Supreme Court dismisses appeal against appellate court decision on breach of contract and penalty clause enforcement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's judgment regarding a breach of contract dispute. The appellate court found the appellant liable for failing to demolish a structure as agreed, triggering a contractual penalty clause of 50,000 euros. The Supreme Court rejected the appeal arguments, deeming them vague and unsupported by the evidence regarding the appellant's admissions or the court's reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(a), 559(1)(b), 559(1)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if grounds are vague or unsupported by facts, and a penalty clause is enforceable upon proven breach of contractual obligations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 613 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 613/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Γεωργιάδη.
Των αναιρεσιβλήτων : 1. Ψ1 και 2. Ψ2 οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Λεκέα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και του ... που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη, κατατέθηκε δε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 158/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2008 αίτησή τους και με τους από 15-9-2009 και 13-10-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 9-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρέων, είναι αόριστος διότι αναφέρονται ενάριθμα οι διατάξεις αυτές, χωρίς να καθορίζονται στο αναιρετήριο τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία κατά τον αναιρεσείοντα στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
ΕΠΕΙΔΗ με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, εκ του αριθ. 11 β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. απορρέοντα, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσιβλήτους - ενάγοντες και συγκεκριμένα ότι, κατά τα αναφερόμενα στην απόφασή του, την κρίση του, για την από υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους από το 10.014/2002 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, σχημάτισε "και από τις άμεσες ή έμμεσες ομολογίες των διαδίκων όπου ειδικά και περιοριστικά αναφέρονται παρακάτω", δηλαδή ότι προς τούτο έλαβε υπόψη δικαστική ή εξώδικη ομολογία του αναιρεσείοντος, την οποία όμως ουδόλως επικαλέσθηκαν οι αναιρεσίβλητοι στο πλαίσιο της σχετικής δίκης. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο, παρά την ανωτέρω αναφορά του, δεν στήριξε την ειρημένη κρίση του σε καμία δικαστική ή εξώδικη ομολογία (άμεση ή έμμεση) του αναιρεσείοντος, αλλά μόνο στα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα, δηλαδή σε στοιχεία με βάση τα οποία άλλωστε έκρινε ότι ο αναιρεσείων εν απέδειξε πως η μη συμμόρφωσή του προς την υποχρέωση κατεδαφίσεως του αυθαίρετου κτίσματος οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη.
ΕΠΕΙΔΗ η επιδίκαση δικηγορικής αμοιβής πάνω από τα καθοριζόμενα από τον Κώδικα περί δικηγόρων κατώτατα όρια, μη έχουσα ανάγκη ειδικής αιτιολογήσεως και αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 98 Δικηγ. Κ.), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο μέσω του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο, εκ του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέοντα, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι, με το να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, ύψους 6.000 ευρώ, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. Κ.Πολ.Δ., 100, 107, 109, 110, 111 Δικηγ. Κ. και 1 επ. του ν. ΓΠΟΗ/1912 καθόσον η νόμιμη δικηγορική αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, με το ανάλογο δικαστικό ένσημο, δεν υπερβαίνει το συνολικό ποσό των 2.774 ευρώ. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος κατά τα προαναφερθέντα.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 8α' Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια την εν λόγω διατάξεως, είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν και το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα τα οποία αντλούνται από τον νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Εν προκειμένω, με τον 1ο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου, εκ του αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τους ενάγοντες και έτσι επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και ειδικότερα πως, ενώ στην αγωγή τους εκθέτουν ότι με το υπ' αριθ. 10.014/2002 προσύμφωνο συμβόλαιο οι διάδικοι ανέλαβον από κοινού την υποχρέωση να συμπράξουν για την αποπεράτωση μιας ημιτελούς οικοδομής και στη συνέχεια να διανείμουν κατά τον περιγραφόμενο σε αυτό τρόπο τα κτίσματα που θα προέκυπταν, ότι στο εν λόγω προσύμφωνο περιλαμβάνεται ο εξής όρος: "Ρητώς συμφωνείται ότι ο Χ υποχρεούται να κατεδαφίσει το παράνομο κτίσμα προσθήκης που έχει ανεγερθεί εις το ανήκον εις αυτόν δυτικό κατάστημα του ισογείου, στον ακάλυπτο χώρο του κοινού ακινήτου, με δικές του αποκλειστικά δαπάνες και αυτόν και μόνο βαρύνει και κάθε τυχόν πρόστιμο ή άλλη ποινή χρηματική ή ποινική που τυχόν έχει επιβληθεί ή θα επιβληθεί δια το εν λόγω παράνομο κτίσμα......
Για κάθε περίπτωση υπαναχωρήσεως κάποιου από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους συγκυρίους του ακινήτου, ορίζεται ποινική ρήτρα εις βάρος του υπαιτίου και υπέρ εκάστου των αναίτιων εξ ευρώ 50.000, του παρόντος κηρυσσομένου τίτλου εκκαθαρισμένου και εκτελεστοί κατά το ποσόν της συμφωνούμενης ποινικής ρήτρας" και ότι οι ενάγοντες, ερμηνεύοντας ως υπαναχώρηση τη μη ανταπόκριση του αναιρεσείοντος (εναγομένου) στην πρόσκλησή τους να κατεδαφίσει το προεκτεθέν παράνομο κτίσμα, ζήτησαν την καταδίκη του στην καταβολή της συμφωνηθείσης ποινής, εν τούτοις αυτό (Εφετείο) δέχθηκε τα ακόλουθα: "οι ενάγοντες με τις από 1-8-2003 και 20-7-04 εξώδικες δηλώσεις τους που επιδόθηκαν στον εναγόμενο....
τον κάλεσαν να πραγματοποιήσει την κατεδάφιση και να προσέλθει ενώπιον των συμβολαιογράφων....στις 19-9-2003 και στις 5-8-2004, προκειμένου να βεβαιώσει το γεγονός αυτό και συγχρόνως του δήλωσαν ότι, σε περίπτωση μη κατεδάφισης, θα ασκούσαν κάθε δικαίωμα από το παραπάνω προσύμφωνο. Με το δεύτερο μάλιστα εξώδικο του δήλωσαν ότι, σε περίπτωση μη εμφάνισής του, θα θεωρούσαν ότι αυτός υπαναχώρησε από τα συμφωνηθέντα με το ανωτέρω προσύμφωνο και ότι θα ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους και θα ζητήσουν την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας.
Ο εναγόμενος δεν προσήλθε κατά τις παραπάνω ταχθείσες ημερομηνίες. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες ο εναγόμενος πράγματι δεν είχε πραγματοποιήσει την κατεδάφιση.... Επομένως., εφόσον ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση κατεδάφισης του αυθαίρετου κτίσματος, δεν απέδειξε δε ότι η μη συμμόρφωσή του αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, κατέστη υπερήμερος περί την εκτέλεση της συμβατικής υποχρέωσής του και κατέπεσε σε βάρος του...
η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, ύψους 50.000 ευρώ για κάθε έναν από τους ενάγοντες, οι συνέπειες δε αυτές της υπερημερίας του εναγομένου δεν αίρονται εκ του γεγονότος ότι αυτός μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής, προέβη στην κατεδάφιση του αυθαίρετου κτίσματος". Δηλαδή, ενώ οι ενάγοντες στηρίζουν την αγωγή τους στο άρθρο 398 ΑΚ, ισχυριζόμενοι ότι ο εναγόμενος υπαναχώρησε από τη σύμβαση και ότι έτσι αυτή ανετράπη, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή έχει έρεισμα το άρθρο 404 ΑΚ και ότι ο εναγόμενος περιήλθε σε υπερημερία ως προς την εκτέλεση της σύμβασης, η οποία παραμένει ισχυρή, περιστατικό το οποίο δεν επικαλέσθηκαν με την αγωγή τους οι αναιρεσίβλητοι.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, διότι, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αγωγής και της αποφάσεώς του, δεν έλαβε υπόψη πράγματα μη προταθέντα, αλλά προέβη, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής και του άνω προσυμφώνου, αλλά και των αποδείξεων, στον χαρακτηρισμό της επίμαχης συμφωνίας ως ποινικής ρήτρας, ενώ, εξάλλου, ενόψει και του ενδοτικού χαρακτήρα των ρυθμίσεων των άρθρων 398 και 404 ΑΚ, η τυχόν παραδοχή του Εφετείου, περί συνομολογήσεως ποινής μεταμέλειας, δεν προκύπτει -ούτε πάντως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων- ότι μπορούσε να οδηγήσει σε απόρριψη της αγωγής.
ΕΠΕΙΔΗ ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ. προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου δεν ιδρύεται όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο του πρόσθετου αναιρετηρίου εκ του άρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωση το περιεχόμενο του 1014/2002 προσυμφώνου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Χαρίτση - Τσαπραλή, καθόσον, ενώ τούτο διαλαμβάνει ότι για κάθε περίπτωση υπαναχωρήσεως κάποιου από τους ανωτέρω συμβαλλόμενους συγκυρίους του ακινήτου ορίζεται ποινική ρήτρα εις βάρος του υπαιτίου και υπέρ εκάστου των αναίτιων εξ ευρώ 50.000, του παρόντος κηρυσσομένου τίτλου εκκαθαρισμένου και εκτελεστού κατά το ποσό της συμφωνούμενης ποινικής ρήτρας, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Για την περίπτωση υπαναχώρησης (υπαίτιας μη εκπληρώσεως των συμφωνηθέντων) με το ίδιο ως άνω προσύμφωνο συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, συγκυρίων του ακινήτου, ποινική ρήτρα, σε βάρος του υπαιτίου και υπέρ καθενός από τους αναίτιους, ύψους 50.000 ευρώ".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, με την ανωτέρω παραδοχή του, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δεν προέβη δηλαδή σε εσφαλμένη ανάγνωση του κρίσιμου περιεχομένου του προσυμφώνου, αλλά στην ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμησή του, από την οποία κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, μεταξύ άλλων, αν έχει αιτιολογίες αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εν προκειμένω, ως εκ της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο, κρίναν ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ανωτέρω αγωγή, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι "Για την περίπτωση υπαναχώρησης (υπαίτιας μη εκπληρώσεως των συμφωνηθέντων) με το ίδιο ως άνω προσύμφωνο συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ποινική ρήτρα, σε βάρος του υπαιτίου και υπέρ καθενός από τους αναίτιους, ύψους 50.000 ευρώ".
Εν συνεχεία, δέχθηκε τα εξής : "Για το λόγο αυτό, οι δεύτερος και τρίτη ενάγοντες, με τις από 1-8-2003 και 20-7-2004 εξώδικες δηλώσεις τους, που επιδόθηκαν στους εναγομένους στις 5-8-2003 και 20-7-2004 αντίστοιχα τον κάλεσαν να πραγματοποιήσει την κατεδάφιση και να προσέλθει στις 19-9-2003 και στις 5-8-2004, αντίστοιχα, προκειμένου να βεβαιώσει το γεγονός αυτό ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Μαρίας Μπαζιωτοπούλου - Νέζη και Ελένης Χαρίτση - Τσαπραλή, αντίστοιχα, και συγχρόνως του δήλωσαν ότι, σε περίπτωση μη κατεδάφισης, θα ασκούσαν κάθε δικαίωμά τους από το παραπάνω προσύμφωνο.
Με το δεύτερο μάλιστα εξώδικο, του δήλωσαν ότι, σε περίπτωση μη εμφάνισης του, θα θεωρούσαν ότι αυτός υπαναχώρησε από τα συμφωνηθέντα με το ανωτέρω προσύμφωνο και ότι θα ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους και θα ζητήσουν την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας. Ο εναγόμενος δεν προσήλθε κατά τις παραπάνω ταχθείσες ημερομηνίες για να βεβαιώσει την υλοποίηση της κατεδάφισης και, έτσι, συντάχθηκαν από τις ανωτέρω συμβολαιογράφους οι με αριθμούς 18.635/19-9-2003 και 11.248/5-8-2004 πράξεις μη εμφάνισης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, κατά τις ανωτέρω ημερομηνίες, ο εναγόμενος πράγματι δεν είχε πραγματοποιήσει την κατεδάφιση. Επομένως, εφόσον, ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με την υποχρέωση κατεδάφισης του αυθαιρέτου κτίσματος, δεν απέδειξε δε ότι η μη συμμόρφωσή του αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, κατέστη υπερήμερος περί την εκτέλεση της συμβατικής του υποχρέωσης και κατέπεσε σε βάρος του και υπέρ των αναίτιων συγκυρίων, δεύτερου και τρίτης εναγόντων, η συμφωνηθείσα με το ως άνω προσύμφωνο ποινική ρήτρα, ύψους 50.000 ευρώ, για κάθε έναν από τους ανωτέρω ενάγοντες".
Οι παραδοχές αυτές, ενόψει και των όσων αναφέρονται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του πρώτου λόγου του πρόσθετου αναιρετηρίου, δεν είναι αντιφατικές, δεν τελούν δηλαδή μεταξύ τους σε λογική ανακολουθία, ενώ εξάλλου το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο σε σχέση με το ουσιώδες ζήτημα της υπερημερίας του εναγομένου περί την εκπλήρωση της συμβατικής υποχρεώσεως και εντεύθεν της καταπτώσεως σε βάρος του και υπέρ των αναιτίων συγκυρίων (εναγόντων) της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, ύψους 50.000 ευρώ, είναι σαφές.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων, τρίτος λόγος του πρόσθετου αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2008 αίτηση και τους από 15-9-2009 και 13-10-2009 πρόσθετους λόγους του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 158/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων οριζόμενα σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Απριλίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ