Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, rejecting constitutional and proportionality claims regarding court costs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Athens' decision, ruling that the lower court did not commit procedural errors. The appellant argued that the court failed to offset legal costs and imposed an excessive fee violating constitutional principles. The court held that such cost assessments fall within the exclusive jurisdiction of the trial court and are not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 176, 178, 179 of the Code of Civil Procedure; Articles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court lacks jurisdiction to review the trial court's assessment of legal costs or the application of the principle of proportionality regarding such fees, as this constitutes a factual evaluation reserved for the court of first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 819 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Το Εφετείο δεν δέχεται την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας αναφορικά με τις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων και συνεπώς, με το να μη προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. δεν υπέπεσε στην πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1.
Με την παραδοχή ότι ο επικαλούμενος συμβιβασμός δεν ολοκληρώθηκε με την σύνταξη του οριστικού συμφωνητικού, το Εφετείο, σαφώς, δέχεται τη μη κατάρτισή του, την οποία, επαρκώς αιτιολογεί, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασής του, ως προς την μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 871 και 166 του Α.Κ.
Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και όλα τα έγγραφα. Ο λόγος που αφορά τις πλημέλειες της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ. πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού σι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην εφαρμογή δικονομικού δικαίου κανόνων. Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ α συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Αριθμός 819/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Nικόλαο Πάσσο, Νικόλαο Τρούσα (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη) και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαΐου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ν. Κ. του Γ., δικηγόρου, κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Καραγκούνη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "EL PACK ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΙΔΩΝ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Χατζόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29-12-2004 και 16-12-2005 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3919/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν α) η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 3-9-2007 αίτησή της και β) ο ήδη αναιρεσείων με την από 26-6-2007 αίτησή του. Ο Άρειος Πάγος συνεκδίκασε τις ως άνω αιτήσεις και εξέδωσε την 1871/2008 απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την 3919/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Τέλος, εκδόθηκε η 3216/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 14-4-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Παναγιώτη Κομνηνάκη, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.
Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας, σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.
Η διαπίστωση από το Δικαστήριο της ουσίας της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Τέτοια παραβίαση μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, δηλαδή αν οι ερμηνευτικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν κατά τρόπο που να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής τους, όπως συμβαίνει όταν δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν, προκειμένου να γίνει η προσήκουσα ερμηνεία των δηλώσεων βουλήσεως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 871 ΑΚ, με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση με αμοιβαίες υποχωρήσεις.
Εξάλλου για τη σύναψη σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο την διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος. Οι σχετικές δηλώσεις βούλησης και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Το εάν όμως τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν ή όχι πρόταση και κατάρτιση συμβιβασμού, δηλαδή ο νομικός χαρακτήρας των περιστατικών αυτών, αποτελεί κρίση που υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 166 του ΑΚ προσύμφωνο είναι η σύμβαση, με την οποία τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο ενάγων είναι δικηγόρος μέλος του Δ.Σ.Α. Μεταξύ αυτού και της εναγομένης καταρτίστηκε άτυπη σύμβαση έμμισθης εντολής, αόριστου χρόνου, με βάση την οποία συμφωνήθηκε να παρέχει αυτός από 1-4-1998 προς αυτήν νομικές και άλλες συναφείς υπηρεσίες ως νομικός σύμβουλος και ως ειδικός σύμβουλος της διοίκησης της εναγομένης εταιρείας, αμειβόμενος με πάγια περιοδική μηνιαία αμοιβή.
Στις 10-8-2004 η εναγομένη κατάγγειλε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής και κατέβαλε σ' αυτόν ως αποζημίωση, μέσω του Ταμείου Παρακαταθηκών και δανείων, το ποσό των 66.337,42 ευρώ. Ο τότε δικηγόρος της εκκαλούσας Γ.ς Κ. απέστειλε στον εφεσίβλητο την από 27-10-2005 επιστολή (fax), στην οποία αναφέρει επιλέξει τα ακόλουθα "Ν., μετά την συνάντηση που είχαμε θέλω και γραπτά να σου επιβεβαιώσω τα όσα συμφωνήθηκαν: 1ον) Οι πάσης φύσεως αξιώσεις και απαιτήσεις σου από την εταιρεία, τους μετόχους και μέλη του Δ.Σ.
αυτής, από οποιαδήποτε αιτία και για τον οιονδήποτε λόγο, είτε αφορούν αμιγώς δικαστικές ενέργειες και νομικές συμβουλές είτε όχι, είτε αφορούν στενά την συνεργασία σου με την εταιρεία είτε την έμμεση απασχόλησή σου, συμφωνήθηκε να σου καταβληθεί το συνολικό καθαρό ποσό των ευρώ 250.000. 2ον) Το ποσό αυτό θα καταβληθεί σε 25 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, εκάστης ποσού ευρώ 10.000 αρχής γενομένης από 20-2-2006, Κ.Ο.Κ.. 3ον) Η ακριβής τυπική αιτιολόγηση, θα την καθορίσουμε από κοινού και εντός των προσεχών ημερών, προκειμένου να εξευρεθεί η φορολογικά καλλίτερη λύση, 4ον) Τότε θα συντάξουμε και το οριστικό συμφωνητικό, το οποίο θα έχει το "πνεύμα" της σημερινής συμφωνίας, τέλος 5ον) Εννοείται ότι, το δικαστήριο της 1ης Νοεμβρίου 2005 δεν θα γίνει".
Στο ίδιο έγγραφο και κάτω από την υπογραφή του ως άνω δικηγόρου, ο εφεσίβλητος ανέγραψε, χειρόγραφα, την ίδια ημέρα, τις φράσεις: "Γ., συμφωνώ. Το δικαστήριο θα ματαιωθεί. Σχέδιο συμφωνητικού θα αποστείλω την Δευτέρα 31-10-2005. Υπογραφή συμφωνητικών και παράδοση επιταγών μέχρι 4-11-05", το οποίο και απέστειλε στον ως άνω δικηγόρο της εκκαλούσας.
Ακολούθως, ο εφεσίβλητος σύνταξε σχέδιο συμφωνητικού συμβιβασμού, το οποίο, όμως, παρά τις διορθώσεις που ακολούθησαν, τελικά δεν έγινε αποδεκτό από την εκκαλούσα εταιρεία και δεν υλοποιήθηκε. Από το έγγραφο αυτό δεν συνάγεται ομολογία της εκκαλούσας, ότι οφείλει στον εφεσίβλητο τις αγωγικές απαιτήσεις του, για διαφορές αμοιβής, κατά τα χρονικά διαστήματα από 1-6-1999 έως 31-12-1999 και από 1-1-2000 έως 10-8- 2004 και για αποζημίωση για μη ληφθείσες άδειες των ετών 1999 έως 2004, συνολικού ποσού 217.942,39 ευρώ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εφεσίβλητος.
Όπως μάλιστα ευθέως προκύπτει από το έγγραφο αυτό η εν λόγω συμφωνία αφορούσε "τις πάσης φύσεως αξιώσεις και απαιτήσεις του εφεσίβλητου από την εταιρεία, τους μετόχους και μέλη του Δ.Σ. αυτής, από οποιαδήποτε αιτία και για τον οιονδήποτε λόγο, είτε αφορούσαν αμιγώς δικαστικές ενέργειες και νομικές συμβουλές είτε όχι, είτε αφορούσαν στενά τη συνεργασία του με την εταιρεία είτε την έμμεση απασχόληση του" χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη αναφορά στις παραπάνω αγωγικές αξιώσεις του.
Το γεγονός δε ότι είχε διάφορες αξιώσεις τουλάχιστον κατά της εκκαλούσας εταιρείας, οι οποίες ήσαν εκκρεμείς κατά τον παραπάνω χρόνο (27-10- 2005), προκύπτει από τις αγωγές που έχει ήδη ασκήσει κατ' αυτής και ειδικότερα: α) την από 5-1-2006 (αριθμ. έκθ. κατ. δικ. 187/2007) αγωγή του, με την οποία ζητεί για αμοιβές ως μέλος του ΔΣ της εκκαλούσας για τα έτη 2002 και 2003 το ποσό των 70.850 ευρώ, β) την από 26-6-2007 (αριθμ.
έκθ. κατ. δικ. 355/2007) αγωγή του, με την οποία ζητεί ως διαφορά αποζημίωσης λόγω καταγγελίας από την εκκαλούσα της μεταξύ τους έμμισθης εντολής και για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 11-8-2004 έως τη συζήτηση της αγωγής, το ποσό των 271.568,55 ευρώ, γ) την από 8-12-2008 (αριθμ. έκθ. κατ. δικ. 12455/2008) αγωγή του, με την οποία ζητεί ως αμοιβή για εκτέλεση έργου σχετικά με τη SOFTEX, κατά την περίοδο των ετών 2000 έως 2003, το ποσό των 248.196,63 ευρώ και δ) την από 27-7-2009 (αριθμ.
έκθ. κατ. δικ. 8733/2009) αγωγή του, με την οποία ζητεί ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 1.000.000 ευρώ. Επομένως, ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου περί δικαστικής και εξώδικης ομολογίας αποδοχής της εκκαλούσας να του καταβάλει τα αγωγικά ποσά, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι με το ως άνω έγγραφο του δικηγόρου της εκκαλούσας και την σχετική απάντηση του εφεσίβλητου επ' αυτού, καταρτίστηκε πλήρης και ολοκληρωμένος εξώδικος συμβιβασμός, σχετικά με τις επίδικες αξιώσεις του, αφού αυτός αφενός μεν δεν ολοκληρώθηκε με τη σύνταξη του οριστικού συμφωνητικού, όπως είχε συμφωνηθεί, αφετέρου δε καμία μνεία, κατά συγκεκριμένο τρόπο για τις επίδικες αξιώσεις του, δεν γίνεται στο εν λόγω έγγραφο, ώστε να καταστεί δυνατό να διαπιστωθεί αν και, σε καταφατική περίπτωση, κατά ποία έκταση τυχόν τις περιελάμβανε, ενόψει μάλιστα και του ότι στο εν λόγω έγγραφο γίνεται αναφορά για αξιώσεις του εφεσίβλητου όχι μόνο κατά της εκκαλούσας εταιρείας, αλλά και έναντι τρίτων (μετόχων, μελών Δ.Σ.
αυτής), καθώς και από έμμεση απασχόλησή του στην εκκαλούσα. Με βάση τα παραπάνω, ο ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι μεταξύ αυτού και της εναγομένης είχε καταρτιστεί στις 27-10-2005, με ανταλλαγή, δια τηλεομοιοτυπίας, προτάσεως (του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης Ι. Κ.) και αποδοχής του εξώδικος συμβιβασμός για την καταβολή σ' αυτόν καθαρού μετά φόρων ποσού 250.000 ευρώ, με τον οποίο καλύπτονταν οι ένδικες αξιώσεις του, κρίθηκε από το Εφετείο απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο, ως άνω, πραγματικά γεγονότα, δεν προκύπτει ότι τούτο δέχεται την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας αναφορικά με τις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων στις ως άνω τηλεομοιοτυπίες μεταξύ τους και συνεπώς, με το να μη προσφύγει τούτο στις ερμηνευτικές των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και είναι αβάσιμος ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι αντίστοιχες αιτιάσεις. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με την παραδοχή ότι ο επικαλούμενος από τον αναιρεσείοντα συμβιβασμός δεν ολοκληρώθηκε με την σύνταξη του οριστικού συμφωνητικού, το Εφετείο, σαφώς, δέχεται τη μη κατάρτισή του, την οποία, με σαφείς πλήρεις και δίχως αντιφάσεις αιτιολογίες, επαρκώς αιτιολογεί, κατά τρόπο που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της απόφασής του από τον Άρειο Πάγο, ως προς την μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 871 του Α.Κ., δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να διαλάβει στην απόφασή του και ειδικότερη παραδοχή για το αν καταρτίστηκε, με την με ανταλλαγή δια τηλεμοιοτυπίας προτάσεως (του πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης Ι.
Κ.) και αποδοχή του αναιρεσείοντος, άλλη σύμβαση (εκτός εκείνης του συμβιβασμού), και το είδος αυτής, διότι η παραδοχή αυτή δεν είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης. Επομένως, δεν παραβίασε, με το να μη τις εφαρμόσει, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 871, 166 του Α.Κ, και 293 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ.
και είναι αβάσιμος ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος αναίρεσης και κατά το σχετικό δεύτερο μέρος του, ως προς το οποίο, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, αναφέρεται και η εισήγηση του Εισηγητή Δικαστή, έστω και συνοπτικά. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση, συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι ως προς το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου επί ενός ουσιώδους ζητήματος λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, διότι αυτό παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ως άνω ισχυρισμού του, ήτοι:
α) Την από 8-10-2004 επιστολή του προς τον Α. Β. Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης, β) το από 27-10-2005 έγγραφο του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγομένης σε συνδυασμό με τις προτάσεις της, που υπογράφει ο ίδιος δικηγόρος της, γ) το από 31-10-2005 ηλεκτρονικό μήνυμα του αδελφού του αναιρεσείοντος προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο της εναγομένης Ι.
Κ., το από 1-11-2005 ηλεκτρονικό μήνυμα του τελευταίου προς τον αναιρεσείοντα, τα από 2-11-2005 και 23-11-2005 ηλεκτρονικά μηνύματα του αναιρεσείοντος, δ) τις από 16-12-2005 και από 5-1-2006 απαντητικές επιστολές του αναιρεσείοντος προς τον Πρόεδρο του ΔΣ της αναιρεσίβλητης μαζί με τα αντίστοιχα αποδεικτικά επιδόσεώς τους με αριθμούς 9154γ/20-12-2005 και 9347γ/10-1-2006 του δικαστικού επιμελητή Κ.
Κ.. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, ότι, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, λήφθηκαν υπόψη, εκτός άλλων, "και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στο οποίο γίνεται αναφορά στο ανωτέρω με στοιχεία β' έγγραφο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα, που είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως. Οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πλημμέλειες κατά της προσβαλλόμενης απόφασης της ευθείας άλλως εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 176, 178 και 179 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι επικαλούμενες πλημμέλειες αναφέρονται στην εφαρμογή των παραπάνω δικονομικού δικαίου κανόνων. Περαιτέρω, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ), ενώ ο συμψηφισμός, εν όλω ή εν μέρει, των δικαστικών εξόδων λόγω ιδιαίτερης δυσχέρειας που εμφανίζει η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε, απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που δεν ελέγχεται αναιρετικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρη του, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία άλλως εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 20 § 1 και 25 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ για καταδίκη του στο υπέρμετρο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, ποσό των 9.000 ευρώ για δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης αμφοτέρων των βαθμών, κατ' εφαρμογή των άρθρων 176 και 178 § 1 ΚΠολΔ, αντί να συμψηφίσει αυτά, κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ, ή να επιβάλλει εις βάρος του μικρότερο ποσό, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τις ανωτέρω αιτιάσεις πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι η ρύθμιση του θέματος των δικαστικών εξόδων ανατέθηκε στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ, ενώ, εξάλλου, δεν ενέχει ούτε εμμέσως περιορισμό του δικαιώματος στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 20 § 1 του Συντάγματος και 6 § 1 της ΕΣΔΑ, ούτε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας, αφού η διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως και, συνεπώς, η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 6/2009).
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 16-7-2010, αίτηση αναιρέσεως της με αριθμό 3216/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαΐου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ