Legislator Case Law & Legislation
59/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's partial acceptance of copyright infringement claim due to insufficient grounds.

Case Number 59/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two companies against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning for accepting certain facts regarding a copyright infringement claim. The court ruled that the appeal was inadmissible because the arguments focused on factual evaluation rather than legal errors, which cannot be challenged on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it challenges the factual evaluation or reasoning of the lower court without alleging a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual evaluation reasoning insufficiency copyright infringement Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 59 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 59/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "... S.P.A." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Μηλιαράκη και δεν κατέθεσαν προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευάγγελο - Παναγιώτη Λιάσκο και Μιχαήλ - Θεόδωρο Μαρίνο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/4/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 895/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2354/2013, 6469/2014 μη οριστικές και 2695/2016 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 13/3/2017 αίτησή τους και τους από 16/11/2017 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 16-11-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι οποίοι ασκήθηκαν παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 27.11.2017, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης, προσβάλλεται η 2695/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Η τελευταία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με αυτήν έγινε δεκτή και κατ' ουσία η έφεση που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη κατά της 895/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως αβάσιμη την από 28-4-2010 αγωγή αυτής, δικάζοντας δε ακολούθως το Εφετείο την αγωγή δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει δε να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να καθορίζεται ενάριθμα η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, δηλαδή που εντοπίζεται ακριβώς η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου ουσιαστικού νόμου.

Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 532/2017, ΑΠ 275/2017). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προσβάλλουν την απόφαση με την εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι α) την Οδηγία 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14-5-1991, την Οδηγία 2009/24/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23-4-2009, τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13-11-2007, τον Κανονισμό (ΕΚ) 1348/2000 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22-12-2000 (άρθρο 1 παρ. 5 και 3), β) το άρθρο 10 της Συμφωνίας για τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας της τελικής πράξης του Γύρου της Ουρουγουάης του 1994, το άρθρο 4 της Συνθήκης του Παγκόσμιου Οργανισμού για την προστασία της διανοητικής εργασίας και γ) το άρθρο 42 του ν. 2121/1993.

Όμως, στο λόγο αυτό, δεν καθορίζεται σε ποιο ακριβώς νομικό σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που περιλαμβάνονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι αναιρεσείουσες, αρκούνται στη γενική αναφορά περί παραβίασης των άνω ουσιαστικών διατάξεων, εκθέτουν ακολούθως τις ενέργειες στις οποίες προέβησαν για την εκπλήρωση των εκ της συμβάσεως με τον ΟΤΕ υποχρεώσεών τους, "για την προμήθεια και εγκατάσταση νέου Συστήματος Επίβλεψης Διαχείρισης καρτοτηλεφώνων και υπηρεσιών πενταετούς τεχνικής υποστήριξής του" και συγκεκριμένα, την προμήθεια του νέου Σ.Ε.Σ., που είχε κατασκευάσει η δεύτερη αναιρεσείουσα με την ονομασία "..." και την ενσωμάτωση των ήδη λειτουργούντων συσκευών δημόσιων τηλεφώνων (καρτοτηλεφώνων) του ΟΤΕ, ώστε να εξασφαλιστεί η διαλειτουργικότητα του νέου Σ.Ε.Σ.

με τα παλαιά τηλέφωνα. Εκθέτουν ότι, οι αναιρεσείουσες, εκπλήρωσαν τη συμβατική τους υποχρέωση, χωρίς να επέμβουν στον πηγαίο κώδικα του λογισμικού της αναιρεσίβλητης, χωρίς δηλαδή να προχωρήσουν σε αντίστροφη μεταγλώττιση ή αποσυμπίληση του πρωτόκολλου επικοινωνίας από τη μορφή του κώδικα μηχανής σε κάποια από τις γλώσσες προγραμματισμού που κατανοούσαν οι προγραμματιστές της, αλλά χρησιμοποίησαν ειδικό εξοπλισμό, τον καλούμενο λογικό αναλυτή, που συνέλεξε δεδομένα από τα οποία συνήγαγε συμπεράσματα για τον τρόπο λειτουργίας του προγράμματος (πρωτόκολλου επικοινωνίας), εντόπισε τις ιδέες και αρχές που ενσωματώνονται σ' αυτό, χωρίς να έχει πραγματοποιήσει αντίστροφη μεταγλώττιση (αποσυμπίληση), όπως άλλωστε προέβλεπε σχετικός συμβατικός όρος, και έτσι δεν προσέβαλε το δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης επί του λογισμικού της.

Επίσης, εκθέτουν ότι ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε, με βάση και την κατάθεση του μάρτυρά τους, ότι χρησιμοποίησαν αυτή τη μέθοδο και η κρίση αυτή αποδείχθηκε βάσιμη από τις επικαλούμενες τεχνικές εκθέσεις και τις πραγματογνωμοσύνες που διατάχθηκαν, το περιεχόμενο των οποίων, κατά τα κρίσιμα χωρία αυτών, παρατίθεται στο αναιρετήριο, και ότι με βάση τα συμπεράσματα αυτών, είναι αδύνατο ένας τρίτος ξένος κατασκευαστής να σχεδιάσει και να αναπτύξει το ίδιο ακριβώς λογισμικό επικοινωνίας της αναιρεσίβλητης.

Έτσι διατυπούμενος ο λόγος αναίρεσης, είναι αόριστος, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύει το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το Εφετείο κατά την εφαρμογή των διατάξεων που επικαλούνται στο αναιρετήριο και μάλιστα με βάση τα ανελέγκτως γενόμενα από την απόφαση πραγματικά περιστατικά. Αφορά κατ' επίφαση απόδοση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ στην πραγματικότητα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την κατάληξη του Εφετείου σε διαφορετικό πόρισμα από το θεωρούμενο ορθό από τις αναιρεσείουσες, με βάση τα ως άνω αναφερόμενα από αυτές αποδεικτικά στοιχεία.

Δεν αποδίδει πλημμέλεια με βάση της παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από την ως άνω διάταξη. Η βεβαίωση του δικαστηρίου στην απόφασή του, ότι κάποιο από τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προσκομίστηκε, ανάγεται σε πράγματα και, συνεπώς, δεν υπόκειται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 708/2015, ΑΠ 1468/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αρ. 11 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει από τις διατάξεις των άρθρων 421 και 422 παρ.1 και 2, που έχουν εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση (άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ.4 Ν.4335/2015) προκύπτει, ότι οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν στο δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου.

Οι ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι επιτρεπτό αυτοτελές (ιδιαίτερο) αποδεικτικό μέσο και λαμβάνονται υπόψη μόνο εφόσον έχουν ληφθεί μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του εξετάζοντος διαδίκου πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες από αυτές, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στον αντίδικο να παραστεί κατά τη λήψη της ένορκης κατάθεσης, να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτής και να την αποκρούσει με προσαγωγή αποδεικτικών στοιχείων περί του αντιθέτου κατά τη σχετική συζήτηση της υποθέσεως.

Ο ανωτέρω σκοπός του νομοθέτη για προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου που πρόκειται να εξετασθεί και να βεβαιώσει ενόρκως κάποιος μάρτυρας, καλύπτεται και χωρίς νόμιμη κλήτευση, αν από την ίδια την ένορκη βεβαίωση προκύπτει ότι ο αντίδικος αυτός που έπρεπε να κλητευθεί, παρέστη κατά τη δόση της ένορκης βεβαίωσης αυτής και δεν πρόβαλε καμία αντίρρηση στην βεβαίωση, οπότε η τελευταία συνιστά νόμιμο υποστατό αποδεικτικό μέσο και πρέπει να συνεκτιμηθεί από το δικαστήριο (ΑΠ 439/2017, ΑΠ 736/2016, ΑΠ 620/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες εκ του αρ. 11 περ. α' και γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το πρώτο μέρος του άνω λόγου, προβάλλουν την αιτίαση ότι ενώ με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει για την απόδειξη των ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών τους, εκτός των άλλων, την 30363 έγγραφη σύμβαση που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτών και του ΟΤΕ, καθώς και την από 27-7-2014 τεχνική πραγματογνωμοσύνη του D.

P. F., το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά αυτά έγγραφα, δεχόμενο ότι αυτά, αν και τα επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, δεν προσκομίστηκαν. Ισχυρίζονται δε ότι η παραδοχή αυτή είναι εσφαλμένη καθόσον τα είχαν προσκομίσει, αφού με αυτά αποδεικνύονταν οι ισχυρισμοί τους και η προσκόμισή τους προκύπτει από τη θέση της σφραγίδας του Γραμματέα του Δικαστηρίου στην τελευταία σελίδα των προτάσεών τους, με την οποία βεβαιώνεται η κατάθεση αυτών και των αναφερόμενων σ' αυτές εγγράφων.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το προαναφερόμενο μέρος, είναι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, απαράδεκτος, καθόσον πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το εάν προσκομίστηκε ή όχι κάποιο από τα επικαλούμενα αποδεικτικά στοιχεία. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου της αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι, για το σχηματισμό της κρίσης της, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων και τις 7674/4-10-2010 και 7675/4-10-2010 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων Κ.

Μ. και Π. Π., ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Μ., μολονότι αυτές είχαν ληφθεί χωρίς κλήτευση της δεύτερης αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι η επίδοση της κλήσης γι' αυτήν είχε γίνει στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και όχι στη γνωστή έδρα της και συνεπώς έλαβε υπόψη της ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του και τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες προσκομίστηκαν με επίκληση από την αναιρεσίβλητη, κρίνοντας ότι αυτές αποτελούν έγκυρο αποδεικτικό μέσο, εφόσον, η επικαλούμενη μη κλήτευση της δεύτερης αναιρεσείουσας, καλύφθηκε με την παράσταση του πληρεξούσιου αυτής δικηγόρου Πέτρου Μηλιαράκη, χωρίς εκείνος να εκφράσει αντίρρηση για τη μη κλήτευση της ως άνω αναιρεσείουσας.

Επομένως, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, οι ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες με την παράσταση του πληρεξούσιου δικηγόρου της δεύτερης αναιρεσείουσας, αποτελούν υποστατό και νόμιμο αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, το οποίο ορθά λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη γι' αυτά.

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ο λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν περιέχει αιτιάσεις που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων ή στην επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος και του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 212/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, επικαλούμενες το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα:

δέχθηκε ότι: α) οι αναιρεσείουσες "σε εργασιακό περιβάλλον είχαν πρόσβαση στον πηγαίο και αντικειμενικό κώδικα του λογισμικού" της αναιρεσίβλητης, μολονότι ο πραγματογνώμονας μόνο πιθανολογεί τούτο το συμπέρασμα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και δεν εκφράζει βεβαιότητα γι' αυτή τη διαπίστωση, β) "ο 2ος δίσκος περιείχε το αρχείο ...

δηλ. το λογισμικό της εκκαλούσας", εσφαλμένα και αυθαίρετα, δεδομένου ότι ο ορισθείς από αυτές τεχνικός σύμβουλος P. F. και ο πραγματογνώμονας Β. Γ., αναλυτικά διαπιστώνουν τα αντίθετα, και γ) οι αναιρεσείουσες "διέθεταν δε το εγχειρίδιο με τις οδηγίες συγγραφής του πηγαίου και αντικειμενικού κώδικα του λογισμικού της εκκαλούσας, με βάση τον οποίο έγραψαν ένα λογισμικό με λειτουργική ομοιότητα που υπερβαίνει το 90% αυτού της εκκαλούσας, τροποποιώντας μερικώς τον κώδικα της εκκαλούσας ούτως ώστε να προσαρμοστεί στις ανάγκες του ...", παραδοχή που δεν προκύπτει από κανένα έγγραφο.

Έτσι, μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη δίκη χωρίς να είναι αληθινά ή να αποδεικνύονται από κάποιο έγγραφο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού οι αναιρεσείουσες, για τη θεμελίωσή του, δεν επικαλούνται ότι το δικαστήριο δέχθηκε τα ανωτέρω περί της απόδειξης του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτόν ή χωρίς να εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε απόδειξη για τον ισχυρισμό αυτό, αλλά ότι δεν αποδεικνύονται από κάποιο έγγραφο και αντικρούονται από τα αποδεικτικά μέσα που οι ίδιες αναφέρουν, πλήττοντας όμως έτσι την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του εφετείου.

Σε κάθε περίπτωση όμως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι για την απόδειξη του ανωτέρω αναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού και το σχηματισμό του ως άνω πορίσματός του, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία ειδικά μνημονεύονται σ' αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και τα οποία συνεκτιμήθηκαν, ήτοι μαρτυρική κατάθεση, ένορκες βεβαιώσεις, πραγματογνωμοσύνες, γνωματεύσεις, γνωμοδοτήσεις και έγγραφα, δηλαδή δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συνεπώς δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβαλλόμενη πλημμέλεια.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου κατά το άρθρο 90 εδ. α' ΚΠολΔ, αν υπάρχει περίπτωση να προσεπικαλέσει ένας διάδικος κάποιον τρίτο και το δικαστήριο κρίνει αναγκαία την παρέμβασή του στη δίκη, έχει εξουσία να διατάξει αυτεπαγγέλτως την προσεπίκλησή του, με απόφαση που ορίζει με την επιμέλεια ποιου διαδίκου θα γίνει η προσεπίκληση, καθώς και το χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να γίνει.

Από την τελευταία διάταξη και ιδίως από τη χρήση της φράσεως "έχει την εξουσία" σαφώς προκύπτει ότι η προσεπίκληση που διατάσσεται κατ' εφαρμογή της απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, η τυχόν δε μη χρήση της διακριτικής αυτής ευχέρειας δεν συνεπάγεται απαράδεκτο (ΑΠ 179/2017, ΑΠ 1307/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ` όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός στον οποίον στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας κατά την συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης (ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013), ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 14 του εν λόγω άρθρου (ΑΠ 14/2017, ΑΠ 538/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ενώ δέχεται ότι νόμιμος χρήστης του λογισμικού είναι ο ΟΤΕ, δεν διατάσσει την προσεπίκληση του τελευταίου, ως αναγκαίου ομόδικου, όπως όφειλε κατά τα άρθρα 86 και 90 ΚΠολΔ, Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος.

Τούτο διότι, δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προεβλήθη, και μάλιστα με νόμιμο τρόπο, ως ισχυρισμός ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου. Εξάλλου, από την επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου των προτάσεων των αναιρεσειουσών ενώπιον του Εφετείου, ως εφεσίβλητων, προκύπτει ότι δεν περιέχεται ο εν λόγω ισχυρισμός, ο οποίος, σημειωτέον, δεν αφορά τη δημόσια τάξη, εκτίμηση η οποία δικαιολογεί και την μη αναφορά του στις αιτιολογίες της αποφάσεως.

Πέραν δε τούτων, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, το να διαταχθεί η προσεπίκληση του τρίτου ΟΤΕ στη δίκη, και αν συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 90 ΚΠολΔ, εναπόκειτο στην εξουσία του δικάζοντος Εφετείου, η δε μη χρήση της διακριτικής αυτής ευχέρειας δεν συνεπάγεται ακυρότητα ή απαράδεκτο.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν "πράγματα" οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού οι τελευταίοι αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (Ολ ΑΠ 469/1984, ΑΠ 141/2017) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 11/2017) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 34/2016, ΑΠ 76/2016).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναίρεσης και στην περίπτωση κατά την οποία, το δικαστήριο της ουσίας, στα πλαίσια της αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού και προς τον σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού κατά το χρόνο, τόπο ή άλλων στοιχείων των εκτιθέμενων πραγματικών περιστατικών στην αγωγή, που συγκροτούν την ιστορική και νομική βάση της, διαφοροποιείται ως προς τα στοιχεία αυτά, υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι η διαφοροποίηση αυτή δεν επάγεται αλλοίωση ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του περιγραφόμενου στην αγωγή βιοτικού συμβάντος, ως γενεσιουργού αιτίας της διαγνωστέας έννομης συνέπειας (ΑΠ 195/2017).

Για να είναι ορισμένος ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται σ? αυτόν "τα πράγματα", που παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο, παρότι είχαν προταθεί νομίμως από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν αν τα "πράγματα" είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 161/2017, ΑΠ 173/2017, ΑΠ 99/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης καταλογίζουν στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, για τη θεμελίωση αυτού του λόγου, οι αναιρεσείουσες, παραθέτουν στο αναιρετήριο το περιεχόμενο των προτάσεων που είχαν υποβάλει στο Εφετείο, σε αντίκρουση των λόγων της έφεσης που είχε ασκήσει η αναιρεσίβλητη, οι περικοπές των οποίων αναφέρονται στην "κριτική" της διεξαχθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης από τον Ιταλό Τεχνικό Σύμβουλο - Πραγματογνώμονα αυτών P. F., τη γνώμη, τα επιχειρήματα και συμπεράσματα αυτού με βάση τα οποία καταλήγει ότι "καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι όχι απλώς αδύνατο αλλά αδιανόητο ένας τρίτος ξένος κατασκευαστής να σχεδιάσει και να αναπτύξει το ίδιο ακριβώς λογισμικό επικοινωνίας της ..., περιέχουν οι ίδιες προτάσεις τους τα συμπεράσματα του δεύτερου πραγματογνώμονα Β.

Γ. επί των ερωτημάτων που τέθηκαν σ' αυτόν και τα οποία κατά τις αναιρεσείουσες αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς τους, παραθέτουν ακολούθως στις ίδιες προτάσεις τους τις παραδοχές του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφασή του στις 2 Μαΐου 2012, επί άλλης υποθέσεως, οι οποίες, κατά την άποψη των αναιρεσειουσών, καθιστούν αβάσιμους και απαράδεκτους τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, αναφέρουν στη συνέχεια την επαναφορά των προτάσεων που ήδη είχαν υποβάλει κα την επανυποβολή των ισχυρισμών που ήδη είχαν προβάλει, μεταξύ των οποίων την έλλειψη εννόμου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης που γνώριζε την πρόσκληση του ΟΤΕ για την κατάρτιση σύμβασης προμήθειας και εγκατάστασης από τον ανάδοχο νέου συστήματος επίβλεψης διαχείρισης καρτοτηλεφώνων και υπηρεσιών και τους σύμφωνους με την πρόσκληση όρους της σύμβασης αυτής, η οποία τελικά καταρτίστηκε από την ανάδοχο πρώτη αναιρεσείουσα και την εγγυήτρια δεύτερη αναιρεσείουσα, λόγω του ότι η σύμβαση αυτή δεν παραβιάζει κανένα οποιοδήποτε δικαίωμα ή έννομο συμφέρον της αναιρεσίβλητης, εκθέτουν, ακολούθως, την κρίση τους περί των ορθών παραδοχών και συμπερασμάτων της πρωτόδικης απόφασης και του αβασίμου των λόγων της ασκηθείσας κατ' αυτής έφεσης, ακόμη και για το λόγο που αφορά το παράπονο περί της επιβολής ιδιαίτερα μεγάλου ποσού δικαστικής δαπάνης.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται τα "πράγματα", κατά την άνω έννοια, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των αναιρεσειουσών που στηρίζουν αίτημα τυχόν ένστασης ή επαντένστασης που αυτοί είχαν προβάλει, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη. Η αυτούσια παράθεση του περιεχόμενου των προαναφερόμενων διαδικαστικών και μη εγγράφων, δεν πληροί τον όρο της πρότασης πραγμάτων, χωρίς να εξειδικεύεται ποιους από τους προταθέντες ισχυρισμούς θεωρεί πράγματα που προτάθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη.

Τούτο μάλιστα, ενόψει της αναφοράς στο κείμενο όλων των αρνητικών ισχυρισμών, των συμπερασμάτων τρίτων προσώπων (πραγματογνωμόνων, τεχνικών συμβούλων), των εκτιμήσεων και κρίσεων των αναιρεσειουσών και της αντίκρουσης των λόγων της έφεσης, καθώς και του λόγου της ορθότητας της πρωτόδικης απόφασης, καθώς και των νομικών κρίσεων άλλης απόφασης περί των ζητημάτων που απασχολούν την υπόθεση.

Η αναφορά αυτή, δεν επιτρέπει στον Άρειο Πάγο να ελέγξει αν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη πραγμάτων υπό την προεκτεθείσα έννοια, ή άλλων ισχυρισμών που δεν ιδρύουν τον στηριζόμενο στη διάταξη του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, ούτε αν τα πράγματα, που κατά το λόγο τούτο της αναίρεσης δεν λήφθηκαν υπόψη, έχουν ή όχι ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε εάν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αυτούς τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς ή τους έλαβε υπόψη και τους απέρριψε ρητά ή με την παραδοχή ως αποδειχθέντων αντίθετων γεγονότων.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 156/2017).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 793/2015, ΑΠ 1788/2013 ΑΠ 1206/2008).

Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν, όπως, επίσης, δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΑΠ 286/2016, ΑΠ 148/2008). Με τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, καθόσον οι αιτιολογίες της είναι ανεπαρκείς και δεν προσφεύγουν σε καμία τεχνική και επιστημονική τεκμηρίωση που να έχει τεθεί υπόψη του, στα ζητήματα που ειδικά εκθέτουν, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα: α) στηριζόμενες στο κατ' αυτές προκύπτον από τη διεξαχθείσα δικαστική πραγματογνωμοσύνη, συμπέρασμα, ότι "είναι αδύνατο ένας τρίτος ξένος κατασκευαστής να σχεδιάσει και να αναπτύξει το ίδιο ακριβώς λογισμικό επικοινωνίας της ...", προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη δεν παρέχει πειστική και πλήρη αιτιολογία στις παραδοχές της και δεν τεκμηριώνει τεχνικά και επιστημονικά πως θα μπορούσαν να ενεργήσουν (την αποσυμπίληση) όταν δεν προβλεπόταν παραχώρηση και "δεν έλαβε παραχώρηση της τεχνολογίας της ...

στον ΟΤΕ", όταν το σύστημα ήταν κλειστό, όταν δεν μπορούσε τρίτος να δημιουργήσει λογισμικό επικοινωνίας, που αφορούσε δύο απομακρυσμένες μεταξύ τους υπομονάδες του συστήματος, όταν δεν είναι δυνατόν να δημιουργήσει τρίτος το επίδικο λογισμικό χωρίς να έχει πρόσβαση στο λογισμικό του συστήματος επικοινωνίας, όταν το όλο σύστημα αφορούσε κλειστές προδιαγραφές και όταν ήταν αδύνατη η πλήρης γνώση των εσωτερικών τεχνικών προδιαγραφών του Πρωτοκόλλου Επικοινωνίας ενός κλειστού συστήματος, β) στηριζόμενες στο κατ' αυτές προκύπτον, από όσα διαπιστώνονται στη διεξαχθείσα δικαστική πραγματογνωμοσύνη του δικαστικού πραγματογνώμονα Δ.

Α., συμπέρασμα, ότι είναι όχι απλώς αδύνατο, αλλά αδιανόητο ένας τρίτος ξένος κατασκευαστής να σχεδιάσει και να αναπτύξει το ίδιο ακριβώς λογισμικό επικοινωνίας της ..., "όταν απαιτείται φυσική παρέμβαση στο καρτοτηλέφωνο και στο Τοπικό CSMS, όταν το σύστημα της ... υλοποιείται με περισσότερα συστήματα και αντίστοιχα λογισμικά επικοινωνίας, όταν επιβάλλεται να αποκρυπτογραφείται και η επικοινωνία με το λογισμικό της συσκευής CRAD το οποίο υλοποιείται σε ξεχωριστό υλικό, όταν σε έξι διαφορετικά σημεία του δικτύου απαιτείται ένα CRAD για κάθε τοπικό CSMS, όταν το σύστημα CSMS της ...

διαθέτει βάσεις δεδομένων με τα στοιχεία όλων των καρτοτηλεφώνων με μοναδικές ταυτότητες (Ids), όταν τα στοιχεία παράγονται από τρίτο σύστημα της ... που ονομάζει SEKAD, όταν για την ομαλή μετάβαση από το σύστημα της ... θα έπρεπε να είναι διαθέσιμο το ιστορικό των καρτών, όταν τα στοιχεία αυτά που βρίσκονται στις βάσεις δεδομένων του CSMS δεν ανιχνεύονται από λογικό αναλυτή και τέλος όταν τα προαναφερόμενα ισχύουν και για τις βάσεις δεδομένων που περιέχουν στοιχεία "μη αποδεκτών καρτών" (black lists) και τα αντίστοιχα white lists", μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν παρέχει την παραμικρή εξήγηση-απάντηση και αιτιολόγηση ούτε παρέχει καμία τεχνική και επιστημονική τεκμηρίωση γιατί δεν ισχύουν τα προαναφερόμενα, αλλά ισχύουν οι παραδοχές της, ούτε τα αντικρούει με πλήρη, πειστική και επαρκή αιτιολογία όταν αυτά προκύπτουν κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο ως δεδομένα, και γ) στηριζόμενες σε όσα διαπιστώνονται στην πραγματογνωμοσύνη του Β.

Γ. και το συμπέρασμα του καθηγητή του ΕΜΠ Π. Μ. στην από 11.2.2016 τεχνική γνωμάτευση, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι αυτά αποδεικνύουν ότι λειτουργίες που δεν καταγράφηκαν κατά την παρατήρηση του προγράμματος κατά την αναπαραγωγή των λειτουργιών δεν θα μπορέσουν σε δεύτερο χρόνο να αναγνωριστούν ή να προστεθούν μιας και δεν υπάρχει τρόπος αναπαραγωγής τους, ότι η αντιπαραβολή των δύο πηγαίων κωδίκων αποδεικνύει ότι δεν υπάρχουν συμπτώσεις στον τρόπο λειτουργίας ούτε στη χρήση ρουτινών και μεταβλητών, ότι η αντιπαραβολή των δύο πηγαίων κωδίκων αποδεικνύει ότι η λειτουργία των προγραμμάτων διαχείρισης έχει διαφορετικές απαιτήσεις, ότι οι πηγαίοι κώδικες της αναιρεσίβλητης και των αναιρεσειουσών είναι διαφορετικοί σε όλους τους βαθμούς, με μόνη αναγκαία ομοιότητα τη μερική λειτουργία, ότι κατά την αντιπαραβολή των λειτουργικών των δύο προγραμμάτων παρατηρήθηκε αδυναμία αναγνώρισης όλων των λειτουργιών, του συνόλου δηλαδή του πρωτοκόλλου λειτουργίας της αναιρεσίβλητης, πράγμα που αποδεικνύει τη χρήση λογισμικού και όχι την αποσυμπίληση του λογισμικού της αναιρεσίβλητης, ότι αν υπήρχε αποσυμπίληση του λογισμικού της αναιρεσίβλητης, με την έννοια της επέμβασης στον πηγαίο κώδικα, τότε θα ήταν γνωστό το σύνολο όλων των λειτουργιών και όχι μόνο ένα μέρος αυτών, ότι δεν χρήζει καν έρευνας περαιτέρω η υπόθεση καθόσον δεν βρέθηκαν στοιχεία αποσυμπίλησης με την έννοια της επέμβασης στον πηγαίο κώδικα και ότι έλαβε χώρα νόμιμη τεχνική διαδικασία χωρίς καμιά επέμβαση σε κανένα πηγαίο κώδικα της ..., μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν παρέχει την παραμικρή εξήγηση-απάντηση και αιτιολόγηση γιατί δεν ισχύουν τα προαναφερόμενα, αλλά ισχύουν οι παραδοχές της, ούτε τα αντικρούει με πλήρη, πειστική και επαρκή αιτιολογία όταν αυτά προκύπτουν κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιο ως δεδομένα.

Έτσι διατυπούμενοι οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, είναι προεχόντως απαράδεκτοι. Τούτο διότι, αφενός μεν δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που κατά τις αναιρεσείουσες παραβιάστηκε, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή αυτού του κανόνα, η απαιτούμενη πληρότητα των αιτιολογιών και να κριθεί η βασιμότητα των λόγων της αναίρεσης, και συνεπώς είναι αόριστοι, αφετέρου, καθόσον οι αιτιάσεις τους, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Οι προβαλλόμενοι λόγοι ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της προσβολής του απόλυτου δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης στο επίδικο λογισμικό επικοινωνίας.

Είναι δε συγκεκριμένες οι αιτιάσεις αυτών, ότι το Εφετείο, δεν αιτιολογεί το λόγο για τον οποίο δέχεται ότι αποδείχθηκαν όσα αντίθετα πραγματικά περιστατικά περιλαμβάνονται στις παραδοχές του και δεν ισχύουν αυτά τα οποία οι αναιρεσείουσες θεωρούν ως αποδειχθέντα και αληθή πραγματικά περιστατικά, με βάση, μάλιστα, μόνο τα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα.

Οι αιτιάσεις, όμως, αυτές, οι οποίες δεν διατυπώνονται με βάση τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά με βάση εκείνα τα πραγματικά περιστατικά που οι αναιρεσείουσες θεωρούν ότι αποδεικνύονται από τα επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα και είναι αληθινά, δεν μπορούν να ιδρύσουν την αποδιδόμενη με τους πρόσθετους λόγους πλημμέλεια, αφού, όπως αναφέρθηκε, δεν συνιστά ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του λόγου, για τον οποίο το δικαστήριο έκρινε ότι αποδείχθηκαν τα γενόμενα δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά και δεν αποδείχθηκαν εκείνα που θεωρούν αληθή οι αναιρεσείουσες.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η από 13-3-2017 αίτηση για αναίρεση της 2695/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και οι από 14-11-2017 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο των παραβόλων που κατατέθηκαν από τις αναιρεσείουσες κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκαν στη σχετική από 3-4-2017 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.

Εξάλλου, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-3-2017 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Β.Ε.Ε" και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... S.P.A.", καθώς και τους από 16-11-2017 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, για αναίρεση της 2695/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες οκτακόσια (2800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ