Legislator Case Law & Legislation
770/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of summons for co-defendant in forced execution case.

Case Number 770/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible against all parties because the necessary co-defendant was not summoned to the hearing. The appellant filed an appeal against a final judgment in a forced execution case involving multiple debtors, but only the primary creditor appeared. The court ruled that under the Code of Civil Procedure, when co-defendants are bound by mandatory joint litigation, all must be present or formally summoned for the appeal to be valid.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558, 76, and 936 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment in forced execution proceedings involving mandatory joint litigation is inadmissible if a necessary co-defendant who is bound by the joint litigation is not summoned to the hearing.

Keywords

AI generated
mandatory joint litigation forced execution proceedings inadmissible appeal summons requirement co-defendant presence Code of Civil Procedure appeal admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 76 of the Code of Civil Procedure
Article 936 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 63/1981

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 770 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 770/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου Δ.Δ. ... του Δήμου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Ράπτη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ξανθίππη Μιρκού.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2001 τριτανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3999/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3456/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 18-5-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 10-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, ως προκύπτει εκ της ανακοπής επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, αντικείμενο αυτής τυγχάνει η ακύρωση της εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως και της περιλήψεως αυτής κατά την ιδανική μερίδα του ανακόπτοντος Ψ επί του κατασχεθέντος ακινήτου, για το λόγο ότι ο επισπεύδων δανειστής δεύτερος των καθ' ων εφεσιβλήτων Χ ασκεί καταχρηστικώς το δικαίωμά του, δεδομένου ότι ο πρώτος των καθ' ων - εφεσιβλήτων οφειλέτης ΑΑ ήταν γνώστης των πράξεων νομής του ανακόπτοντος και ουδέποτε εναντιώθηκε σχετικώς σε βάρος του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στον ανακόπτοντα η πεποίθηση ότι δεν θα πρόβαλε ποτέ το δικαίωμά του στο ίδιο ακίνητο. Η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε με την πρωτόδικη υπ' αριθ. 3999/03 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επί δε της ασκηθείσης εφέσεως από τον ανακόπτοντα εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκανε δεκτή την ανακοπή, ερήμην του 1ου εφεσιβλήτου οφειλέτη και αντιμωλία του 2ου εφεσιβλήτου- επισπεύδοντος δανειστή. Η εν λόγω απόφαση κατέστη τελεσίδικη και ως προς τον 1ο εφεσίβλητο, ο οποίος τελεί σε αναγκαστική ομοδικία με τον 2ο εφεσίβλητο (Ολ ΑΠ 63/1981), καθ' όσον κατ' άρθρο 937 περ. 2 ΚΠολΔ στις δίκες περί την εκτέλεση δεν επιτρέπεται ανακοπή ερημοδικίας ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και επομένως παραδεκτά ασκήθηκε η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως από τον επισπεύδοντα δανειστή.

ΕΠΕΙΔΗ κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, "η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδίκων τους ή των εντολοδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη".

Διάδικοι είναι εκείνοι οι οποίοι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι δικάσθηκαν με αυτήν. Εξάλλου το άρθρο 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζει μεταξύ των άλλων ότι όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση, οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται και με τους οποίους συνδέονται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας.

Όπως δε προκύπτει από το άρθρο 936 ΚΠολΔ, περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και επί ανακοπής τρίτου, η οποία πρέπει να απευθύνεται τόσο κατά του επισπεύδοντος όσο και του καθ' ου η εκτέλεση οφειλέτη, μεταξύ των οποίων υπάρχει δεσμός αναγκαστικής ομοδικίας παθητικής κατ' άρθρο 76 παρ. 1 περ. τρίτη. Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση ενδίκων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1 έχει αποτελέσματα και για τους άλλους.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκήσαντες αυτό και οι ομόδικοί του, αν και αδρανούν αυτοί. Στην περίπτωση δε αυτή (της πλασματικής ασκήσεως του ένδικου μέσου) πρέπει οι μη ασκήσαντες ομόδικοι να καλούνται σε όλες τις συζητήσεις του ενδίκου μέσου (άρθρα 76 παρ. 3 και 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), αλλιώς η συζήτηση αυτού κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την ένδικο ανακοπή του, ζήτησε τα προαναφερθέντα. Η ανακοπή αυτή είχε στραφεί κατά του επισπεύδοντος δανειστή ήδη αναιρεσείοντα και κατά του οφειλέτη ΑΑ, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μετείχαν και στην κατ' έφεση δίκη ως εφεσίβλητοι.

Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μόνον από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή, όχι όμως και από τον αναγκαίο ομόδικό του, ως άνω οφειλέτη, ο οποίος αν και θεωρείται μεν κατά τα προεκτεθέντα ότι και αυτός άσκησε το ένδικο τούτο μέσο, ωστόσο όμως δεν αποδεικνύεται ότι κλητεύθηκε για να παραστεί κατά τη συζήτηση της προκειμένης αιτήσεως ούτε και γίνεται επίκληση τέτοιας κλητεύσεως.

Επομένως, πρέπει η παρούσα συζήτηση να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους την παρούσα συζήτηση επί της από 18-5-06 αιτήσεως του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3456/04 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ