Legislator Case Law & Legislation
229/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding res judicata and evidentiary force of prior bankruptcy rulings.

Case Number 229/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial against a Third Instance Court decision regarding a subsidiary company's bankruptcy. The appellant argued the lower court erred in not accepting prior rulings on bankruptcy proceedings as res judicata and as having full evidentiary force under Article 312 of the Code of Civil Procedure. The Court rejected these claims, holding that bankruptcy proceedings do not create substantive res judicata for subsequent civil disputes and that prior judgments only prove the existence of the legal relationship, not the court's specific reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(12) and 559(16) of the Code of Civil Procedure; bankruptcy proceedings do not establish substantive res judicata for other civil actions, and prior judgments possess only limited evidentiary force regarding the existence of the legal relationship rather than the court's reasoning.

Keywords

AI generated
res judicata bankruptcy evidentiary force judgments inadmissible appeal substantive res judicata Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Article 312 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 229 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 229 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου - Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Β.Ε.Ε.", η οποία εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Κωνσταντέλλο. Κατά την δικάσιμο της 9ης Μαΐου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εδρεύει στον Δήμο Παιανίας και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χρήστο Οικονόμου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ.Δ. Κατά την δικάσιμο της 9ης Μαΐου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κιλκίς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1325/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 20-7-2020 αίτησή της για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 9η Μαΐου 2022, οπότε και συζητήθηκε χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ .../2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ. , η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 ΚΠολΔ , αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ' άρθρο 307 ΚΠολΔ συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 ΚΠολΔ συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (ΑΠ674/2023, ΑΠ936/2018, ΑΠ 869/2017).

Εν προκειμένω, φέρεται προς ανασυζήτηση, στη σημερινή δικάσιμο, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, η από 20.7.2020 αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με τη με αριθμό .../2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα σ' αυτούς, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ, κατόπιν διαπίστωσης αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως επί της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία είχε συζητηθεί ωσαύτως κατ' αντιμωλία των διαδίκων, στην αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 9.5.2022 ενώπιον του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου. Με την κρινόμενη αίτηση, προσβάλλεται η με αριθμό 1325/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 552,553,556,558,564 και 566 ΚΠολΔ. Είναι συνεπώς, παραδεκτή (αρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 577 παρ.3 του ιδίου κώδικα, να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 34 ΑΚ, ικανότητα δικαίου είναι η ικανότητα του φυσικού προσώπου να έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όμως και ενώσεις προσώπων για την επιδίωξη ορισμένου σκοπού, καθώς επίσης και σύνολα περιουσίας για την εξυπηρέτηση ορισμένου σκοπού, μπορούν κατά τη διάταξη του άρθρου 61 ΑΚ να αποκτήσουν προσωπικότητα, αν τηρηθούν οι όροι που αναγράφει ο νόμος, δηλαδή να αποκτήσουν ικανότητα δικαίου, η οποία πάντως δεν εκτείνεται κατά τη διάταξη του άρθρου 62 του ίδιου Κώδικα σε έννομες σχέσεις που προϋποθέτουν ιδιότητες φυσικού προσώπου.

Επομένως νομική προσωπικότητα είναι η ικανότητα δικαίου, που απονέμεται από το νόμο σε οργανισμούς που επιδιώκουν ορισμένο σκοπό, οι οποίοι ανάγονται έτσι σε αυτοτελείς φορείς δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, δηλαδή σε νομικά πρόσωπα με χωριστή περιουσία απ' αυτή των μελών τους, που τους προσδίδει αυθύπαρκτη στο χώρο και συνεχή στο χρόνο οντότητα.

Η νομική λοιπόν προσωπικότητα είναι δημιούργημα του δικαίου, με την οποία εξυπηρετούνται οικονομικές και κοινωνικές ανάγκες, όπως προπάντων είναι ο περιορισμός της ευθύνης και των κινδύνων κατά την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας με ανάλογη μείωση και του κόστους από τη συμμετοχή σ' αυτή. Η περιουσιακή αυτοτέλεια των νομικών προσώπων είναι συνεπώς το βασικότερο στοιχείο της ιδιοσυστασίας τους, που εκφράζεται και με τη διάταξη του άρθρου 70 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία οι δικαιοπραξίες που επιχείρησε μέσα στα όρια της εξουσίας του το όργανο διοίκησης του νομικού προσώπου υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο.

Απόρροια της ιδιαίτερης ικανότητας δικαίου των νομικών προσώπων είναι ακριβώς και η ιδιαίτερη ικανότητα ευθύνης τους, δηλαδή αποκλειστικής και χωριστής από την ευθύνη των μελών τους, που σημαίνει ότι υπέγγυα στους δανειστές του νομικού προσώπου είναι μόνο η δική του περιουσία και όχι και η περιουσία των μελών του, ενώ και αντιστρόφως η περιουσία του δεν είναι υπέγγυα στους ατομικούς δανειστές των μελών του.

Ωστόσο ο απόλυτος αυτός διαχωρισμός δικαιολογείται όταν εξυπηρετεί τους σκοπούς της χωριστής νομικής προσωπικότητας, διαφορετικά δεν είναι ανεκτός από το δίκαιο και κάμπτεται, είτε ευθέως με βάση σχετική διάταξη του νόμου, όπως λ.χ. είναι η διάταξη του άρθρου 83 § 2 του κ.ν. 2190/1920, είτε κατά την καλή πίστη, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 281, 288 και 200 του ΑΚ, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου, οπότε καταφάσκεται η άρση της περιουσιακής αυτοτέλειάς του.

Ειδικότερα η εταιρεία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, οφείλει να υπηρετεί κοινωνικό κυρίως σκοπό στο πλαίσιο και των συνταγματικών διατάξεων των άρθρων 5 § 1 και 12 §§ 1 & 3. Η χρησιμοποίηση έτσι της εταιρείας για την εξυπηρέτηση σκοπών αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά στο νόμο.

Πρέπει όμως να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συνέπειές της να αντιμετωπισθούν σε αναλογία με τις συνέπειες της κατάχρησης δικαιώματος. Κατά την έννοια αυτή δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρείας ή των μεριδίων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης σε ένα μόνον πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρείας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική ή Ε.Π.Ε. , βλ. άρθρ. 1 § 3 κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει), η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου, στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά επίσης καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού το σκοπό ακριβώς αυτό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Συνεπώς δεν λειτουργούν αθέμιτα οι διάφοροι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προαναφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρείας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρεία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρείας.

Περαιτέρω, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά κατά την παραπάνω έννοια ούτε η ταύτιση των συμφερόντων της εταιρείας με αυτά του βασικού μετόχου ή εταίρου της ή η συστηματική απ' αυτούς παροχή εγγυήσεων υπέρ της εταιρείας, ούτε η εμφάνισή τους ως των ουσιαστικών φορέων της ασκούμενης από την εταιρεία επιχείρησης, αφού η εταιρεία εξυπηρετεί σε τελική ανάλυση τα συμφέροντα των προσώπων αυτών, τα οποία με την παροχή από μέρους τους εγγυήσεων για λογαριασμό της εταιρείας διασφαλίζουν αντίστοιχα και τα δικά τους συμφέροντα κατά θεμιτό ασφαλώς τρόπο, ενώ αλληλένδετη με την ιδιότητα του βασικού μετόχου ή εταίρου είναι η εμφάνιση των προσώπων αυτών ως των ουσιαστικών φορέων της επιχειρηματικής εταιρικής δράσης.

Σε όλες λοιπόν τις περιπτώσεις αυτές, που δεν διαπιστώνεται κατάχρηση κατά τη λειτουργία του εταιρικού θεσμού, διατηρείται αναλλοίωτη και η αυτοτέλεια της εταιρείας ως νομικού προσώπου. Όμως η αρχή αυτή της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρείας έναντι των μετόχων ή των εταίρων της υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητάς της χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστης, δηλαδή όταν οι πράξεις της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται ή αντιστρόφως όταν οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρεία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή κατάχρησης του θεσμού της εταιρείας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας για να καταστρατηγήσει το νόμο (λ.χ. να παρακάμψει απαγόρευση που τον δεσμεύει ως φυσικό πρόσωπο) ή για να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτο (οπότε θα ανακύπτει και αδικοπρακτική ευθύνη του) ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση είτε εταιρικών είτε ατομικών υποχρεώσεών του, που δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών εταιρικών ή ατομικών του δυνατοτήτων, κριτήρια δε ενδεικτικά μιας τέτοιας κατάχρησης είναι προπάντων η ανεπαρκής χρηματοδότηση της εταιρείας και η σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία του, αφού εξ αιτίας μεν της ελλιπούς χρηματοδότησης ο επιχειρηματίας μεταφέρει αθέμιτα στους δανειστές της εταιρείας τους κινδύνους από τη δική του στην ουσία επιχειρηματική δραστηριότητα, ενώ αθέμιτα και στην περίπτωση της σύγχυσης των περιουσιών χρησιμοποιεί την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες ή αντιστρόφως επωφελείται η εταιρεία σε βάρος των ατομικών του δανειστών.

Ασφαλώς καταχρηστική είναι και η συμπεριφορά του βασικού μετόχου ή εταίρου που συναλλάσσεται με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία, όταν η εταιρεία δεν έχει εταιρική οργάνωση ή δεν έχει αναπτύξει επιχειρηματική δράση και είναι αυτός στην ουσία που συναλλάσσεται υπό την εταιρική επωνυμία για δικό του όφελος.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της κατάχρησης προσήκει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας ή κατ' άλλη έκφραση η διείσδυση στο υπόστρωμά της και η επέκταση από την εταιρεία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως η επέκταση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρεία, ιδιαίτερα όταν οι τρίτοι, που συμβλήθηκαν με την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο της, οδηγήθηκαν στη συγκεκριμένη συναλλαγή εξαιτίας της εμφανιζόμενης σ' αυτούς παραλλαγμένης κατάστασης.

Σε κάθε πάντως περίπτωση η άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι προσωρινή και περιορισμένη, δηλαδή δεν καταλύεται η ίδια η νομική προσωπικότητα της εταιρείας, αλλά παραμερίζεται μόνο για τη συγκεκριμένη συναλλαγή η περιουσιακή αυτοτέλειά της, με την έννοια ότι η εταιρεία ή αναλόγως ο βασικός μέτοχος ή εταίρος της παραμένουν οφειλέτες, που ευθύνονται πλέον από κοινού και εις ολόκληρο (άρθρ. 481 ΑΚ) για τις ζημιογόνες συνέπειες (άρθρ. 926 ΑΚ) της συναλλαγής τους, δηλαδή δημιουργείται ένας πρόσθετος οφειλέτης, στον οποίο επεκτείνονται (διαχέονται) οι συνέπειες αυτές με κατεύθυνση είτε από την εταιρεία προς το βασικό μέτοχο ή εταίρο είτε με αντίστροφη κατεύθυνση. (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1088/2021, ΑΠ 781/2018, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 149/2013, ΑΠ 330/2010, ΑΠ 873/2009).

Με διαφορετική άλλωστε εκδοχή, δηλαδή αν αποκλεισθεί η ευθύνη της εταιρείας ή αναλόγως του βασικού μετόχου ή εταίρου της και γίνει δεκτή η ευθύνη του ενός μόνον απ' αυτούς, θα υφίσταται το νομικό παράδοξο να διατηρείται μεν για την εταιρεία ή το βασικό μέτοχο ή εταίρο ο ενοχικός δεσμός από τη συναλλαγή τους, να μην αναδύονται όμως γι' αυτούς έννομες συνέπειες και μάλιστα στην περίπτωση αυτή θα μπορούν να επικαλεσθούν τη μεταφορά (μετακύλιση) των συνεπειών από την εταιρεία στο βασικό μέτοχο ή εταίρο της ή αντιστρόφως από το μέτοχο αυτό ή εταίρο στην εταιρεία και τον αποκλεισμό έτσι της ευθύνης του άλλου, όχι μόνον οι αντισυμβαλλόμενοι, αλλά και τρίτα πρόσωπα ως προς τη συγκεκριμένη συναλλαγή, μολονότι η κάμψη της νομικής προσωπικότητας δεν προϋποθέτει διαπλαστική δήλωση του ενδιαφερομένου, αλλά ως έννομη κατάσταση, που συνεπάγεται αντίστοιχες έννομες συνέπειες, προκύπτει αυτοδικαίως, εφόσον υπάρξει κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1088/2021, ΑΠ 406/2021, ΑΠ 1355/2018).

Συνεπώς, η κάμψη της νομικής προσωπικότητας μπορεί και πρέπει να αντιμετωπίζεται, ως το έσχατο μέσο, αξιολογώντας την υποκεφαλαιοδότηση της εταιρείας, τη σύγχυση ατομικής και εταιρικής περιουσίας και τη χρησιμοποίηση του νομικού προσώπου της εταιρείας, για αποφυγή εκπλήρωσης αναληφθεισών υποχρεώσεων και πρόκληση ζημίας σε τρίτο. Κατάχρηση του θεσμού της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου είναι δυνατό να γίνει και από άλλο νομικό πρόσωπο και συγκεκριμένα από μητρική εταιρεία σε βάρος θυγατρικής της ή από εταιρείες του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων, ο οποίος, (όμιλος εταιριών/επιχειρήσεων -άρθρο 42Ε παρ. 5 ν. 2190/1020 και οδηγία 94 145/ΕΚ του Συμβουλίου της 22.9.1994) χαρακτηρίζεται από κοινή διεύθυνση, κοινή οικονομική πολιτική, κοινή χρηματοδότηση, δηλ. κοινά οικονομικά συμφέροντα, ενώ συντίθεται από πολλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα, αποτελεί μια οικονομική ενότητα. Ειδικά μάλιστα στο χώρο των ομίλων επιχειρήσεων, οι συνθήκες αδιαφάνειας ως προς τη δομή και τη δράση τους συναξιολογείται ως επιμέρους κριτήριο, προς το σκοπό άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου.

Εξάλλου, υποκεφαλαιοδότηση συντρέχει, όταν τα ίδια κεφάλαια της εταιρείας δεν επαρκούν, για να ικανοποιήσουν τις χρηματοδοτικές της ανάγκες, όπως αυτές προκύπτουν, μέσα από το είδος και την έκταση της επιδιωκόμενης και πραγματικής επιχειρηματικής της δραστηριότητας, αφού ληφθούν υπόψη και οι υπάρχουσες μέθοδοι χρηματοδότησης της εταιρείας και οι ανάγκες αυτές δεν μπορούν, επίσης, να καλυφθούν με πιστώσεις τρίτων και η εταιρεία χρηματοδοτείται με εμφανώς μικρότερο ποσό από τους μετόχους της, ιδίως τον κυρίαρχο μέτοχο, ο οποίος και διαμορφώνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Από το γεγονός ότι στο πλαίσιο ομίλου επιχειρήσεων, η μητρική εταιρεία αποτελεί τον κύριο ή τον αποκλειστικό μέτοχο της θυγατρικής εταιρείας, δεν προκύπτει αυτόματα υποχρέωση της μητρικής εταιρείας να χρηματοδοτεί συνεχώς και χωρίς κανένα περιορισμό τη θυγατρική εταιρεία, ώστε η τελευταία να παραμένει εσαεί βιώσιμη. Για την προσφυγή στην άρση της αυτοτέλειας θα πρέπει η ανεπαρκής χρηματοδότηση να συνιστά συμπεριφορά κακόπιστης πρόκλησης βλάβης προς τους θιγέντες εταιρικούς δανειστές (ΑΠ 1088/2021).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα, από την εκτίμηση αυτή, εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος, για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1464/2022, ΑΠ 1283/2021, ΑΠ 74/2016).

Τα επιχειρήματα, δε, του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξάλλου ιδρύεται ο άνω λόγος αναίρεσης εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019, ΑΠ 1283/2021). Η ύπαρξη τέλος, νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκείμενου λόγου αναίρεσης, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, σε αντίθεση με την έρευνα άλλων αναιρετικών λόγων, ελέγχοντας την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και το αιτιολογικό της (ΑΠ 1053/2015). Η προσβαλλομένη απόφαση είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή (αρθ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης.

Με την από 11.12.2016 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα ζήτησε μετά περιορισμό του καταψηφιστικού της αιτήματος με την τροπή του σε εν όλω αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης, ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 318.954,22 ευρώ, εξ αιτίας έκδοσης από την μη διάδικο εταιρεία "...

ΑΕ" ισόποσων ακάλυπτων επιταγών, που ενσωμάτωναν το τίμημα διαδοχικών πωλήσεων φυτικών ελαίων, των ετών 2012 και 2013, που η τελευταία, όπως και η αναιρεσίβλητη προμηθεύονταν από την αναιρεσείουσα, για το λόγο ότι συνέτρεξε περίπτωση άρσης της περιουσιακής αυτοτέλειας των εταιρειών αυτών (... ΑΕ και ... ΑΕ), δεδομένου ότι αυτές διέθεταν κοινή μετοχική σύνθεση, και εκπροσώπηση, η δε εταιρεία "...

ΑΕ" λειτουργούσε ως προκάλυμμα και παρένθετο νομικό πρόσωπο από την αναιρεσίβλητη, προκειμένου καταχρηστικώς να απεφεύγετο η εκπλήρωση των υποχρεώσεων της τελευταίας από τις παραπάνω συμβάσεις πώλησης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 18/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κιλκίς, που απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη, ενώ επί της από 22.10.2018 έφεσης της ηττηθείσας ενάγουσας, εκδόθηκε η με αριθμό 1325/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης (αναιρεσιβαλλομένη) που απέρριψε την έφεση κατ' ουσίαν, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Πλέον συγκεκριμένα, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα εταιρεία δραστηριοποιείται στην παραγωγή φυτικών λιπών για τη βιομηχανία τροφίμων και στην παραγωγή πρώτων υλών για την αγορά αρτοποιίας. Στο πλαίσιο της εμπορικής της δραστηριότητας συνεργάστηκε και κατά την περίοδο 2012-2013 με την εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ" εταιρεία παραγωγής και διάθεσης γαλακτομικών προϊόντων και την εναγομένη, εταιρεία παραγωγής και διάθεσης τυροκομικών προϊόντων για τη προμήθεια σε αυτές φοινικελαίου και φοινικοπυρηνελαίου. Για τη συνεργασία τους αυτή καταρτίστηκαν μεταξύ της ενάγουσας αφενός και της εταιρείας "... ΑΕ" και της εναγομένης αφετέρου, τριμερείς εμπορικές συμβάσεις και συγκεκριμένα...

Το συνολικό τίμημα των πωλήσεων ανήλθε στο ποσό των 602.342 ευρώ, η δε ενάγουσα εκπλήρωσε τις απορρέουσες από τις ανωτέρω συμβάσεις υποχρεώσεις της. Η εταιρεία "... ΑΕ" σε μερική εξόφληση του συνολικού τιμήματος των προς αυτή πωλήσεων στο πλαίσιο των ανωτέρω συμβάσεων εξέδωσε στις ... τις με αριθμούς... μεταχρονολογημένες επιταγές, ...συνολικού ποσού 284.060,95 ευρώ, πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, οι οποίες παρότι εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή δεν πληρώθηκαν από την πληρώτρια τράπεζα συνταχθείσας σχετικής βεβαίωσης στο σώμα αυτών από τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας.

Για την ικανοποίηση της απαίτησής της από τις παραπάνω επιταγές, εκδόθηκε κατόπιν αίτησης της ενάγουσας η με αριθμό .../2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου και με την οποία υποχρεώθηκε η εταιρεία " ... ΑΕ" να πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των 284.060,95 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία εμφάνισης κάθε επιταγής προς πληρωμή μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

Έναντι της ίδιας οφειλής η εταιρεία " ... ΑΕ" εξέδωσε σε διαταγή της ενάγουσας... τη με αριθμό ... τραπεζική επιταγή ποσού 34.893,27 ευρώ, πληρωτέα από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία η ενάγουσα μεταβίβασε περαιτέρω με οπισθογράφηση και η οποία παρότι εμφανίστηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή, δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια τράπεζα.

Εν συνεχεία η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό αυτής στην νόμιμη κομίστρια και την ανέλαβε καθιστάμενη δικαιούχος αναγωγής προς απόδοση, ενώ δυνάμει της με αριθμό .../2013 κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Γ. Κ. , επιβλήθηκε με επίσπευση της ενάγουσας αναγκαστική κατάσχεση επί των περιγραφομένων στην ανωτέρω έκθεση ακινήτων της "...

ΑΕ".

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το έτος 1950 ιδρύθηκε η δευτεροβάθμια αγροτική συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "'Ενωση Αγροτικών, Γαλακτομικών και Αγελαδοτροφικών Συνεταιρισμών Θεσσαλονίκης- ο Άγιος Μόδεστος- Βιομηχανία Γάλακτος ... ΣυνΠε" και διακριτικό τίτλο " ΕΑΣΘ-... ΣυνΠε", υπήρξε δε, για πολλές δεκαετίες η μεγαλύτερη συνεταιριστική επιχείρηση και η πρώτη βιομηχανία παστερίωσης και εμφιάλωσης γάλακτος στη Βόρεια Ελλάδα.

Λόγω οικονομικών προβλημάτων που προέκυψαν κατά τη διάρκεια λειτουργίας της τέθηκε με τη με αριθμό 3386/6.12.1999 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης διεπόμενη από τις διατάξεις του άρθρου 46α του ν. 1892/1990. Κατά η διενέργεια πλειοδοτικού διαγωνισμού που προκλήθηκε από την έχουσα απαιτήσεις άνω του 85% επί του συνόλου των κατ' αυτής απαιτήσεων βασική πιστώτριά της, Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, η τελευταία εξαγόρασε το ενεργητικό της ως άνω δευτεροβάθμιας αγροτικής συνεταιριστικής οργάνωσης, συστήνοντας την αγοράστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...

ΑΕ" αντί τιμήματος 33 εκατομμυρίων δραχμών, δυνάμει του με αριθμό ....2001 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Αδάμου. Τον Ιούνιο του έτους 2003 μετά από την διενέργεια νέων διαγωνισμών, η ανωτέρω εταιρεία αγοράστηκα απαλλαγμένη χρεών από την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ" και τον διακριτικό τίτλο " ...

ΑΕ", η δε αγορά αφορούσε το 99% του μετοχικού κεφαλαίου της "... ΑΕ". 'Εκτοτε, η νομική εκπροσώπηση των δύο εταιρειών υπήρξε κοινή με τον Ν. Κ. του Δ. , να έχει την ιδιότητα του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου σε αμφότερες τις εταιρείες. Το Διοικητικό Συμβούλιο της "... ΑΕ" αποτελούνταν από τους Ν. Κ. του Δ. , Πρόεδρο και Διεθύνοντα Σύμβουλο, Α.

Κ. του Δ. Αντιπρόεδρο του ΔΣ, Μ. Κ. του Ν. , Κ. Δ. του Α. και Χ. Κ. του Γ. , μέλη του ΔΣ. Το Διοικητικό Συμβούλιο της "... ΑΕ" αποτελείται από τους Ν. Κ. του Δ. , Πρόεδρο και Διεθύνοντα Σύμβουλο, Η. Κ. του Δ. , Α' Αντιπρόεδρο του ΔΣ, Α. Κ. του Δ. , Β' Αντιπρόεδρο του ΔΣ, Φ. Κ. του Ν. και Μ. Κ. του Ν. , μέλη του ΔΣ. Καταστατικός σκοπός της ανώνυμης εμπορικής κατά το τυπικό κριτήριο εταιρείας (άρθ. 1 παρ. 2 ν. 2190/1920) " ...

ΑΕ" είναι (α) η παραγωγή, αγορά, εκμετάλλευση και διάθεση γαλακτοκομικών, κτηνοτροφικών και αγροτικών γενικά προϊόντων, (β) η βιομηχανική επεξεργασία και διάθεση στην αγορά γάλακτος και των παραγώγων αυτού καθώς και συναφών ή παρεμφερών προϊόντων, (γ) η παραγωγή και εμπορία παγωτών, χυμών φρούτων και κάθε είδους τροφίμων και ποτών, (δ) η εκτροφή, παραγωγή και εμπορία ζώων, (ε) η εισαγωγή και εξαγωγή των παραπάνω προϊόντων και η αντιπροσώπευση οίκων εξωτερικού σχετικά με τα προϊόντα αυτά και (στ) η άσκηση κάθε άλλης δραστηριότητας ή επιχείρησης επωφελούς για τον παραπάνω σκοπό της εταιρείας ή την αύξηση της περιουσίας της.

Καταστατικός σκοπός της εναγομένης εκ του νόμου εμπορικής εταιρείας είναι η βιομηχανική επεξεργασία και εμπορία γάλακτος, των παραγώγων, συναφών και παρεμφερών ειδών αυτού, η παραγωγή και εμπορία τυροκομικών προϊόντων καθώς και κάθε είδους τροφίμων και ποτών, η αντιπροσώπευση οίκων εσωτερικού και εξωτερικού που παράγουν ή εμπορεύονται τα παραπάνω, η παραγωγή γάλακτος πρωτογενώς, αλλά και η παραγωγή άλλων προϊόντων του πρωτογενούς τομέα.

Μετά την εξαγορά οι ανωτέρω εταιρείες διαχώρισαν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, η εναγομένη σταμάτησε την παραγωγή γιαούρτης μεταφέροντας όλο τον μηχανολογικό εξοπλισμό παραγωγής που διέθετε στην εταιρεία " ... ΑΕ", η οποία συνέχισε να παράγει μόνο γαλακτομικά προϊόντα, η δε εναγομένη παρήγαγε έκτοτε μόνον τυροκομικά προϊόντα.

Από το έτος 1993 η εταιρεία "... ΑΕ" λειτουργούσε την επιχείρησή της σε ιδιόκτητο ακίνητο στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης, όπου βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις των μονάδων παραγωγής, αποθήκευσης και διάθεσης των παραγόμενων από αυτή προϊόντων, κατά το έτος 2012 απασχολούσε 376 άτομα και διέθετε μεγάλο δίκτυο συνεργατών ανά την επικράτεια για την διανομή των προϊόντων της.

Παρά το γεγονός ότι, όταν η εταιρεία "... ΑΕ" αγοράστηκε από την εναγομένη τον Ιούνιο του έτους 2003 η οικονομική της κατάσταση ήταν καλή, χαρακτηριζόμενη από απουσία χρεών, αναγνωρισιμότητα του σήματός της και υποστήριξη του καταναλωτικού κοινού, στην πορεία ετών, όπως αποτυπώνεται λογιστικά, χειροτέρευσε, καθώς ουδέποτε εμφάνισε κερδοφορία, παρά τον μεγάλο κύκλο εργασιών που κατέγραψε.

Από τον Αύγουστο του έτους 2012 άρχισε να μην ανταποκρίνεται στις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τους γαλακτοπαραγωγούς, οι οποίοι αποτελούσαν τους προμηθευτές της σε πρώτη ύλη. Ενώ αυτοί συνέχιζαν να την προμηθεύουν με γάλα, η εταιρεία σταμάτησε να τους εξοφλεί και είχε ήδη αρχίσει να διαφαίνεται η αδυναμία της να είναι συνεπής στην καταβολή μισθών.

Ενόψει της κατάστασης αυτής, η εταιρεία "... ΑΕ" η εναγομένη και ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος αυτών κατέθεσαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2012 αίτηση υπαγωγής της εταιρείας "... ΑΕ" στο άρθρο 99 του ΠτΚ (αίτηση εξυγίανσης). Κατά το χρόνο εκείνο η οφειλή της άνω εταιρείας στην εναγομένη και κατ' ουσίαν ιδιοκτήτρια αυτής ανερχόταν στο ποσό των 13.561.933,38 ευρώ, ενώ από τις 10.3.2013 η εταιρεία "...

ΑΕ" έπαυσε την παραγωγική της δραστηριότητα. Η παραπάνω αίτηση απορρίφθηκε με τη με αριθμό 6402/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας) η οποία δέχθηκε ότι η εταιρεία, κατά το τελευταίο, πριν τη συζήτηση της αίτησης, χρονικό διάστημα τελούσε σε ιδιότυπη κατάσταση παύσης πληρωμών, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από τις περιστάσεις και να υπαγορεύεται από τις ανάγκες της ίδιας, προκειμένου να εξυπηρετήσει ίδια συμφέροντα και τα συμφέροντα της εναγομένης κυρίας μετόχου της, έβρισκε νέους προμηθευτές γάλακτος, προέβαινε σε πληρωμές τρεχόντων χρεών στους προμηθευτές ειδών συσκευασίας και καυσίμων, καθώς και σε μερικές καταβολές έναντι των δεδουλευμένων των εργαζομένων σε αυτή, διασφαλίζοντας την συνέχιση της παραγωγικής της δραστηριότητας, ενώ πάγωνε τις οφειλές παρελθόντων ετών προς προμηθευτές και τρίτους, και τελικά, ότι η εταιρεία χρησιμοποιούσε την διαδικασία εξυγίανσης ως μοχλό πίεσης έναντι των πιστωτών της, εμφανίζοντας εκ προοιμίου δεδομένη την σύμπραξη στη συμφωνία εξυγίανσης της μοναδικής ενέγγυας πιστώτριάς της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΑΤΕ), αλλά και της κυριότερης ανέγγυας πιστώτριάς της, εναγομένης, οι οποίες της διασφαλίζουν εν δυνάμει την απαιτούμενη εκ του νόμου πλειοψηφία για την υλοποίηση συμφωνίας εξυγίανσης με περιορισμό των οφειλών προς τους λοιπούς ανέγγυους προμηθευτές και τρίτους, κατά 85%.

Η παραπάνω απόφαση επικυρώθηκε με τη με αριθμό 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως, η εταιρεία "... ΑΕ" άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 16.7.2014 ...αίτηση με την οποία ζητούσε να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης. Επί της αίτησης εκδόθηκε η με αριθμό 17980/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας) με την οποία η ανωτέρω εταιρεία κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης και ορίστηκε ημέρα παύσης πληρωμών η 27.10.2012.

Σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης αυτής η εταιρεία από τα τέλη Αυγούστου του 2012 δεν είχε οικονομική ρευστότητα, είχε περιέλθει σε μόνιμη και γενική αδυναμία να αντιμετωπίσει τα ληξιπρόθεσμα και απαιτητά εμπορικά χρέη της, δηλαδή σε κατάσταση παύσης πληρωμών, με αποτέλεσμα να κλονισθεί ανεπανόρθωτα η εμπορική της πίστη.

Οι παραδοχές των ως άνω άνω αποφάσεων αναφέρονται ως προς μεν την πρώτη .. στην προπτωχευτική διαδικασία του άρθρου 99 του ΠτΚ, ως προς δε τη δεύτερη...στη διερεύνηση των προϋποθέσεων κήρυξης πτώχευσης της εταιρείας " ... ΑΕ" του πραγματικού χρόνου παύσης πληρωμών αυτής καθώς και στον καθορισμό της ύποπτης περιόδου και συνεπώς, δεν έχουν ισχύ δεδικασμένου στην παρούσα ένδικη διαφορά (άρσης αυτοτέλειας νομικού προσώπου) ελλείψει ταυτότητας διαδίκων, αντικειμένου της δίκης και αυτής ιστορικής και νομικής αιτίας (ΑΠ 108/2019) απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού τρίτου λόγου έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εταιρεία "... ΑΕ" και η εναγομένη αποτελούν ξεχωριστές και αυτοτελείς νομικές οντότητες, η κάθε μία έχει το δικό της οργανόγραμμα, που περιλαμβάνει τμήματα που ξεκινούν από την συλλογή γάλακτος, την παραγωγή των προϊόντων, το δίκτυο διανομής και διάθεσης, καθώς και τις αυτοτελείς διοικητικές υπηρεσίες, το δικό τους λογιστικό σύστημα και λογισμικό πρόγραμμα παρακολούθησης των συναλλαγών που λαμβάνουν χώρα στο πλαίσιο της άσκησης της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, ετοιμάζουν και δημοσιεύουν ξεχωριστά οικονομικές καταστάσεις.

Μεταξύ τους υφίσταται σχέση μητρικής -θυγατρικής εταιρείας, η οποία συνεπάγεται κάποιες νομικές υποχρεώσεις, όπως η υποχρέωση δημοσίευσης ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της εναγομένης, στις οποίες περιλαμβάνεται η εταιρεία "... ΑΕ" και φορολογικές υποχρεώσεις, όπως υποβολή πίνακα ενδοομιλικών συναλλαγών από κάθε εταιρεία χωριστά, οι οποίες έχουν τηρηθεί.

Έχουν διακριτή περιουσιακή κατάσταση, με πάγιο εξοπλισμό, που παρακολουθείται στο μητρώο παγίων κάθε εταιρείας, με αποθέματα που παρακολουθούνται στο ισοζύγιο αποθήκης κάθε εταιρείας, με απαιτήσεις από πελάτες και γραμμάτια-επιταγές εισπρακτέα, που παρακολουθούνται διακεκριμένα και αναλυτικά σε ισοζύγια πελατών και ληξάρια αξιογράφων σε κάθε εταιρεία.

Επίσης υπάρχει διακριτή καταχώριση και παρουσίαση των υποχρεώσεων κάθε εταιρείας στο ισοζύγιο γενικής λογιστικής και στις δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις. Σε ολόκληρη την υπό εξέταση περίοδο και μέχρι την κήρυξη της εταιρείας "... ΑΕ" σε κατάσταση πτώχευσης (διαχειριστικές περίοδοι 2007-2014), όπως προκύπτει από τα λογιστικά βιβλία, η εναγομένη στήριξε οικονομικά την εταιρεία "...

ΑΕ" είτε άμεσα, με τρείς αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου, συνολικού ύψους 12 εκατομμυρίων ευρώ, κατά τα έτη 2006,2009 και 2011... ποσό που κατέβαλε σε μετρητά η εναγομένη, είτε έμμεσα με προκαταβολές για μελλοντικές αγορές προϊόντων και ανοικτή πίστωση που ξεπερνούσε κατά πολύ την πιστωτική πολιτική της εναγομένης, λαμβάνοντας υπόψη τις χρηματοδοτικές ανάγκες της εταιρείας "...

ΑΕ" και τις δικές της χρηματοοικονομικές δυνατότητες.

Σε κάθε περίπτωση, με βάση τα οικονομικά μεγέθη της εναγομένης και τις ταμειακές της ροές καθώς και την κίνηση των λογαριασμών στην υπό εξέταση περίοδο, προκύπτει ότι η εναγομένη μπορούσε να στηρίξει την εταιρεία "... ΑΕ" με ανοικτή πίστωση 7 εκατομμυρίων έως 10 εκατομμυρίων ευρώ, και περιστασιακά, με πίστωση ύψους 12 έως 13 εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να επηρεάσει την πιστοληπτική της ικανότητα και την ομαλή λειτουργία της.

Η χρηματοοικονομική στήριξη της εταιρείας "... ΑΕ" παρουσίαζε ομαλές διακυμάνσεις στη διάρκεια των ετών. Οι ενδοομιλικές συναλλαγές αφορούσαν κυρίως σε τιμολόγια πώλησης, τιμολόγια-δελτία αποστολής, δελτία αποστολής, πιστωτικά τιμολόγια, αποδείξεις μεταβίβασης-παραλαβής επιταγών και αποδείξεις είσπραξης-πληρωμής.

Όπως προκύπτει από τις ελεγκτικές διεργασίες που πραγματοποιήθηκαν , οι συναλλαγές υποστηρίζονται από εκδοθέντα παραστατικά που συμφωνούν με τις λογιστικές εγγραφές που διενεργήθηκαν στα φορολογικά βιβλία των δύο εταιρειών. Επίσης, με βάση τα πιστοποιητικά φορολογικής συμμόρφωσης των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών για τις χρήσεις 2012-2013 δεν προκύπτει παράβαση αναφορικά με την τήρηση προβλεπομένων παραστατικών και την έκδοση πλαστών ή και εικονικών ή και για λήψη εικονικών φορολογικών στοιχείων στις ελεγχόμενες κρίσεις.

Οι συναλλαγές στο σύνολό τους υποστηρίζονται από εκδοθέντα παραστατικά, που συμφωνούν με τις λογιστικές εγγραφές που διενεργήθηκαν στα φορολογικά βιβλία των εταιρειών. Η έμμεση χρηματοδοτική συνδρομή της εταιρείας "... ΑΕ" δηλαδή, τόσο οι πληρωμές προκαταβολών από την εναγομένη για μελλοντικές αγορές προϊόντων, όσο και η παροχή μακράς πίστωσης προς την "...

ΑΕ" προκύπτουν από πραγματικές συναλλαγές που έλαβαν χώρα σε κάθε περίοδο, και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η βασιμότητά τους. Μάλιστα, οι φορολογικές αρχές καταλόγισαν τέλη χαρτοσήμου για τις σχετικές συναλλαγές κρίνοντας ότι συνιστούν περίπτωση δανειοδότησης της θυγατρικής από την μητρική εταιρεία, γεγονός όχι ασυνήθιστο στις σχέσεις μεταξύ μητρικής και θυγατρικών εταιρειών, το οποίο επιβεβαιώνει το πραγματικό των συναλλαγών.

Αποδείχθηκε ακόμη, ότι η οργανωτική δομή της εταιρείας "... ΑΕ" και της εναγομένης ήταν εντελώς διαφορετική, όπως διαφορετικό ήταν και το σύνολο του προσωπικού των δύο εταιρειών και δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποκλειστική διοίκηση εκ μέρους της εναγομένης στην εταιρεία "... ΑΕ" στην πραγματικότητα δε, η εναγομένη συμμετείχε μερικά στην δομική οργάνωση της θυγατρικής της εταιρείας και στην εκτέλεση της πρακτικής και της καθημερινά ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η περιουσία τους είναι διακριτή, άλλως δεν θα είχε νόημα η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας "... ΑΕ" , αν η περιουσία τους ήταν κοινή. Η αυτοτέλεια αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αμφοτέρων των εταιρειών, ήτοι μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς, καλύτερες τιμές αγοράς πρώτων υλών, μεγαλύτερη πρόσβαση σε νέους πελάτες, οικονομίες κλίμακας σε όλες τις παρεχόμενες υπηρεσίες από τρίτους, καλύτερη πρόσβαση σε δανεισμό.

Εν προκειμένω, η εταιρεία "... ΑΕ" επωφελήθηκε με κεφάλαια για τον εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού της, με πρόσβαση σε δανεισμό και εγγυήσεις που παρείχε η εναγομένη και με την προσωπική περιουσία των μελών της οικογένειας ... Η εναγομένη διέθετε συνεχώς κεφάλαια για την στήριξη της εταιρείας "... ΑΕ" παρέχοντας σε αυτή, κατά μέσο όρο, σε ετήσια βάση, ταμειακή διευκόλυνση που κυμαινόταν μεταξύ 7 και 10 εκατομμυρίων ευρώ, για τις μεταξύ τους αγοραπωλησίες.

Οι επιχειρηματικές συμπράξεις για την ανάπτυξη συνεργειών και την επίτευξη οικονομίας κλίμακος αποτελεί συνήθη εμπορική πρακτική που αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των οικονομικών συμφερόντων όλων των επιχειρηματικών οντοτήτων που συμπράττουν, η διατήρηση δε, της αυτοτέλειας των άνω εταιρειών ήταν προς το συμφέρον αμφοτέρων, στην πραγματικότητα όμως, λειτούργησε προς όφελος της εταιρείας "...

ΑΕ". Ειδικότερα, η μη συνένωση σε ενιαίο νομικό πρόσωπο εξυπηρέτησε πολύ περισσότερο τα οικονομικά συμφέροντα της εταιρείας "... ΑΕ". Στη περίπτωση της συγχώνευσης των δύο εταιρειών σε ενιαίο νομικό πρόσωπο η πάγια χρηματική διευκόλυνση των 7 έως 10 εκατομμυρίων ευρώ από τα έτη 2010-2014 , αλλά και πριν, θα ήταν σίγουρα λιγότερη, και πάντως θα ήταν υπέρ ενός ενιαίου νομικού προσώπου.

Η εταιρεία " ... ΑΕ" εμφάνιζε το έτος 2012 ζημίες 6.207.000 ευρώ, και δεν κατέφυγε σε τραπεζικό δανεισμό, αφού δεν θα ήταν άλλωστε εφικτό. Αν δεν είχαν λάβει χώρα οι χρηματικές διευκολύνσεις από την εναγομένη, η εταιρεία "... ΑΕ" θα κατέρρεε σε προγενέστερο χρόνο. Η επιλογή της στήριξης της ρευστότητας υποδηλώνει, ότι τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2012, η εταιρεία "...

ΑΕ" προσδοκούσε βάσιμα την σταθεροποίηση των οικονομικών της μεγεθών με την στήριξη της εναγομένης. Αν είχε γίνει η συνένωση των εταιρειών η εναγομένη θα είχε λιγότερο προσωπικό σε επίπεδο υψηλόβαθμων στελεχών και μικρότερο κόστος μισθοδοσίας και αφετέρου δεν θα χρειαζόταν να προβεί σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου 12 εκατομμυρίων ευρών προς την εταιρεία "...

ΑΕ" αλλά μπορούσε σταδιακά να αυξήσει το μετοχικό κεφάλαιο της μιάς εταιρείας του ενιαίου νομικού προσώπου Επί πλέον η εναγομένη δεν εξασφάλισε στην προκειμένη περίπτωση εμπράγματη εξασφάλιση της προερχόμενης από έμμεση χρηματοδότηση της εταιρείας "... ΑΕ" απαίτησής της, που ανερχόταν στις 31.12.2014 στο ποσό των 9.385,694,16 ευρώ, έναντι των άλλων πιστωτών.

Η διατήρηση της αυτοτέλειας των νομικών προσώπων των ανωτέρω εταιρειών αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων αμφοτέρων, αλλά τελικά ευνόησε την εταιρεία "... ΑΕ" παρατείνοντας την οικονομική και εμπορική βιωσιμότητά της. Επομένως, η εναγομένη στήριξε οικονομικά την εταιρία "... ΑΕ" για την επιβίωσή της, υπήρξε δε, μεγάλη ανέγγυα πιστώτρια αυτής, με ποσοστό, σε σχέση με το σύνολο των ανεγγύων υποχρέωσεών της, 14,39% στις 31.12.2012, 19,08% στις 31.12.2013 , 18,48% στις 31.12.2014.

Συνεπώς, μετά τον διαχωρισμό της επιχειρηματικής δραστηριότητας των δύο εταιρειών η εταιρεία "... ΑΕ" με συνεχή χρηματοδότηση από την εναγομένη διατήρησε επαρκές εταιρικό κεφάλαιο, χωρίς να επέλθει σύγχυση στα περιουσιακά στοιχεία των εν λόγω εταιρειών, εξ αιτίας ανεπαρκούς χρηματοδότησης ή μεταφοράς αθέμιτης στους δανειστές της θυγατρικής εταιρείας των κινδύνων από την επιχειρηματική δραστηριότητα της μητρικής.

Επίσης η εναγομένη δεν μετέφερε χρηματικά ποσά ή περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας " ... ΑΕ" σε τρίτους. Ειδικότερα, τα με αριθμούς κυκλοφορίας .... φορτηγά της άνω εταιρείας αγόρασε η εναγομένη στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2012 με τίμημα ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 386.220 ευρώ, ήτοι μεγαλύτερο της τρέχουσας εμπορικής αξίας τους, το οποίο καθιστούσε απαγορευτική την εκδήλωση αγοραστικού ενδιαφέροντος από τρίτους και αδύνατη την εξεύρεση άλλων αγοραστών, ενώ η αξία κτήσης κατά την αποπληρωμή της σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, δυνάμει της οποίας η εταιρεία "...

ΑΕ" τα απέκτησε, ανερχόταν στο ποσό των 114.384,57 ευρώ. Επί πλέον, η παραπάνω μεταβίβαση είχε ως αποτέλεσμα την βελτίωση της οικονομικής εικόνας της εταιρείας "... ΑΕ" μέσω της μείωσης της οφειλής της στην εναγομένη. Στη περίπτωση της εταιρείας "... ΑΕ" η εναγομένη δεν ίδρυε μια εταιρεία με περιουσία ανεπαρκή για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που θα αναλάμβανε στο μέλλον, ούτε την αποψίλωσε από τα περιουσιακά της στοιχεία, αλλά αντίθετα, εξαγόρασε μια κρατικής προέλευσης και κρατικής νοοτροπίας ζημιογόνο εταιρεία, χωρίς πιστοληπτική ικανότητα και προσπάθησε ποικιλοτρόπως και με δίκη της ζημία να την εξυγιάνει, ωστόσο η προσπάθεια αυτή απέτυχε.

Επομένως, η απόκτηση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της εταιρείας "... ΑΕ" από την εναγομένη έγινε με σκοπό τη συνέχιση της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, την αξιοποίηση της πολυετούς παρουσίας της στην αγορά και της αναγνωρισιμότητάς της, ενώ η εναγομένη στήριξε διαχρονικά οικονομικά την εταιρεία "...

ΑΕ", η περιουσία τους είναι διακριτή και δεν έγινε προσπάθεια απογύμνωσης των περιουσιακών στοιχείων της θυγατρικής εταιρείας από τη μητρική εταιρεία, εναγομένη. Επίσης, δεν αποδείχθηκε, ότι η εναγομένη στόχευσε στην οικονομική καταστροφή της θυγατρικής εταιρείας, διαφορετικά, εφόσον υπήρχε αυτός ο σχεδιασμός, δεν θα είχε επενδύσει τα παραπάνω χρηματικά ποσά για την οικονομική ενίσχυση και επέκταση της θυγατρικής.

Οι παραπάνω ενέργειες επιφέρουν οικονομική εξάρτηση και όχι άρση αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των εταιρειών (ΑΠ 149/2013).

Άλλωστε, ο κύκλος της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας "... ΑΕ" έκλεισε και η προσπάθεια της εναγομένης να διατηρήσει την βιωσιμότητά της, ολοκληρώθηκε με οφειλή της εταιρείας "... ΑΕ" στην εναγομένη, ύψους 9.385.694,16 ευρώ, προερχόμενη από έμμεση χρηματοδότηση και την παροχή πιστώσεων που δέχθηκε η εταιρεία από την εναγομένη, διότι δεν μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από το τραπεζικό σύστημα, καθώς η εναγομένη προμήθευε την εταιρεία "... ΑΕ" με γάλα που προμηθευόταν από το δίκτυο προμηθευτών που διέθετε, οι οποίοι δεν ήταν διατεθειμένοι να αλλάξουν αγοραστή.

Περαιτέρω, στην υπό κρίση περίπτωση, για τις παραπάνω πωλήσεις εκδόθηκαν παραστατικά, μεταξύ των οποίων τα τιμολόγια πώλησης με αριθμούς ... με φερόμενο πελάτη και υπεύθυνη πληρωμής (τιμολόγηση) την εταιρεία "... ΑΕ" αλλά παραλήπτη την εναγομένη. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι πρόκειται για μεταπώληση των παραπάνω προϊόντων από την εταιρεία " ...

ΑΕ" στην ίδια στο πλαίσιο ενδοομιλικών συναλλαγών, στις οποίες πολύ συχνά προέβαιναν, όπως και η πώληση από την εναγομένη στην εταιρεία "... ΑΕ" πρώτης ύλης γάλακτος, προϊόντων, παγίων (αμοιβαίες αγοραπωλησίες), καταβολή μισθωμάτων από την εναγομένη και άλλες αμοιβαίες συναλλαγές. Ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται βάσιμος από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εναγομένη τιμολόγια πώλησης, με αριθμούς ...

στα οποία γίνεται μνεία του δελτίου αποστολής των προϊόντων, από τα οποία προκύπτει, ότι πράγματι οι αναφερόμενες στα ως άνω υπό στοιχεία (α) έως και (στ) τιμολόγια πώλησης, ποσότητες φοινικελαίου και φοινικοπυρηνελαίου μεταπωλήθηκαν από την αγοράστρια εταιρεία "... ΑΕ" στην εναγομένη με αυξητική μεταβολή της τιμής μονάδος κατά τη μεταπώληση, σε συνδυασμό με την καρτέλλα προμηθευτή, το αναλυτικό καθολικό πελατών και προμηθευτών και την καρτέλα είδους ανά αποθήκη της εταιρείας "...

ΑΕ" που προσκομίζει με επίκληση η εναγομένη. Επομένως, η εναγομένη δεν χρησιμοποίησε την εταιρεία "... ΑΕ" ως παρένθετο πρόσωπο στην κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων πώλησης. Επί πλέον, όπως ανωτέρω εκτίθεται, η μεταπώληση στην εναγομένη ποσοτήτων προϊόντων της ενάγουσας, που αγοράστηκαν αρχικά από την εταιρεία " ...

ΑΕ" καλύπτεται από σχετικά εκδοθέντα παραστατικά και αποτυπώνεται λογιστικά στα βιβλία αμφοτέρων των εταιρειών ως ενδοομιλική συναλλαγή.

Συνεπώς, δεν υποκρύπτεται εν προκειμένω, η εναγομένη ως συναλλασσομένη αγοράστρια. Άλλωστε στο με αριθμό ... τιμολόγιο πώλησης αξίας 26.314,11 ευρώ, που αφορά στην πώληση φοινικελαίου ραφινέ και φοινικοπυρηνελαίου ραφινέ, αγοράστρια και παραλήπτης εμφαίνεται η εναγομένη, η δε πληρωμή της αξίας του παραστατικού φαίνεται ότι πραγματοποιήθηκε από την εταιρεία "...

ΑΕ", η οποία ήταν και παραμένει οφειλέτης της εναγομένης. Από την ανωτέρω καταβολή επομένως, δεν δύναται να συναχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα προς υποστήριξη της κοινής εμπορικής λειτουργίας τους, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η συνεργασία της ενάγουσας με την εταιρεία "... ΑΕ" ανατρέχει στις 14.9.2010, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από την εναγομένη καρτέλες πιστωτή της εταιρείας "...

ΑΕ" για τη χρονική περίοδο 2010, 2011 και 2012. Επομένως, η ενάγουσα δεν ήταν νέος προμηθευτής της εταιρείας "... ΑΕ" στον οποίο αυτή προσέτρεξε για τη διατήρηση της δραστηριότητάς της. Από τα παραπάνω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δεν χρησιμοποίησε την εξαγορά της εταιρείας "... ΑΕ" καταχρηστικά, προκειμένου να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της.

Το γεγονός ότι πρόεδρος του ΔΣ αμφοτέρων των εταιρειών είναι ο Ν. Κ. του Δ. , ενώ τα περισσότερα μέλη του ΔΣ της θυγατρικής εταιρείας ήταν μέλη της οικογένειας του τελευταίου, καθώς επίσης, ότι το τμήμα προμηθειών και η οικονομική πολιτική ήταν κοινά για τις εταιρείες ή στελέχη τους παρείχαν υπηρεσίες και στις δύο εταιρείες, δεν αρκεί για τη θεμελίωση της καταχρηστικής επίκλησης της αυτοτέλειας του νομικού τους προσώπου.

Η ενιαία διοίκηση σε επίπεδο οικονομικής και επιχειρηματικής πολιτικής είναι εγγενές στοιχείο του ομίλου επιχειρήσεων, όπως και τα κοινά συμφέροντα των εταιρειών του ομίλου, εν προκειμένω δε, οι δύο εταιρείες είχαν κοινά συμφέροντα, γι' αυτό η εναγομένη στήριξε οικονομικά την εταιρεία "... ΑΕ" για να την καταστήσει ανταγωνιστική, μειώνοντας το κόστος λειτουργίας της και ικανοποιώντας τα συμφέροντα αμφοτέρων.

Μόνη η ύπαρξη κοινών μελών του ΔΣ, η κατοχή του συνόλου σχεδόν των μετοχών της θυγατρικής εταιρείας από τη μητρική και η ταυτότητα των συμφερόντων δεν αρκεί για την άρση της αυτοτέλειας κάθε εταιρείας. Μόνον το γεγονός ότι η εναγομένη ήταν ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας " ... ΑΕ" δεν μπορεί νομίμως να θεωρηθεί ότι αποτελεί απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρείας υπό της εναγομένης, εν όψει και του ότι σύμφωνα με τα αναλυτικά προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση και όλων ακόμη των μετοχών ανώνυμης εταιρείας σε ένα πρόσωπο, που την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά, αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρεία (ανώνυμη, ναυτική, ΕΠΕ-σχετ.

αρθ. 47 α παρ. 2 ν. 2190/20, οπ. αντ. με άρθ.3 ν. 3604/2007, αρθ. 41 παρ. 2 ν. 959/1979, αρθ. 43α ν. 3190/1955 που προστ. με αρθ. 2 π.δ. 279/1993) η οποία και διατηρεί την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του νομικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της, καθώς επίσης δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρείας για την άσκηση μέσω αυτής, επιχειρηματικής δραστηριότητας από ένα επιχειρηματία, με σκοπό η εταιρεία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορρόφησης των τυχών δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του, αφού τον σκοπό ακριβώς αυτό, προορίστηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρεία.

Η εναγομένη είναι κύριος μέτοχος της εταιρείας " ... ΑΕ" οι εν λόγω εταιρείες τελούν σε σχέση μητρικής-θυγατρικής εταιρείας, με την εναγομένη να ασκεί κυριαρχική επιρροή (αρθ. 42 ε παρ. 5 ν. 2190/20) η δε θυγατρική εταιρεία να τελεί υπό την πλήρη διοικητική και περιουσιακή εξάρτηση (όχι ταύτιση) της μητρικής, συνεπεία δημιουργίας ομίλου, στο πλαίσιο του οποίου αμφότερες λειτουργούσαν και δραστηριοποιούνταν, η μητρική διατηρεί το δικαίωμα εκλογής μελών ΔΣ, χάραξης επιχειρηματικής πολιτικής, χρηματοδότησης, συντονισμού δραστηριοτήτων, ενώ κάθε εταιρεία διατηρεί νομική και περιουσιακή αυτοτέλεια και υπεγγυότητα έναντι των πιστωτών της.

Εξ άλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η εταιρεία "... ΑΕ" και η εναγομένη παρέλκυσαν την κήρυξη της πρώτης σε κατάσταση πτώχευσης με σκοπό τη μετακύλιση στην εταιρεία "... ΑΕ" την υποχρέωσης της εναγομένης από τις ένδικες συμβάσεις πώλησης. Τούτο διότι στις 27.12.2012 υποβλήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ....2012 αίτηση για υπαγωγή της εταιρείας "...

ΑΕ" στο άρθρο 99 ΠτΚ (εξυγίανση) η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 6402/20.3.2013 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, που επικυρώθηκε με τη με αριθμό 2021/29.8.2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, και ακολούθως υποβλήθηκε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ή από ... αίτηση για κήρυξη της "... ΑΕ" σε κατάσταση πτώχευσης, η οποία έγινε δεκτή με τη με αριθμό 17980/2014 απόφαση του άνω δικαστηρίου.

Από τα πάνω συνάγεται ότι της κήρυξης της "... ΑΕ" σε κατάσταση πτώχευσης προηγήθηκε η απόπειρα ένταξή της στο προπτωχευτικό στάδιο της διαδικασίας εξυγίανσης, που ενδιέφερε την εναγομένη, η οποία, όπως ανωτέρω εκτίθεται, κατά το χρόνο εκείνο (27.12.2012) είχε κατά της εταιρείας " ... ΑΕ" απαιτήσεις συνολικού ποσού 13.561.933,38 ευρώ.

Η εναγομένη κατά την επίδικη συναλλαγή δεν συνέχισε την επιχειρηματική της δραστηριότητα με παρένθετο πρόσωπο την εταιρεία " ... ΑΕ" ασκώντας με αυτή τις ίδιες επιχειρηματικές εργασίες, με σκοπό να αποφύγει την πληρωμή των υποχρεώσεών της, μεταξύ των οποίων είναι και αυτές έναντι της ενάγουσας, καθόσον η θυγατρική της εταιρεία διέθετε επαρκή περιουσιακά στοιχεία και ρευστότητα με την ενίσχυση της εναγομένης και είχε επιχειρηματική δραστηριότητα.

Επί πλέον, οι από 21.3.2012 (δύο) και 19.10.2012 (δύο) εμπορικές συμφωνίες, στις οποίες συμβάλλονται αφενός η ενάγουσα και αφετέρου ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της "... ΑΕ" και της εναγομένης, για λογαριασμό αμφοτέρων, λειτούργησαν σε πολλές περιπτώσεις ως τριγωνική συναλλαγή, κατά την οποία, μία επιχείρηση πωλεί αγαθά σε άλλη επιχείρηση, η οποία τα μεταπωλεί σε τρίτη επιχείρηση και τα αγαθά παραδίδονται απ' ευθείας από την πρώτη στην τρίτη επιχείρηση.

Την πρακτική αυτή υιοθετούν οι επιχειρήσεις για λόγους οικονομικούς και φορολογικούς, με σκοπό να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους επιτυγχάνοντας μείωση του κόστους της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας χωρίς να αίρεται στο πλαίσιο της τριγωνικής συναλλαγής η αυτοτέλεια του νομικού προσώπου των εταιρειών που εμπλέκονται.

Εξ άλλου η εναγομένη μητρική εταιρεία παρείχε στη θυγατρική κεφάλαια (αύξηση μετοχικού κεφαλαίου 12 εκατομμύρια ευρώ) και παροχή χρηματοδότησης με προκαταβολές και απ' ευθείας πωλήσεις πρώτης ύλης με τιμές χαμηλές (7-10 εκατομμύρια ευρώ ετησίως) τα οποία, δεδομένων των οικονομικών μεγεθών, των ταμειακών ροών, της χρηματοοικονομικής δυνατότητας και της πιστωτικής πολιτικής και αντοχής της εναγομένης δεν χαρακτηρίζονται περιορισμένα, ώστε να δύναται βάσιμα να υποστηριχθεί ότι η καθημερινή οικονομική επιβίωση της εταιρείας "... ΑΕ" και συγκεκριμένα, η αντιμετώπιση των λειτουργικών δαπανών της εξαρτάται αποκλειστικά από την τακτική χρηματοδότηση της εναγομένης. Αντίθετα, η εναγομένη με την χρηματοδότηση που της παρείχε, στήριξε την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας " ... ΑΕ" με στόχο την βιωσιμότητά της και την καθιστούσε φερέγγυα ως προς τις αναληφθείσες υποχρεώσεις της.

Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει νόμιμος λόγος για την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου των ανωτέρω εταιρειών, με αποτέλεσμα για τις υποχρεώσεις της εταιρείας "... ΑΕ" να μην ευθύνεται και η εναγομένη και περαιτέρω επακόλουθο την αδυναμία κατάφασης της ευθύνης της εναγομένης εταιρείας για την ικανοποίηση της αγωγικής αξίωσης... Επομένως, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλουμένη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις... και πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Έτσι όπως έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 200,281,288,481 του ΑΚ σε συνδ. με αρθ. 42 ε' παρ. 5 ν. 2190/20. Τούτο διότι, το Εφετείο αναιρετικώς ανελέγκτως δέχθηκε, τον αποκλεισμό της ύπαρξης αθέμιτης πρόθεσης πρόκλησης ζημίας από την αναιρεσίβλητη σε πιστωτές της "... ΑΕ" και συνακόλουθα της ύπαρξης κατάχρησης της νομικής της προσωπικότητας, διατηρουμένης αναλλοίωτης της αυτοτέλειας της τελευταίας ως νομικού προσώπου, σε τρόπο ώστε, για τις επίδικες οφειλές να μην δημιουργείται στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, πρόσθετος οφειλέτης, εις ολόκληρον υπεύθυνος με την "... ΑΕ".

Εξ άλλου, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος επαρκή αιτιολογία που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, διαλαμβάνοντας τις ανωτέρω πλήρεις σαφείς, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, ότι η (μη διάδικος) εταιρεία "...

ΑΕ" αγοράστηκε, απαλλαγμένη χρεών τον μήνα Ιούνιο 2003 από την αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την οποία είχε μεν, κοινή νόμιμη εκπροσώπηση από τον Ν. Κ. , κοινή εν μέρει ταυτότητα των μελών του διοικητικού συμβουλίου της, και κοινό επιχειρηματικό σκοπό (ο οποίος κατέστη διάφορος μετά την εξαγορά της παραπάνω εταιρείας, καθόσον η αναιρεσίβλητη εταιρεία περιορίστηκε στην παραγωγή μόνον τυροκομικών προϊόντων), πλην όμως, ασκούσε αυτοτελή δραστηριότητα και δράση, ανεξάρτητη αυτής της αναιρεσίβλητης, συναλλασσόμενη στο δικό της όνομα, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της και προώθηση των εμπορικών και οικονομικών της στόχων, και ειδικότερα ότι είχε αυτοτέλεια στο οργανόγραμμά της, στις διοικητικές υπηρεσίες, στη λογιστική εξυπηρέτηση, στο λογισμικό πρόγραμμα παρακολούθησης των συναλλαγών της, όπως εξ άλλου, διακριτή περιουσιακή κατάσταση, με δικό της πάγιο εξοπλισμό και αποθέματα, υφισταμένου μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης του δεσμού της θυγατρικής προς την μητρική εταιρεία, αντιστοίχως, καθώς και ότι καθόλο το χρονικό διάστημα των ετών 2003 -2014 που αυτή τελικώς, και δυνάμει της με αριθμό 17980/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κηρύχθηκε σε πτώχευση, καθορισθείσας ως ημέρας παύσης πληρωμών της 27.10.2012, η αναιρεσίβλητη στήριξε οικονομικά την θυγατρική της εταιρεία "...

ΑΕ" με τρείς διαδοχικές αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας, συνολικού ύψους 12 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ οι μεταξύ των άνω εταιρειών (μητρικής και θυγατρικής) συναλλαγές, υποστηρίζονταν από παραστατικά που συμφωνούσαν με τις λογιστικές εγγραφές στα φορολογικά τους βιβλία, χωρίς να είχε προκύψει παράβαση σχετικά με την τήρησή τους και την έκδοση πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων στις οικονομικές χρήσεις, των οποίων έγινε ο νόμιμος φορολογικός έλεγχος.

Δέχθηκε επίσης η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι η οργανωτική δομή της εταιρείας "... ΑΕ" και της αναιρεσίβλητης μητρικής εταιρείας "..." υπήρξε τελείως διαφορετική, με διαφορετικό σύνολο προσωπικού, χωριστή διοίκηση και διακριτή επιχειρηματική δραστηριότητα, καθώς και ότι η διατήρηση της αυτοτέλειας των ως άνω ανωνύμων εταιρειών, εξυπηρέτησε τα οικονομικά συμφέροντα της θυγατρικής εταιρείας "...

ΑΕ" και όχι της αναιρεσίβλητης, η οποία επί πλέον, υπήρξε μεγάλη ανέγγυα πιστώτριά της, έχοντας εις βάρος της θυγατρικής της εταιρείες ανεξόφλητες απαιτήσεις που το έτος 2014 ανήλθαν στο ποσό των 9.385.694,16 ευρώ, χωρίς αυτή (μητρική εταιρεία-αναιρεσίβλητη) να έχει μεταφέρει χρηματικά ποσά ή περιουσιακά στοιχεία της θυγατρικής της στην ίδια, ενώ ειδικώς ως προς τις πωλήσεις ποσοτήτων φοινικελαίου και φοινικοπυρηνελαίου από τις οποίες προήλθε η αγωγική αξίωση της αναιρεσείουσας συνολικού ύψους 318.954,22 ευρώ, έγινε δεκτό, ότι αυτές μεταπωλήθηκαν από την αγοράστρια "...

ΑΕ" στην αναιρεσίβλητη, και μάλιστα με αύξηση της τιμής μονάδος μεταπώλησης , με συνέπεια να μην αποδεικνύεται σύγχυση των περιουσιών των δύο εταιρειών, ούτε η επικληθείσα από την αναιρεσείουσα χρήση της θυγατρικής "... ΑΕ" από την αναιρεσίβλητη μητρική εταιρεία, ως παρένθετου προσώπου στην κατάρτιση των εν λόγω συμβάσεων πώλησης, πολύ περισσότερο αφού οι μεταπωλήσεις αυτές αποτυπώθηκαν στις λογιστικές εγγραφές των εν λόγω εταιρειών ως ενδοομιλικές συναλλαγές, ούτε εξ άλλου, σύμφωνα με τα ανωτέρω, κατ' ουσίαν περίπτωση κατάχρησης και καταστρατήγησης του εταιρικού θεσμού από την αναιρεσίβλητη, και για τον επί πλέον λόγο, ότι έγινε δεκτό, ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προκάλεσε την κήρυξη της θυγατρικής της "...

ΑΕ" σε κατάσταση πτώχευσης με σκοπό την μετακύλιση στην τελευταία των αξιώσεων της αναιρεσείουσας από τις επίδικες πωλήσεις κατά της αναιρεσίβλητης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλομένη ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμοι. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης, συνιστά δηλαδή αυτοτελή αίτηση δικαστικής προστασίας και προκαλεί εκκρεμοδικία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1829/2011, ΑΠ 132/2004, ΑΠ 1143/2003, ΑΠ 382/2002).

Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής κατά τα διάφορα αυτών αιτήματα και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ( ΑΠ 54/2017, ΑΠ 567/2009, ΑΠ 1586/2008), ενώ αδίκαστη θεωρείται η αίτηση που στηρίζεται σε περισσότερες σωρευόμενες βάσεις, όταν δεν ερευνήθηκαν όλες (ΑΠ 1829/2011, ΑΠ 742 /2003).

Ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται όμως ως αβάσιμος, εάν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1434/2010).

Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει και όταν το δικαστήριο της ουσίας αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος την υποβληθείσα αίτηση, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής και δικαιολογούν το αίτημά της, με τα οποία πλήττεται το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος περαιτέρω έρευνας αυτής. (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 665/2021, ΑΠ 86/2018, ΑΠ 1180/2017, ΑΠ 528/2009, ΑΠ 1586/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την πλημμέλεια ότι η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ουδόλως αποφάνθηκε επί της "παραλλήλως σωρευθείσας" στην αγωγή αδικοπρακτικής βάσης, θεμελιούμενης στη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, και αποδεικνυόμενης πάραυτα, δεδομένων των παραδοχών που διαλαμβάνονται στις παραδοχές των αποφάσεων που αφορούσαν στην αίτηση εξυγίανσης και πτώχευσης της εταιρείας "... ΑΕ". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον από το προεκτεθέν σε ακριβή αντιγραφή, όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε στην ουσία εκ του πράγματος την υποβληθείσα αίτηση, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που συγκροτούν την βάση της αδικοπραξίας, και συγκεκριμένα, την ανυπαρξία μεθοδεύσεων και ενεργειών καταχρηστικών και εναντίον των χρηστών ηθών στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης, που θα δικαιολογούσαν την ευδοκίμηση της σωρευόμενης αποζημιωτικής αγωγικής αξίωσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη.

Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 19/2005). Tο δεδικασμένο, αν και σύμφωνα με το άρθρο 322 ΚΠολΔ λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως, δεν αφορά τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο ισχυρισμός ότι δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο η ύπαρξη δεδικασμένου, για να θεμελιώσει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, πρέπει, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να έχει προβληθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και όχι, απλώς, να έγινε επίκληση κάποιας τελεσίδικης απόφασης, να αναφέρεται δε ρητώς στο αναιρετήριο ότι έγινε τέτοια προβολή (ΑΠ 169/2019, ΑΠ 541/2014, 294/2014).

Επομένως, για να θεμελιωθεί ο παραπάνω λόγος, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας επιλήφθηκε αυτεπάγγελτα ή κατά πρόταση κάποιου από τους διαδίκους της έρευνας για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων του δεδικασμένου. Άρα, είναι ανάγκη η προσβαλλόμενη απόφαση να περιέχει θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου Για να είναι ορισμένος o λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται ρητώς στο αναιρετήριο, ότι έγινε προβολή του ισχυρισμού περί δεδικασμένου και να καθορίζεται με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάστηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (ΑΠ 563/3017, ΑΠ 1324/13).

Εξ άλλου, με το άρθρο 778 ΚΠολΔ ορίζεται, ότι αν στις υποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 739 γίνει δεκτή ή απορριφθεί με οριστική απόφαση αίτηση, δεν είναι δυνατόν να συζητηθεί νέα αίτηση των διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο κατά τη διαδικασία των άρθρων 741 έως 788.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η αναφερόμενη σε αυτή δεσμευτική ισχύς, εκδηλώνεται τόσο αρνητικά, με την έννοια της αδυναμίας επανόδου του διαδίκου με την άσκηση παρόμοιας αίτησης, εκτός αν στηρίζεται σε διαφορετικά περιστατικά, όσο και θετικά με την έννοια της δέσμευσης κάθε τρίτου προσώπου, ή αρχής, ως προς την επελθούσα διάγνωση ή διάπλαση, χωρίς η έναντι τρίτων δεσμευτική αυτής ισχύς να εμποδίζει όποιον δεν συμμετέσχε στη διαδικασία, να προστατεύσει, αν δικαιολογεί έννομο συμφέρον, τυχόν προσβαλλόμενο δικαίωμα του, με την άσκηση τριτανακοπής. Εκτός από τη δεσμευτική ισχύ οι αποφάσεις που εκδίδονται στις γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αναπτύσσουν συγχρόνως δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, γιατί δεν κρίνουν για δικαίωμα ή έννομη σχέση του ουσιαστικού δικαίου. Δεν δημιουργούν δε, δεδικασμένο για τις δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας και όταν το δικαστήριο εξετάζει παρεπιμπτόντως ορισμένο ουσιαστικό δικαίωμα του αιτούντος (ΑΠ 390/2016, ΑΠ 260/2008).

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αν δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη απ' όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 510/2022, ΑΠ 1023/2019, ΑΠ 175/2019), ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο της ουσίας συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα απ' αυτά. Δεν ιδρύεται ο λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 200/2018, ΑΠ 775/2017). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται α) το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη, β) ο ουσιώδης ισχυρισμός σε απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησίμευσε, γ) η αποδεικτική δύναμη που του αποδόθηκε και εκείνη που έχει κατά νόμο, δ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 462/2019, 126/2019), και στ) ότι έγινε νόμιμη επίκληση του αποδεικτικού μέσου και του ισχυρισμού προς απόδειξη του οποίου χρησίμευσε το αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1038/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος αυτού) αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το Εφετείο εσφαλμένως δεν δέχθηκε το ότι απέρρευσε δεδικασμένο από τη με αριθμό 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης επί της αίτησης του νομίμου εκπροσώπου αμφοτέρων των μητρικής και θυγατρικής, ως άνω, εταιρειών περί υπαγωγής της θυγατρικής σε καθεστώς εξυγίανσης, καθώς και από τη με αριθμό 17980/2014 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δυνάμει της οποίας η εν λόγω θυγατρική εταιρεία της αναιρεσίβλητης κηρύχθηκε σε πτώχευση. Ο λόγος αυτός ελέγχεται ως απαράδεκτος, διττώς. Τούτο διότι ουδόλως γίνεται με αυτόν επίκληση των ειδικότερων ζητημάτων επί των οποίων έκριναν οι παραπάνω αποφάσεις και πώς αυτά συσχετίζονται ουσιωδώς με το αντικείμενο της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αλλά και ιδίως, διότι οι δίκες επί υποθέσεων της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αναπτύσσουν δύναμη ουσιαστικού δεδικασμένου, για τις δίκες της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας ακόμη και όταν το δικαστήριο εξετάζει παρεπιμπτόντως ορισμένο ουσιαστικό δικαίωμα του αιτούντος.

Απαράδεκτος εξ άλλου, είναι ο ίδιος λόγος και ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις (απορριπτική απόφαση επί της αίτησης εξυγίανσης, και απόφαση κήρυξης σε πτώχευση) "την αποδεικτική δύναμη που προσλαμβάνουν δυνάμει της διάταξης του άρθρου 312 ΚΠολΔ". Τούτο διότι δεν εκτίθεται σ' αυτόν ποία η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε από το δικαστήριο ουσίας στις παραπάνω αποφάσεις και αυτής που είχαν κατά νόμο, αλλά και διότι η αποδεικτική ισχύς της απόφασης αναφορικά με την ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης περιορίζεται στην ύπαρξη ή ανυπαρξία της έννομης σχέσης που αποτέλεσε αποδεικτέο γεγονός ενώπιόν του, ώστε η δικαστική απόφαση δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς την γνώμη που εξέφρασε το δικαστήριο αναφορικά με την έννομη σχέση που αποτελεί αποδεικτέο γεγονός άλλης δίκης (ΑΠ 128/2014).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση να απορριφθεί στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (αρθ. 176,183,189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα στο διατακτικό της παρούσας οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20.7.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 1325/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ