Legislator Case Law & Legislation
2057/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite grounds and lack of factual basis in appeal arguments.

Case Number 2057/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the final judgment of the Court of Appeal. The appellants argued that the lower court failed to consider their specific claim regarding the seismic threshold level, but the Court found this argument unsupported because the appealed decision had already addressed and rejected it substantively. Furthermore, the Court rejected the claim of contradictory reasoning as inadmissible since the appeal petition did not include the necessary factual premises required by law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561, 562 of the Code of Civil Procedure; An appeal must substantively cite grounds and include all factual premises of the appealed decision, otherwise it is inadmissible or lacks basis.

Keywords

AI generated
appeal admissibility factual premises substantive grounds contradictory reasoning seismic threshold civil procedure code costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 2057 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 2057/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 3) Π. Κ. του Κ., 4) Α. χήρας Γ. Φ., 5) Ι. Φ. του Γ., 6) Μ. Φ. του Γ., 7) Χ. Φ. του Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σκούφο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 8) Δ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Χ., κατοίκου ..., ατομικά και ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Χ. Τ. του Π., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Πήττα και κατέθεσε προτάσεις, 2) Μ. Τ. του Χ., εκπροσωπούμενης από την δικαστική συμπαραστάτρια αυτής Α. Τ. του Χ., ως κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά ενάγοντος Χ. Τ. του Π., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος της ως άνω αναιρεσιβλήτου, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ... σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής Α. Τ. του Χ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ….. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... μη οριστική και ... οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η ... του Τριμελούς Εφετείου ….. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από ... αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της παραστάσας αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 27-2-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. ... τελεσίδικη απόφαση του τριμελούς Εφετείου …., η οποία απέρριψε την από ... έφεση των εκκαλούντων, νυν αναιρεσειόντων-εναγομένων κατά της υπ' αριθμ. ... οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου …., η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 6-2-2009 αγωγή των αρχικών εναγόντων νυν αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε τους ως άνω εναγόμενους να προβούν στις εκεί αναφερόμενες πράξεις και να καταβάλλουν σ' αυτούς εις ολόκληρον τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από της σε βάρος τους τέλεση αδικοπραξίας κατά τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά.

Περαιτέρω αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη μετά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης απεβίωσε στις ... και κατέλιπε μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμο της την πρώτη αναιρεσίβλητη αδελφή της, υπεισερχόμενη στη δικονομική θέση της ως άνω θανούσας, η οποία, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δήλωσε ότι συνεχίζει την ως άνω δίκη κατά το άρθρο 290 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Ως προς τον όγδοο όμως απολιπόμενο αναιρεσείοντα η ως άνω αναίρεση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Διότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 97, 98 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.

Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.ΑΠ 13/2008).

Από τις παραπάνω διατάξεις σε συνδυασμό μ' αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της ύπαρξης πληρεξουσιότητας αυτού προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1054/2014, ΑΠ 243/2014, ΑΠ 1852/2007), όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αφού δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα προς τον υπογράφοντα αυτή δικηγόρο του όγδοου αναιρεσείοντος απλού ομοδίκου, ο οποίος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου, δεν εμφανίστηκε, αν και νομίμως η συζήτησή της επισπεύθηκε από τους αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...

έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο …. Φ. Κ.. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθεισών από τους διαδίκους από 23-9-1999 και 28-9-1999 εκθέσεων αυτοψίας των αρμόδιων οργάνων για την οικία των εναγόντων που διενεργήθηκαν μετά τον σεισμό του έτους 1999 και στις οποίες αναφέρονται οι βλάβες που υπέστη αυτή (αποκόλληση τοιχοποιίας από δοκό στο ισόγειο κατάστημα, ρηγματώσεις σε δοκό λόγω σκουριασμένου σιδήρου) και ότι προτείνεται σ' αυτές η επισκευή της δοκού, η οποία όμως δεν έγινε από τους ενάγοντες, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι η ως άνω επισκευή έλαβε χώρα.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλει κατά της κρίσης επί της ουσίας της υπόθεσης, βασιζόμενος σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι και αβάσιμος εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, διότι τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε (υπαιτιότητα των εναγομένων ως προς την πρόκληση των ζημιών στην οικία των εναγόντων από την πραγματοποίηση της εκσκαφής σε όμορο οικόπεδο) και δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(α, β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλ.

οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (Ολ.

ΑΠ 2/2001). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 1933/2006), και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 760/2004, ΑΠ 539/2003), εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.

ΑΠ 43/1990) ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά, κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ, προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο. Πράγματα, κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, είναι και οι λόγοι της έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και, συνεπώς, η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για λόγο έφεσης ή ισχυρισμούς που όφειλε να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 1677/2010).

Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).

Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλ. σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.

ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει μεταξύ των άλλων να εκτίθεται ο λόγος για τον οποίον ο μη ληφθείς υπόψη πραγματικός ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 1593/2017) και οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου υπό τις οποίες συντελέστηκε η παράβαση, εφόσον η υπόθεση εξετάστηκε κατ' ουσίαν (ΑΠ 712/2016, 1277/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους τον λόγο έφεσης τους ως προς το ότι "η αφετηρία υλοποίησης του σεισμικού αρμού είναι η στάθμη του φυσικού εδάφους, όπως αυτό είναι διαμορφωμένο σήμερα...

δηλ. από τη στάθμη του φυσικού εδάφους και .. προς τα πάνω θα πρέπει να υλοποιηθεί ο προβλεπόμενος από την ... σεισμικός αρμός... και όχι κάτω από τη στάθμη του εδάφους, όπως προέβλεπε η αρχική υπ' αριθμ. ... οικοδομική άδεια". Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, διότι δεν εκτίθεται ο λόγος για τον οποίον ο ως άνω ισχυρισμός θα ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης καθώς και του ότι δεν εκτίθενται καν οι πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, είναι και αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της τελευταίας προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε αυτόν υπόψη του και τον απέρριψε κατ' ουσίαν δεχόμενο "ότι η σεισμικός αρμός έπρεπε να τεθεί με βάση την ισχύουσα υπ' αριθμ. ...

οικοδομική άδεια δηλ. κάτω από το έδαφος". Επομένως, αφού απορριφθεί και ο δεύτερος επικουρικώς προτεινόμενος λόγος της αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον οι αναιρεσείοντες προσάπτουν την πλημμέλεια ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει τις εκεί αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το εάν είχαν επισκευαστεί οι σεισμικές ζημίες εξ αιτίας του σεισμού του έτους 1999 στην οικία των εναγόντων, οι οποίες και επέφεραν την πρόκληση των ένδικων ζημιών από την εκσκαφή σε όμορο ακίνητο και οι οποίες βάσιζαν τον ισχυρισμό περί συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην τελευταία (πρόκληση ζημιών), ως απαράδεκτος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018, 739/2011), πρέπει η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.

Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27-2-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... τελεσίδικης απόφασης του τριμελούς Εφετείου ….. Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τους αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Δεκεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ