Legislator Case Law & Legislation
2126/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on family law grounds regarding refusal of contact with adult child.

Case Number 2126/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a dispute over contact with an adult child. The appellant argued that the respondent's refusal violated constitutional rights and statutory duties, but the court found no abuse of rights or serious breach of parental obligations. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and Article 25(3) of the Constitution; The refusal of a parent to communicate with an adult child does not constitute an abuse of rights or a violation of parental duties unless it involves a serious breach exceeding normal behavioral limits.

Keywords

AI generated
parental rights adult child contact abuse of rights constitutional obligations family law dispute legal costs appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 25(3) of the Constitution
Article 21(1)(a) of the Constitution
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2126 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 2126/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Νικόλαο Κουτσούκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ.-Ι. Κ. - Μ., φυσικού τέκνου του ως κατωτέρω εφεσιβλήτου και της Μ. Γ., κατοίκου ... η οποία δεν εκπροσωπήθηκε. Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Μπακάκο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ...

Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βικτωρία Κανελλοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Κατά την δικάσιμο της 21ης Μαρτίου 2022 εκπροσωπήθηκε από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2967/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 5288/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 24-9-2020 αίτησή της, για την οποία δικάσιμος ορίστηκε η 21η Μαρτίου 2022, οπότε και συζητήθηκε χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την υπ' αριθμ. 257/2024 Πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του Κ.Πολ.Δ., η δικάσιμος που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου. Η επαναλαμβανόμενη κατ` άρθρο 307 Κ.Πολ.Δ. συζήτηση αποτελεί, όπως και η από το άρθρο 254 Κ.Πολ.Δ. συζήτηση, συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση. Συνακόλουθα, ο μεν διάδικος που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις, ο δε διάδικος που δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική, δικάζεται αντιμωλία (Α.Π. 44/2025, Α.Π. 674/2023, Α.Π. 936/2018, Α.Π. 869/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς επανασυζήτηση στη σημερινή δικάσιμο, η από 24-9-2020 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας Ζ.-Ι. Κ.-Μ., σύμφωνα με την 257/2024 πράξη της Προέδρου του Α2` Πολιτικού Τμήματος, που κοινοποιήθηκε νομότυπα στους διαδίκους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ., μετά από τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 21-3-2022 και την αφαίρεση της δικογραφίας από την αρχικώς ορισθείσα εισηγήτρια, που έγινε με την 198/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου λόγω διαπίστωσης αδυναμίας έκδοσης απόφασης. Η αναιρεσείουσα, η οποία παρέστη κατά τη δικάσιμο της 21-3-2022, δεν παραστάθηκε στη σημερινή δικάσιμο, παρόλο που κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σε αυτήν, όπως προκύπτει από το από ...-2024 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας του Αρείου Πάγου Φ. Π., επομένως η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της.

II. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά της 5288/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του ανωτέρω Εφετείου την 28-9-2020, δηλαδή εντός της κατ' άρθρο 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προθεσμίας των δύο (2) ετών από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία έλαβε χώρα την 29-10-2018, εφόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

III.Α. Κατά το άρθρο 57 Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, κατά δε το άρθρο 59 Α.Κ., στις περιπτώσεις των δυο προηγουμένων άρθρων (στα οποία περιλαμβάνεται και το άρθρο 57), το Δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί, και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Με τις παραπάνω διατάξεις προστατεύεται το δικαίωμα της προσωπικότητας, το οποίο αποτελεί πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου με το οποίο είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα.

Τα επιμέρους αυτά αγαθά δεν αποτελούν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επιμέρους εκδηλώσεις -εκφάνσεις του ενιαίου δικαιώματος επί της ίδιας προσωπικότητας έτσι ώστε η προσβολή οποιασδήποτε έκφανσης αυτής να σημαίνει και προσβολή του ενιαίου αυτού δικαιώματος. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, εξάλλου και η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, οι οποίες αντικατοπτρίζονται, στην αντίληψη και την εκτίμηση που έχουν οι άλλοι γι` αυτόν, η ψυχική υγεία και ο συναισθηματικός κόσμος του ατόμου (Α.Π. 1492/2021, Α.Π. 56/2009).

Προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων είναι: α) η προσβολή του δικαιώματος της προσωπικότητας η οποία προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη τρίτου με την οποία διαταράσσεται η κατάσταση που υπάρχει σε μία ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής, ψυχικής, πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη, πράγμα που συμβαίνει όταν η προσβολή γίνεται χωρίς δικαίωμα ή κατ` ενάσκηση δικαιώματος, το οποίο όμως είναι από άποψη έννομης τάξης μικρότερης σπουδαιότητας, είτε ασκείται υπό περιστάσεις που καθιστούν την άσκηση αυτού καταχρηστική σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ.

ή το άρθρο 25 παρ. 3 του Συντάγματος, και γ) για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης και πταίσμα του προσβολέα.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος αποτελεί δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Μορφή δε υπαιτιότητας είναι ο δόλος και η αμέλεια (άρθρο 330 Α.Κ). Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 299, 300, 330, 914 και 932 Α.Κ. προκύπτει ότι σε περίπτωση τέλεσης αδικοπραξίας αποκαθίσταται, εκτός από την περιουσιακή ζημία, και η μη περιουσιακή ή ηθική βλάβη, με την επιδίκαση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (Α.Π. 532/2011).

III.Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 919 Α.Κ., όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 Α.Κ., ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.Α.Π. 10/1991, Α.Π. 601/2022, Α.Π. 1027/2021).

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγμάτωσης της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του παθόντος, για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (Ολ.Α.Π. 398/1975, Α.Π. 914/2021).

Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέλησή του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία (Α.Π. 601/2022).

III.Γ. Στο άρθρο 1507 Α.Κ. ορίζεται ότι γονείς και τέκνα οφείλουν αμοιβαία μεταξύ τους βοήθεια, στοργή και σεβασμό. Οι αμοιβαίες, όμως, αυτές υποχρεώσεις, οι οποίες υφίστανται ανάμεσα στους γονείς και τα τέκνα, χωρίς να ενδιαφέρει αν αυτά γεννήθηκαν χωρίς γάμο των γονέων, είναι ανήλικα ή ενήλικα, αν συγκατοικούν ή όχι, δεν μπορούν να εξαναγκαστούν δικαστικά. Στο πεδίο του οικογενειακού δικαίου το άτομο είναι κατ' αρχήν ελεύθερο, κατά την ανάπτυξη της προσωπικότητάς του, να διαμορφώνει ελεύθερα τις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν ενεργεί εναντίον των χρηστών ηθών. Επομένως, πρέπει εν προκειμένω, για την θεμελίωση του δικαιώματος αποζημίωσης κατά τα άρθρα 57, 59, 914, 919 και 932 Α.Κ., τα πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 1507 Α.Κ. να είναι πρόσφορα και ικανά, αυτοτελώς κρινόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή από την συγγενική σχέση (γονέα και τέκνου), να επιφέρουν την προσβολή της προσωπικότητας του άλλου ή να συνιστούν αδικοπραξία.

Εξάλλου η παράβαση των ανωτέρων υποχρεώσεων δεν αποτελεί αδικοπραξία με την τεχνική σημασία του όρου και συνεπώς το άρθρο 932 Α.Κ., που αφορά χρηματική αποκατάσταση ηθικής βλάβης από αδικοπραξία και γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, όταν η φερόμενη προσβολή της προσωπικότητας και η συνακόλουθη εξ αυτής ηθική βλάβη προκαλείται από παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 1507 Α.Κ.

είναι δεοντολογικής κατεύθυνσης (lex imperfecta) και η παράβασή της επιφέρει άλλου είδους συνέπειες, όπως λ.χ. η αφαίρεση της άσκησης της γονικής μέριμνας. Για την επιδίκαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 59 Α.Κ., δεν αρκεί οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας, αλλά απαιτείται να υπάρχει σοβαρή τέτοια, με την έννοια, ότι δημιουργούνται εξαιρετικές συνθήκες τέτοιες, που η ανθρώπινη αντοχή υπερβαίνει τα όρια αντοχής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου στη συγκεκριμένη δε περίπτωση τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στην αγωγή και συνιστούν παράβαση της αμοιβαίας υποχρέωσης για βοήθεια, στοργή και σεβασμό πρέπει να είναι πρόσφορα και ικανά να οδηγήσουν και να οδήγησαν στη μείωση της υπόληψης και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του τέκνου (ή, αντίστοιχα, του γονέα) σε βάρος του οποίου έλαβαν χώρα.

Με την έννοια αυτή δεν επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας οι παραβάσεις των υποχρεώσεων βοήθειας, στοργής και σεβασμού, συνιστούν όμως προσβολή της προσωπικότητας πράξεις εξύβρισης, σωματικών βλαβών ή απλών βιαιοπραγιών, που προσβάλλουν την τιμή, τη σωματική ακεραιότητα ή ευεξία και την αξιοπρέπεια του προσώπου, αφού αυτές γεννούν αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, διότι καθεαυτές και ανεξάρτητα από την παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπονται στo άρθρο 1507 Α.Κ., επιφέρουν προσβολή της προσωπικότητας, συνιστούν δε παράλληλα και αδικοπραξία (πρβλ.

για την παράβαση της αμοιβαίας υποχρέωσης για έγγαμη συμβίωση Α.Π. 558/2006, Α.Π. 686/2004, Α.Π. 566/2003, Α.Π. 29/1999). Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος η οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Κράτους.

Η διάταξη αυτή δεν είναι διάταξη κανονιστικού χαρακτήρα, απευθύνεται δε στον κοινό νομοθέτη ο οποίος οφείλει να δημιουργήσει το κατάλληλο νομοθετικό πλέγμα προστασίας του θεσμού της οικογένειας, του γάμου, της μητρότητας και της παιδικής ηλικίας, χωρίς όμως να υπάρχει δυνατότητα να εξαναγκαστεί προς τούτο.

Για τον λόγο αυτό δεν δημιουργούνται αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα έναντι του Κράτους, ενώ η σχετική διάταξη δεν μπορεί να αποτελέσει βάση αξιώσεων μεταξύ ιδιωτών.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1319/2022).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής. Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογικές αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Αυτός ο λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας. Αντίθετα, δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται σε σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη (Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π. 44/1990, Α.Π. 10/2022, Α.Π. 685/2016, Α.Π. 1779/2012).

V. Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα με την από 15-12-2010 αγωγή της κατά του εναγόμενου-αναιρεσίβλητου εξέθεσε ότι είναι γνήσιο εκτός γάμου τέκνο αυτού, η συγγένειά της δε αυτή αναγνωρίστηκε με την 9540/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της 1656/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του εναγόμενου κατ' αυτής.

Ότι, παρότι εκείνος γνώριζε ότι η ενάγουσα ήταν γνήσιο τέκνο του, ουδέποτε της παρείχε ηθική ή υλική συνδρομή, ενώ κατά τη διάρκεια της αστικής αντιδικίας τους άσκησε εναντίον της ίδιας και της μητέρας της μηνύσεις για διάφορα αδικήματα, για τα οποία αμφότερες αθωώθηκαν, ενώ ο ίδιος σε αντίθετες μηνύσεις καταδικάστηκε.

Ότι, σε συνέχεια προηγούμενων προσβλητικών συμπεριφορών εις βάρος της, ο εναγόμενος κατά τα έτη 2006 έως 2010 προέβη στις ακόλουθες πράξεις και παραλείψεις, που προσβάλλουν την προσωπικότητά της: α) όταν στις 24-3-2006 η ενάγουσα τον επισκέφθηκε στον επαγγελματικό του χώρο, της ζήτησε να αποχωρήσει, δηλώνοντας ότι "δεν έχει κόρη με το όνομα Ζωή", β) στο δικόγραφο της από 19-4-2006 αναίρεσής του κατά της 9540/2005 απόφασης του Εφετείου, με την οποία η ενάγουσα κηρύχθηκε γνήσιο τέκνο του, αρνήθηκε εκ νέου την ιδιότητά της αυτή και ανέφερε περαιτέρω ότι σκοπός της δεν είναι η ένταξή της στην οικογένειά του, αλλά η απόκτηση οικονομικού οφέλους, γ) όταν τον Σεπτέμβριο του 2006 η ενάγουσα τον επισκέφθηκε στην οικία του, αυτός αρνήθηκε να τη δεχθεί, δ) όταν τον συνάντησε δύο φορές στο Κολωνάκι τυχαία, το έτος 2007, αυτός αρνήθηκε να της μιλήσει, στρέφοντας το κεφάλι του από την άλλη πλευρά, και ε) σε απάντηση σε εξώδικο που του έστειλε η ενάγουσα καλώντας τον να προβεί σε ηθική και οικονομική της αποκατάσταση, με το από 20-9-2010 εξώδικό του ανέφερε τα ακόλουθα: "με εξαίρεση την καθιδρυθείσα δεσμευτική συνέπεια των με αρ 1656/2008 και 9540/2005 αποφάσεων (αρεοπαγιτικής και εφετειακής αντίστοιχα) μεταξύ μας σχέση, παρά τις εναντιώσεις και αρνήσεις μου ...

ουδέποτε ανέλαβα, ούτε αναγνώρισα ποτέ κατά οποιονδήποτε τρόπο οποιαδήποτε υποχρέωσή έναντί σας και μάλιστα οικονομικής ή άλλης φύσεως. Πολύ περισσότερα ουδεμία σχετική προς την ανωτέρω ή άλλη υποχρέωση οποιασδήποτε φύσεως ανέλαβα κατά οποιονδήποτε τρόπο έναντι της μητέρας σας, είτε για την ίδια είτε για εσάς, ούτε αναγνώρισα την ύπαρξη οιασδήποτε υποχρέωσης ή άλλης οφειλής.

Αρνούμαι ειδικότερα ρητά και κατηγορηματικά οτιδήποτε μου αποδίδετε ως δήθεν υποσχεθέν, αναγνωρισθέν ή κατατεθέν από πλευράς μου καθώς και όσα ανακριβώς και πάντως αβάσιμα, προσχηματικά και ατεκμηρίωτα αναφέρετε περί δήθεν εικονικών μεταβιβάσεων. Υπενθυμίζω εξάλλου ότι ουδείς και βέβαια ούτε εσείς έχετε δικαίωμα να μου υποδείξετε κατά ποιόν τρόπο θα διαχειρίζομαι ή διαθέτω εν ζωή την οποιαδήποτε τυχόν περιουσία μου.

Ενόψει του ανοίκειου τρόπου με τον οποίον επιδιώκετε και με την άνω εξώδικη πρόσκλησή σας παρέμβαση ουσιαστικά στην ιδιωτική μου ζωή, ύστερα μάλιστα από τις πολλαπλές ποινικές σε βάρος μου διώξεις στις οποίες εσείς και η μητέρα σας συμμετείχατε και του γεγονότος ότι επιχειρήσατε, πρόσφατα τότε, ενάντια στη θέλησή τους να παρενοχλήσετε δημόσια μέλη της οικογένειάς μου, προσκαλείσθε να απόσχητε στο μέλλον οποιασδήποτε σχετικής ανάμειξης ή εκδήλωσης προς αποφυγή των κατά Νόμον συνεπειών.

Βεβαίως ουδείς σας αποστερεί την ευχέρεια να επιδιώκετε οποτεδήποτε δικαστική ικανοποίηση οποιουδήποτε τυχόν δικαιώματος ή απαιτήσεως εάν υπάρχει ή γεννάται συνέπεια των άνω αποφάσεων, την οποία όμως αρνούμαι ότι επί του παρόντος υφίσταται. Κατά συνέπεια προσκαλείσθε και πάλι να σταματήσετε και απόσχετε στο μέλλον οποιασδήποτε ενέργειας συνιστά μη σύννομη παρέμβαση στην ιδιωτική μου ζωή καθώς και της οικογένειάς μου ...".

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά η ενάγουσα, επικαλούμενη ότι οι ως άνω πράξεις και παραλείψεις του εναγόμενου, λαμβανομένης υπόψιν και της επί τριάντα έτη επιδεικνυόμενης από αυτόν αρνητικής συμπεριφοράς, προκάλεσαν στην ίδια ανείπωτη θλίψη και στεναχώρια, πλήττοντας βαρύτατα την ψυχική της υγεία και τον συναισθηματικό της κόσμο ως γνήσιου τέκνου του και αποτέλεσαν κατάφωρη παραβίαση των υποχρεώσεων που όφειλε ως φυσικός της πατέρας να εκπληρώσει, ζήτησε, κατόπιν περιορισμού και μετατροπής του αρχικού καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να της καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Η αγωγή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη με την 2967/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 5288/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών με την ακόλουθη, κρίσιμη για τον αναιρετικό έλεγχο αιτιολογία: "Με τα παραπάνω, όμως εκτιθέμενα, η αγωγή αυτή δε βρίσκει έρεισμα ούτε στις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 57 και 59 ΑΚ, ούτε και σ' αυτές των άρθρων 914, 919, 932 και 1507 ΑΚ.

Τούτο δε διότι τα ιστορούμενα περιστατικά, αναγόμενα μετά το έτος 2006, και αληθή υποτιθέμενα, δεν στοιχειοθετούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας ούτε αδικοπραξία ή συμπεριφορά αντίθετη στα χρηστά ήθη, όπως οι έννοιες τούτες αναλύονται στις υπό στοιχείο I. και II. νομικές σκέψεις, καθόσον δεν προσκρούουν σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ή την καλή πίστη ή τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου ούτε συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα η συγγένεια των διαδίκων δημιουργήθηκε, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο V νομική σκέψη της παρούσας, το πρώτον με την έκδοση της με αριθμό 1656/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, οπότε κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η ενάγουσα αναγνωρίστηκε γνήσιο τέκνο του εναγόμενου.

Επομένως τα υπό στοιχείο α, β, γ και δ πραγματικά περιστατικά, που έλαβαν χώρα πριν τη δημιουργία της συγγενικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, από την οποία απορρέει, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο ΙΙΙ νομική σκέψη της παρούσας, η αμοιβαία μεταξύ των διαδίκων υποχρέωση για βοήθεια, στοργή και σεβασμό, δεν συνιστούν υπαίτια παραβίαση της ανωτέρω μη εξαναγκαστής υποχρέωσης του εναγόμενου, αφού αυτή τότε δεν υφίστατο, και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται, εκ του λόγου αυτού, ήτοι ένεκα της παραβίασης της υποχρέωσης που απορρέει από το άρθρο 1507 ΑΚ, αδικοπραξία (914 ΑΚ) ή αντίθεση στα χρηστά ήθη (919 ΑΚ) και συνακόλουθα υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της (57, 59 και 932 ΑΚ).

Εξάλλου η σχετική εναντίωση του να συναναστραφεί μαζί της, και χωρίς την επίκληση της συγγενικής σχέσεως, που δεν είχε εισέτι δημιουργηθεί, δεν συνιστά καταχρηστική άσκηση του δικού του δικαιώματος προσωπικότητας να επιλέγει τους ανθρώπους με τους οποίους θα συναναστραφεί. Επίσης τα όσα ανωτέρω περιγράφονται στο δικόγραφο της αναιρέσεως δεν εκφεύγουν των όσων συνήθως αναφέρονται στα σχετικά δικόγραφα είναι δε αυτονόητο ότι αμφισβητεί με την άσκηση του ενδίκου μέσου τη συγγένειά τους. Επομένως, τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς κρινόμενα, ανεξάρτητα δηλαδή της συγγενικής σχέσης των διαδίκων, δεν είναι πρόσφορά και ικανά να προσβάλλουν την προσωπικότητά της, αλλά, αντίθετα τελέστηκαν με συνθήκες τέτοιες που δεν εκφεύγουν των ορίων της συνήθους δοκιμασίας που συνεπάγεται για το φερόμενο ως γνήσιο τέκνο η άρνηση του φερόμενου ως πατέρα να δεχτεί κατά τη διάρκεια της αντιδικίας την συγγενική τους σχέση, δεν ενέχουν πρόκληση ούτε, περαιτέρω, συνιστούν σοβαρή ή σημαντική προσβολή, αφού δεν είναι τόσο εξαιρετικές ώστε η ανθρώπινη ανοχή να υπερβαίνει τα όρια του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Περαιτέρω, ότι αφορά την άρνηση του εναγόμενου, μετά την ίδρυση της συγγενικής σχέσης με την ενήλικη ενάγουσα με την έκδοση της με αριθμό 1656/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, να την εντάξει στον ιδιωτικό και οικογενειακό του βίο, έτσι όπως αυτή εκδηλώνεται στην ανωτέρω εξώδικο (υπό στοιχείο ε πραγματικό περιστατικό) λεκτέα τα ακόλουθα.

Όπως ειδικότερα εκτίθεται στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη η παραβίαση του ηθικού παραγγέλματος για βοήθεια, στοργή και σεβασμό προς το τέκνο, έστω και εάν δεν γεννά αξίωση εξαναγκαστή, ώστε μόνη η παραβίασή της να αποτελεί αδικοπραξία (914 ΑΚ) και να γεννά αξίωση από τα άρθρα 57, 59 και 932 του ΑΚ, μπορεί υπό ιδιαίτερες συνθήκες, με την επίκληση άλλων περιστατικών, να γεννήσει αξίωση από αδικοπραξία και να επιφέρει την προσβολή της προσωπικότητας του άλλου.

Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας, αλλά απαιτείται να υπάρχει σοβαρή τοιαύτη, με την έννοια, ότι δημιουργούνται εξαιρετικές συνθήκες τέτοιες, που υπερβαίνουν τα όρια αντοχής του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, τα δε πραγματικά περιστατικά, που συνιστούν παράβαση της αμοιβαίας υποχρέωσης για βοήθεια στοργή και σεβασμό ήταν πρόσφορα και ικανά να οδηγήσουν και οδήγησαν στην παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του γονέα ή τέκνου σε βάρος του οποίου έλαβαν χώρα.

Ακολούθως, όμως, εν προκειμένω, η άρνηση του εναγόμενου, μετά την ίδρυση της συγγενικής σχέσεως με την έκδοση της με αριθμό 1656/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, να εντάξει την ενάγουσα στον ιδιωτικό και οικογενειακό βίο του, κατά παράβαση του ηθικού παραγγέλματος - νομικής, μη εξαναγκαστής υποχρέωσης, του άρθρου 1507 AK, έτσι όπως αυτή εκδηλώνεται στην ανωτέρω εξώδικο (υπό στοιχείο ε πραγματικό περιστατικό), αφενός δεν συνιστά αδικοπραξία αφετέρου δεν αποτελεί πραγματικό περιστατικό πρόσφορο και ικανό να οδηγήσει στη μείωση της υπολήψεως και την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας, ήτοι της ψυχικής υγείας και του συναισθηματικού κόσμου της ενάγουσας.

Επιπλέον, υπό τις εκτιθέμενες στην αγωγή συνθήκες που αναφέρονται ανωτέρω, ήτοι ενηλικίωση της ενάγουσας, τριακονταετής απουσία τον εναγόμενου από τη ζωή της, η ανυπαρξία συναισθηματικής μέθεξης με αυτόν, αφού, όπως εκτίθεται στην αγωγή, ανατράφηκε, μετά την τέλεση νέου γάμου της μητέρας της από την γιαγιά της από μητρική γραμμή, η άρνηση του εναγόμενου, να εντάξει την ενάγουσα στον οικογενειακό τον βίο, όπως εκφράστηκε στο ανωτέρω εξώδικο, δεν αποτελεί συμπεριφορά αντίθετη με τις επικρατούσες στη σημερινή εποχή αντιλήψεις του μέσου 'Ελληνα Πολίτη για τις συναισθηματικές και κοινωνικές σχέσεις γονέων και ενηλίκων τέκνων.

Τούτο δε διότι η συναισθηματική απομάκρυνση των ενηλίκων τέκνων και των γονέων είναι συνήθης και σε περιπτώσεις που τα τέκνα γεννήθηκαν σε γάμο των γονέων τους, ανατράφηκαν από αυτούς υπό τους όρους της αμοιβαιότητας που θέτει η διάταξη του άρθρου 1507 του ΑΚ, μετά την απομάκρυνση από την οικογενειακή οικία.

Εξάλλου υπό τις ανωτέρω παραδοχές, ήτοι της οριστικής αποξένωσης των διαδίκων, η άρνηση του εναγόμενου να επικοινωνήσει με την ενάγουσα δεν συνιστά, κατά παράβαση των άρθρων 281 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, καταχρηστική άσκηση του δικού του δικαιώματος προσωπικότητας να επιλέγει τους ανθρώπους με τους οποίους θα συναναστραφεί.

Σημειώνεται ότι η ενάγουσα δεν επικαλείται μεταγενέστερα της ιδρύσεως της συγγενικής τους σχέσης περιστατικά, όπως αδιαφορία του σε σοβαρό πρόβλημα υγείας που τυχόν αντιμετωπίζει, άλλως σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, ενόψει του ότι κατά τους ισχυρισμούς της ο εναγόμενος είναι εξαιρετικά ισχυρός και οικονομικά εύρωστος άντρας, ήτοι πραγματικά περιστατικά που συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων του άρθρου 1507 του AK που υπό εξαιρετικές περιστάσεις συνιστούν αδικοπραξία, δυνάμενα να προσβάλουν το ψυχικό και συναισθηματικό κόσμο της ενάγουσας θυγατέρας του.

Τέλος η συμπεριφορά του εναγόμενου δεν στοιχειοθετεί αδικοπραξία λόγω αυθαίρετης βλάβης του συνταγματικώς προστατευόμενου δεσμού της οικογένειας κατ' άρθρο 21 παρ. 1 του Συντάγματος, δεδομένου ότι, καίτοι με την εν λόγω διάταξη προστατεύεται τόσο η οικογένεια υπό στενή έννοια "πυρηνική οικογένεια" όσο και η "μη άρτια οικογένεια" σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας, από την ανωτέρω διάταξη πηγάζουν υποχρεώσεις για το κράτος, χωρίς όμως να δημιουργούνται και αντίστοιχα ατομικά δικαιώματα.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε όμοια, αναφορικά με την ανυπαρξία της προσβολής της προσωπικότητας της ενάγουσας λόγω παραβίασης της υποχρέωσης του εναγόμενου να εντάξει την ενάγουσα στην οικογένειά του και να επικοινωνήσει μαζί της, αν και με ελλιπή αιτιολογία που συμπληρώνεται κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...".

Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, ότι δηλαδή η αγωγή της αναιρεσείουσας δεν είναι νόμιμη, και απέρριψε την έφεσή της, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει το ίδιο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 914, 919, 932 και 1507 Α.Κ., και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, των οποίων δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ούτε τη διάταξη του άρθρου 21 του Συντάγματος, η οποία δεν τύγχανε καθόλου εφαρμογής.

Ειδικότερα, το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου προαναφερόμενες διατάξεις, δεδομένου ότι υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο περιστατικά δεν στοιχειοθετείται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της αναιρεσείουσας, ούτε αδικοπραξία ή αντίθεση στα χρηστά ήθη, καθόσον τα περιστατικά αυτά δεν συνιστούν συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου που προσκρούει σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου ή την καλή πίστη ή τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ούτε συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος.

Ειδικότερα: i) τα εκτεθέντα υπό στοιχεία α', β', γ' και δ' στην αγωγή περιστατικά που έλαβαν χώρα τα έτη 2006 και 2007, αυτοτελώς αξιολογούμενα και ανεξάρτητα από τη συγγενική σχέση των διαδίκων που δεν είχε ακόμα καθιδρυθεί (πρόκειται για συμβάντα πριν την έκδοση της 1656/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία έγινε αμετάκλητη η εφετειακή απόφαση που αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα είναι γνήσιο τέκνο του αναιρεσίβλητου) δεν είναι πρόσφορα και ικανά να προσβάλουν την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας, αλλά τελέστηκαν υπό συνθήκες τέτοιες που δεν εκφεύγουν των ορίων της συνήθους δοκιμασίας που συνεπάγεται για το φερόμενο ως γνήσιο τέκνο η άρνηση του φερόμενου ως πατέρα να δεχτεί κατά τη διάρκεια της αντιδικίας την συγγενική τους σχέση, και δεν ενέχουν πρόκληση, ούτε συνιστούν σοβαρή ή σημαντική προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, αφού δεν είναι τόσο εξαιρετικά ώστε να μην είναι ανεκτά από τον μέσο κοινωνικό άνθρωπο, ii) οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στο από 17-11-2010 εξώδικο, που συντάχθηκε και επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα μετά την έκδοση της 1656/2008 απόφασης του Αρείου Πάγου, και με τους οποίους ο αναιρεσίβλητος δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να εντάξει την αναιρεσείουσα στον ιδιωτικό και οικογενειακό του βίο, δεν συνιστούν αδικοπραξία, ενώ δεν είναι ικανοί να προσβάλουν την προσωπικότητα της αναιρεσείουσας, καθόσον για να συμβεί αυτό δεν αρκεί απλά η παράβαση της υποχρέωσης στοργής γονέως και τέκνου, αλλά απαιτείται σοβαρή παράβαση που να εκφεύγει των ορίων της συμπεριφοράς του γονέα που δεν επιθυμεί σχέση με το ενήλικο τέκνο που αναγνωρίστηκε.

Επομένως, η επίδικη συμπεριφορά του εναγόμενου, που εκδηλώθηκε μεταξύ των ετών 2006 και 2010, δεν είναι αντίθετη με τις επικρατούσες αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενώ, λαμβανομένης υπόψη και της, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, διαρκούς αποξένωσης των διαδίκων, η άρνηση του αναιρεσίβλητου να επικοινωνήσει με την αναιρεσείουσα δεν συνιστά, κατά παράβαση των άρθρων 281 Α.Κ.

και 25 παρ. 3 του Συντάγματος, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, που εκπορεύεται από την προσωπικότητά του, να επιλέγει τους ανθρώπους με τους οποίους θα συναναστραφεί. Τέλος, δεν μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση της αναιρεσείουσας από το άρθρο 21 παρ. 1 εδ. α' του Συντάγματος, καθόσον η διάταξη αυτή απευθύνεται στον κοινό νομοθέτη και δεν μπορεί να αποτελέσει βάση αξιώσεων μεταξύ ιδιωτών, όπως προαναφέρθηκε.

Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αιτιώμενη παράβαση των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων. Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, είναι απαράδεκτος, αφού, κατά τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχεία IV μείζονα σκέψη, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρονται σε σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε μη νόμιμη, αλλά πρέπει να αφορούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και προϋποθέτουν κρίση επί της ουσίας, η οποία δεν υπάρχει εν προκειμένω.

VI. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός του, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-9-2020 αίτηση της Ζ.-Ι. Κ.-Μ. για την αναίρεση της 5288/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Δεκεμβρίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ