Supreme Court dismisses appeal due to inadmissibility of mandatory co-litigation and failure to cite substantive laws.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the appellants against a first-instance judgment regarding a right of way. The appellants argued for legal errors but failed to cite specific substantive laws for their claims. The court ruled that several appeal grounds were inadmissible because they did not reference mandatory co-litigation rules or specific violated statutes. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellants were ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558(b) and 76 of the Code of Civil Procedure; Appeals against judgments involving mandatory co-litigation must be filed against all co-litigants, and appeal grounds must cite specific substantive laws violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 266 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 266/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. συζ. Μ. Β., το γένος Γ. και Π. Λ., κατοίκου Β. περιφερειακής ενότητας Μ., 2) Κ. συζ. Π. Τ., το γένος Γ. και Π. Λ., κατοίκου Φ. περιφερειακής ενότητας Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτρη Καραβίδα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: Φ. Χ. Π., κατοίκου Β. περιφερειακής ενότητας βορείου τομέα Α., 2) Μ. συζ. Φ. Π., το γένος Ι. και Π. Π., κατοίκου Β. περιφερειακής ενότητας βορείου τομέα Α., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δ. Σ., με δήλωση κατ άρθρο 242 παρ. 2 ‘Κ., και κατέθεσαν προτάσεις. 3) Γ. Λ. του Ε. και της Ε., 4) Ε. χας Ε. Λ., το γένος Δ. και Π. Α., 5) Ε. Λ. του Γ. και της Ι., κατοίκων Γ. περιφερειακής ενότητας Μ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2012 αγωγή των ήδη α' και β' αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πλαταμώδους. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 32/2014 μη οριστική, 11/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 13/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 2-9-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδ. β ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται, με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.
Αναγκαστική ομοδικία, κατά την τελευταία διάταξη, υπάρχει και επί αγωγής περί παροχής διόδου, αν τα ενδιάμεσα ακίνητα, μέσα από τα οποία πρέπει να περάσει η δίοδος είναι περισσότερα. Στην περίπτωση αυτή εναγόμενοι είναι οι ιδιοκτήτες όλων αυτών των ακινήτων και υπάρχει αναγκαστική παθητική ομοδικία, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 705/2015).
Περαιτέρω στην παρ. 4 του παραπάνω άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, παρόλο ότι αδράνησαν, έστω και αν έχει παρέλθει ως προς αυτούς η προθεσμία του ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 63/1981, ΑΠ 1103/2010, ΑΠ 1876/2009).
Επομένως, στην περίπτωση αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ενδίκου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ (ΑΠ 1332/2011, ΑΠ 1103/2010, ΑΠ 1332/2008, ΑΠ 1145/2007, ΑΠ 1171/2001, ΑΠ 1199/1997).
Η υπό κρίση από 2-9-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 13/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που δίκασε την έφεση κατά των συνεκκαλουμένων εν μέρει οριστικής υπ' αριθ. 32/2014 και οριστικής υπ' αριθ. 11/2016 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους ασκήθηκε νομότυπα, με την κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (αριθ.
εκθ. κατ. 1/16-9-2021) και εμπρόθεσμα, ήτοι ενός διετίας από την δημοσίευση αυτής, την 19-5-2021, αφού δεν γίνεται επίκληση επίδοσης της προσβαλλομένης αποφάσεως από κάποιους από τους διαδίκους στους αντιδίκους τους και προσκόμιση σχετικών εκθέσεων επίδοσης, επίσης καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου (άρθρα 495 παρ. 1 και 4, 552, 553, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η αναίρεση ασκείται από τις (δύο πρώτες) εναγόμενες, ήδη αναιρεσείουσες, Ε. σύζυγο Μ. Β. το γένος Γ. και Π. Λ. και Κ. σύζυγο Π. Τ. το γένος Γ. και Π. Λ. παραδεκτά κατά των (αντιδίκων τους) εναγόντων, ήδη αναιρεσιβλήτων, Φ. Π. του Χ. και της Μ. και Μ. συζύγου Φ. Π. το γένος Ι. και Π. Π.. Περαιτέρω, επειδή υπάρχει αναγκαστική ομοδικία μεταξύ των εναγομένων και εφόσον το υπό κρίση ένδικο μέσο της αναίρεσης ασκήθηκε από τις δύο πρώτες εναγόμενες θεωρείται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι λοιποί συνεναγόμενοι αναγκαίοι ομόδικοί τους, ανεξάρτητα αν αυτοί αδράνησαν ή παρήλθε ως προς αυτούς η προθεσμία της αναίρεσης, ήτοι οι Γ.
Λ. του Ε. και της Ε., Ε. χήρα Ε. Λ. το γένος Δ. και Π. Α. και Ε. Λ. του Γ. και της Ι. (εκπροσωπούμενος στο δικαστήριο, ενόσω ήταν ανήλικος, από τον παραστάντα και ατομικά Γ. Λ. του Ε. και της Ε., πατέρα του και την Ι. σύζυγο Γ. Λ. το γένος Α. και Κ. Μ., μητέρα του και ήδη μετά την ενηλικίωσή του παραστάθηκε ο ίδιος με το δικό του όνομα).
Όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τις αναιρεσείουσες υπ' αριθ. 259Β'/13-7-2023 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Καλαμάτας Νίκης Κανελλάκη, ακριβές αντίγραφο της από υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την πράξη κατάθεσης και την κάτω από αυτήν πρόσκληση των αναιρεσειουσών υπογραφόμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Καραβίδα, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς την παραστάσα κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πληρεξούσια δικηγόρο Βασιλική Μαρίνη, ως αντίκλητο (άρθρο 143 παρ 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 Ν, 4335/2015) των ανωτέρω απολειπομένων αναγκαίων ομοδίκων των αναιρεσειουσών για να παρασταθούν κατά την ορισθείσα (σημερινή) δικάσιμο.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, για το παραδεκτό της συζητήσεως (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ) κλήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως από τις επισπεύδουσες την συζήτηση αναιρεσείουσες και οι μη ασκήσαντες την αναίρεση προαναφερόμενοι αναγκαίοι ομόδικοί τους, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης κανονικά από το οικείο πινάκιο δεν εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο (ουδέ με δήλωση κατά την ΚΠολΔ 242).
Η αναίρεση ασκείται παραδεκτά (άρθρα 556, 558 ΚΠολΔ), επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων και των σχετικών με την διερευνώμενη υπόθεση δικαστικών αποφάσεων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με την από 10-1-2012 ένδικη αγωγή (αριθ. κατ. 5/20-1-2012) οι ενάγοντες εκθέτουν ότι είναι συγκύριοι ακινήτου και για την μετάβασή τους σ' αυτό από την κοινόχρηστη αγροτική οδό χρησιμοποιούν δίοδο μήκους 284,50 μέτρων και πλάτους 3 μέτρων κατά τα πρώτα 213 μέτρα και 1 μέτρου κατά τα υπόλοιπα 71 μέτρα, η οποία διέρχεται μέσα από τα ακίνητα κυριότητας των εναγομένων με δικαίωμα δουλείας οδού δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας υπέρ του ακινήτου τους και σε βάρος των ακινήτων των εναγομένων (πλην της Ε.
χήρας Ε. Λ. το γένος Δ. και Π. Α.). Περαιτέρω, εκθέτουν ότι η δίοδος αυτή συνδέεται με (άλλη) αγροτική οδό μήκους 90 μέτρων και πλάτους 3,50 μέτρων, που παρεμβάλλεται μεταξύ του ακινήτου τους και της επαρχιακής οδού Μ. - Π. και είναι κοινόχρηστη, διότι λειτουργούσε ως αγροτική οδός για την διέλευση πεζών και ζώων από αμνημονεύτου χρόνου, δηλαδή 80 χρόνια πριν το έτος 1945 και κατά τα τελευταία 40 χρόνια η εν λόγω δίοδος είναι διαμορφωμένη για την διέλευση τροχοφόρων.
Ζητούν δε (κυρίως) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι (πλην της προαναφερομένης εναγομένης) να ανέχονται την διέλευσή τους από την διαμορφωμένη δίοδος, να υποχρεωθούν επίσης οι δύο πρώτες εναγόμενες να τους παραχωρήσουν, με ανάλογη αποζημίωση, εδαφική λωρίδα πλάτους 2 μέτρων από τα ακίνητά τους για την διαπλάτυνση της διαμορφωμένης διόδου σε μήκος 71 μέτρων, προκειμένου να διευρυνθεί το πλάτος της σε 3 μέτρα, ώστε να μπορούν να διέρχονται με τροχοφόρα μέσα και κατά το υπόλοιπο μήκος της, άλλως (επικουρικώς) να υποχρεωθούν (όλοι) οι εναγόμενοι να τους παραχωρήσουν, με ανάλογη αποζημίωση, την προσδιοριζόμενη (άλλη) δίοδο μήκους 303,25 μέτρων και πλάτους 4 μέτρων, πλην των πρώτων 68,44 μέτρων, που ήδη η δίοδος έχει πλάτος 3 μέτρων.
Σημειωτέον ότι ο Γ. Λ. του Ε. και της Ε., είναι επικαρπωτής και συνενάγεται με τον Ε. Λ. του Γ. και της Ι. γιό του και ψιλό κύριο του ακινήτου, γιατί διαφορετικά η δουλεία διόδου που θα συσταθεί με την απόφαση του δικαστηρίου δεν θα μπορεί να αντιταχθεί κατ' αυτού αυτού (επικαρπωτή). Με την υπ' αριθ. 32/2014 μη οριστική πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους κρίθηκε νόμιμη και ορισμένη η αγωγή (τόσο ως προς την δίοδο που ζητείται κυρίως, όσο και ως προς την δίοδο που ζητείται επικουρικώς), στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1012 επ.
ΑΚ και διατάχθηκε η διενέργεια αυτοψίας. Με την υπ' αριθ. 11/2016 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους έγινε δεκτή η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι, πλην της Ε. Λ., να παραχωρήσουν την (κυρίως) αιτούμενη δίοδο, έναντι της καθοριζόμενης αποζημίωσης. Οι εναγόμενοι άσκησαν έφεση κατά της υπ' αριθ. 11/2016 οριστικής και της συνεκκαλουμένης υπ' αριθ. 32/2014 μη οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους και εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 13/2021 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας που δίκασε δε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, η οποία εξαφάνισε την εκκαλούμενη οριστική απόφαση και αφού δίκασε την αγωγή έκανε εν μέρει δεκτή αυτή και καθόρισε την καταβλητέα αποζημίωση με μεγαλύτερο ποσό, κατά τα λοιπά έκρινε ομοίως για την κυρίως αιτούμενη παροχή διόδου.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η δεύτερη εναγομένη εκκαλούσα, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν παραστάθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά ανιπροσωπεύθηκε από τους παρισταμένους αναγκαίους ομοδίκους της. Κατά το άρθρο 1012 ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς τον δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριος αυτού να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης.
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο, όταν του λείπει διέξοδος προς την οδό (δημόσια, δημοτική, κοινοτική), που να εξυπηρετεί την κανονική και σύμφωνη με τον προορισμό του εκμετάλλευση. Το ποια είναι η αναγκαία δίοδος κρίνεται όχι από τις υποκειμενικές αντιλήψεις του αποκλεισθέντος, αλλά αντικειμενικώς, από τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως και ειδικότερα τις ανάγκες του ακινήτου, τον προορισμό του, παρόντα ή μελλοντικό και τις εκάστοτε εδικές συνθήκες.
Στέρηση διόδου μπορεί να υπάρχει όχι μόνο όταν το ακίνητο δεν έχει καθόλου επικοινωνία με την οδό αλλά και όταν η υφισταμένη δίοδος κρίνεται ως ανεπαρκής για την κανονική εκμετάλλευση του ακινήτου, δηλαδή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, όπως όταν η υπάρχουσα δίοδος, λόγω της στενότητάς της, δεν προσφέρεται για τη διέλευση γεωργικών μηχανημάτων ή αυτοκινήτων και λοιπών τροχοφόρων, που είναι απαραίτητα κατά τις σύγχρονες αντιλήψεις και τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως για την εκμετάλλευση ακινήτου, σύμφωνα με τον προορισμό του (ΑΠ 1485/2000).
Η οδός (δημόσια, δημοτική ή κοινοτική) αποκτά τον προορισμό της, δηλαδή, την ιδιότητα του κοινόχρηστου και εκτός συναλλαγής πράγματος: 1) από το νόμο, δηλαδή, με το χαρακτηρισμό της ως δρόμου με πράξη της αρμόδιας διοικητικής αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του σχεδίου πόλεως που περιλαμβάνει τον ιδιωτικό χώρο στο - ισχύον - ρυμοτομικό διάγραμμα του σχεδίου πόλεως, 2) από τη βούληση του ιδιοκτήτη, που πρέπει να εκδηλωθεί με νομότυπη μεταβιβαστική δικαιοπραξία κατά τους όρους του άρθρου 1033 ΑΚ (αιτιώδη συμβολαιογραφική σύμβαση) ή με διάταξη τελευταίας βούλησης ή και με μονομερή παραίτηση από την κυριότητα με το σκοπό όμως να καταστεί το συγκεκριμένο ακίνητο κοινόχρηστο, η οποία, όμως, παραίτηση πρέπει να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί και 3) με την από αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (vetustas), που προβλεπόταν από το προϊσχύσαν του ΑΚ Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (ν. 3 πανδ. 43. 7, ν. 2 παρ. 8 πανδ. 39.3, ν. 28 πανδ. 22, 3), με την οποία επικυρώθηκε ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο, ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέδωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξη άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η τελευταία δεν προβλέπεται από τον ΑΚ, διατηρείται όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσεως, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα 80 ετών τουλάχιστον δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία (ΑΠ 1335/2010).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, δεδικασμένο αποτελούν οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων που περατώνουν τη δίκη επί της αγωγής, δηλαδή είναι οριστικές και δεν υπόκεινται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης. Το δεδικασμένο δεν επιτρέπει να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Επομένως, απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 322 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με την αγωγή (ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση κλπ.). Έννομη σχέση, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά περιστατικά που γέννησαν ή απόσβεσαν τις έννομες συνέπειες.
Έτσι, η δέσμευση από το δεδικασμένο αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη, επειδή τα προβαλλόμενα με αυτή πραγματικά περιστατικά δεν πληρούν το πραγματικό του κατάλληλου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καταλαμβάνει μόνο τον συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως, όχι όμως και τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική αιτία της αγωγής και των οποίων έγινε υπαγωγή στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΑΠ 1947/2009).
Αν η αγωγή απορριφθεί για τυπικό λόγο (αοριστία, ποιοτική ή ποσοτική κλπ.) και η απορριπτική απόφαση καταστεί τελεσίδικη, η απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο για το δικονομικό ζήτημα της αοριστίας της αγωγής (ΑΠ 1802/2008). Η απόφαση αυτή δεσμεύει το δικαστήριο που καλείται να εξετάσει εκ νέου την αγωγή μόνο αν αυτή έχει την ίδια δικονομική έλλειψη για την οποία απορρίφθηκε προηγουμένως (ΑΠ 57/2000).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των κατ' έφεση αποφάσεων των Μονομελών Πρωτοδικείων επιτρέπονται έξι μόνο λόγοι αναίρεσης. Με το Ν. 4335/2015 προστέθηκαν οι λόγοι των αριθμών 5 και 6, που αποτελούν αντιγραφή των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Το άρθρο ένατο παρ. 2 του εν λόγω Ν. 4335/2015 ορίζει ότι οι περί ενδίκων μέσων (άρα και οι περί αναιρέσεως) διατάξεις του εφαρμόζονται σε όσα ένδικα μέσα ασκηθούν μετά την 1-1-2016.
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του αριθμού 8 περ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που είναι αντίστοιχη με τη διάταξη του αριθμού 5 περ. β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 250/2014).
Έτσι, αν είχε υποβληθεί παραδεκτώς και νομίμως ισχυρισμός περί δεδικασμένου και το δικαστήριο παρέλειψε να τον ερευνήσει, δηλαδή δεν γίνεται μνεία περί του δεδικασμένου στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος είναι αντίστοιχος στον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1339/1985, ΑΠ 161/2018, ΑΠ 67/2014, ΑΠ 704/2013, ΑΠ 1253/2009).
Αν ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός δεν ήταν νόμιμος, η απόρριψή του (σιγή), δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 2328/2009). Στην προκείμενη περίπτωση, από την εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης και των σχετικών δικαστικών αποφάσεων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν σχετικά με το διερευνώμενο ζήτημα του δεδικασμένου τα ακόλουθα:
Με την, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 19/2011 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη η από 27-3-2010 και υπ' αριθ. κατ. 8/6-4-2010 αγωγή, στην οποία οι ενάγοντες επικαλέστηκαν ότι η υφιστάμενη δίοδος, που διέρχεται μέσα από τα ακίνητα των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και την χρησιμοποιούν με δικαίωμα δουλείας οδού για την μετάβασή τους με τα πόδια (πεζή) στο ακίνητό τους από την κοινόχρηστη αγροτική οδό, που έχει διαμορφωθεί εδώ και 40 χρόνια και από αυτή διέρχεται απεριόριστος αριθμός προσώπων με κάθε είδους τροχοφόρα μέσα, δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση των καλλιεργητικών αναγκών του ακινήτου τους, που θεωρείται περίκλειστο, διότι δεν είναι δυνατή η διέλευση αυτοκινήτων και άλλων μηχανοκινήτων μέσων.
Με βάση αυτά ζήτησαν οι ενάγοντες να υποχρεωθούν οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι, επικουρικώς δε και η πέμπτη από αυτούς Ε. χήρα Ε. Λ. το γένος Δ. και Π. Α. να τους παραχωρήσουν την περιγραφόμενη δίοδο. Η απόρριψη της προηγούμενης αγωγής έγινε με την ειδικότερη αιτιολογία ότι αν και επικαλούνται οι ενάγοντες τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του αγροτικού δρόμου, με τον οποίο ζητούν να επικοινωνήσει, διαμέσου της αιτούμενης διόδου, το ακίνητό τους, ο αναφερόμενος στην αγωγή τρόπος που προσέλαβε ο εν λόγω αγροτικός δρόμος τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του, ότι δηλαδή είναι διαμορφωμένος εδώ και 40 χρόνια, δεν έχει νομικό έρεισμα, διότι δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται, ήτοι α) είτε με σύσταση περιορισμένης προσωπικής δουλείας υπέρ του δήμου ή της κοινότητας με σκοπό δημιουργίας κοινοτικής ή δημοτικής οδού, β) είτε δυνάμει ενοχικής σχέσης του δήμου ή της κοινότητας και του ιδιώτη κυρίου του εδάφους, γ) είτε με την αμνημονεύτου χρόνου κοινοχρησία.
Επιπροσθέτως, η προηγούμενη αγωγή απορρίφθηκε και ως αόριστη, διότι οι ενάγοντες δεν προσδιόρισαν επακριβώς στο δικόγραφο την θέση της αιτούμενης διόδου μέσα από τα ακίνητα των εναγομένων, δηλαδή από την μέση, από την άκρη ή από άλλο τμήμα τους, ούτε την κατεύθυνσή της από την αρχή της, δηλαδή από την επικαλούμενη κοινόχρηστη αγροτική οδό μέχρι το ακίνητό τους.
Πρέπει να σημειωθεί ότι με το δικόγραφο της ένδικης αγωγής έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της προηγούμενης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προαναφερόμενη απορριπτική απόφαση. Η παραίτηση αυτή, που έγινε μετά την οριστική απόφαση, έχει την έννοια σιωπηρής παραίτησης από την άσκηση ενδίκου μέσου, η οποία (παραίτηση ) συντρέχει και όταν ο ενάγων, όταν απορρίφθηκε η αγωγή του ως απαράδεκτη ή ως μη νόμιμη, δεν ασκεί ένδικο μέσο κατά της απορριπτικής απόφασης, αλλά ασκεί νέα αγωγή.
Η αποδοχή της αποφάσεως κατά την έννοια αυτή επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια την απόρριψη του τυχόν ασκηθέντος ενδίκου μέσου, παρά την κατά τα ανωτέρω παραίτηση από την άσκησή του, ως απαραδέκτου ελλείψει εννόμου συμφέροντος (ΟλΑΠ 15/2008, ΑΠ ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 454/2020, ΑΠ 704/2020). Με τους συναφείς πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, χωρίς να αναφέρεται ενάριθμα, ωστόσο, προκύπτει από το περιεχόμενό τους, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321 επ.
ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους περί ύπαρξης δεδικασμένου, που απορρέει από την προγενέστερη υπ' αριθ. 19/2011 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, που έγινε τελεσίδικη, λόγω άπρακτης παρέλευσης της καταχρηστικής προθεσμίας ασκήσεως εφέσεως, η οποία απέρριψε ως μη νόμιμη και επιπλέον ως αόριστη την προηγούμενη αγωγή των εναγόντων περί παροχής διόδου έναντι ανάλογης αποζημίωσης, ως εκ τούτου καθίσταται απαράδεκτη η ένδικη (όμοια) δεύτερη αγωγή τους κατά των εναγομένων.
Από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι η κοινοχρησία της αγροτικής οδού, προς την οποία ζητείται η δίοδος, στηρίζεται στην χρησιμοποίηση της οδού αυτής από αμνημονεύτου χρόνου, δηλαδή 80 χρόνια πριν από το 1945, ενώ η προαναφερόμενη απόφαση απέρριψε ως μη νόμιμη την προηγούμενη αγωγή για διαφορετικό μη ερειδόμενο στο νόμο λόγο ως προς το στοιχείο της κοινοχρησίας της αγροτικής οδού.
Επομένως, η ανωτέρω επί της προηγούμενης αγωγής οριστική και τελεσίδικη απορριπτική απόφαση, δεν δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την αλήθεια ή αναλήθεια των περιστατικών της ιστορικής βάσης της ένδικης μεταγενέστερης αγωγής, η διάγνωση των οποίων αποτέλεσε αντικείμενο αποδείξεως στη νέα δίκη μεταξύ των διαδίκων.
Η ίδια ανωτέρω απόφαση δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε κατά το μέρος που απέρριψε και ως αόριστη την προηγούμενη αγωγή, αφού με την μεταγενέστερη αγωγή συμπληρώθηκαν οι ελλείψεις ως προς τα στοιχεία αυτά. Ως εκ τούτου ορθά απορρίφθηκε, σιγή, από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο ισχυρισμός που προβλήθηκε κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, περί υπάρξεως δεδικασμένου, διότι δεν ήταν νόμιμος και δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης.
Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος τους από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την έφεσή τους, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του νόμου δεν έλαβε υπόψη τον σχετικό ισχυρισμό τους περί υπάρξεως δεδικασμένου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1113, 1119 και 1121 ΑΚ συνάγεται ότι μπορεί να αποκτηθεί επί ακινήτου εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου που να του παρέχει ωφέλεια, δηλαδή δουλεία πραγματική. Συνέπεια της δουλείας αυτής είναι ο κύριος του δουλεύοντος να φέρει το βάρος να ανέχεται κάποια χρησιμοποίηση του ακινήτου του υπέρ του κυρίου του δεσπόζοντος.
Η σύσταση του εν λόγω εμπράγματου δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία για την οποία (κτήση) εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις προς κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί ακινήτων (άρθρο 1045 ΑΚ). Επίσης από τις διατάξεις των άρθρων 975, 1113, 1121 και 1045 ΑΚ συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία προς κτήση πραγματικής δουλείας, ο χρόνος της οποίας (χρησικτησίας) είναι εικοσαετής, προϋποθέτει ότι ο ασκών την οιονεί νομή δουλείας είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου (ΑΠ 603/2021, ΑΠ 2232/2014, ΑΠ 2225/2009).
Περαιτέρω, προκειμένου για την αγωγή του άρθρου 1012 ΑΚ παροχής διόδου, για να είναι αυτή ορισμένη πρέπει: α) να περιέχει τις προϋποθέσεις στις οποίες στηρίζεται το δικαίωμα του ενάγοντος, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον τρόπο κτήσεως της κυριότητάς του πάνω στο περίκλειστο ακίνητο, καθώς και του εναγομένου στο γειτονικό ακίνητο και περιγραφή των ακινήτων αυτών, β) να αναφέρει τον προορισμό της διόδου, προκειμένου να μπορέσει το δικαστήριο να καθορίσει την έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται στην οικονομική χρησιμότητα του χαρακτηριζόμενου ως περίκλειστου ακινήτου, γ) να προσδιορίζει τη θέση της ζητούμενης διόδου, δηλαδή να καθορίζει την κατεύθυνση και τις διαστάσεις της, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα καθορισμού αυτής από το δικαστήριο και δ) να καθορίζεται το ποσό της καταβλητέας, κατά την κρίση του ενάγοντος, αποζημίωσης.
Ως ακίνητο περίκλειστο (αποκλεισμένο), κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 1012 ΑΚ, στον κύριο του οποίου παρέχεται το δικαίωμα να απαιτήσει από τους γείτονες την παροχή διόδου προς την οδό, θεωρείται τόσο εκείνο που στερείται από κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την κατά τον προορισμό αυτού εκμετάλλευση ή χρησιμοποίηση, όσο και εκείνο που έχει δίοδο, αλλά ατελώς εξυπηρετούνται οι ανάγκες του από αυτή.
Στην τελευταία περίπτωση, όταν ζητείται διαπλάτυνση ήδη υφιστάμενης διόδου, πρέπει να έχει συσταθεί αυτή κατά κάποιο νόμιμο τρόπο. Εξάλλου εναγόμενος με τη σχετική αγωγή παροχής διόδου είναι ο κύριος ή όλοι μαζί οι συγκύριοι του γειτονικού ακινήτου που παρεμβάλλεται μέχρι την οδό (ΑΠ 705/2015). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι βασική προϋπόθεση για την έγερση και ευδοκίμηση της αγωγής είναι το ακίνητο να στερείται της αναγκαίας διόδου, δηλαδή να του λείπει διέξοδος προς την οδό, ως τέτοιας νοουμένης της κοινόχρηστης οδού, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 966 και 967 ΑΚ προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνεται και η αγροτική οδός (ΑΠ 452/2001).
Επίσης προκύπτει ότι στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την αναιρετικώς ανέλεγκτη αφού απορρέει από εκτίμηση πραγμάτων, επιλογή της προσφορότερης διελεύσεως, η οποία θα έχει ως κριτήριο την, όσο το δυνατό, μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων (ΑΠ 1704/2008, ΑΠ 477/1996, ΑΠ 298/1996, ΑΠ 168/1991).
Στην υπεράσπιση του εναγομένου απόκειται να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι υπάρχει άλλο γειτονικό ακίνητο, από το οποίο μπορεί να παρασχεθεί δίοδος, λιγότερο επαχθής και επιζήμια από εκείνη που ζητείται με την αγωγή, ο δε σχετικός ισχυρισμός του αποτελεί ένσταση (ΑΠ 829/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1704/2008, ΑΠ 244/1982). Σκοπός του νόμου είναι η απόκτηση της αναγκαίας διόδου, ώστε με τη λειτουργία της το περίκλειστο ακίνητο να έχει στο εξής ικανή πρόσβαση σε κοινόχρηστη οδό και να γίνεται πλέον ανεμπόδιστα η κατά προορισμό οικονομική του εκμετάλλευση.
Συνακόλουθα ως "δρόμος" κατά την έννοια του άρθρου 1012 ΑΚ νοείται ο δημόσιος δρόμος, δηλαδή ο κοινόχρηστος δρόμος, ανεξάρτητα αν πρόκειται κατά τις διακρίσεις της περί οδών νομοθεσίας για εθνική, επαρχιακή, δημοτική ή κοινοτική οδό. Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα.
Αντίστοιχα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 560 αριθμός 1) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα, όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο συνάπτεται δε αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.
Η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 16/2009).
Επομένως, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου που, κατά το αναιρετήριο, παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 869/2011, ΑΠ 1170/2008, ΑΠ 1171/2008, ΑΠ 1188/2008, ΑΠ 1189/2008, ΑΠ 127/2005, ΑΠ 128/2005, ΑΠ 484/2005).
Επίσης με τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ ελέγχεται και η νομική αοριστία της αγωγής, όπως όταν το Πρωτοδικείο που δίκασε κατ' έφεση αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα από τα κατά νόμο αναγκαία για την παραδοχή της (ΑΠ 2057/2007). Επομένως, παράθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, με βάση το περιεχόμενό του, αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό (ΟλΑΠ1/2016, ΑΠ 839/2023, ΑΠ 1454/2014, ΑΠ 2/2013, ΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλόμενη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 1277/2020, 19/2020).
Περαιτέρω, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αντίστοιχου περιεχομένου με το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, με βάση το αιτιολογικό της, παραβιάστηκε ουσιαστική διάταξη νόμου, που εφαρμόστηκε ή όχι, ήτοι αν δεν προκύπτουν τα αναγκαία περιστατικά, ή αν λείπουν ή αν είναι αντιφατικά εκείνα που στηρίζουν τη διάταξη του νόμου, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφαρμόστηκε ο νόμος επί ουσιωδών ισχυρισμών, κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας.
Ειδικότερα, ιδρύεται λόγος αυτός αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ιδρύεται, δηλαδή όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου, ενώ δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και στάθμιση αυτών και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 1703/2008).
Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου, δεν αρκεί κατ' αρχήν μόνον αυτή, ήτοι η επί μακρό χρόνο μη άσκηση του δικαιώματος, αλλά υπάρχει τέτοια κατάχρηση μόνο εφόσον συντρέχουν προσθέτως και άλλα περιστατικά, που ανάγονται στο ίδιο χρονικό διάστημα και στην όλη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υποχρέου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία δημιουργείται στον τελευταίο η εύλογη πεποίθηση, ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί κατ' αυτού, με τρόπο ώστε η, με την μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί επί μακρό χρόνο, επάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 383/2019).
Εφόσον η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, δεν αρκεί οι ισχυρισμοί να είχαν νομίμως προταθεί πρωτοδίκως. Πρέπει να επαναφέρθηκαν νομίμως στο Εφετείο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση. Στο αναιρετήριο πρέπει να αναγράφεται ότι ο ισχυρισμός που θεμελιώνει κάθε λόγο αναίρεσης προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να παρατίθεται όπως ακριβώς προτάθηκε, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Αν προσβάλλεται η απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που έχει ηττηθεί, πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα με λόγο της έφεσής του, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 192/2022, ΑΠ 978/2020, ΑΠ 398/2015, ΑΠ 1435/2010).
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειουσών περί καταχρηστικής άσκησης, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, του αξιούμενου με την ένδικη αγωγή δικαιώματος και έτσι υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθμός 5 ΚΠολΔ, που ταυτίζεται με τον λόγο του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την παραδοχή ότι η επιλεγείσα δίοδος, η οποία διέρχεται δίπλα από τις κατοικίες τους, διχοτομεί τις ιδιοκτησίες τους, προκαλεί την κατάτμησή τους και οδηγεί σε απομείωση της εμπορικής αξίας των ακινήτων τους, είναι λιγότερο επαχθής για τα βαρυνόμενα παρόδια ακίνητα των αναιρεσειόντων.
Ο πέμπτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ανεξαρτήτως του ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν ως καταχρηστική την άσκηση της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο αν προτάθηκε ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ και με ποιο ακριβώς περιεχόμενο με σχετικό λόγο έφεσης στο Πρωτοδικείο που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν ορθά κρίθηκε παραδεκτός και νόμιμος και ακολούθως αν ορθά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος, ενόψει και του ότι ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος δεν υπάγεται στις προβλεπόμενες από το άρθρο 562 παρ. 2 εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 1078/2019).
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλομένη απόφαση (χωρίς επίκληση σχετικής διάταξης για την αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια) ότι από το περιεχόμενο και τις παραδοχές της δεν καθίσταται βέβαιο ότι το Πρωτοδικείο που δίκασε την έφεσή τους έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, την (εξώδικη) ομολογία (ΑΠ 768/2000, ΑΠ 1946/2008, ΑΠ 128/2014), που περιέχεται στην υπ' αριθ.
κατ. 28/2008, πρώτη κατά σειρά, αγωγή των αναιρεσιβλήτων, από το δικόγραφο της οποίας παραιτήθηκαν με το δικόγραφο της υπ' αριθ. κατ. 8/2010 δεύτερης αγωγής, που απορρίφθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αριθ. 19/2011 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, το υπ' αριθ. 504/2005 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πλαταμώδους Ευφροσύνης Καραμπότσου, που αποτελεί τίτλο κτήσεως των αντιδίκων της και την κατάθεση του μάρτυρα Π.
Τ. που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθ. 32/2014 πρακτικά συνεδριάσεως του Ειρηνοδικείου Πλαταμώδους, με αποτέλεσμα να δεχθεί με εσφαλμένη κρίση ότι προϋπήρχε δικαίωμα δουλείας διόδου στο ακίνητο των αντιδίκων τους. Ο έκτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο ιδρυόμενος από την επικαλούμενη αυτή παράλειψη του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου λόγος από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν πλήττει αποφάσεις, όπως η ένδικη, που, ως εκδοθείσα επί εφέσεως κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, πλήττεται μόνο με τις περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η πλημμέλεια από το άρθρο αυτό, ήτοι η μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ652/2016).
Περαιτέρω, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ έκρινε την ένδικη αγωγή ως νόμω και (εν μέρει) ουσία βάσιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, λόγω ελλείψεως του στοιχείου του κοινόχρηστου χαρακτήρα της αγροτικής οδού, προς τον οποίο ζητείται με την αγωγή αυτή η πρόσβαση του ακινήτου των αναιρεσιβλήτων εναγόντων διαμέσου των παρεμβαλλομένων ακινήτων των αναιρεσειουσών εναγομένων καθώς και των ακινήτων των κλητευθέντων στην παρούσα δίκη και απολειπομένων αναγκαίων ομοδίκων τους και επικουρικώς πλήττεται η απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί χαρακτηρισμού των οδών των άρθρων 6 παρ. 2 Ν. 720/1977, 43 παρ. 7, 44 Ν. 1337/1983 και Ν. 651/1977 και κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών έκρινε την ένδικη αγωγή νόμιμη και έτσι αρκέστηκε σε λιγότερα από τα κατά νόμο στοιχεία, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως μη νόμιμη, διότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων των νόμων αυτών και επιπροσθέτως πλήττεται η απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα (ισχυρισμούς) που προτάθηκαν από αυτές και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο χαρακτήρισε απευθείας τον δρόμο ως κοινόχρηστο και θεώρησε εκ προοιμίου ότι είναι αγροτικός και εξαιτίας αυτού του λόγου δέχθηκε την αγωγή ως νόμω και (εν μέρει) ουσία βάσιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, επικουρικώς πλήττεται η απόφαση διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (χωρίς αυτές να τις αναφέρονται ενάριθμα), διότι αρκέστηκε σε λιγότερα από τα κατά νόμο στοιχεία για την εφαρμογή τους και επίσης επικουρικώς πλήττεται η απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αντίστοιχες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (χωρίς να αναφέρονται ενάριθμα), διότι αρκέστηκε σε λιγότερα από τα κατά νόμο στοιχεία για την εφαρμογή τους και επιπροσθέτως πλήττεται η απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί σύστασης (πραγματικής) δουλείας υπέρ του (θεωρούμενου περίκλειστου) ακινήτου των αναιρεσιβλήτων και σε βάρος των (παρεμβαλλομένων) ακινήτων των αναιρεσειουσών καθώς και των ακινήτων των κλητευθέντων στην παρούσα δίκη απολειπομένων αναγκαίων ομοδίκων τους, χωρίς να αναφέρονται ενάριθμα οι ως παραβιασθείσες περί πραγματικών δουλειών διατάξεις των άρθρων 974, 975, 1045, 1118, 1119, 1120, 1121 ΑΚ, οι οποίες, ωστόσο, συνάγονται από το περιεχόμενο του λόγου αυτού και επιπροσθέτως πλήττεται η απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, αφού περιέλαβε ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα (ισχυρισμούς) που δεν προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Όλοι οι λόγοι της αναίρεσης κατά το μέρους τους που στηρίζονται στις διατάξεις του άρθρου 560 αριθμοί 1, 5 και 6 ΚΠολΔ είναι αόριστοι και επομένως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το νόμω και (εν μέρει) ουσία βάσιμο της αγωγής, ώστε να ελεγχθεί το συμπέρασμα ως προς την επικαλούμενη από τις αναιρεσείουσες πλημμελή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων κανόνων δικαίου.
Επίσης δεν αναφέρονται ούτε τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για να θεμελιώσουν τους ισχυρισμούς οι οποίοι, κατά τους σχετικούς λόγους της αναίρεσης, ενώ προβλήθηκαν από τις αναιρεσείουσες είτε δεν λήφθηκαν υπόψη είτε απορρίφθηκαν, καθώς και τους ισχυρισμούς που ενώ δεν προβλήθηκαν από αυτές έγιναν δεκτοί.
Οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης είναι επιπλέον απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρονται ενάριθμα οι επικαλούμενες από τις αναιρεσείουσες παραβιασθείσες ουσιαστικές νομικές διατάξεις. Επίσης οι τρίτος λόγος αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του και ο έκτος λόγος της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του είναι προεχόντως απαράδεκτοι, διότι δεν αναφέρεται το περιεχόμενο των ισχυρισμών που είτε λήφθηκαν είτε δεν λήφθηκαν υπόψη και ούτε αναφέρεται ότι είχαν προταθεί κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
Με τον έβδομο (από παραδρομή απαριθμούμενο ως έκτο στο αναιρετήριο) λόγο (τελευταίο) της αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλομένη απόφαση συμψήφισε την δικαστική δαπάνη, ενώ θα έπρεπε, κατ' ορθή εφαρμογή του νόμου, να επιδικάσει δικηγορική αμοιβή, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος, που υπέβαλαν οι αναιρεσείουσες.
Ο λόγος αυτός από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζεται το συγκεκριμένο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων περί δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 613/2010) σε βάρος των αναιρεσειουσών, στην οποία περιλαμβάνεται η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, που ηττήθηκαν εν μέρει στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αφού η καταψήφιση στη δικαστική δαπάνη δεν έχει ανάγκη αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (ΑΠ 1272/2021, ΑΠ 299/2012, ΑΠ 819/2011), ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων.
Επομένως, κατ' ακολουθία τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείουσες παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (ΚΠολΔ 495 παρ. 4) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες, που ηττήθηκαν στη δίκη αυτή, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους με τις προτάσεις τους, (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2, 189 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 02-09-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 13/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (Φ. Π. του Χ. και Μ. συζύγου Φ. Π. το γένος Ι. και Π. Π.), που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700 €). ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ