Appeal dismissed as inadmissible because the contested judgment remained subject to default appeal for one party.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by P.G. against the final judgment of 273/2013 from the Ioannina Court of Appeal. The appellant argued the judgment became final due to the second respondent's oral acceptance, but the court found this insufficient to waive the right to default appeal. Since the judgment remained subject to default appeal for the second respondent, it was not yet final and thus inadmissible for review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)(b), 309(1), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; A judgment is subject to appeal only after it ceases to be subject to default appeal, which occurs either upon expiration of the fifteen-day period or upon lawful waiver by the entitled party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 855 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 855/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Τoυ αναιρεσείοντος: Π. Γ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λάμπρο Κιτσαρά, ο οποίος ανεκάλεσε την δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Γ. του Α., κατοίκου ... και 2. Κ. Α. του Ν., κατοίκου ..., από τον οποίους ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κουτσουπιά και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2012 τριτανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Εφετείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκε η 273/2013 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 25-9-2013 αίτηση του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 26-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης ως απαράδεκτης, άλλως και με την προϋπόθεση ότι θα αποδειχθεί κατά τη συζήτησή της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη και ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, οπότε παραδεκτώς ασκήθηκε (ως προς όλους τους αναιρεσιβλήτους, την παραδοχή της.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε από αυτούς την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο ασκήσεως του εν λόγω ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της καταθέσεως του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, προς άσκηση αυτής, προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β ΚΠολΔ.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως γίνεται με τη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επιδόσεως ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της ως άνω διατάξεως του άρθρου 553 ΚΠολΔ προς εκείνες των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2 και 76 § 1 ΚΠολΔ σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αίτηση αναιρέσεως μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 76 § 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε παρά την απουσία του έχει ο αναγκαίος ομόδικος, (που ήταν απών από τη δίκη), έστω και αν αυτός σύμφωνα με την πρώτη από τις διατάξεις αυτές θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του, αφού προϋπόθεση για την εν λόγω αντιπροσώπευση είναι να είχε αυτός κλητευθεί νόμιμα στη δίκη.
Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου να ασκήσει κατά της αποφάσεως που εκδόθηκε ερήμην του ανακοπή ερημοδικίας ως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της ανακοπής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος όταν εξετάζει εάν η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έχει τελεδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001).
Τέλος, κατά το άρθρο 588 παρ. 1 ΚΠολΔ η τριτανακοπή απευθύνεται κατά όλων των διαδίκων μεταξύ των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν ασκείται μετά την εκτέλεσή της, οπότε μπορεί να απευθύνεται μόνο κατά του διαδίκου που νίκησε. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 74 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει ότι εφόσον η τριτανακοπτόμενη απόφαση δεν έχει εκτελεσθεί, η τριτανακοπή απευθύνεται υποχρεωτικώς με ποινή το απαράδεκτο, κατά όλων των αρχικών διαδίκων, καθ' όσον με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται υποχρεωτική κοινή παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων της αρχικής δίκης και κατά νομική συνέπεια υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας.
Εάν, συνεπώς, σε δίκη τριτανακοπής δικάσθηκε ερήμην στο Εφετείο ο ένας από τους αναγκαίους ομοδίκους, θα πρέπει να έχει γίνει και ως προς αυτόν τελεσίδικη η απόφαση για να υπόκειται σε αναίρεση. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υποθέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την 42/2008 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν η από 28-5-2007 αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα, ως καταπλεονεκτικής και αντίθετης στο άρθρο 179 ΑΚ, της συμβάσεως πωλήσεως του περιγραφομένου ακινήτου του προς τον τότε εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Κατά της ανωτέρω οριστικής αποφάσεως ο δεύτερος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 24-7-2008 έφεσή του, η οποία απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την 278/2010 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αναιρεσείων άσκησε την από 10-2-2012 τριτανακοπή του, την οποία έστρεψε κατά των αρχικών διαδίκων (και ήδη αναιρεσιβλήτων).
Για την τριτανακοπή αυτή εκδόθηκε ερήμην του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αναίρεση 273/2013 οριστική απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία η τριτανακοπή απερρίφθη ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η απόφαση αυτή, ως εκ του περιεχομένου της, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από τον ανωτέρω διάδικο (δεύτερο αναιρεσίβλητο) που δικάσθηκε ερήμην.
Επίδοση της προσβαλλόμενης αυτής αποφάσεως στον εν λόγω ερημοδικασθέντα διάδικο δεν έχει γίνει, όπως συνομολογεί (και) ο αναιρεσείων. Δεν αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο διάδικος αυτός απώλεσε το δικαίωμα προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, την ύπαρξη ή έλλειψη έννομου συμφέροντος προς άσκηση της οποίας δεν μπορεί ούτε παρεμπιπτόντως να ερευνήσει ο Άρειος Πάγος (ΟλΑΠ 15/2001).
Ο αναιρεσείων, με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και με τις προτάσεις του που κατέθεσε μετά τη συζήτησή της, ήτοι στις 30-4-2015, πρόβαλε τον ισχυρισμό, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατέστη τελεσίδικη (και) ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, λόγω της σιωπηρής αποδοχής της εκ μέρους του, δεδομένου ότι μετά την έκδοσή της και συγκεκριμένα στις 1-2 Σεπτεμβρίου 2013 του δήλωσε προφορικά ότι την αποδέχεται και ότι δεν πρόκειται να ασκήσει κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας.
Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος σημειωτέον δεν περιέχεται στο αναιρετήριο, δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι η ως άνω προφορική δήλωση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου προς (μόνο) τον αναιρεσείοντα δεν συνιστά (νομότυπη) παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως του ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας εκ μέρους αυτού.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ). και να διαταχθεί κατά την παρ.4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Εξάλλου, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 25 Σεπτεμβρίου 2013 αίτηση του Π. Γ. για αναίρεση της 273/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου Γ. Γ., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ