Appeal dismissed because the appellant failed to prove they were unaware of the auction due to defective notice delivery.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the second-instance court's auction decision. The appellant argued they were unaware of the auction because the summary of the seizure report was delivered incorrectly, but the court found this argument insufficient without proof of actual non-receipt. The court ruled that mere defective delivery does not establish ignorance of the auction time, requiring a combined claim of non-receipt and inability to receive notice.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; Article 562, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove they were unaware of the auction due to defective notice delivery, as mere defective delivery does not establish ignorance without a concurrent claim of non-receipt.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 686 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 686/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σακελλαρίου και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ά. Κ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη στο ακροατήριο και Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, η πληρεξούσια της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/3/2007 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θήβας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6302/2010 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24/8/2012 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 546/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη.
Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η ως άνω τρίτη αναιρεσίβλητη με την από 22/7/2015 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 18/11/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντώνιου Ζευγώλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο παραστάς στο ακροατήριο πληρεξούσιος της τρίτης ως άνω αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των αρθρ. 108, 110§2, 498§1, 568 και 576§§ 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του απολειπομένου διαδίκου από τον επισπεύδοντα τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους απολειπόμενους διαδίκους σε περίπτωση απλής ομοδικίας, ενώ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση (άρθρο 576 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226§4 εδ.γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (αρθρ.575 παρ.1 εδ.β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, για την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Ωστόσο, κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε σε κάθε περίπτωση νόμιμα παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσης του για την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 712/2012, ΑΠ 1507/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 134 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ, αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση, διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον Εισαγγελέα του δικαστηρίου, στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη η το οποίο εξέδωσε την επιδιδόμενη απόφαση.
Ειδικότερα, ως προς τα Κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα οποία περιλαμβάνεται και η Ιταλία, σχετικά με τις επιδόσεις δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, εφαρμόζεται από 13 Νοεμβρίου 2008, ο κανονισμός 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου Υπουργών. Κατά τις σχετικές διατάξεις του νέου ως άνω 1393/2007 Κανονισμού, (άρθρα 2 ως 7, 10, 19 και 20), τα προς επίδοση έγγραφα σε γνωστής διαμονής παραλήπτες, διαβιβάζονται απ’ ευθείας μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών των ενδιαφερομένων κρατών και επιδίδονται σε αυτόν, προς τον οποίον απευθύνονται, κατά κανόνα σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους παραλαβής, που αποστέλλει στο κράτος αποστολής σχετική βεβαίωση περί τούτου (ΑΠ 759/2010, ΑΠ 1207/2010, ΑΠ 458/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη μετ’ αναβολή, από το πινάκιο της 7-3-2016, σημερινή συζήτηση στο ακροατήριο της από 24-8-2012 υπό κρίση αίτησης για αναίρεση της 6302/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που έγινε με εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, δεν παραστάθηκαν, ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ’ αρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, η πρώτη και ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων 1)εδρεύουσα στη ...
ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και 2)Ά. Κ. του Α., κάτοικος ... Καρδίτσας, αντίστοιχα. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής, παραδεκτώς επισκοπούμενα (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Με την 546/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά τη δικάσιμο της 20-4-2014, λόγω μη κλήτευσης των ιδίων ως άνω απολειπόμενων αναιρεσιβλήτων από τις παρασταθείσες και τότε διαδίκους (αναιρεσείουσα και τρίτη αναιρεσίβλητη), επαναφέρεται δε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με την από 22-7-2015 κλήση της τρίτης αναιρεσίβλητης και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησής της στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου, με αριθμό πινακίου …, τη δικάσιμο της 7-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 9-1-2017.
Προς τούτο, η Τρίτη αναιρεσίβλητη επέδωσε νομίμως ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, της 546/2015 απόφασης του Αρείου Πάγου, της από 22-7-2015 κλήσης της με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου του Αντιπροέδρου του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου για εκδίκαση της υπόθεσης στις 7-3-2016, καθώς και την αριθμ.πρωτ....3-2016 βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα του Αρείου Πάγου, περί αναβολής της συζήτησής της για την ως άνω δικάσιμο της 9-1-2017, με αριθμ...., και κλήση προς συζήτηση κατ’ αυτή, τόσο στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ά.
Κ. του Α., όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ..../10-11-2015 και .../31-5-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καρδίτσας Π. Ο., όσο και στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με επίσημη μετάφραση των εγγράφων αυτών στην Ιταλική γλώσσα (υπ’ αριθμ..../1-6-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Κ.
Μ.), για περαιτέρω διαβίβαση τούτων προς την αρμόδια υπηρεσία παραλαβής της Ιταλίας και επιδοσής τους προς την πρώτη αναιρεσίβλητη αλλοδαπή εταιρεία, στην οποία πράγματι επιδόθηκαν την 8-7-2016, όπως βεβαιώνεται με το .../8-7-2016 πιστοποιητικό επίδοσης του άρθρου 10 του Κανονισμού 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που έχει συσχετισθεί υπηρεσιακώς στο φάκελο της υπόθεσης.
Ενόψει των εκτεθέντων, εφόσον οι απολειπόμενοι, πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, έχουν νομίμως κλητευθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 ΚΠολΔ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΑΠ 855/2015).
Οι προθεσμίες δε της ανακοπής ερημοδικίας και της αναίρεσης είναι διαδοχικές, δηλαδή η προθεσμία της αναίρεσης κινείται μόλις εκπνεύσει η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας. Κατά το άρθρο όμως 937 παρ.1 περ.2 ΚΠολΔ, στις δίκες περί την εκτέλεση δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση ανακοπής ερημοδικίας για οποιοδήποτε γενικώς λόγο, τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Συνακόλουθα τούτων, στις δίκες περί την εκτέλεση, οι ερήμην οριστικές αποφάσεις του Εφετείου, ως μη υποκείμενες σε ανακοπή ερημοδικίας, είναι τελεσίδικες για όλους τους διαδίκους και παραδεκτώς έκτοτε προσβάλλονται με αναίρεση (ΑΠ 770/2009, 1102/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6302/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας επί της από 30-6-2009 έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της 200/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θήβας, αφού εξαφάνισε την τελευταία, κατά τα κεφάλαια αυτής, που απέρριψε την από 12-3-2007 ανακοπή της για ακύρωση του αναφερομένου αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της με την εκδοθείσα επί τούτου περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ως απαράδεκτη κατά τον τρίτο λόγο της και ως αβάσιμη κατ’ ουσία κατά τον πέμπτο λόγο της, απέρριψε την ως άνω ανακοπή ως μη νόμιμη κατά τον τρίτο λόγο της και ως απαράδεκτη κατά τον πέμπτο λόγο της.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ), ενώ ο περιεχόμενος στις κατατεθείσες την 7-11-2014 έγγραφες προτάσεις της τρίτης αναιρεσίβλητης ισχυρισμός, πως η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν τελεσίδικη έναντι όλων των αναγκαίων ομοδίκων, κατά το χρόνο άσκησής της, λόγω της ερημοδικίας σε αυτή της πρώτης αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον, ενόψει των εκτεθέντων, η αναίρεση αυτή παραδεκτώς στρέφεται κατά της μη υποκείμενης σε ανακοπή ερημοδικίας και επομένως τελεσίδικης ως άνω απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αφού η δίκη, που ανοίχθηκε με την ένδικη ανακοπή είναι δίκη περί την εκτέλεση, κατά την οποία δεν χωρεί ανακοπή ερημοδικίας.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 969 παρ. 3, 1002 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν στη ματαίωση του πλειστηριασμού ακινήτου συμφωνούν ο οφειλέτης και ο επισπεύδων την εκτέλεση, ο συμβολαιογράφος, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, είναι υποχρεωμένος να μη τον διενεργήσει, εφόσον η σχετική συμφωνία, για την ισχύ της οποίας δεν απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου ή κατάρτιση αυτής ενώπιον του επι του πλειστηριασμού υπαλλήλου, έχει γίνει πριν από τη διενεργεια του πλειστηριασμού, έχει γνωστοποιηθεί σ’ αυτόν και στους αναγγελθέντες με τίτλο δανειστές και υπάρχει συναίνεση των τελευταίων γνωστοποιούμενη στο συμβολαιογράφο (Ολομ.
AΠ 33/1995, ΑΠ 136/2001, ΑΠ 1432/2003). Θεωρείται δε ότι ο αναγγελμένος δανειστής έχει εκτελεστό τίτλο, κατά την έννοια του άρθρου 969 παρ.3 ΚΠολΔ, μόνο αν έχει καταθέσει αυτόν στον υπάλληλο του πλειστηριασμού μέχρι τη στιγμή της εναντίωσής του στη ματαίωση. Βέβαια, ο αναγγελμένος δανειστής δεν έχει υποχρέωση να καταθέσει τους τίτλους του πριν από τον πλειστηριασμό, εάν όμως θέλει να εναντιωθεί στη ματαίωσή του, έχει το βάρος να καταθέσει τον εκτελεστό του τίτλο στον υπάλληλο του πλειστηριασμού πριν από την εναντίωσή του στη ματαίωση του πλειστηριασμού.
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 998 παρ.4 εδ.α’ ΚΠολΔ, που αναφέρεται στον πλειστηριασμό ακινήτων, ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν σαράντα (40) ημέρες από την ημέρα που έγινε η κατάσχεση ..., ενώ κατά το άρθρο 999 παρ. 5 ΚΠολΔ, οι διατάξεις των άρθρων 972 και 973 εφαρμόζονται και εδώ, εφόσον στο άρθρο αυτό δεν ορίζεται διαφορετικά.
Ειδικότερα, στο άρθρο 973 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ ορίζεται ότι: "1. Αν για οποιοδήποτε λόγο ο πλειστηριασμός δεν έγινε κατά την ημέρα που είχε οριστεί, επισπεύδεται πάλι με εντολή προς το δικαστικό επιμελητή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση........2. Κάθε δανειστής, εφόσον έχει απαίτηση που στηρίζεται σε τίτλο εκτελεστό και κοινοποίησε σε εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση επιταγή για εκτέλεση, μπορεί να επισπεύσει τον πλειστηριασμό. 3.
Όταν ένας δανειστής, άλλος από τον επισπεύδοντα, θέλει να επισπεύσει τον πλειστηριασμό, κατά την παρ. 2, πρέπει να το δηλώσει στον υπάλληλο του πλειστηριασμού και να συνταχθεί σχετική πράξη. Η διάταξη του άρθρου 959 παρ. 4 εφαρμόζεται αναλόγως και η σχετική προθεσμία υπολογίζεται από τη χρονολογία της πράξης....".
Σύμφωνα δε με την παράγραφο 4 εδ. α’ του άρθρου 959 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στον πλειστηριασμό κινητών, ο πλειστηριασμός δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε (15) ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο πλειστηριασμός, είτε κινητών είτε ακινήτων, που ματαιώθηκε για οποιοδήποτε λόγο κατά την προγραμματισμένη ημέρα και συνεχίζεται (επισπεύδεται ) είτε από τον ίδιο τον επισπεύδοντα είτε από άλλον δανειστή, δεν μπορεί να γίνει πριν περάσουν δεκαπέντε (15) ημέρες από τη χρονολογία που συντάσσεται από τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η σχετική πράξη καταθέσεως της εντολής για συνέχιση της εκτελέσεως.
Η κατάθεση αυτή δεν επέχει θέση κατασχέσεως, την οποία προϋποθέτει υφισταμένη, και για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται να παρεμβάλλεται, προκειμένου περί ακινήτων, από την κατάθεση της εντολής μέχρι τον πλειστηριασμό η προθεσμία των σαράντα (40) ημερών της παραγράφου 4 του άρθρου 998 ΚΠολΔ (ΑΠ 1687/2005, ΑΠ 1051/2014).
Προϋπόθεση όμως υποβολής δήλωσης προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού αναγγελθέντος δανειστή του καθ’ ού η εκτέλεση για τη συνέχιση αυτού από τον τελευταίο και η τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τις ως άνω διατάξεις, είναι η ματαίωση της διενέργειας του ήδη προσδιορισθέντος πλειστηριασμού, χωρίς την οποία δεν μπορεί να τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 973 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ’ αρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, εκτίμηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2007 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ζήτησε την ακύρωση του διενεργηθέντος στις 20-12-2006 πλειστηριασμού του περιγραφομένου ακινήτου της για τον οποίο συντάχθηκε η υπ’ αριθμ..../20-12-2006 έκθεση αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της συμβολαιογράφου Θηβών Φ.
Κ. - Μ., αλλά και την ακύρωση της υπ’ αριθμ....28-12-2006 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, υποστηρίζοντας με τον πρώτο και δεύτερο τούτων αντίστοιχα ότι 1)ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός διενεργήθηκε μη νόμιμα με προφορική εντολή του δεύτερου των καθ’ ων, κατά παράβαση της αρχής πρωτοβουλίας του επισπεύδοντος, δεδομένου ότι μέχρι τη ματαίωση του επίδικου πλειστηριασμού από την πρώτη των καθ’ ων δεν είχε ασκηθεί κάποια αναγγελία από άλλο δανειστή, ενώ κατά το χρόνο άσκησης της αναγγελίας και της εντολής του δευτέρου των καθ’ ων για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, είχε ήδη ματαιωθεί ο πλειστηριασμός της 20-12-2006 και είχε κατατεθεί εντολή της πρώτης των καθ’ ων για την πραγματοποίησή του σε νέα ημερομηνία, η δε υπάλληλος του πλειστηριασμού όφειλε να μη διενεργήσει αυτόν κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία της 20-12-2006, αφού η επισπεύδουσα πρώτη των καθ’ ων νόμιμα και έγκυρα είχε ασκήσει το δικαίωμά της περί ματαίωσης του πλειστηριασμού, χωρίς να υπάρχουν μέχρι τότε άλλοι αναγγελθέντες δανειστές και με την πραγματοποίηση του στις 20-12-2006 υπήρξε ταυτόχρονη επίσπευση της εκτελεστικής διαδικασίας από δύο επισπεύδοντες, δηλαδή την πρώτη και το δεύτερο των καθ’ ων, διαδικασία, η οποία απαγορεύεται ρητά από την ισχύουσα πολιτική δικονομία, 2)ο αναγγελθείς δανειστής δεύτερος των καθ’ ων με την υπ’ αριθμ..../20-12-2006 πράξη της άνω συμβολαιογράφου κατέθεσε αναγγελία με τα σχετικά έγγραφα την ημέρα του πλειστηριασμού, δηλαδή την 20-12-2006 και ακολούθως έδωσε προφορική εντολή, (ενώ είχε ήδη ματαιωθεί η διενέργειά του και είχε ήδη κατατεθεί εντολή για έκδοση νέας επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης), χωρίς ωστόσο να καταθέσει δήλωση συνέχισης στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, δυνάμει της οποίας θα οριζόταν, μετά από τουλάχιστον 40 ημέρες, η διενέργεια του πλειστηριασμού και όφειλε αυτός να εκδώσει νέα περίληψη κατασχετήριας έκθεσης, τηρώντας όλες τις απαιτούμενες διατυπώσεις δημοσιότητας.
Η ανωτέρω ανακοπή απορρίφθηκε με την 200/2009 οριστική απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και ασκησθείσης της από 30-6-2009 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας ανακόπτουσας, εκδόθηκε επί αυτής η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο, κατά την έρευνα των προαναφερομένων πρώτου και δευτέρου λόγων ανακοπής, εκτιμώντας τις νομίμως προσκομισθείσες ενώπιόν του αποδείξεις, δέχτηκε τα εξής: "Με επίσπευση της πρώτης των καθ’ ων η ανακοπή και τώρα πρώτης των εφεσιβλήτων ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." κατασχέθηκε αναγκαστικώς, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ......
Πρωτοδικείου Θηβών Σ. Κ., το περιγραφόμενο στην έκθεση αυτή ακίνητο της ανακόπτουσας και τώρα εκκαλούσας, που βρίσκεται στην περιφέρεια του ..., του Νομού Βοιωτίας και στη θέση "...", προς ικανοποίηση χρηματικής απαιτήσεως της επισπεύδουσας κατά της ανακόπτουσας από την υπ’ αριθμ. …2004 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, συνολικού ποσού 17.258,61 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων εκτελέσεως, Μετά από διαδοχικές ματαιώσεις και αναστολές του πλειστηριασμού του κατασχεθέντος πιο πάνω ακινήτου, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. ...-10-2006 Γ επαναληπτική περίληψη της κατασχετήριας έκθεσης της παραπάνω δικαστικής επιμελήτριας, με την οποία ορίσθηκε ως ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού η 20-12-2006 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θηβών Φ.
Κ. - Μ., ως υπαλλήλου του πλειστηριασμού. Στις 19-12-2006, ήτοι την προηγούμενη ημέρα του πλειστηριασμού, η προαναφερόμενη δικαστική επιμελήτρια εμφανίστηκε ενώπιον της ανωτέρω συμβολαιογράφου και γνωστοποίησε σ’ αυτήν τη ματαίωση του πλειστηριασμού με κοινή συμφωνία της επισπεύδουσας και της καθ’ ης η εκτέλεση οφειλέτιδος και ταυτόχρονα κατέθεσε σ’ αυτήν την από 18-12-2006 εντολή της επισπεύδουσας για κατάρτιση Δ’ επαναληπτικής περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης για τη διενέργεια του πλειστηριασμού στις 7-2-2007.
Συντάχθηκε δε σχετικώς η υπ’ αριθμ. .../19- 12-2006 πράξη κατάθεσης εγγράφων εκτελέσεως της ως άνω συμβολαιογράφου. Στον παραπάνω πλειστηριασμό είχε ήδη, από 18-12-2006, αναγγελθεί ο δεύτερος των καθ’ ων η ανακοπή και τώρα δεύτερος των εφεσιβλήτων Ά. Κ., με την από 15-12-2006 αναγγελία του, που κοινοποιήθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, στην ανακόπτουσα και στην επισπεύδουσα, για απαίτησή του κατά της ανακόπτουσας, προερχόμενη από την υπ’ αριθμ.
…2006 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Σοφάδων, συνολικού ποσού 7.336,99 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων εκτελέσεως (βλ. υπ’ αριθμ. .../18-12-2008, .../18-12-2006 και .../19-12-2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θηβών Α. Σ.). Στις 20-12-2006, ήτοι κατά την ορισθείσα ημέρα διενέργειας του πλειστηριασμού, ο δεύτερος των καθ’ ων, όταν γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν η ματαίωση του πλειστηριασμού, κατέθεσε στην πιο πάν ω υπάλληλο του πλειστηριασμού τα αποδεικνύοντα την αναγγελθείσα απαίτησή του έγγραφα, μεταξύ των οποίων και την ως άνω διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Σοφάδων, η οποία συνέταξε την υπ’ αριθμ. .../20-12-2006 πράξη κατάθεσης αναγγελίας και τίτλων, και ταυτόχρονα δήλωσε σ’ αυτή ότι δεν συναινεί στη ματαίωση του πλειστηριασμού και ζήτησε τη διενέργειά του προς ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαιτήσεώς του.
Κατόπιν της δήλωσης αυτής του δευτέρου των καθ’ ων, η υπάλληλος του πλειστηριασμού ενήργησε, όπως ήταν υποχρεωμένη, τον πλειστηριασμό και το πλείστηριασθέν ακίνητο κατακυρώθηκε στην τρίτη των καθ’ ων η ανακοπή και ήδη τρίτη των εφεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "....", που αναδείχθηκε ως υπερθεματίστρια, συνταχθείσας της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. .../20-12-2006 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης της ως άνω συμβολαιογράφου, καθώς και της συμπροσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. ...28-12-2006 περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως της ίδιας συμβολαιογράφου.
Επομένως, εφόσον υπήρχε αναγγελθείς με τίτλο δανειστής, ο οποίος αντιτάχθηκε στη ματαίωση του πλειστηριασμού, έγκυρα διενεργήθηκε ........ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός που επέσπευσε η πρώτη των καθ’ ων, και ο πρώτος λόγος της ένδικης ανακοπής περί μη υπάρξεως αναγγελθέντων δανειστών μέχρι και την 19-12-2006 που γνωστοποιήθηκε στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο η ματαίωση του πλειστηριασμού είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ούτε, εξάλλου, είναι άκυρος ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός που διενεργήθηκε, χωρίς να έχει κατατεθεί στην επί του πλειστηριασμού υπάλληλο δήλωση του δευτέρου των καθ’ ων για την επίσπευση του πλειστηριασμού από αυτόν και πριν από την πάροδο σαράντα (40) ημερών από την κατάθεση της δήλωσης αυτής, διότι ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός δεν ματαιώθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, αφού δεν συμφώνησε στη ματαίωση του ο δεύτερος των καθ’ ων και, συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 973 ΚΠολΔικ περί επισπεύσεως του πλειστηριασμού από άλλον δανειστή, ώστε να απαιτείται η τήρηση των προβλεπόμενων από τη διάταξη αυτή πιο πάνω διατυπώσεων, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ανακόπτουσα με το δεύτερο λόγο της ένδικης ανακοπής".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του κατέληξε το Εφετείο, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκαλουμένη απόφασή του απέρριψε ως αβάσιμους τους δύο πρώτους λόγους της ένδικης ανακοπής περί ακυρότητας του προσβαλλόμενου πλειστηριασμού, λόγω μη υπάρξεως αναγγελθέντων δανειστών και λόγω μη τήρησης των διατυπώσεων του άρθρου 973 ΚΠολΔ για την επίσπευση του πλειστηριασμού από τον δεύτερο των καθ’ ών, ορθά έκρινε και οι αντίθετοι σχετικοί πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας τους παραπάνω λόγους της εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 927, 972 παρ. 1, 969 παρ.3 και 1002 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούσαν την διενέργεια του προσβαλλομένου με την ένδικη ανακοπή πλειστηριασμού.
Ειδικότερα, αφού κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων είχε ήδη αναγγελθεί στον ορισθέντα να διενεργηθεί στις 20-12-2006 πλειστηριασμό από 18-12-2006, με την από 15-12-2006 αναγγελία του, που κοινοποιήθηκε στην υπάλληλο του πλειστηριασμού, στην καθ’ ής η εκτέλεση αναιρεσείουσα και στην επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό πρώτη αναιρεσίβλητη, για απαίτησή του κατά της καθ’ ής η εκτέλεση, προερχόμενη από την υπ’ αριθ. 16/2006 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Σοφάδων και κατά την ημέρα του πλειστηριασμού ο άνω αναγγελθείς δανειστής, όταν γνωστοποιήθηκε σ’ αυτόν η ματαίωση του πλειστηριασμού, κατέθεσε στην πιο πάνω υπάλληλο του πλειστηριασμού τα αποδεικνύοντα την αναγγελθείσα απαίτησή του έγγραφα, δηλώνοντας ταυτόχρονα σ’ αυτήν ότι δεν συναινεί στη ματαίωση του πλειστηριασμού, που είχαν συμφωνήσει την προηγούμενη ημέρα διενέργειας αυτού η καθ’ ής η εκτέλεση και η επισπεύδουσα αυτόν δανείστριά της, ενώ τους είχε ήδη γνωστοποιήσει την άνω αναγγελία του, ζητώντας παράλληλα τη διενέργεια του πλειστηριασμού προς ικανοποίηση της αναγγελθείσας απαιτήσεώς του, νόμιμα η άνω υπάλληλος του πλειστηριασμού προέβη στην διενέργεια αυτού, αφού δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις ματαίωσής του, η συναίνεση δηλαδή προς τούτο και του αναγγελθέντος δεύτερου αναιρεσίβλητου δανειστή της καθ’ ής η εκτέλεση αναιρεσείουσας.
Ούτε, όμως, και τις διατάξεις των άρθρων 973, 959 παρ. 4, 998 παρ. 4 και 999 παρ. 5 ΚΠολΔ, παραβίασε, με την μη εφαρμογή τους, το Εφετείο, αφού, κατά τα δεκτά γενόμενα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο άνω πλειστηριασμός δεν ματαιώθηκε, λόγω μη συναίνεσης σε τούτο του αναγγελθέντος νομίμως σ’ αυτόν δεύτερου αναιρεσίβλητου και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε η αναγκαία προϋπόθεση (ματαίωση του πλειστηριασμού), για να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 973 ΚΠολΔ, περί επισπεύσεως του πλειστηριασμού από άλλον δανειστή, ώστε να απαιτείται η τήρηση των προβλεπόμενων από τις πιο πάνω διατάξεις διατυπώσεων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Κατά το άρθρο 933 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αντιρρήσεις του καθού η εκτέλεση και κάθε δανειστή του που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή.
Η ανακοπή αυτή κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την οποία καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι παραδεκτή: α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά στην εγκυρότητα των πράξεων εκτέλεσης που έγινε από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή στην απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητό και σε ενενήντα ημέρες από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.
Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και ενόψει του γεγονότος ότι η κατά το σύστημα του Κ.Πολ.Δ.
λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας καθιστά αναγκαία την προσβολή των άκυρων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες παράγουν τις συνέπειες τους μέχρι να απαγγελθεί με δικαστική απόφαση η ακυρότητά τους, οπότε επέρχεται αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων τους, γίνεται φανερό, ότι, αν οι επιμέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας παρουσιάζουν ελάττωμα, πρέπει να προσβληθούν με ανακοπή (του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.) μέσα σε ορισμένη προθεσμία, η οποία έχει ως αφετηρία ορισμένη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας και είναι δικονομική, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ.
Κ.Πολ.Δ. Κατά συνέπεια, αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης (άρθρο 151 ΚΠολ.Δ.) και η πράξη αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη και δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, η σχετική δε ανακοπή, (η ασκηθείσα μετά την πάροδο της προθεσμίας), απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 παρ., 1 Κ.Πολ.Δ. λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το αίτημα της ανακοπής, το οποίο αναφέρεται στην ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων εκτέλεσης, αλλά και τα ιστορούμενα σ’ αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στις προσβαλλόμενες με το αίτημα πράξεις και να θίγουν το κύρος τους (ΑΠ 640/2017).
Περαιτέρω, στην παράγραφο 4 του άρθρου 999 ΚΠολΔικ ορίζεται, πλην άλλων, ότι ο πλειστηριασμός ακινήτου που υποβλήθηκε σε αναγκαστική κατάσχεση, με ποινή ακυρότητας δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου περί καταρτίσεως περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, που περιέχει την ημέρα και ώρα του πλειστηριασμού, καθώς και στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου περί επιδόσεως της άνω περιλήψεως στον οφειλέτη μέσα σε είκοσι ημέρες από την ημέρα της κατασχέσεως.
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 159, 160, 161 και 933 ΚΠολΔικ, συνάγεται ότι μόνο η ανυπαρξία ή το εκπρόθεσμο της επιδόσεως της ως άνω περιλήψεως στον οφειλέτη επάγεται την ακυρότητα του πλειστηριασμού, ενώ η απλώς άκυρη επίδοσή της, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που αυτή έλαβε μεν χώρα αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο, παράγει τις συνέπειές της, σαν να ήταν έγκυρη, μέχρις ότου κηρυχθεί άκυρη με δικαστική απόφαση, ύστερα από προσβολή της με ανακοπή από το άρθρο 933 ΚΠολΔικ, εντός της κατ’ άρθρο 934 παρ. 1β’ και 2 ιδίου Κώδικα προθεσμίας.
Αν η ενδιάμεση αυτή ακυρότητα δεν ήθελε προσβληθεί εμπροθέσμως, δεν κωλύεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως και η διενέργεια του πλειστηριασμού (ΑΠ 1538/2008, ΑΠ 1628/2011, ΑΠ 1232/2012).
Αντιθέτως, αν ο πλειστηριασμός διενεργηθεί παρά την ανυπαρξία τελείως όλων η μιας των τασσομένων με ποινή ακυρότητας διατυπώσεών του, είναι άκυρη ανεξαρτήτως βλάβης και η ακυρότητα αυτή αφορά την ίδια την τελευταία πράξη της εκτελέσεως, ώστε απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που ασκείται από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον εντός 90 ημερών από της μεταγραφής της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως επί πλειστηριασμού ακινήτων (Ολ.ΑΠ 3/2007, ΑΠ 281/2012).
Η παράβαση των διατάξεων των άρθρων 126 και 128 ΚΠολΔ δεν επιφέρει ακυρότητα της επίδοσης, αφού δεν ορίζεται σ’ αυτές η με ποινή ακυρότητας τήρηση αυτών, παρά μόνο αν συντρέχει το στοιχείο της βλάβης. Επομένως, η διενέργεια της επίδοσης κατά τρόπο αντίθετο προς το διαγραφόμενο στις εν λόγω διατάξεις δεν εξομοιώνεται με έλλειψη επιδόσεως, ώστε να μπορεί να προταθεί και μετά τον πλειστηριασμό μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδ.
γ’ ΚΠολΔ και τούτο , διότι η παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων, εφόσον την τήρησή τους ο νόμος δεν απαιτεί ρητώς επί ποινή ακυρότητας και δεν επιτρέπεται γι’ αυτήν αναίρεση ή αναψηλάφηση, συνεπάγεται ακυρότητα της διαδικαστικής πράξεως της επιδόσεως, μόνο στην περίπτωση, που κατά την κρίση του δικαστηρίου, προκάλεσε στο διάδικο που την προτείνει βλάβη και προβάλλεται με ανακοπή μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 β ΚΠολΔ, δηλαδή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού.(ΑΠ 916/2004, ΑΠ 279/2004).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 585 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως του άρθρου 933 ΚΠολΔικ, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους αυτής, ενώ νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αντικείμενο της δίκης, η οποία ανοίγεται με την ανακοπή, αποτελεί αποκλειστικώς και μόνο η έρευνα της βασιμότητας των λόγων της ανακοπής και εκείνων που προτάθηκαν εμπρόθεσμα με πρόσθετο δικόγραφο, ενώ λόγος αναιρέσεως για μη έρευνα λόγου ανακοπής που δεν προτάθηκε νομίμως, ως άνω, στο δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔικ.(ΑΠ 370/2001).
Τέλος, η τήρηση των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας προθεσμιών της ανακοπής, που ορίζονται από το άρθρο 934 ΚΠολΔικ, προϋποθέτει ότι ο καθού η εκτέλεση θα έχει πραγματικά λάβει γνώση της προσβαλλόμενης πράξης, προκειμένου να την προσβάλλει αποτελεσματικά ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου.
Τούτο δε διότι το σχετικό δικαίωμα πρόσβασης σ’ αυτό δεν είναι απόλυτο και υπόκειται σε περιορισμούς, ειδικότερα σε ότι αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού της ανακοπής κατά της εκτέλεσης, πλην όμως οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να εμποδίζουν την ανοικτή πρόσβαση σε ένα άτομο κατά τρόπο ή σε βαθμό, ώστε το δικαίωμά του αυτό να θίγεται στην ίδια την ουσία του.
Οι εν λόγω περιορισμοί συμβιβάζονται με το άρθρο 6 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974, σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", το οποίο έχει υπερνομοθετική ισχύ (Ολ.ΑΠ 40/1998), μόνο εφόσον τείνουν σε ένα νόμιμο σκοπό και εφόσον υπάρχει σχέση αναλογίας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού.
Αλλά και κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει", δεν αποκλείεται στο νομοθέτη να θέτει περιορισμούς, υπό τους οποίους τελεί το εν λόγω δικαίωμα, οι περιορισμοί όμως αυτοί δεν μπορούν να περιστείλουν την προσφυγή στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο του τον πυρήνα.
Δύναται, συνεπώς, ο νομοθέτης, θεσπίζοντας προϋποθέσεις προσφυγής στα δικαστήρια, να καθορίζει και προθεσμία/μέσα στην οποία θα λαμβάνει γνώση ο θιγόμενος για το βλαπτικό του οφειλέτη γεγονός, πράξη ή παράλειψη, γιατί χωρίς μια τέτοια γνώση δεν καθίσταται εφικτή η εκ μέρους του διεκδίκηση της παροχής έννομης προστασίας.
Η γνώση αυτή του θιγομένου δεν απαιτείται μεν αναγκαίως να διαπιστώνεται από την επίδοση της βλαπτικής πράξης στον ίδιο, πρέπει όμως τουλάχιστον να συνάγεται κατά τρόπο ασφαλή, ότι ενόψει των συντρεχουσών, κατά περίπτωση, συνθηκών, μεταξύ των οποίων και ο χρόνος που μεσολάβησε, ο θιγόμενος, ως επιμελής άνθρωπος, έλαβε ή μπορούσε να έχει λάβει γνώση του βλαπτικού γι’ αυτόν γεγονότος (πράξης ή παράλειψης), ώστε να είναι σε θέση να επιδιώξει την παροχή έννομης προστασίας (ΑΕΔ 2/1999).
Η εκ μέρους όμως του καθού η εκτέλεση επίκληση άγνοιας ως προς το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, πρέπει κατά τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών του άρθρου 116 του ΚΠολΔικ, που ισχύουν αναλογικά και στην αναγκαστική εκτέλεση, να συνδυάζεται και με ισχυρισμό αυτού ότι δεν έλαβε, ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης (ΑΠ 281/2012).
Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι διάφορος εκείνου, με τον οποίο επιδιώκεται η ακύρωση του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, και για το παραδεκτό αυτού πρέπει να προτείνεται με το δικόγραφο της ανακοπής ή εκείνο των προσθέτων λόγων ανακοπής, και όχι με μεταγενέστερα αυτών δικόγραφα (ΑΠ 1232/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα και ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε με τον πέμπτο λόγο της ένδικης ανακοπής, ότι ο προσβαλλόμενος πλειστηριασμός είναι άκυρος, διότι η υπ’ αριθ. ...-10-2006 Γ’ επαναληπτική περίληψη της υπ’ αριθ. ...... Πρωτοδικείου Θηβών Σ. Κ., βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο πλειστηριασμός, επιδόθηκε με την υπ’ αριθμ..../3-11-2006 έκθεση επιδοσης της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας, μόνο σε ένα μέλος της διορισθείσας από το Δικαστήριο προσωρινής διοίκησης αυτής (ανακόπτουσας), που μέχρι και τη διενέργεια του πλειστηριασμού δεν είχε συγκροτηθεί σε σώμα, και συγκεκριμένα στην Β.
Σ., η οποία δεν ήταν νόμιμη εκπρόσωπος της, ούτε ήταν εξουσιοδοτημένη για την παραλαβή εγγράφων, και συνεπώς η επίδοση αυτή είναι ανυπόστατη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον άνω λόγο ανακοπής ως απαράδεκτο, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Η επικαλούμενη.......από την ανακόπτουσα, με τον παραπάνω λόγο της ανακοπής, διενέργεια της επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης κατά τρόπο αντίθετο προς το διαγραφόμενο στη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 στοιχ.
δ’ ΚΠολΔ επάγεται, όχι την ανυπαρξία της επιδόσεως, αλλά την ακυρότητα αυτής, και συνεπώς ο λόγος αυτός έπρεπε......να προβληθεί με σχετική ανακοπή της ανακόπτουσας και ήδη εκκαλούσας οφειλέτιδος μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. β’ ΚΠολΔ, δηλαδή μέχρι την σύνταξη στις 20-12-2006 της προσβαλλόμενης υπ’ αριθ. .../20-12-2006 εκθέσεως αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως της συμβολαιογράφου Θηβών Φ.
Κ.-Μ.. Τέτοια, όμως, ανακοπή δεν επικαλείται, ούτε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ότι άσκησε η εκκαλούσα μέσα στην παραπάνω προθεσμία και έτσι η επικαλούμενη, με τον παραπάνω λόγο της ανακοπής πιο πάνω ακυρότητα της επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, και αν ακόμη γίνει δεκτό ότι η επίδοση αυτή ήταν πράγματι άκυρη, δεν μπορεί, να προβληθεί με ανακοπή ως λόγος ακυρότητας-ελαττωματικότητας του προσβαλλόμενου πλειστηριασμού.
Επομένως, η ένδικη ανακοπή, που ασκήθηκε στις 20-3-2007, δηλαδή μετά την σύνταξη στις 20-12-2006 της προσβαλλόμενης πιο πάνω εκθέσεως πλειστηριασμού και κατακυρώσεως, ασκήθηκε, κατά τον παραπάνω λόγο της, εκπροθέσμως και είναι, κατά το λόγο της αυτό, απορριπτέα ως απαράδεκτη". Με την κρίση του αυτή το εφετείο, ορθά εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 934 παρ.1 εδ.
β’ και γ’ του Κ.Πολ.Δ., εφόσον η επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα ακυρότητα της ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, έπρεπε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, να επιδιωχθεί με την εκ του άρθρου 933 ΚΠολΔ ανακοπή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρο 934 παρ. 1 εδαφ. β ΚΠολΔ), δεδομένου ότι αφορούσε, όχι την καθόλου παράλειψη της απαιτουμένης επίδοσης περιλήψεως της κατασχετήριας έκθεσης στην οφειλέτρια ανακόπτουσα εταιρεία, αλλά την τήρηση αυτής με τρόπο δικονομικώς έγκυρο.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ανωτέρω διάταξη αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης, κατά τον οποίο, η προσβαλλόμενη απόφαση με το να απορρίψει ως απαράδεκτο τον άνω λόγο της ανακοπής υπέπεσε στην ίδια ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, αφού, εξαιτίας της άκυρης επίδοσης της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως, η ανακόπτουσα δεν έλαβε γνώση του επισπευδόμενού πλειστηριασμού, ώστε να προβεί στις νόμιμες ενέργειες αποτροπής του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον, τέτοιος λόγος δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της ανακοπής με νόμιμη επαναφορά του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το δικόγραφο της εφέσεως, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των δικογράφων αυτών.
Ο προβληθείς δε ισχυρισμός με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής για ακύρωση του πλειστηριασμού, λόγω άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, είναι διάφορος εκείνου της άγνοιας του ανακόπτοντος ως προς το χρόνο της διενέργειας του πλειστηριασμού, αφού δεν αρκεί η επίκληση και μόνο της άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης, για να θεμελιώσει άγνοια του καθού η εκτέλεση ως προς το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, αλλά πρέπει συγχρόνως, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών του άρθρου 116 του ΚΠολΔικ, που ισχύουν αναλογικά και στην αναγκαστική εκτέλεση, να συνδυάζεται και με ισχυρισμό αυτού, ότι δεν έλαβε, ούτε μπορούσε να έχει λάβει γνώση της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης.
Για τον ίδιο λόγο, της μη επίκλησης δηλαδή από την αναιρεσείουσα άγνοιας του διενεργούμενου στις 20-12-2006 πλειστηριασμού, είναι απαράδεκτος ο ίδιος λόγος της αναίρεσης (δεύτερος), με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις περί αντιθέσεως των προθεσμιών που τάσσονται με το άρθρο 934 του ΚΠολΔ, προς τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974, σύμβασης της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" και 1 του πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής ή 20 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού η επίκληση και μόνο της άκυρης επίδοσης της περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης δεν αρκεί, κατά τα προεκτεθέντα, για να θεμελιώσει άγνοια του καθού η εκτέλεση ως προς το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, που δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ.786/2012 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρισταμένης τρίτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24/8/2012 αίτηση της εταιρείας "..." για αναίρεση της υπ’ αριθμ.6302/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης τρίτης αναιρεσίβλητης τα οποία, ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Απριλίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ