοιχα, ανά τ.μ., γ) τα με αριθμ. ... συμβόλαια πώλησης των συμβολαιογράφων Καρδίτσας Φ. Ρ.-Σ. και Α.
Μ., αντίστοιχα, με τα οποία φέρεται ότι πουλήθηκαν οικόπεδα που βρίσκονται μέσα στο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης της Καρδίτσας, στα Ο.Τ. …(σε πάροδο της οδού Αριστοτέλους-πεζόδρομο) και ….(στην οδό Αλκιβιάδη), αντίστοιχα, εμβαδού 305,81 τ.μ. και 302,34 τ.μ., αντίστοιχα, με 28.580 δρχ. το τ.μ. και 30.863 δρχ. το τ.μ., αντίστοιχα, (με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού), αυτά δε βρίσκονται κοντά στα απαλλοτριούμενα, δ) η με αριθμ. ...
απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, με την οποία προσδιορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων σε: 1) 35.000 δρχ. το τ.μ. για τα ακίνητα που χαρακτηρίζονται ως οικόπεδα, 2) 12.000 δρχ. το τ.μ. για τα ακίνητα που χαρακτηρίζονται ως αγροί με οικοπεδική αξία και 3) 5.000 δρχ.
το τ.μ. για τα ακίνητα που χαρακτηρίζονται ως αγροί. Περαιτέρω δε, αναφέρει ότι άλλα πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία δεν επικαλούνται, ούτε και προσκομίζουν οι διάδικοι για πωλήσεις ακινήτων στην περιοχή. Συνεκτιμώντας δε και τις καταθέσεις των ενώπιόν του (Εφετείου) εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης των απαλλοτριουμένων, στο ποσό των 16.000 δρχ.
ανά τ.μ. Με τον τρόπο αυτόν το Εφετείο εκθέτει, σαφώς, επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, ύστερα από τη συνεκτίμησή τους, το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης. Σε κάθε περίπτωση, οι φερόμενες ως δήθεν ελλείψεις στην αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης ανάγονται στην πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την αξία των απαλλοτριωμένων, το οποίο, πάντως, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται σαφώς και, συνακόλουθα, το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης του λόγου αυτού στη παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).
Συνεπώς, ο πρώτος αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και απαράδεκτος, κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν. Από τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 4 του ν. 2882/2001 "ΚΑΑΑ", προκύπτει ότι: α) η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον υπόχρεο προς αποζημίωση και επιδικάζεται από το δικαστήριο με την ίδια απόφαση, β) η εκκαθάριση της δικαστικής δαπάνης γίνεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες οικείες διατάξεις, γ) το άρθρο 22 του ν. 3693/1957 δεν εφαρμόζεται, δ) σε περίπτωση άσκησης εκπρόθεσμης αίτησης, το Εφετείο αποφαίνεται ενιαίως τόσο για την δικαστική δαπάνη της ενώπιον αυτού διαδικασίας, όσο και για την δικαστική δαπάνη του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης και ε) στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριουμένου ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 18, 19 και 20 του αυτού, ως άνω, νόμου, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, δηλαδή ο προσδιορισμός της αποζημίωσης (προσωρινός ή οριστικός) και συνεπώς μια αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης, ορίζεται (άρθρα 100 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων).
Από τη διάταξη αυτή, κατά την οποία τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβάλλεται ο δικαιούχος της αποζημίωσης, προκειμένου να επιτύχει τον προσδιορισμό και την είσπραξη αυτής, στα οποία περιλαμβάνεται και η αμοιβή του δικηγόρου του, αποτελούν, σύμφωνα με την επιταγή του άρθρου 17 του Συντάγματος περί πλήρους αποζημίωσης, παρακολούθημα της εν λόγω αποζημίωσης και προσαυξάνουν το ποσό αυτής, ώστε να μην επέρχεται φαλκίδευση της πλήρους αποζημίωσης που αυτός δικαιούται (Ολ.ΑΠ 502/2005, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 759/2020), προκύπτει ότι στη δίκη του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης του απαλλοτριωμένου, σύμφωνα με τα άρθρα 18, 19 και 20 του ν. 2882/ 2001, ένα είναι το αντικείμενο της δίκης, ο προσδιορισμός της αποζημίωσης και συνεπώς μία αμοιβή του δικηγόρου σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου αυτού της δίκης ορίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων.
Έτσι, σε περίπτωση άσκησης εμπρόθεσμης αίτησης για τον προσδιορισμό της οριστικής αποζημίωσης στο Εφετείο, μετά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης, η δικαστική δαπάνη περιλαμβάνει: 1) τα γενόμενα για την διεξαγωγή και υπεράσπιση της δίκης έξοδα που ήταν απαραίτητα (άρθρ. 189 παρ. 1 του ΚΠολΔ), 2) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου για τη παράστασή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου καθώς και την παράστασή του ενώπιον του Εφετείου (άρθρ. 109 και 111 του Κώδικα Δικηγόρων) και 3) την αμοιβή του δικηγόρου του δικαιούχου, σε ποσοστό επί της καθοριζομένης οριστικής αποζημίωσης και ειδικότερα:
α) σε ποσοστό 2% για τη σύνταξη αίτησης ή ανταίτησης δι` ιδίου δικογράφου ή κυρίας παρέμβασης, δι` ιδίου δικογράφου, β) ποσοστό 1% για τη σύνταξη προτάσεων επί της αίτησης ή της δια ιδίου δικογράφου ασκηθείσας κύριας παρέμβασης και γ) ποσοστό 2% για την άσκηση ανταίτησης δια των προτάσεων ή κύριας παρέμβασης δια των προτάσεων ή την σύνταξη απλών προτάσεων του καθού, κατά τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1, 103, 107 παρ. 1 και 110 παρ. 3 του Κώδικα Δικηγόρων.
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται και έτσι ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με μη ορθή εφαρμογή, η οποία εκδηλώνεται όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόζεται εσφαλμένως (Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 525/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 255/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από αυτή, προσδιόρισε την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των αιτούντων- δικαιούχων της αποζημίωσης και ήδη αναιρεσίβλητων, οι οποίοι άσκησαν αυτοτελείς αιτήσεις (πρώτη και τρίτη των αιτήσεων) για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων τους, ενώπιον αυτού, με τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης από το Μονομελές Πρωτοδικείο, σε ποσοστό 5% επί του ποσού της αποζημίωσης, αντί του ποσοστού 2% επί του αυτού ποσού και 1% για την σύνταξη των προτάσεων, δηλ.
ποσοστού 3% συνολικώς. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη εφαρμογή τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και πρέπει ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των διατάξεων αυτών, με εσφαλμένη εφαρμογή, να γίνει δεκτός ως βάσιμος.
Σε ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης και εν όψει του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, να κρατηθεί κατά το αναιρούμενο μέρος της (άρθρ. 580 παρ. 3 εδ. α` του ΚΠολΔ) και να καθορισθεί η αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης-αιτούντων, που βαρύνει το αναιρεσείον στο νόμιμο ποσοστό 3% επί του ποσού της αποζημίωσης, όπως αιτείται με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο.
Περαιτέρω, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, μειωμένη κατ`άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), που εφαρμόζεται, κατ` άρθρ. 22 παρ.3 του ν. 2882/2001 και στη παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 78/2025, ΑΠ 548/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 148/2018), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και αριθ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 8-10-2002 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτησης για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Λάρισας, ως προς τους μη κλητευθέντες και μη εμφανισθέντες με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου: …(...) αναιρεσίβλητους.
Αναιρεί την με αριθ. ... απόφαση του Εφετείου Λάρισας, ως προς τους με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου 1ο-10η των αναιρεσίβλητων, κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας (δικαστική δαπάνη) .
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το ίδιο κεφάλαιο, ως προς τους με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου 1ο-10η των αναιρεσίβλητων.
Καθορίζει την αμοιβή των πληρεξουσίων δικηγόρων των δικαιούχων της αποζημίωσης-αιτούντων (1ο-10η), σε ποσοστό 3% επί του ποσού της οριστικά καθορισθείσας από το Εφετείο για καθένα από αυτούς αποζημίωσης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους (1ο-10η), στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ