Legislator Case Law & Legislation
78/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of specific facts and improper timing of inadmissibility arguments.

Case Number 78/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Greek State against a final judgment regarding land expropriation compensation. The State argued the appeal was inadmissible due to vagueness and improper timing, but the Court found these arguments insufficiently substantiated in the appeal itself. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the State was ordered to pay the legal costs of the represented heirs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561 and 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds for inadmissibility are raised for the first time in the appeal without prior objection, or if the substantive grounds lack the necessary factual specificity to constitute a valid legal challenge.

Keywords

AI generated
inadmissibility civil procedure appeal grounds factual specificity expropriation compensation legal costs heirs representation

Cited Legislation

AI generated
Article 561 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 562 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 22 paragraph 1 of Law 3693/1957
Article 52 number 18 of the Judicial Organization Law
Article 22 paragraph 3 of Law 2882/2001
Article 5 paragraph 12 of Law 1738/1987
Common decision of the Ministers of Finance and Justice number 2 of 134423 dated 8-12-1992

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 78 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 78/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Βασιλική Παπαγιαννοπούλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ….. και 23) Φ. χας Β. Σ., το γένος Γ. Σ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Δ. Κ. (ΑΜ ΔΣΚ 144), ο οποίος αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι: 1) Ο υπό στοιχ. 13ος των αναιρεσιβλήτων, Γ. Σ. του Α., απεβίωσε στις 9-11-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του: α) Χ. Σ. του Γ. και β) Θ. Σ. του Γ., εκπροσωπούμενοι από το ίδιο.

2) Η υπό στοιχ. 15η των αναιρεσιβλήτων, Ο. σύζ. Σ. Κ., το γένος Α. Σ., απεβίωσε στις 25-7-2017 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της: α) Σ. Κ. του Α. και β) Θ. Κ. του Σ., εκπροσωπούμενοι από το ίδιο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Ακολούθως, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Κ. Τ. (ΑΜ ...), ο οποίος αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι: 1) Ο υπό στοιχ. 12ος των αναιρεσιβλήτων, Δ. Σ. του Α., απεβίωσε στις 27-9-2014, πριν την εκδίκαση της υπόθεσης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης (23-7-2017). Στο δικάσαν Εφετείο παρέστησαν και οι εδώ παριστάμενοι κληρονόμοι του, ήτοι οι: α) Α. Σ. του Δ. και β) Θ. σύζ. Κ. Κ., το γένος Δ. Σ., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, εκπροσωπούμενοι από το ίδιο.

2) Η υπό στοιχ. 14η των αναιρεσιβλήτων, Φ. σύζ. Χ. Α., το γένος Α. Σ., απεβίωσε στις 28-7-2022, μετά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και άφησε μόνους εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους: α) Χ. Α. του Α., β) Β. Α. του Χ. και γ) Α. Α. του Χ., που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη, εκπροσωπούμενοι από το ίδιο.

3) Η υπό στοιχ. 16η των αναιρεσιβλήτων, Θ. Σ. του Β., απεβίωσε στις 8-5-2020 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει ο νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος της Κ. Κ. του Β., εκπροσωπούμενος από το ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-9-2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα, διά των προτάσεών του, ανταίτηση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... εν μέρει οριστική και ... τελεσίδικη του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-4-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των υπεισελθόντων στη δίκη κληρονόμων των αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 2-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, με αριθ. ... απόφαση του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης. Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Στη περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως και συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για εκείνους από τους διαδίκους που δεν έχουν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο ή δεν έχουν κληθεί νομίμως και προχωρεί στη συζήτηση για τους λοιπούς των διαδίκων (ΚΠολΔ 576 παρ. 3 εδ. 2).

Σε κάθε περίπτωση επί των υποθέσεων της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτων η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί (άρθρο 22 του ν. 2882/2001). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ`και δ`του ΚΠολΔ που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ.

β`του ιδίου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που θα συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση, βέβαια, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο είναι, ότι, ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά τη μετ` αναβολή συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει, εγκύρως, τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, από το άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, με έναρξη ισχύος την 1-1-2016 (σύμφωνα με τη παρ. 4 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 του ίδιου νόμου), με το οποίο ορίζεται ότι "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96, (δηλαδή είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, είτε ειδικά στις εργατικές διαφορές, με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή), είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του", συνάγεται ότι ο δικηγόρος που παραστάθηκε ως πληρεξούσιος του διαδίκου στη πρωτοβάθμια ή στη δευτεροβάθμια δίκη (εφόσον ασκηθεί έφεση) θεωρείται κατά νόμο αντίκλητος για τις αναγόμενες στη δίκη αυτή επιδόσεις εγγράφων, μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν γνωστοποιηθεί η αντικατάστασή του (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1578/2021, ΑΠ 667/2020).

Από δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ` αυτή πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής, ότι το δικαστήριο δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του ανωτέρω άρθρου 104 του ως άνω Κώδικα (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 1170/2021, ΑΠ 1305/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο. Από την με αριθ. 9922Γ'/26-9-2024 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά Η. Κ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της δικαστικής πληρεξουσίου του Ν.Σ.Κ.

Β. Π. επικυρωμένα αντίγραφα: α) της από 2-4-2019 αίτησης αναίρεσης της με αριθ. ... τελεσίδικης απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης με την πράξη ορισμού και κλήσης προς εμφάνιση στη δικάσιμο της 27-1-2023 και εγγραφής στο πινάκιο με αριθ. 27 και β) της με αριθ. ... βεβαίωσης αναβολής του Γραμματέα του Δ` Τμήματος του Αρείου Πάγου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (1-11-2024), με αριθμ.

πινακίου 3, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στον Β. Κ., πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο των: πρώτου αναιρεσίβλητου (ως κληρονόμου της ήδη αποβιωσάσης Σ. Γ.) και δεύτερου, τέταρτου, πέμπτης, έκτου, έβδομης, όγδοου, δέκατου, ενδέκατου, δέκατου έβδομου, εικοστού πρώτου και εικοστής δεύτερης των αναιρεσίβλητων, ο οποίος φέρει, κατ` άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την ιδιότητα του αντικλήτου αυτών για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη συγκεκριμένη δίκη έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), της με αριθ. ...

απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, ο ως άνω πληρεξούσιος δικηγόρος παρέστη ως πληρεξούσιος δικηγόρος των ως άνω αναιρεσίβλητων, κατά τη δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (υπογράφοντας και τις προτάσεις τους) και δεδομένου, ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από αυτούς προς το αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή του.

Επομένως, δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης εκ του πινακίου θεωρείται ως κλήτευση προς όλους και εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο να χωρήσει στη συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία τους ( άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι με αυξ. αριθ. αναιρετηρίου 3, 9, 18, 19, 20 και 23 αναιρεσίβλητοι, δεν εμφανίστηκαν, ούτε προσκομίστηκε δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους ότι δεν θα παρασταθούν κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Επομένως και εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτών, ούτε από τους λοιπούς ομοδίκους τους, ούτε από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, προκείμενης απλής ομοδικίας, να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους μη κλητευθέντες ως άνω και να κηρυχθεί ως προς αυτούς απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά το άρθρο 62 εδ. α' του ΚΠολΔ, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 του ίδιου Κώδικα αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 του ΑΚ).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 313 παρ. 1 εδ. δ` του ΚΠολΔ, η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα κατά ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που απεβίωσε, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Σύμφωνα με τα παραπάνω, το εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο που απευθύνεται κατά ανύπαρκτου προσώπου είναι άκυρο και το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο, διότι η δυνατότητα του να είναι κανείς διάδικος αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση για την έκδοση απόφασης επί της ουσίας (ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 11/2021, ΑΠ 948/2020).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις εφαρμοζόμενες και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ) διατάξεις των άρθρων 286 επ. του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες διακοπή της δίκης συνεπεία μεταβολής στο πρόσωπο διαδίκου επέρχεται, με τη συνδρομή και των λοιπών νόμιμων προϋποθέσεων, μόνο αν η μεταβολή συμβεί έως ότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, συνάγεται ότι, εάν ο διάδικος είναι στη ζωή κατά την έναρξη της δίκης, αποβιώσει όμως στη συνέχεια (προτού αποπερατωθεί η δίκη αμετακλήτως), αν μεν ο θάνατός του επήλθε μέχρι πέρατος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται οριστική απόφαση, τότε τηρουμένων και των λοιπών νόμιμων διατυπώσεων, μεταξύ των οποίων και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου προς τον αντίδικο, επέρχεται διακοπή της δίκης, με συνέπεια όλες οι επιχειρούμενες στο μεταξύ και μέχρι της νόμιμης επανάληψης διαδικαστικές πράξεις, εκτός της τυχόν εκδιδόμενης απόφασης, να λογίζονται άκυρες.

Αν, όμως, ο θάνατος έλαβε χώρα μετά το πέρας της συζήτησης εκείνης, πολύ δε περισσότερο μετά την έκδοση της οριστικής επ` αυτής απόφασης, τότε, εφόσον δεν υφίσταται εκκρεμής δικαστικός αγώνας, ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, τα ένδικα μέσα ασκούνται από τους καθολικούς διαδόχους (κληρονόμους) του αποβιώσαντος ή, αντίστοιχα, απευθύνονται κατά των καθολικών διαδόχων αυτού (ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 45/2018), όπως για την έφεση και την αναίρεση ειδικότερα ορίζουν τα άρθρα 516 παρ. 1 και 517 και 556 παρ. 1 και 558 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα.

Διαφορετικά εάν, κατά το χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου (κατάθεσης, κατ` άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αυτό ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου που είχε ήδη αποβιώσει κατά την άσκησή του, το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση) που ασκήθηκε στο όνομα του θανόντος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτο, λόγω ακυρότητας του δικογράφου, σύμφωνα με τα άρθρα 62 εδ.

α', 73, 159, 160 παρ. 1 και 516 παρ. 1, 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 111/2024, ΑΠ 280/2023, ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 1506/2022, ΑΠ 1404/2021). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, επίσης, ότι, σε περίπτωση που εκδόθηκε απόφαση στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, διότι αυτό είχε αποβιώσει πριν την υποβολή της αγωγής ή της αίτησης, ούτε η έκδοση της απόφασης, ούτε και το κατ` αυτής ασκηθέν ένδικο μέσο δημιουργούν εκκρεμοδικία (ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 751/2017).

Επομένως, ακόμη και αν από παραδρομή ο αποβιώσας εμφανίστηκε ως διάδικος στη σχετική δίκη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ακολούθως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, οι εκδοθείσες, αντίστοιχα, αποφάσεις είναι ανύπαρκτες (ανυπόστατες), ως εκδοθείσες σε δίκη που διεξήχθη κατά ανυπάρκτου προσώπου, σύμφωνα με το άρθρο 313 παρ. 1 περ.

δ` του ΚΠολΔ (ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 948/2020, ΑΠ 729/2019). Αν δε διαλάθει της προσοχής και εκδοθεί απόφαση στο όνομα ήδη αποβιώσαντος προσώπου, αυτή, εφόσον καταστεί τελεσίδικη, δεν παράγει τις έννομες συνέπειες της δικαστικής απόφασης, όπως εκτελεστότητα και δεδικασμένο. Κατά συνέπεια, η αίτηση αναίρεσης είτε ασκείται στο όνομα του αποβιώσαντος πριν από την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, είτε απευθύνεται κατ` αυτού είναι απαράδεκτη, καθόσον στρέφεται κατά ανύπαρκτης απόφασης, η οποία δεν είναι δυνατόν να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης.

Επίσης, εφόσον ο αποβιώσας ουδέποτε υπήρξε διάδικος, ούτε και οι καθολικοί διάδοχοι αυτού δικαιούνται να ασκήσουν αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου, στην οποία αυτός φερόταν ως διάδικος (ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 948/2020, ΑΠ 729/2019). Αν, όμως, το ένδικο μέσο απευθύνεται κατά αποβιώσαντος μετά το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με ένδικο μέσο οριστική απόφαση και ο ασκήσας αυτό διάδικος αγνοούσε το γεγονός του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (έφεση ή αναίρεση) παραδεκτά μεν θεωρείται ότι απευθύνθηκε κατά του αποβιώσαντος, η συζήτηση όμως αυτού, εφόσον έχει μέχρι τότε γνωστοποιηθεί το γεγονός του θανάτου του, είναι απαράδεκτη αν δεν κλητεύθηκαν να παραστούν σε αυτήν ή δεν παρέστησαν αυτοβούλως οι κληρονόμοι του (Ολ.ΑΠ 27/1987, ΑΠ 379/2023, ΑΠ 42/2023, ΑΠ 447/2022, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 552/2021).

Αν αποδεικνύεται από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι ο ασκήσας το ένδικο μέσο ήταν, κατά το χρόνο άσκησης, σε γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, το ένδικο μέσο (έφεση, αναίρεση) κατά το μέρος που στρέφεται κατά προσώπου αποβιώσαντος πριν την άσκησή του απορρίπτεται, κατά τα προαναφερθέντα, ως απαράδεκτο (ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 1138/2021, ΑΠ 948/2020, ΑΠ 584/2019).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η κρινόμενη, από 2-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...) αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε, όπως προαναφέρθηκε, στις 2-4-2019, με τη σύνταξη από τον αρμόδιο γραμματέα της πράξης κατάθεσης. Κατά τη συζήτηση αυτής, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του δωδέκατου αναιρεσίβλητου Κ.

Τ., δήλωσε, όπως και με το 1-11-2024 σημείωμά του, τα ακόλουθα: " ο αναιρεσίβλητος με αριθ. 12 (Σ. Δ. του Α.) είναι απών ως θανών, στις 27-9-2014, δηλ. ο θάνατός του επήλθε πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Θεσσαλονίκης στις 23-7-2017. Μάλιστα αυτό ήταν σε γνώση του αναιρεσείοντος, αφού στο δικάσαν Εφετείο παρέστησαν οι παριστάμενοι και στην εν λόγω δίκη κληρονόμοι του δηλ.

ο Α. Σ. του Δ. και η Θ. συζ. Κ. Κ. το γένος Σ. Δ., δήλωσαν το θάνατό του και προέβησαν στην εκούσια συνέχιση της δίκης". Από την επισκόπηση δε της (προσβαλλόμενης) απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης προκύπτει ότι οι ως άνω: α) Α. Σ. του Δ. και β) Θ. συζ. Κ. Κ. το γένος Σ. Δ., παρέστησαν ως καλούντες-αιτούντες κατά τη δίκη ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη ως κληρονόμοι του αποβιώσαντος πατέρα τους, Δ.

Σ., όπως εμφαίνεται στη δεύτερη σελίδα αυτής. Κατά τα προαναφερόμενα, οι ως άνω κληρονόμοι παρέστησαν κατά την εφετειακή δίκη, γνωστοποίησαν το θάνατο του αρχικού διαδίκου και δήλωσαν ότι συνεχίζουν τη δίκη. Ωστόσο, η ένδικη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται κατά του παραπάνω αναιρεσίβλητου, αν και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο γνώριζε τουλάχιστον από τις 27-3-2017 (ημερομηνία συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Εφετείου), πριν, δηλαδή, από την άσκηση αυτής (ένδικης αίτησης αναίρεσης) ότι ο παραπάνω αρχικός αντίδικός του είχε αποβιώσει και ότι κληρονόμοι του ήταν οι παραπάνω αναφερόμενοι.

Επομένως και σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην ως άνω οικεία νομική σκέψη, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τον παραπάνω αναιρεσίβλητο Δ. Σ., διότι, κατά το χρόνο άσκησής της αυτός είχε ήδη αποβιώσει, γεγονός που γνώριζε το αναιρεσείον και, συνεπώς, η αίτηση (αναίρεσης) ασκείται κατά ανύπαρκτου προσώπου.

Εξ άλλου, το επικουρικό αίτημα των παραπάνω κληρονόμων ότι συνεχίζουν τη δίκη και παρίστανται με την ιδιότητά τους ως, εκ διαθήκης, κληρονόμοι του προαναφερόμενου αρχικού διαδίκου, που έχουν νομιμοποιηθεί στα πλαίσια της δίκης ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, στερείται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έννομων αποτελεσμάτων και, συνεπώς, η συμμετοχή των παραπάνω στη δίκη αυτή, υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά τους, είναι απαράδεκτη (ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 1138/2021).

Περαιτέρω, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των 13ου, 14ης, 15ης και 16ης των αναιρεσίβλητων δήλωσαν στο ακροατήριο και τα ακόλουθα:

Α] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κ. Τ., δήλωσε ότι: 1] η εκ των αναιρεσίβλητων με αριθ. 14, Φ. συζ. Χ. Α., απεβίωσε στις 28-7-2022, όπως εμφαίνεται από το από ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Δήμου ... και υπεισέρχονται στη θέση της και συνεχίζουν τη δίκη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, οι: Χ. Α. του Α., σύζυγός της και Β.

Α. του Χ. και Α. Α. του Χ., τέκνα της, 2] η εκ των αναιρεσίβλητων με αριθ. 16, Θ. Σ. του Β., απεβίωσε στις 8-5-2020, όπως εμφαίνεται από την ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ... και υπεισέρχεται στη θέση της και συνεχίζει τη δίκη, ως εκ διαθήκης κληρονόμος της, ο σύζυγός της Κ. Κ., Β] Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δ. Κ., δήλωσε ότι:1] ο εκ των αναιρεσίβλητων με αριθ. 13, Γ.

Σ. του Α., απεβίωσε στις 9-11-2028, όπως εμφαίνεται από την με αριθ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ... και συνεχίζουν τη δίκη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, τα τέκνα του Χ. Σ. του Γ. και Θ. Σ. του Γ., 2] η εκ των αναιρεσίβλητων με αριθ. 15, Ο. συζ. Σ. Κ., το γένος Α. Σ., απεβίωσε στις 25-7-2017, όπως εμφαίνεται από την με αριθ. ...

ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου ... και συνεχίζουν τη δίκη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ο σύζυγό της Σ. Κ. του Α. και το τέκνο της Θ. Κ. του Σ.. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει γνωστοποίηση στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, από τους κληρονόμους των θανόντων ως άνω αναιρεσίβλητων περί των θανάτων αυτών, ούτε προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι το αναιρεσείον είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο των ως άνω θανάτων πριν από την άσκηση της αναίρεσης, η οποία, επομένως, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, έγκυρη και ισχυρή, παρότι στρέφεται και κατά θανόντων, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους νόμιμους, όπως προκύπτει από τα, μετ` επικλήσεως προσκομιζόμενα, σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα, κληρονόμους τους, των οποίων (κληρονόμων), άλλωστε, η κληρονομική ιδιότητα δεν αμφισβητείται (ΑΠ 379/2023).

Κατόπιν όλων αυτών, η από 2-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (ν. 2882/2001), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα πριν την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δημοσιεύθηκε στις 16-4-2018, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στις 2-4-2019, δηλαδή εντός έτους από τη δημοσίευσή της.

Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1 του ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 22 του ν. 2882/2001) και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 και έχει αυξημένη ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος έναντι των κοινών νόμων, συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της πλήρους αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για προσωρινό καθορισμό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου.

Τα ίδια ορίζονται και στο άρθρο 13 παρ. 1 εδ. α` και β` του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), στο οποίο περαιτέρω ορίζεται, στο εδάφιο γ`, ότι "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), ορίζεται ότι "κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Κανένας δεν μπορεί να στερηθεί της περιουσίας του, ειμή δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου όρους.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέσει σε ισχύ νόμους τους οποίους ήθελε κρίνει αναγκαίους για ρύθμιση της χρήσεως αγαθών σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή για εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Από τις προεκτεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι τα δικαστήρια, κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 13 παρ.1 εδ. α'και β'του ν. 2882/2001, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου, κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιούμενης στην παραπάνω διάταξη λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει κατάλληλα. Η σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του δικαστηρίου ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 596/2020, ΑΠ 751/2018, ΑΠ 635/2017).

Επίσης, κατά το τελευταίο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 15 του ιδίου νόμου 2882/2001, που προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 76 του ν. 4146/2013 (ΦΕΚ ...) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του ν. 4146/2013) "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζομένης από το ίδιο αξίας του ακινήτου τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου" Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής (ή του ανεξάρτητου εκτιμητή), εφόσον καταρτίστηκε, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν, ακόμη και αν η αναγραφόμενη αξία είναι κατώτερη ή ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία δεν δεσμεύει υποχρεωτικά την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου, πλην όμως αν το Δικαστήριο αποκλίνει από την αντικειμενική αξία ή από την τιμή της αρμόδιας Επιτροπής ή του ανεξάρτητου εκτιμητή, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικά τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 125/2021, ΑΠ 174/2021, ΑΠ 872/2020, ΑΠ 645/2020, ΑΠ 759/2020).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ. 9 του ίδιου νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε, εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974), συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ` αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημιώσεως λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, ιδίως η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της εμπορικής και οικονομικής εκμετάλλευσης αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του εναπομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος.

Έτσι, η αιτιολογία της δικαστικής απόφασης για την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης θεωρείται ανεπαρκής αν: α) δεν ενέχει προσδιορισμό των τμημάτων που εναπέμειναν, ήτοι αναφορά για το εμβαδόν τους και τα λοιπά προσδιοριστικά τους στοιχεία και β) δεν αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των τμημάτων που απομένουν, καθώς και τη, μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση, δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 809/2023, ΑΠ 1430//2022, ΑΠ 1481/2022, ΑΠ 171/2020, ΑΠ 210/2019, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015).

Επιπλέον, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης, κατά την παραπάνω διάταξη, αν το ακίνητο, τμήμα του οποίου απαλλοτριώθηκε, είχε πριν από την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό την οικοδόμηση, πρέπει, για την ευδοκίμηση του σχετικού αιτήματος, για τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης λόγω μείωσης της αξίας του τμήματος αυτού που απομένει, να αποδεικνύεται, σωρευτικά, ότι το εν λόγω ακίνητο πληρούσε, κατά τις διατάξεις που ισχύουν, τους όρους δόμησης κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση και ότι το τμήμα αυτού που απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, δεν είναι πλέον άρτιο, ούτε κατά παρέκκλιση, ή είναι μεν άρτιο αλλά όχι οικοδομήσιμο (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 171/2020, AΠ 210/2019).

Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ/γμα 797/1971. Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 1481/2022, ΑΠ 121/2020, AΠ 210/2019, ΑΠ 96/2015). Εξάλλου, στο π.δ/γμα της 24/31-5-1985 (ΦΕΚ 270/Δ) ''Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών" και στο άρθρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "οι όροι και περιορισμοί δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων, κωμών και οικισμών ή εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και στερουμένων ρυμοτομικού σχεδίου, που καθορίστηκαν με το από 6-10-1978 π.δ/γμα, ως ισχύει, τροποποιούνται ως εξής: 1. "α) Ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τ.μ.

και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα......, β) Για γήπεδα που έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, ως και σε εγκαταλειμμένα τμήματά τους και σε σιδηροδρομικές γραμμές απαιτούνται: ελάχιστο πρόσωπο 45 μ., ελάχιστο βάθος 50 μ., ελάχιστο εμβαδόν 4.000 τ.μ. 2.

Κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη παράγραφο θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα τα γήπεδα: α) τα κείμενα εντός της ζώνης των πόλεων κωμών και οικισμών, τα οποία είχαν κατά την 24-4-1977, ημέρα δημοσίευσης του από 5-4-1977 π. δ/τος (ΦΕΚ 133Δ), ελάχιστο εμβαδόν 2.000 τ.μ., β) τα γήπεδα που κατά την ημέρα δημοσίευσης του παρόντος π.δ/τος έχουν πρόσωπο σε διεθνείς, εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές οδούς, καθώς και σε εγκαταλελειμμένα τμήματα αυτών και σε σιδηροδρομικές γραμμές και εφόσον έχουν:

αα)....., γγ) τα γήπεδα που υφίστανται κατά την 17-10-1978, ημέρα δημοσίευσης του από 6-10-75 π.δ/τος (ΦΕΚ 538Δ), ελάχιστο πρόσωπο: 25 μέτρα, ελάχιστο βάθος: 40 μέτρα, ελάχιστο εμβαδόν: 2.000 τ.μ...... γ) Άρτια και οικοδομήσιμα γήπεδα που απομειούνται συνεπεία απαλλοτριώσεων η διανοίξεως ....... οδών θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα, εφόσον μετά την απομείωση αυτή έχουν τα όρια αρτιότητας και τις λοιπές προϋποθέσεις των γηπέδων των προηγούμενων περιπτώσεων α και β ......".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου να κριθεί ότι το εναπομείναν τμήμα ενός ακινήτου που απαλλοτριώθηκε είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη του ορίου αρτιότητας (εμβαδόν), αλλά και οι λοιπές προϋποθέσεις των περιπτώσεων α και β, δηλ. ελάχιστο βάθος και ελάχιστο πρόσωπο επί εθνικής ή επαρχιακής ή δημοτικής ή κοινοτικής οδού σε συγκεκριμένη ημεροχρονολογία (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 1279/2015, ΑΠ 418/2014, ΑΠ 295/2014, ΑΠ 1619/2010).

Ωστόσο, η συνδρομή ή όχι των όρων του π.δ/τος 24/1985, σχετικά με το άρτιο και την οικοδομησιμότητα του απομένοντος ακινήτου, μπορεί να συναχθεί και από τις αποδείξεις (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 877/2015, ΑΠ 539/2015). Τέλος με το άρθρο 2 παρ. 1β` του π.δ/τος 209/1998 (ΦΕΚ 169 Α/98) ορίζεται ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι 60 μ.

από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο αυτής και για κτίρια τα οποία βρίσκονται σε περιοχές μέσα στα όρια οικισμών προϋφισταμένων του 1923, χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή μέσα στα όρια οικισμών, κάτω των 2.000 κατοίκων, οριοθετημένων σύμφωνα με το από 24-4-85 Π.Δ. (ΦΕΚ 181/Δ/85) όπως ισχύει στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 30 μ.

από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 20 μ. από το όριο αυτής (ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 97/2022, ΑΠ 553/2021). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 9/2013, ΑΠ 1207/2023, ΑΠ 1092/2022). Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, γιατί δεν έχει καθόλου ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν, από το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν προκύπτουν, σαφώς και επαρκώς, τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για την εφαρμογή, στην συγκεκριμένη περίπτωση, του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τα πραγματικά περιστατικά που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με συνέπεια να μην είναι δυνατός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή όχι εφαρμογής του κανόνα αυτού του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2020, Ολ.ΑΠ 2/2019, ΑΠ 809/2023, ΑΠ 1225/2024, ΑΠ 2/2022).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 809/2023, ΑΠ 509/2020).

Αντίθετα, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά την διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις της απόφασης ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση και στάθμισή τους και στην αιτιολόγηση του εξαγομένου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 809/2023, ΑΠ 1096/2021, ΑΠ 521/2021, ΑΠ 464/2020).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και η επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε η εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 809/2023, ΑΠ 122/2020, 1373/2019, ΑΠ 918/2019, ΑΠ 564/2018).

Το πόρισμα, δηλαδή το συμπέρασμα που προκύπτει από τις αποδείξεις, είναι σαφές, όταν αναφέρεται στην απόφαση χωρίς ενδοιασμούς (με βεβαιότητα) ότι αποδείχθηκε συγκεκριμένο γεγονός και δεν χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο εκφράσεις που κλονίζουν το πόρισμα, ως προϊόν πλήρους δικανικής πεποιθήσεως (ΑΠ 809/2023, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1653/2018, ΑΠ 1206/2018).

Δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 809/2023, ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 145/2021, ΑΠ 605/2020, ΑΠ 30/2020).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το (Τριμελές) Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, προκειμένου να προβεί στον οριστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας, μεταξύ των οποίων και των ..., ... νέο [το οποίο περιλαμβάνει μετά από συνένωση τα ...

και ΚΠ 3 παλαιά], ..., ..., ... και ... ακινήτων των αναιρεσίβλητων, καθώς και τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εδαφικών τμημάτων των ..., ..., ... και ... ακινήτων των αναιρεσίβλητων, που απέμειναν μετά την απαλλοτρίωση, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''......

Δυνάμει της υπ' αριθ. 1023545/1738/Δ0010/31-3-2005 κοινής υπουργικής απόφασης των Υφυπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, η οποία δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 366/5-4-2005 ΦΕΚ, τεύχος Δ' και μεταγράφηκε στις 26-5-2005 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κατερίνης, στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό 112, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, για την διευθέτηση του ρέματος Λεπτοκαρυάς και τη διάνοιξη της Περιφερειακής Οδού Λεπτοκαρυάς από χ/θ 1+700 έως χ/θ 1+900, συνολικής έκτασης 8.423 τ.μ., που βρίσκεται στη περιοχή του Δήμου Ανατολικού Ολύμπου, στο Νομό Πιερίας και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στο από 12-5-2004 και με αριθμό σχεδίου ΚΔ1 ακριβές αντίγραφο κτηματολογικού διαγράμματος και του αντίστοιχου κτηματολογικού πίνακα της ΕΥΔΕ/ΠΑΘΕ ΤΚΕ Θεσ/νίκης, που έχει συντάξει ο μηχανικός Π.

Τζανής, έχει θεωρήσει στις 12-5-2004 ο Διευθυντής της Δ/νης Δ12 του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. Κ. Δεσύπρης και εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. ... εγκριτική απόφαση του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ.. Στην απαλλοτριούμενη έκταση περιλαμβάνονται και τα ακίνητα που αναφέρονται στον Κτηματολογικό Πίνακα με αριθμούς ..., ... νέο (το οποίο περιλαμβάνει μετά από συνένωση τα ...

και ΚΠ 3 παλαιά), ..., ..., ... και ..., επί των οποίων προβάλλουν δικαιώματα κυριότητας οι αιτούντες. Τα εν λόγω ακίνητα είναι αγροτεμάχια, τα οποία βρίσκονται δυτικά και εκτός των ορίων του παραλιακού οικισμού της Λεπτοκαρυάς Ν. Πιερίας, στη θέση "..." και εκτείνονται σε μια ζώνη πλάτους κατά μέσο όρο 200 μέτρων που οριοθετείται μεταξύ της Εθνικής Οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης και της περιφερειακής οδού του οικισμού, σε απόσταση 1.000 έως 1.500 μέτρων από τη θάλασσα.

Τα απαλλοτριωθέντα, πλήν των ... και ..., έχουν πρόσοψη στην Εθνική Οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να διαθέτουν άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, καθόσον πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, βασική δε οδική σύνδεση των συγκεκριμένων ακινήτων αποτελεί η επαρχιακή οδός ... μέσω του ανισόπεδου κόμβου της ΠΑΘΕ.

Δεν υφίσταται πλήρης εξυπηρέτηση των ακινήτων από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, αφού δεν είναι συνδεδεμένα με το κεντρικό αποχετευτικό σύστημα, όπως επίσης και με το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης και δεν εξυπηρετούνται από γραμμή αστικής συγκοινωνίας. Από την περιοχή διέρχονται τα εθνικά δίκτυα μεταφορών (αυτοκινητόδρομος ΠΑΘΕ και νέα σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας- Θεσσαλονίκης), ενέργειας (αγωγός φυσικού αερίου) και τηλεπικοινωνιών, τα οποία αφενός μεν διασπούν της ενότητα του φυσικού και αναπτυξιακού χώρου και αφετέρου αποτελούν πηγές όχλησης και κινδύνων.

Τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα αποτελούν στο σύνολο τους αρδευόμενες εκτάσεις που προήλθαν από την οριστική διανομή του έτους 1936 του αγροκτήματος "..." (...), με κύρια, κατά προορισμό, την αγροτική χρήση, ενώ όσα εξ αυτών είναι άρτια και οικοδομήσιμα έχουν και δευτερεύουσα οικοπεδική αξία, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη περιοχή παρουσιάζει αξιόλογη τουριστική ανάπτυξη με αυξημένο ενδιαφέρον αγοράς εδαφικών εκτάσεων προς ανέγερση εξοχικών κατοικιών.

Οι όροι δόμησης της περιοχής διέπονται από τις ρυθμίσεις του διατάγματος έγκρισης της οικείας Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (ΦΕΚ 447Δ'/1990), με το άρθρο 3 παρ. 2 της οποίας καθορίζονται οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης για α) κατοικίες, β) τουριστικές εγκαταστάσεις, γ) εγκαταστάσεις αναψυχής, δ) κτίρια κοινής ωφέλειας και ε) καταστήματα, με κατώτατο όριο κατάτμησης και αρτιότητας των γηπέδων τα 4 στρέμματα, μέγιστη συνολική επιφάνεια ορόφων 200 τ.μ.

και μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος 5 μέτρα, ενώ για τους λοιπούς όρους δόμησης εφαρμόζονται διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 εδ. α, β και 2 του ΠΔ 24/1985, για τη δόμηση εκτός ρυμοτομικών σχεδίων, καθώς και το ΠΔ 209/1998 (ΦΕΚ 169Α/1998), το οποίο με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. β' προβλέπει για την ασφάλεια της συγκοινωνίας ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι 60 μ.

από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ. από το όριο της απαλλοτρίωσης αυτής. Ειδικότερα δε, τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα εμφανίζουν τα ακόλουθα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά : 1) Το ακίνητο με αριθμό ... είχε αρχική έκταση 704 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 181 τ.μ. Ενόψει των ανωτέρω διαστάσεών του ήταν πριν από την απαλλοτρίωση και παρέμεινε μετά από αυτή μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο.

Βρίσκεται σχεδόν σε επαφή με τον οικισμό Λεπτοκαρυάς και διαθέτει πρόσοψη στην Εθνική Οδό, απέχει δε 1.000 περίπου μέτρα από τη θάλασσα και 2.000 μέτρα από τον κόμβο της ΠΑΘΕ, έχει σχήμα τετράπλευρο, μορφή επίπεδη και δεν καλλιεργείται (χέρσο με 6 ελαιόδενδρα), ούτε αποφέρει πρόσοδο. 2) Το ακίνητο με αριθμό ...

είχε αρχική έκταση 6.244 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 1.630 τ.μ. Ενόψει των ανωτέρω διαστάσεων του ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε μεν άρτιο, αλλά κατέστη μη οικοδομήσιμο, λόγω της έλλειψης του απαιτούμενου βάθους και απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ.

Βρίσκεται σχεδόν σε επαφή με τον οικισμό Λεπτοκαρυάς και διαθέτει πρόσοψη στην Εθνική Οδό, απέχει δε 1.000 περίπου μέτρα από τη θάλασσα και 2.000 μέτρα από τον κόμβο της ΠΑΘΕ, έχει σχήμα τετράπλευρο, μορφή επίπεδη και δεν καλλιεργείται (χέρσο με 20 ελαιόδενδρα), ούτε αποφέρει πρόσοδο. 3) Το ακίνητο με αριθμό ...

είχε αρχική έκταση 3.623 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 810 τ.μ. Ενόψει των ανωτέρω διαστάσεών του ήταν πριν από την απαλλοτρίωση κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο ενώ μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε μεν κατά παρέκκλιση άρτιο αλλά κατέστη μη οικοδομήσιμο, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ.

Βρίσκεται σχεδόν σε επαφή με τον οικισμό Λεπτοκαρυάς και διαθέτει πρόσοψη σε αγροτική οδό, απέχει δε 1.000 περίπου μέτρα από τη θάλασσα και 2.300 μέτρα από τον κόμβο της ΠΑΘΕ, έχει σχήμα πολύγωνο, μορφή επίπεδη και δεν καλλιεργείται (χέρσο με 17 ελαιόδεντρα), ούτε αποφέρει πρόσοδο. 4) Το ακίνητο με αριθμό ... είχε αρχική έκταση 1.870 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 484 τ.μ.

Ενόψει των ανωτέρω διαστάσεών του ήταν πριν από την απαλλοτρίωση και παρέμεινε μετά από αυτή μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο. Βρίσκεται σχεδόν σε επαφή με τον οικισμό Λεπτοκαρυάς και διαθέτει πρόσοψη σε αγροτική οδό, απέχει δε 1.000 περίπου μέτρα από τη θάλασσα και 2.500 μέτρα από τον κόμβο της ΠΑΘΕ, έχει σχήμα πολύπλευρο, μορφή επίπεδη και δεν καλλιεργείται (χέρσο με 12 ελαιόδενδρα), ούτε αποφέρει πρόσοδο. 5) Το ακίνητο με αριθμό ...

είχε αρχική έκταση 7.405 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 2.662 τ.μ. Ενόψει των ανωτέρω διαστάσεών του ήταν πριν από την απαλλοτρίωση και παρέμεινε μετά από αυτήν άρτιο και οικοδομήσιμο. Βρίσκεται σχεδόν σε επαφή με τον οικισμό Λεπτοκαρυάς και διαθέτει πρόσοψη στην Εθνική Οδό, απέχει δε 1.000 περίπου μέτρα από τη θάλασσα και 2.400 μέτρα από τον κόμβο της ΠΑΘΕ, έχει σχήμα πολύπλευρο, μορφή επίπεδη και δεν καλλιεργείται (χέρσο), ούτε αποφέρει πρόσοδο. 6) Το ακίνητο με αριθμό ...

είχε αρχική έκταση 4.305 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 2.656 τ.μ. Ενόψει των ανωτέρω διαστάσεών του ήταν πριν από την απαλλοτρίωση και παρέμεινε μετά από αυτήν άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ. Βρίσκεται σχεδόν σε επαφή με τον οικισμό Λεπτοκαρυάς και διαθέτει πρόσοψη στην Εθνική Οδό, απέχει δε 1.000 περίπου μέτρα από τη θάλασσα και 500 μέτρα από τον κόμβο της ΠΑΘΕ, έχει σχήμα ακανόνιστο πολύπλευρο, μορφή επίπεδη και δεν καλλιεργείται (χέρσο με 17 ελαιόδεντρα), ούτε αποφέρει πρόσοδο.

Τα ως άνω απαλλοτριωθέντα ακίνητα εμπίπτουν στο σύστημα αντικειμενικού υπολογισμού της αξίας τους. Σύμφωνα δε με το υπ' αριθ.πρωτ. ... έγγραφο της Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, η αντικειμενική αξία τους διαφοροποιείται ανάλογα με το αν διαθέτουν πρόσοψη στην Εθνική Οδό ή σε αγροτικό δρόμο και προσδιορίζεται για τα ..., ..., ...

και ... (με πρόσοψη στην Ε.Ο.) στο ποσό των 18,59 ευρώ ανά τ.μ. και για τα ... και ... (με πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο) στο ποσό των 7,2 ευρώ ανά τ.μ. Η Επιτροπή του άρθρου 15 Ν. 2882/2001, με την από 24-11-2005 έκθεση προεκτίμησης, προσδιόρισε την αξία για μεν τα ..., ..., ... και ... στο ποσό των 5,66 ευρώ ανά τ.μ. και για τα ... και ... στο ποσό του 1,31 ευρώ ανά τ.μ.

Με την υπ' αριθ. 110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων, με κρίσιμο χρόνο την 1-2- 2007, για μεν τα ..., ..., ... και ... στο ποσό των 7,00 ευρώ ανά τ.μ. και για τα ... και ... στο ποσό των 2,00 ευρώ ανά τ.μ. Οι αιτούντες προσδιορίζουν την τιμή αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ιδιοκτησίας τους στο ποσό των 216,76 ευρώ ανά τ.μ., επικαλούμενοι ιδίως :

α) Τη στερούμενη χρόνου σύνταξης τεχνική έκθεση εκτίμησης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., με τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν συγκριτικά στοιχεία, σε συνδυασμό και με τη σχετική ένορκη κατάθεση του ιδίου κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που εκτιμά την αξία του συνόλου των ακινήτων στο ποσό των 250,92 ευρώ ανά τ.μ., β) Τις υπ' αριθ. ...

και ... εκθέσεις εκτίμησης των ορκωτών εκτιμητών Π. Κ. και Ν. Π., που προσδιορίζουν την αξία του ακινήτου με αριθμό ... στο ποσό των 70,00 ευρώ ανά τ.μ. και γ) Την από 4-4-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Ι., που διορίστηκε με την υπ'αριθ. ... απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και η οποία εκτιμά ότι η αξία των ακινήτων ανέρχεται για τα ...

και ... στο ποσό των 40,00 ευρώ ανά τ.μ., για το ... στο ποσό των 80,00 ευρώ ανά τ.μ., για το ... στο ποσό των 128,00 ευρώ ανά τ.μ., για το ... στο ποσό των 160,00 ευρώ ανά τ.μ. και για το ... στο ποσό των 50,00 ευρώ ανά τ.μ. Πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι ανωτέρω εκθέσεις, συμπεριλαμβανομένης και της πραγματογνωμοσύνης, προτάσσουν ως προέχουσα την οικοπεδική αξία των ακινήτων, θεωρώντας ότι αυτά είναι αγροτεμάχια που έχουν αστικοποιηθεί (οικοπεδαγροί).

Αντιθέτως το καθού η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο, εμμένοντας στην αγροτική χρήση των απαλλοτριωθέντων, ισχυρίζεται ότι η αγοραία τιμή αυτών δεν υπερβαίνει την ως άνω αντικειμενική αξία τους, ήτοι ανέρχεται για τα ..., ..., ... και ... στο ποσό των 18,59 ευρώ ανά τ.μ. και για τα ... και ..., στο ποσό των 7,2 ευρώ ανά τ.μ. Εις επίρρωση δε των ισχυρισμών του επικαλείται την κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης κατάθεση της μάρτυρος Π.

Δ. Τ., υπαλλήλου της Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, καθώς και τα υπ' αριθ. πρωτ. ... και ... έγγραφα της ανωτέρω υπηρεσίας, στα οποία με βάση τις αναφερόμενες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης όμορων ακινήτων της ίδιας περιοχής κατά τη διάρκεια των ετών 1997, 1998 και 1999, η αξία αυτών κυμαίνεται από 8,22 έως 13,79 ευρώ ανά τ.μ. Ενόψει των προαναφερομένων, με βάση τα ανωτέρω ιδιαίτερα μορφολογικά χαρακτηριστικά των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και δη την έκταση, τη θέση, την ύπαρξη ή μη πρόσοψης αυτών επί της Εθνικής Οδού Αθηνών Θεσσαλονίκης, σε συνδυασμό με την αντικειμενική αξία των συγκεκριμένων ακινήτων και την κατά προορισμό κύρια γεωργική χρήση τους ή την ως άνω αποδεδειγμένη κατά περίπτωση και δευτερεύουσα οικοπεδική αξία των άρτιων και οικοδομήσιμων εξ αυτών, η πραγματική αξία τους υπό τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες κατά τον κρίσιμο χρόνο της πρώτης συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (16-2-2009), που διεξήχθη μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης (1-2-2007), χωρίς να υπολογίζεται τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση που επήλθε συνεπεία της εξαγγελίας ή της κήρυξης της απαλλοτρίωσης ή από ενέργειες των ιδιοκτητών μετά από την ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης και μόνο εξαιτίας αυτής, όπως και της επιγενόμενης σημαντικής πτώσης της αξίας των ακινήτων συνεπεία της οικονομικής ύφεσης μετά το έτος 2009, ήτοι η πλήρης αποζημίωση που επέτρεπε στους ιδιοκτήτες την αντικατάσταση κατά τον ως άνω χρόνο των απαλλοτριωθέντων με άλλα ισάξια (....), ανέρχεται:

α) για τα ακίνητα με αριθμούς ..., ... και ... στο ποσό των 20,00 ευρώ ανά τ.μ., β) για το ακίνητο με αριθμό ... στο ποσό των 30,00 ευρώ ανά τ.μ. και γ) για το ακίνητα με αριθμούς ... και ... στο ποσό των 35,00 ευρώ ανά τ.μ. ......... Εξάλλου, ως προς την αιτούμενη ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα εκτός απαλλοτρίωσης τμήματα των ως άνω ακινήτων με αριθμούς ..., ..., ...

και ... από την απότμηση της απαλλοτριουμένης εκτάσεως κάθε ιδιοκτησίας και την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: 1) Από την ιδιοκτησία με αριθμό ..., αρχικής έκτασης 6.244 τ.μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 1.630 τ.μ. και απέμεινε τμήμα εμβαδού 4.614 τ.μ. Το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε μεν άρτιο, αλλά κατέστη μη οικοδομήσιμο, λόγω της έλλειψης του απαιτούμενου βάθους και απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ.

Υπό τους προαναφερθέντες όρους και περιορισμούς δόμησης της ισχύουσας για την περιοχή Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, η μέγιστη επιφάνεια του αρχικού ακινήτου που θα ήταν επιτρεπτό να καλυφθεί ανερχόταν σε 35 τ.μ. και επομένως η συνολική δομήσιμη επιφάνεια του διώροφου κτιρίου που θα μπορούσε να ανεγερθεί υπολογίζεται σε 70 τ.μ.

κατά την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Ι.. Πέραν, ωστόσο, της απώλειας της δευτερεύουσας δυνατότητας οικοπεδικής αξιοποίησης του εν λόγω ακινήτου, στην κύρια, κατά προορισμό, αγροτική χρήση και εκμετάλλευση αυτού ουδεμία αρνητική επίπτωση επήλθε από την ένδικη απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε, αφού στο εναπομείναν τμήμα, με βάση την έκταση, τη θέση, την προπεριγραφείσα μορφή και το σχήμα του, ουδόλως περιορίζεται η δυνατότητα αγροτικής καλλιέργειας, ούτε επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η προϋφιστάμενη ευχέρεια πρόσβασης σ' αυτό.

Συνακόλουθα το εναπομείναν εκτός της απαλλοτρίωσης τμήμα του ως άνω ακινήτου εκτιμάται ότι υφίσταται μείωση κατά ποσοστό 50% της αξίας του. 2) Από την ιδιοκτησία με αριθμό ..., αρχικής έκτασης 3.623 τ.μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 810 τ.μ. και απέμεινε τμήμα εμβαδού 2.813 τ.μ. Το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν πριν από την απαλλοτρίωση κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο ενώ μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε μεν κατά παρέκκλιση άρτιο αλλά κατέστη μη οικοδομήσιμο, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ.

Υπό τους προαναφερθέντες όρους και περιορισμούς δόμησης της ισχύουσας για την περιοχή Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου και ιδίως ενόψει των ελάχιστων υποχρεωτικών αποστάσεων από τη ζώνη της προηγηθείσας απαλλοτρίωσης της ΠΑΘΕ και των οπίσθιων και πλάγιων αποστάσεων από το υπό διευθέτηση ρέμα Λεπτοκαρυάς, η μέγιστη επιφάνεια του αρχικού ακινήτου που θα ήταν επιτρεπτό να καλυφθεί ανερχόταν σε 40 τ.μ.

και επομένως η συνολική δομήσιμη επιφάνεια του διώροφου κτιρίου που θα μπορούσε να ανεγερθεί υπολογίζεται σε 80 τ.μ. κατά την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Ι., χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω η υπό ειδικούς όρους δυνατότητα ανέγερσης επ' αυτού ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων (ξενοδοχείου, ξενώνων ή μοτέλ), η οποία, λόγω της περιορισμένης έκτασης του ακινήτου και της απομακρυσμένης θέσης του σε αδιαμόρφωτη, αγροτική, εκτός σχεδίου περιοχή και σε μεγάλη απόσταση από τη θάλασσα, καθίσταται προφανώς απρόσφορη και οικονομικά ασύμφορη.

Πέραν, ωστόσο, της απώλειας της δευτερεύουσας δυνατότητας οικοπεδικής αξιοποίησης του εν λόγω ακινήτου, στην κύρια, κατά προορισμό, αγροτική χρήση και εκμετάλλευση αυτού ουδεμία αρνητική επίπτωση επήλθε από την ένδικη απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε, αφού στο εναπομείναν τμήμα, με βάση την έκταση, τη θέση, την προπεριγραφείσα μορφή και το σχήμα του, ουδόλως περιορίζεται η δυνατότητα αγροτικής καλλιέργειας, ούτε επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η προϋφιστάμενη ευχέρεια πρόσβασης σ' αυτό.

Συνακόλουθα το εναπομείναν εκτός της απαλλοτρίωσης τμήμα του ως άνω ακινήτου εκτιμάται ότι υφίσταται μείωση κατά ποσοστό 60% της αξίας του. 3) Από την ιδιοκτησία με αριθμό ..., αρχικής έκτασης 7.405 τ.μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 2.662 τ.μ. και απέμεινε τμήμα εμβαδού 4.743 τ.μ. Το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν πριν από την απαλλοτρίωση και παρέμεινε μετά από αυτήν άρτιο και οικοδομήσιμο.

Υπό τους προαναφερθέντες όρους και περιορισμούς δόμησης της ισχύουσας για την περιοχή Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, η μέγιστη επιφάνεια του αρχικού ακινήτου που θα ήταν επιτρεπτό να καλυφθεί ανερχόταν σε 70 τ.μ. και επομένως η συνολική δομήσιμη επιφάνεια του διώροφου κτιρίου που θα μπορούσε να ανεγερθεί υπολογίζεται σε 140 τ.μ.

κατά την ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε. Ι.. Η ως άνω οικοδομησιμότητα του εν λόγω ακινήτου δεν θίγεται από την ένδικη απαλλοτρίωση, χωρίς να αποδεικνύεται περαιτέρω η υπό ειδικούς όρους δυνατότητα ανέγερσης επ' αυτού ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων (ξενοδοχείου, ξενώνων ή μοτέλ), η οποία, λόγω της έκτασης του ακινήτου και της απομακρυσμένης θέσης του σε αδιαμόρφωτη, αγροτική, εκτός σχεδίου περιοχή και σε μεγάλη απόσταση από τη θάλασσα, καθίσταται προφανώς απρόσφορη και οικονομικά ασύμφορη.

Πέραν δε τούτου, στην κύρια, κατά προορισμό, αγροτική χρήση και εκμετάλλευση του συγκεκριμένου ακινήτου ουδεμία αρνητική επίπτωση επήλθε από την ένδικη απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε, αφού στο εναπομείναν τμήμα, με βάση την έκταση, τη θέση, την προπεριγραφείσα μορφή και το σχήμα του, ουδόλως περιορίζεται η δυνατότητα αγροτικής καλλιέργειας, ούτε επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η προϋφιστάμενη ευχέρεια πρόσβασης σ' αυτό.

Συνακόλουθα το εναπομείναν εκτός της απαλλοτρίωσης τμήμα του ως άνω ακινήτου εκτιμάται ότι δεν υφίσταται μείωση της αξίας του. και 4) Από την ιδιοκτησία με αριθμό ..., αρχικής έκτασης 4.305 τ,μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 2.656 τ.μ. και απέμεινε τμήμα εμβαδού 1.649 τ.μ. Το συγκεκριμένο ακίνητο ήταν πριν από την απαλλοτρίωση και παρέμεινε μετά από αυτήν άρτιο αλλά μη οικοδομήσιμο, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ.

Επομένως η οικοδομησιμότητα του εν λόγω ακινήτου δεν θίγεται από την ένδικη απαλλοτρίωση ούτε υφίσταται δυνατότητα οικοπεδικής αξιοποίησης αυτού. Πέραν δε τούτου, στην κύρια κατά προορισμό και αποκλειστική ως εκ των προαναφερομένων αγροτική χρήση και εκμετάλλευση του συγκεκριμένου ακινήτου ουδεμία αρνητική επίπτωση επήλθε από την ένδικη απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε, αφού στο εναπομείναν τμήμα, με βάση την έκταση, τη θέση, την προπεριγραφείσα μορφή και το σχήμα του, ουδόλως περιορίζεται η δυνατότητα αγροτικής καλλιέργειας, ούτε επηρεάζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η προυφιστάμενη ευχέρεια πρόσβασης σ' αυτό.

Συνακόλουθα το εναπομείναν εκτός της απαλλοτρίωσης τμήμα του ως άνω ακινήτου εκτιμάται ότι δεν υφίσταται μείωση της αξίας του ....''. Με βάση τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις ιδιοκτησίες των αναιρεσίβλητων: 1) για τα ακίνητα με αριθμούς ..., ...

και ... στο ποσό των 20,00 ευρώ ανά τ.μ., 2) για το ακίνητο με αριθμό ... στο ποσό των 30,00 ευρώ ανά τ.μ. και 3) για τα ακίνητα με αριθμούς ... και ... στο ποσό των 35,00 ευρώ ανά τ.μ., ενώ καθόρισε την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των: 1) Για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., σε ποσοστό 50% επί της αξίας του εναπομείναντος τμήματος και 2) Για την ιδιοκτησία με αριθμό ..., σε ποσοστό 60% επί της αξίας του εναπομείναντος τμήματος.

Με τη κρίση του αυτή, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προμνημονευόμενες διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 και 4, 15 παρ. 6 εδ. δ' του ΚΑΑΑ (ν. 2882/2001), αλλά και του π.δ/τος 24/1985, που καθορίζει τους όρους δόμησης για τα εκτός σχεδίου πόλης ακίνητα και του π.δ/τος 209/1998 "Λήψη μέτρων για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας", που στο άρθρο 2 παρ. 1β` καθορίζει την ελάχιστη απόσταση των κτιρίων, από τους άξονες των οδών, καθώς και του Συντάγματος περί προστασίας της ιδιοκτησίας, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί σεβασμού της ιδιοκτησίας και περί των αρχών της δίκαιης δίκης, οι οποίες είχαν εφαρμογή στην ερευνώμενη υπόθεση για το καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως διατείνεται το αναιρεσείον με τους ενιαίως ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους, ενώ διέλαβε, στη προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το ζήτημα του καθορισμού της αξίας των απαλλοτριούμενων ακινήτων των αναιρεσίβλητων, καθώς και της ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων των με αριθ. ...

και ... απαλλοτριούμενων ακινήτων (που ενδιαφέρουν την παρούσα αναιρετική δίκη), επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων και έτσι δεν στερείται, η προσβαλλόμενη απόφαση, νόμιμης βάσης, ενώ καλύπτεται με πληρότητα και χωρίς λογικά κενά το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων διατάξεων και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή για να αιτιολογηθεί η αξία των ακινήτων των αναιρεσίβλητων.

Ειδικότερα, το Εφετείο ως προς την οριστική τιμή του εδάφους (αξία γης) των ένδικων απαλλοτριούμενων ακινήτων [..., ... νέο (το οποίο περιλαμβάνει μετά από συνένωση τα ... και ΚΠ 3 παλαιά), ..., ..., ... και ...], εκθέτει, με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, τα κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του εδάφους των ακινήτων και πιο συγκεκριμένα ότι αυτά (όλα):

α) βρίσκονται δυτικά και εκτός των ορίων του παραλιακού οικισμού της Λεπτοκαρυάς του Ν. Πιερίας, στη θέση "..." και εκτείνονται σε μια ζώνη πλάτους κατά μέσο όρο 200 μέτρων που οριοθετείται μεταξύ της Εθνικής Οδού Αθηνών-Θεσσαλονίκης και της περιφερειακής οδού του οικισμού, σε απόσταση 1.000 έως 1.500 μέτρων από τη θάλασσα, β) πλην των με αριθ. ...

και ..., έχουν πρόσοψη στην Εθνική Οδό Αθηνών-Θεσσαλονίκης, χωρίς όμως να διαθέτουν άμεση πρόσβαση σ' αυτήν, καθόσον πρόκειται για κλειστό αυτοκινητόδρομο, γ) βασική οδική σύνδεση των ως άνω ακινήτων αποτελεί η επαρχιακή οδός ... μέσω του ανισόπεδου κόμβου της ΠΑΘΕ, δ) δεν υπάρχει πλήρης εξυπηρέτηση των ακινήτων από τα δίκτυα κοινής ωφέλειας, αφού δεν είναι συνδεδεμένα με το κεντρικό αποχετευτικό σύστημα, όπως επίσης και με το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης και δεν εξυπηρετούνται από γραμμή αστικής συγκοινωνίας, ε) είναι αγροτεμάχια, με κύρια, κατά προορισμό, χρήση την αγροτική, αρδευόμενα στο σύνολό τους (προήλθαν από την οριστική διανομή του έτους 1936), ενώ δευτερευόντως έχουν και οικοπεδική αξία, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη περιοχή παρουσιάζει αξιόλογη τουριστική ανάπτυξη με αυξημένο ενδιαφέρον αγοράς εδαφικών εκτάσεων για ανέγερση εξοχικών κατοικιών, στ) ως προς τους όρους δόμησης ισχύουν εκείνοι που έχουν τεθεί με το π.δ/γμα 24/1985 για την εκτός σχεδίου και οικισμών δόμηση και του π.δ/τος 209/1998 (το οποίο με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.

β' προβλέπει για την ασφάλεια της συγκοινωνίας ότι η ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους σε όσες περιπτώσεις προβλέπεται, τα οποία κτίρια βρίσκονται σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχές και εκτός ορίων οικισμών στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι 60 μ. από τον άξονα της οδού ή όχι λιγότερο των 40 μ.

από το όριο της απαλλοτρίωσης αυτής), εξειδικεύει δε αναλυτικά ότι ενώ τα με αριθ. ..., ... και ... ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμα, μετά την απαλλοτρίωση παρέμειναν μεν άρτια, αλλά κατέστησαν μη οικοδομήσιμα, λόγω της έλλειψης του απαιτούμενου βάθους και απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ, τα με αριθ. ...

και ... ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτια και οικοδομήσιμα, ενώ μετά την απαλλοτρίωση παρέμειναν μεν άρτια, αλλά κατέστησαν μη οικοδομήσιμα και το με αριθ. ... ήταν πριν από την απαλλοτρίωση και παρέμεινε μετά από αυτήν άρτιο και οικοδομήσιμο, ζ) προσδιορίζεται το εμβαδόν καθενός πριν και μετά την απαλλοτρίωση και η) εμπίπτουν στο σύστημα αντικειμενικού υπολογισμού της αξίας τους.

Αναφέρει επίσης και αξιολογεί όλα τα συγκριτικά στοιχεία που προσκόμισαν τα διάδικα μέρη (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 465/2020) και ειδικότερα: α)το με αριθ. ... έγγραφο της Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, σύμφωνα με το οποίο η αντικειμενική αξία των απαλλοτριούμενων ακινήτων διαφοροποιείται ανάλογα με το αν αυτά διαθέτουν πρόσοψη στην Εθνική Οδό ή σε αγροτικό δρόμο και προσδιορίζεται για τα με αριθ. ..., ..., ...

και ... (με πρόσοψη στην Ε.Ο.) στο ποσό των 18,59 ευρώ ανά τ.μ. και για τα με αριθ. ... και ... (με πρόσοψη σε αγροτικό δρόμο) στο ποσό των 7,2 ευρώ ανά τ.μ., β) την από 24-11-2005 έκθεση προεκτίμησης της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 2882/2001, με την οποία προσδιορίζεται η αξία για τα με αριθ. ..., ..., ... και ... στο ποσό των 5,66 ευρώ ανά τ.μ.

και για τα με αριθ. ... και ... στο ποσό του 1,31 ευρώ ανά τ.μ., γ) την με αριθ. 110/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, με την οποία καθορίστηκε η προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθέντων (με κρίσιμο χρόνο αυτόν της 1-2-2007), για τα με αριθ. ..., ..., ... και ... ακίνητα στο ποσό των 7,00 ευρώ ανά τ.μ.

και για τα με αριθ. ... και ... στο ποσό των 2,00 ευρώ ανά τ.μ., δ) την τεχνική έκθεση εκτίμησης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α. Μ., με τα ειδικότερα αναφερόμενα σ' αυτήν συγκριτικά στοιχεία, ε) τις με αριθ. ... και ... εκθέσεις εκτίμησης των ορκωτών εκτιμητών Π. Κ. και Ν. Π., στ) την από 4-4-2016 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ε.

Ι., που διορίστηκε με την με αριθ. ... απόφαση του Εφετείου και η οποία εκτιμά ότι η αξία των ακινήτων ανέρχεται για τα με αριθ. ... και ... στο ποσό των 40,00 ευρώ ανά τ.μ., για το με αριθ. ... στο ποσό των 80,00 ευρώ ανά τ.μ., για το με αριθ. ... στο ποσό των 128,00 ευρώ ανά τ.μ., για το με αριθ. ... στο ποσό των 160,00 ευρώ ανά τ.μ. και για το με αριθ. ...

στο ποσό των 50,00 ευρώ ανά τ.μ., σχολιάζοντας ότι οι εκθέσεις αυτές θεωρούν ότι τα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι αγροτεμάχια που έχουν αστικοποιηθεί (οικοπεδαγροί), ενώ το αναιρεσείον εμμένει στην αγροτική χρήση των απαλλοτριωθέντων, ζ) τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και ι) τα με αριθ. ... και ...

έγγραφα της Β' Δ.Ο.Υ. Κατερίνης, στα οποία με βάση τις αναφερόμενες δηλώσεις φόρου μεταβίβασης όμορων ακινήτων της ίδιας περιοχής κατά τη διάρκεια των ετών 1997, 1998 και 1999 η αξία αυτών κυμαίνεται από 8,22 έως 13,79 ευρώ ανά τ.μ. και κ) τις υφιστάμενες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες στις 16-2-2009 (κρίσιμος χρόνος κατά τη πρώτη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου), καθώς και την επιγενόμενη σημαντική πτώση της αξίας των ακινήτων εξαιτίας της οικονομικής ύφεσης μετά το έτος 2009, τις οποίες, το Εφετείο, δεν ήταν υποχρεωμένο να αναλύσει διεξοδικά, εφόσον αυτές, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν πασίγνωστες, λαμβανόμενες, συνεπώς, υπόψη και αυτεπαγγέλτως χωρίς απόδειξη (ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 664/2022, ΑΠ 440/2017), προσδιόρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης καθενός των απαλλοτριούμενων ακινήτων στα προαναφερόμενα ποσά.

Ακόμη και σχετικά με την ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των με αριθ. ... και ... ακινήτων (που ενδιαφέρουν τη παρούσα αναιρετική δίκη), των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομης, όγδοης, ένατης και δέκατου των αναιρεσίβλητων, παρέθεσε για κάθε ακίνητο χωριστά τους λόγους για τους οποίους τα απομένοντα τμήματα υφίστανται υποτίμηση της αξίας τους και καθόρισε με βάση αυτούς το ποσοστό μείωσης της αξίας καθενός(ΑΠ 1056/2023, ΑΠ 759/2020, ΑΠ 645/2020).

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι τα εν λόγω ακίνητα των παραπάνω αναιρεσίβλητων, τα οποία απέμειναν μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέστησαν μείωση της αξίας τους, κατά τα αναφερόμενα για το καθένα ποσοστά, ως εξής: 1) για το με αριθ. ... ακίνητο, μείωση κατά ποσοστό 50%, καθόσον από την αρχική έκταση των 6.244 τ.μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 1.630 τ.μ.

και απέμεινε τμήμα εμβαδού 4.614 τ.μ. Το εν λόγω ακίνητο ήταν πριν από την απαλλοτρίωση άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε μεν άρτιο, αλλά πλέον μη οικοδομήσιμο, λόγω της έλλειψης του απαιτούμενου βάθους και απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ, αφού κατά τους όρους και περιορισμούς δόμησης της ισχύουσας για την περιοχή Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου, η μέγιστη επιφάνεια του αρχικού ακινήτου που θα ήταν επιτρεπτό να καλυφθεί ανερχόταν σε 35 τ.μ.

και επομένως η συνολική δομήσιμη επιφάνεια του διώροφου κτιρίου που θα μπορούσε να ανεγερθεί υπολογίζεται σε 70 τ.μ., ενώ, ως προς τη κύρια, κατά προορισμό, αγροτική χρήση και εκμετάλλευση αυτού, δεν επήλθε καμία αρνητική επίπτωση από την ένδικη απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε, αφού στο εναπομείναν τμήμα, με βάση την έκταση, τη θέση, τη μορφή και το σχήμα του, δεν περιορίζεται η δυνατότητα αγροτικής καλλιέργειας, ούτε επηρεάζεται κατά οποιονδήποτε τρόπο η προϋφιστάμενη ευχέρεια πρόσβασης σ' αυτό και 2) για το με αριθ. ...

ακίνητο, μείωση κατά ποσοστό 60%, καθόσον από την αρχική έκταση των 3.623 τ.μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 810 τ.μ. και απέμεινε τμήμα εμβαδού 2.813 τ.μ. Το εν λόγω ακίνητο ήταν πριν από την απαλλοτρίωση κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο, ενώ μετά την απαλλοτρίωση παρέμεινε μεν κατά παρέκκλιση άρτιο αλλά πλέον μη οικοδομήσιμο, λόγω της έλλειψης της απαιτούμενης απόστασης από τον άξονα και το όριο της ΠΑΘΕ, αφού κατά τους όρους και περιορισμούς δόμησης της ισχύουσας για την περιοχή Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου και ιδίως ενόψει των ελάχιστων υποχρεωτικών αποστάσεων από τη ζώνη της προηγηθείσας απαλλοτρίωσης της ΠΑΘΕ και των οπίσθιων και πλάγιων αποστάσεων από το υπό διευθέτηση ρέμα Λεπτοκαρυάς, η μέγιστη επιφάνεια του αρχικού ακινήτου που θα ήταν επιτρεπτό να καλυφθεί ανέρχονταν σε 40 τ.μ.

και επομένως η συνολική δομήσιμη επιφάνεια του διώροφου κτιρίου που θα μπορούσε να ανεγερθεί υπολογίζεται σε 80 τ.μ., ενώ, ως προς την κύρια, κατά προορισμό, αγροτική χρήση και εκμετάλλευση αυτού, δεν επήλθε καμία αρνητική επίπτωση από την ένδικη απαλλοτρίωση και την εκτέλεση του έργου για το οποίο κηρύχθηκε, αφού στο εναπομείναν τμήμα, με βάση την έκταση, τη θέση, τη μορφή και το σχήμα του, δεν περιορίζεται η δυνατότητα αγροτικής καλλιέργειας, ούτε επηρεάζεται κατά οποιονδήποτε τρόπο η προϋφιστάμενη ευχέρεια πρόσβασης σ' αυτό.

Επομένως γίνεται πλήρης και σαφής περιγραφή των ως άνω υπό απαλλοτρίωση ακινήτων των αναιρεσίβλητων, οι ανωτέρω δε παραδοχές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Οι φερόμενες ως δήθεν ελλείψεις στην αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης ανάγονται στη πληρέστερη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ανάλυση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου αποδεικτικού πορίσματος, αναφορικά με την αξία των ως άνω απαλλοτριούμενων (... και ...), το οποίο, πάντως, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται σαφώς και, συνακόλουθα, το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσης των λόγων αυτών, στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη για τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα).

Κατά συνέπεια, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του αριθμού 19 (καθώς και του αριθμού 1, όσον αφορά την αόριστη νομική έννοια της "σημαντικής" ζημίας) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων που προπαρατέθηκαν, που προσάπτονται με τους λόγους αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την κρίση της, ως προς τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ένδικων ακινήτων των αναιρεσίβλητων και της καθορισθείσας ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων, μετά την απαλλοτρίωση, τμημάτων των ακινήτων που προαναφέρθηκαν, οι οποίοι κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν.

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (Ολ.ΑΠ 15/2000, ΑΠ 610/2023, ΑΠ 807/2023, ΑΠ 541/2022, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 96/2020).

Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/1987, ΑΠ 541/2022, ΑΠ 1430/2022, ΑΠ 426/2021, ΑΠ 1352/2021, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1480/2018, ΑΠ 64/2017).

Επίσης, από το συνδυασμό της διάταξης αυτής προς εκείνες των άρθρων 556 παρ.2, 570 παρ.1 και 2, 577, 579 και 581 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την άσκηση της αίτησης αναίρεσης καθώς και με την επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει η εκκρεμοδικία, αφού με το έκτακτο αυτό ένδικο μέσο δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναίρεσης.

Συνεπώς δεν είναι παραδεκτή, μετά την τελεσίδικη απόφαση, η έρευνα νέων ισχυρισμών στην αναιρετική δίκη, καθόσον το αντίθετο θα μετέβαλλε τον Άρειο Πάγο σε δικαστήριο ουσίας τρίτου βαθμού (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 834/2021, ΑΠ 503/2018, ΑΠ 1724/2012). Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά ως παράβαση του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει το σύννομο της αγωγής αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία, από όσα πράγματι ο νόμος απαιτεί ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η τυχόν περαιτέρω ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που ανάγεται στη παράθεση στο αγωγικό δικόγραφο των πραγματικών περιστατικών, τα οποία εξειδικεύουν την ασκούμενη αξίωση και το με βάση αυτά προβαλλόμενο αίτημα, ώστε το τελευταίο, ως λογικό επακόλουθο τους, να είναι σαφές, ελέγχεται, αντίστοιχα, ως παράβαση προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 595/2020, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 566/2018).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις, ως προς το κύρος της διαδικαστικής πράξης, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την εγκυρότητα ή το επιτρεπτό της διαδικαστικής πράξης δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 1/2019, Ολ.ΑΠ 2/2001, ΑΠ 1337/2024, ΑΠ 1123/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 782/2022).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, το αναιρεσείον, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση και τη πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 με την αιτίαση ότι "εσφαλμένα δεν απέρριψε την με αριθ. 3129/2007 αίτηση των δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομης, όγδοης, ένατης και δέκατου των αναιρεσίβλητων, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας ως προς το κεφάλαιο αυτής για το καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης των εναπομεινάντων τμημάτων των ακινήτων ...

και ..., καθόσον σε αυτήν δεν προσδιορίζονταν οι πλευρικές διαστάσεις των ως άνω ακινήτων και το βάθος αυτών πριν και μετά την απαλλοτρίωση, γεγονός που δεν επέτρεπε στο Δικαστήριο, αλλά και στο Ελληνικό Δημόσιο να διαπιστώσει την οικοδομησιμότητα αυτών ....". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' άρθρο 562 αριθ. 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ως άνω ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά από το αναιρεσείον ως καθού στο Εφετείο με τις από 20-3-2017 προτάσεις του, από δε τη παραδεκτή, κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των ως άνω προτάσεων προκύπτει ότι τον παραπάνω, περί απαραδέκτου, λόγω αοριστίας, ισχυρισμό, δεν τον είχε προτείνει, όπως όφειλε και μπορούσε να προβληθεί, παρά μόνο επίκληση του λόγου αυτού γίνεται με το αναιρετήριο, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 του ΚΠολΔ (ΑΠ 610/2023, ΑΠ 807/2023, ΑΠ 1058/2023, ΑΠ 834/2021), πλέον και της ουσιαστικής του αβασιμότητας καθόσον κατά τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο παρέθεσε για κάθε ακίνητο των ...

και ... χωριστά τους λόγους για τους οποίους τα απομένοντα τμήματα υφίστανται υποτίμηση της αξίας τους και καθόρισε με βάση αυτούς το ποσοστό μείωσης της αξίας καθενός. Τέλος, κατά το μέρος με το οποίο γίνεται επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών και του αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (σελ. 13 αναιρετηρίου), χωρίς, όμως, στους λόγους αυτούς, να περιέχονται πραγματικά περιστατικά που να τους στοιχειοθετούν, αλλά εξαντλούνται στην αναφορά των υπόψη διατάξεων (ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 804/2023, ΑΠ 1230/2023, ΑΠ 235/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1491/2009), οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, εξαιτίας της αοριστίας τους.

Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον που νικήθηκε στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων κληρονόμων του 13ου, 14ης, 15ης και 16ης των αναιρεσίβλητων (που δεν κατέθεσαν προτάσεις), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους, που υποβλήθηκε με δήλωσή τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και καταχωρήθηκε στα πρακτικά (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά το άρθρ. 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ), που εφαρμόζεται, κατ` άρθρ. 22 παρ.3 του ν. 2882/2001 και στη παρούσα αναιρετική δίκη (ΑΠ 548/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 148/2018), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του ν. 1738/1987 και αριθ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν γίνεται λόγος για δικαστικά έξοδα ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, αφού αυτοί ερημοδίκησαν και δεν υποβλήθηκαν σε τέτοια έξοδα, ούτε, φυσικά, υπέβαλαν σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της, από 2-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτησης για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους μη κλητευθέντες και μη εμφανισθέντες με αύξ. αριθμούς αναιρετηρίου: 3, 9, 18, 19, 20 και 23 αναιρεσίβλητους.

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την, από 2-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον με αύξ. αριθμό αναιρετηρίου (12) αναιρεσίβλητο, Δ. Σ. του Α..

Απορρίπτει, την, από 2-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. ...), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. ... απόφασης του (Τριμελούς) Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 09 Ιανουαρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Ιανουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ