Supreme Court dismisses appeal in enforcement proceedings due to lack of necessary co-litigation against other creditors.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed against a final enforcement judgment because the appellants failed to include necessary co-litigants in their challenge. The appellants sought to overturn a court order regarding enforcement costs, but the opposing party argued that the case required mandatory joint litigation with other creditors involved in related objections. The court ruled that since the appeal did not address the necessary co-litigants, it was inadmissible and the original enforcement decision stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553, 309(1), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; In enforcement proceedings, final judgments are subject to appeal rather than objection for vacancy, and an appeal must be directed against all necessary co-litigants; otherwise, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 21 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 21/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Γ. του Π., κατοίκου ..., 2) Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Κανελλόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Α. Γ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Νικολάου - Σέργιου Σακαλή και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/11/2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, την από 13/9/2013 ανακοπή του πρώτου ήδη αναιρεσείοντος και τις από 10/10/2013 και 30/9/2013 ανακοπές Νομικών Προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6714/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4717/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/1/2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση, που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη, επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 855/2015). Οι προθεσμίες της ανακοπής ερημοδικίας και της αναίρεσης είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας.
Κατά το άρθρο, όμως, 937 παρ. 1 περ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του, από το άρθρο 1, άρθρο όγδοο, παρ. 2 του Νόμου 4335/2015, αλλά και όπως αυτό, ήδη, ισχύει, στις δίκες περί την εκτέλεση δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, για οποιοδήποτε γενικώς λόγο, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Συνακόλουθα τούτων, στις δίκες περί την εκτέλεση, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του Εφετείου, ως μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας, είναι τελεσίδικες για όλους τους διαδίκους και παραδεκτώς, έκτοτε, προσβάλλονται με αναίρεση (ΑΠ 686/2018, ΑΠ 770/2009, 1102/2006). Επομένως, επιτρεπτώς ασκήθηκε η ένδικη αίτηση αναίρεσης, από τους αναιρεσείοντες, που ερημοδικάσθηκαν στο Εφετείο, αφού η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία εκδόθηκε σε δίκη επί ανακοπών κατά πίνακα κατατάξεως δανειστών, δηλαδή σε δίκη σχετικά με την εκτέλεση, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, έτσι, είναι τελεσίδικη.
ΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 558 ΚΠoλΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατ' εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται αυτή, ως απαράδεκτη (ΑΠ 9/2017, 1639/2002).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974 και 979 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η τελευταία από τις οποίες, κατά το άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 3 του Ν. 4335/2015, εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, όπως αυτή ίσχυε πριν τροποποιηθεί από το άρθρο 1, άρθρο όγδοο, παρ. 2 του ίδιου Νόμου, αφού η ένδικη επιταγή προς εκτέλεση επιδόθηκε το έτος 2008, προκύπτει ότι, όταν το πλειστηρίασμα δεν αρκεί για να ικανοποιηθεί εκείνος, υπέρ του οποίου έγινε η εκτέλεση και οι δανειστές, που αναγγέλθηκαν, η κατάταξη των δανειστών, για τη διανομή του, γίνεται μεν με ενιαία πράξη, ως προς όλους, πλην όμως η διαδικασία της κατάταξης δεν είναι αδιαίρετη.
Γι' αυτό κάθε δανειστής ασκεί δική του αυτοτελή ανακοπή κατά του πίνακα κατάταξης, που συντάχθηκε και τη στρέφει εναντίον εκείνων μόνο, από τους δανειστές, κατά των οποίων επιδιώκει να εξέλθει νικητής και όχι εναντίον όλων των δανειστών, που αναγγέλθηκαν. Έτσι, μεταξύ των δανειστών, δεν υφίσταται αναγκαστική ομοδικία, κατά την έννοια του άρθρου 76 του ΚΠολΔ και δεν ωφελείται ο ένας δανειστής από την ανακοπή, που άσκησε άλλος δανειστής, ούτε βλάπτεται από την ανακοπή, που απευθύνθηκε κατ' άλλου δανειστή.
Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο η ανακοπή, κατά του πίνακα κατάταξης, να ασκείται από όλους τους δανειστές, ούτε να στρέφεται εναντίον όλων των δανειστών. Για τον ίδιο λόγο και όσα ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 68, 74, 76, 556 και 558 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το ένδικο μέσο και εν προκειμένω της αναίρεσης, που ασκείται κατά της απόφασης, που εκδόθηκε για την ανακοπή, δεν απευθύνεται, κατ' αρχήν, εναντίον όλων των δανειστών, που μετείχαν στη δίκη ως ομόδικοι, ούτε το ένδικο μέσο, που ασκεί ο ένας από τους ομόδικους δανειστές, μπορεί να το απευθύνει κατά των άλλων ομόδικων του δανειστών. Όταν, όμως, ασκείται κοινή ανακοπή από ή κατά περισσότερων δανειστών ή συνεκδικάζονται ξεχωριστές ανακοπές, με τις οποίες προσβάλλεται η κατάταξη της ίδιας απαίτησης, (οπότε, για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της απαίτησης, η κατάταξη της οποίας προσβάλλεται, δεν είναι λογικό να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις, υπάρχει δε και ανάγκη αντιπαραβολής και σύγκρισης των απαιτήσεων των περισσότερων ανακοπτόντων μεταξύ τους και με τις απαιτήσεις των περισσότερων, από τους καθ' ων οι ανακοπές), υφίσταται μεταξύ των περισσότερων ανακοπτόντων και των περισσότερων καθ' ων οι ανακοπές αναγκαστική ομοδικία (ΑΠ 189/2016, ΑΠ175/2011, AΠ 1026/2010, ΑΠ 1229/2008, ΑΠ 1226/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης αυτής, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επίσπευση του πρώτου ήδη αναιρεσείοντος και δυνάμει της υπ' αριθμό 300/14-03-2008 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης, σε συνδυασμό με την 638/20-02-2013 Π' επαναληπτική Περίληψη, μετά από δήλωση επίσπευσης του δευτέρου ήδη αναιρεσείοντος, Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, πλειστηριάσθηκαν αναγκαστικά, στις 20-03-2013, στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μελπομένης Μπαρλαμπά, οι αναφερόμενες στην ως άνω έκθεση οριζόντιες ιδιοκτησίες της (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) οφειλέτιδάς του (πρώτου αναιρεσείοντος), ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...
Α. Ε.". Τα εν λόγω ακίνητα κατακυρώθηκαν στον, υπερθεματιστή, Σ. Β. (επίσης, μη διάδικο) αντί του συνολικού ποσού των 62.150 ευρώ και συντάχθηκε, σχετικώς, η 43.474/20-03-2013 έκθεση δημόσιου αναγκαστικού πλειστηριασμού της ως άνω συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια, επειδή το πλειστηρίασμα, που επιτεύχθηκε, δεν επαρκούσε για την ικανοποίηση των απαιτήσεων του επισπεύδοντα (ήδη πρώτου αναιρεσείοντα) και των αναγγελθέντων δανειστών, η προαναφερθείσα συμβολαιογράφος, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, συνέταξε τον 43.882/2013 πίνακα κατατάξεως, με τον οποίο, αφού αφαίρεσε για έξοδα εκτέλεσης το συνολικό ποσό των 34.191,17 ευρώ και ειδικότερα:
α) 2.521,92 ευρώ υπέρ της ιδίας, β) 30.014,25 ευρώ υπέρ του πρώτου, άλλως υπέρ του δευτέρου, ήδη αναιρεσειόντων και, γ) 1.655 ευρώ υπέρ του πρώτου ήδη αναιρεσείοντος, άλλως υπέρ της πληρεξουσίας δικηγόρου του (μη διαδίκου), κατέταξε στο σύνολο του, από 27.958,83 ευρώ (62.150 - 34.191,17), πλειστηριάσματος, που είχε απομείνει, τον ήδη αναιρεσίβλητο, έναντι μείζονος απαιτήσεώς του, από 63.168,50 ευρώ, που είχε επιδικασθεί σ' αυτόν, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, λόγω εργατικού ατυχήματος.
Κατά του ως άνω πίνακα κατατάξεως ασκήθηκαν, στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, οι εξής ανακοπές: α) η από 10-09-2013 και με αρ. κατ. 122079-15641/2013 του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποίαν αυτός ζήτησε τη μεταρρύθμιση του προσβαλλομένου πίνακα, προκειμένου να καταταγεί ο ίδιος και για το υπόλοιπο, από 31.514,25 ευρώ, ποσό της ένδικης απαιτήσεώς του, άλλως για το ποσό των 8.160,90 ευρώ, με αντίστοιχη αποβολή των καθ' ων αυτή (ανακοπή), ήδη αναιρεσιβλήτων, από το προαναφερθέν ποσό των (από 30.014,25 ευρώ) εξόδων εκτελέσεως, για το οποίο αυτοί είχαν καταταγεί.
β) Η από 13-09-2013 και με αρ. κατ. 121250-15541/2013 του πρώτου ήδη αναιρεσείοντος κατά του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποία ο πρώτος ζητούσε τη μεταρρύθμιση του ενδίκου πίνακα κατατάξεως, προκειμένου ν' αποβληθεί από την ως άνω κατάταξή του ο δεύτερος (ήδη αναιρεσίβλητος). γ) η από 30-09-2013 και με αρ. κατ. 129911-16680/2013, του Ελληνικού Δημοσίου κατά των ήδη αναιρεσειόντων και της πληρεξουσίας δικηγόρου του πρώτου αυτών, Ε.
Μάγειρα (μη διαδίκου), με την οποία ζητούσε τη μεταρρύθμιση του πίνακα και την κατάταξη αυτού για το ποσό των 3.684,80 ευρώ, με αντίστοιχη αποβολή των ως άνω καθ' ων από τα προαναφερθέντα ποσά των εξόδων εκτελέσεως, για τα οποία κατετάγησαν. Και, δ) Η από 10-10-2013 και με αρ. κατ. 136045-174557/2013, του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ κατά των ήδη αναιρεσειόντων και του ήδη αναιρεσίβλητου, με την οποίαν αυτό, επίσης, ζήτησε τη μεταρρύθμιση του προσβαλλομένου πίνακα, προκειμένου να καταταγεί το ίδιο για το ποσό των 7.947,18 ευρώ, με αντίστοιχη αποβολή των ήδη αναιρεσειόντων από το, ως άνω, ποσό των εξόδων εκτελέσεως, για το οποίο είχαν καταταγεί αυτοί, άλλως, να καταταγεί για το ποσό των 3.124,40 ευρώ, με, αντίστοιχη, αποβολή από αυτό του ήδη αναιρεσίβλητου.
Όλες οι προαναφερθείσες ανακοπές συνεκδικάσθηκαν, από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την 6714/2014, οριστική, απόφασή του δέχθηκε, στο σύνολό της, την ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου και εν μέρει την ανακοπή του Ελληνικού Δημοσίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν εφέσεις, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, από όλους τους, ως άνω, πλην του ήδη αναιρεσίβλητου (που νίκησε), ανακόπτοντες, οι οποίες, αφού συνεκδικάσθηκαν, απορρίφθηκαν με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
Εφόσον, όμως, με τις, ως άνω, υπό στοιχεία: α', γ' και δ' ανακοπές προσβάλλεται η κατάταξη της ίδιας απαίτησης και συγκεκριμένα αυτής των ήδη αναιρεσειόντων για τα, από 30.014,25 ευρώ, έξοδα εκτελέσεως, οπότε, για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της (απαίτησης), δεν είναι λογικό να εκδοθούν αντίθετες αποφάσεις και υπάρχει ανάγκη αντιπαραβολής και σύγκρισης των απαιτήσεων των ως άνω ανακοπτόντων, μεταξύ τους, υφίσταται, σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη της παρούσας, μεταξύ αυτών και δη του ήδη αναιρεσίβλητου, του Ελληνικού Δημοσίου και του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, αναγκαστική ομοδικία.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, αφού δεν στρέφεται, όπως θα έπρεπε, κατά την ως άνω νομική σκέψη της παρούσας και κατά των προαναφερθέντων αναγκαίων ομοδίκων του ήδη αναιρεσίβλητου, στην προκειμένη δίκη και συγκεκριμένα κατά των: Ελληνικού Δημοσίου και ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, κρίνεται απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, στο αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας ποσό δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος νίκησε και υπέβαλε σχετικό αίτημα με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις του, που, στην προκειμένη περίπτωση, καθορίζεται ενιαίως, διότι, λόγω της κοινής νομικής παράστασης αυτών (αναιρεσειόντων) στην παρούσα δίκη, ο τελευταίος (αναιρεσίβλητος) δεν υποβλήθηκε σε χωριστά, για τον καθένα τους, δικαστικά έξοδα (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-01-2018 αίτηση για αναίρεση της 4717/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2020.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ