Legislator Case Law & Legislation
712/2016 AI generated

Supreme Court allows retrial for partial appeal due to voluntary execution of judgment by respondent.

Case Number 712/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding the second respondent. The appellant successfully argued that the respondent had voluntarily executed the first-instance judgment and the final appeal decision, totaling €17,920. Consequently, the court ordered a retrial for this specific respondent while dismissing the appeal against the other parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; If a party voluntarily executes a judgment subject to appeal, the Supreme Court may order a retrial upon request to restore the pre-execution status.

Keywords

AI generated
voluntary execution retrial order appeal procedure restoration of status Code of Civil Procedure partial appeal judgment enforcement

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 340 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 712 / 2016 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 712/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Β.-Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Χατζόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Τ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Μ. Χ. του Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αλμπανίδη και κατέθεσε προτάσεις, 3) Προσθέτως Παρεμβαίνοντος Δικηγορικού Συλλόγου ..., που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, αναγνώστηκαν η με ημερομηνία 23/5/2016 κοινοποιηθείσα την 15/9/2016 και η με ημερομηνία 4/10/2016 κατατεθείσα στον Άρειο Πάγο δηλώσεις παραίτησης του ήδη αναιρεσείοντος από το δικόγραφο της από 29/2/2015 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 29/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18939/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29/2/2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού ανέγνωσε την από 26/11/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε ως προς μεν τον 1ο αναιρεσίβλητο Ι. Τ. την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, ως προς δε την 2η αναιρεσίβλητη Μ. Χ. να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της παραστάσης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΑΦΟΥ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 ΚΠολΔ, όπως το πρώτο και τρίτο τροπ/καν με Ν. 4335/2015, τα οποία εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο ή με δήλωση στις προτάσεις να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον το δικαστήριο δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.

Για το κύρος της παραίτησης δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν, είχε κληθεί και παρίστατο δεν μπορούσε να αντιταχθεί σε αυτή, εφόσον γίνεται πριν το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναίρεσης (ΑΠ 1382/2011). Η παραίτηση από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για την οποία αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτουμένου, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και κηρύσσεται καταργημένη τη δίκη (ΑΠ 970/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη με αρ. κατ. 89/17-3-2015 αίτηση του αναιρεσείοντος Α. Α., δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 7-12-2015 και κατόπιν αναβολής από το πινάκιο η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (10-10-2016), προσβάλλεται η 29/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, αναγνώστηκε η από 23-5-2016 εξώδικη δήλωση του αναιρεσείοντος περί παραίτησής του από το δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης ως προς τον 3ο αναιρεσίβλητο Δικηγορικό Σύλλογο ... (προσθέτως παρεμβάντα υπέρ της 2ης εναγομένης και ήδη 2ης αναιρεσίβλητης).

Η δήλωση αυτή παραίτησης κοινοποιήθηκε στον 3ο αναιρεσίβλητο, όπως αυτό προκύπτει από την .../15-9-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης Γ. Τ.. Επίσης, ο αναιρεσείων, με τις από 19-9-2016 έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία την 4-10-2016, παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησής του και ως προς τον 1ο αναιρεσίβλητο Ι.

Τ. (1ο εναγόμενο) αλλά και (πάλι) ως προς τον 3ο αναιρεσίβλητο Δικηγορικό Σύλλογο ... Για την παραίτηση δε αυτή ο υπογράφων τις προτάσεις δικηγόρος Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ο οποίος στο ακροατήριο εκπροσώπησε τον αναιρεσείοντα με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, είχε την προς τούτο πληρεξουσιότητα, δυνάμει του προσκομιζομένου .../17-3-2015 πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου ΣΟΥΡΜΠΑ - ΣΕΡΕΤΗ.

Οι 1ος και 3ος των αναιρεσιβλήτων δεν παρέστησαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όμως ο 3ος αναιρεσίβλητος, ως προσθέτως παρεμβαίνων, κλητεύθηκε για να παραστεί στην παρούσα δικάσιμο (άρθρο 82 Κ.Πολ.Δ.), όπως προκύπτει από την .../15-9-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης Γ. Τ.. Κατόπιν αυτών, η αίτηση αναίρεσης ως προς τους 1ο αναιρεσίβλητο Ι.

Τ. και 3ο αναιρεσίβλητο Δικηγορικό Σύλλογο ... θεωρείται ως μη ασκηθείσα και πρέπει η δίκη να κηρυχθεί ως προς αυτούς καταργημένη.

ΙΙ) Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 29/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως προς την 2η αναιρεσίβλητη η ασκηθείσα από τον ήδη αναιρεσείοντα κατά της 18939/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης έφεση και επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ως προς αυτή (2η εναγομένη και ήδη 2η αναιρεσίβλητη). Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς την 2η αναιρεσίβλητη Μ. Χ. ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

ΙΙΙ) Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα.

Η νομική αοριστία (όπως και η ποσοτική ή ποιοτική) πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 103/2013).

Πρέπει δε να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).

Με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, κατά το οικείο μέρος του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατ’ ευθεία παραβίαση της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ και αρκούμενο σε λιγότερα περιστατικά από τα υπό τον νόμο αξιούμενα προς στοιχειοθέτηση του πραγματικού της ως άνω διάταξης, δέχθηκε ως ορισμένη την αορίστως προβληθείσα ένσταση της αναιρεσίβλητης περί άρσης του αδίκου χαρακτήρα της αποδιδόμενης σ’ αυτήν με την αγωγή αδικοπρακτικής συμπεριφοράς.

Ο λόγος αυτός, κατά το παραπάνω μέρος του, όπως προβάλλεται, είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Αυτό δε διότι δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο ο ως άνω ισχυρισμός όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν ήταν ή δεν ήταν νόμιμος και παραδεκτός.

IV) Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού).

Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009].

Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται:

α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο.

Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια.

Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361.

Ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 ΑΚ αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπόληψης άλλου με εξύβριση ή δυσφήμηση, αίρεται κατά το άρθρο 367 ΠΚ, και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Τέτοιο δε ενδιαφέρον έχει και κάθε πρόσωπο κατά την υπεράσπιση των έννομων συμφερόντων του επί δικαστηρίου, καθώς και κάθε δικηγόρος κατά την επί δικαστηρίου υπεράσπιση των πελατών του. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου (ΑΠ 1231/2004, 967/2011, 179/2011).

Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 265/2015, ΑΠ 354/2012). Περαιτέρω, ο νομίμως διορισμένος δικηγόρος έχει υποχρέωση να υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον κάθε δικαστηρίου και ενώπιον κάθε Αρχής (αρθρ. 39 ν.δ. 3026/1954 "Περί του Κώδικα Δικηγόρων").

Κατά δε την άσκηση του λειτουργήματος του οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη εντολή ευσυνείδητα και επιμελώς, να λύνει διά συμβιβασμού τις ανατιθέμενες σ’ αυτόν δεκτικές συμβιβασμού διαφορές και να συμβάλλει στην επικράτηση της αλήθειας και του δικαίου, όπως και να μην υπερασπίζει παρανόμους και προφανώς άδικες υποθέσεις, να απέχει από κάθε μη ευθύ τρόπο υπεράσπισης, να μην παραμελεί την εκτέλεση της ανατιθέμενης σ’ αυτόν εντολής και να μην παρελκύει τις δίκες (αρθρ. 46 παρ. 1).

Επίσης, υποχρεούται να τηρεί την προσήκουσα ευπρέπεια και μετριότητα εκφράσεων κατά τις προφορικές και έγγραφες εκθέσεις (αρθρ. 48), ενώ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υποχρεούται να ενεργεί εντός λογικών ορίων και οι πράξεις και οι φράσεις του να επιβάλλονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ιδιαίτερα οσάκις επιδιώκεται να καταδειχθεί η μη προσήκουσα συμπεριφορά του αντιδίκου μέρους.

Η εκφορά φράσεων ή λέξεων, δηλωτικών μομφής ή χαρακτηρισμού μιας ενέργειας, είναι δυνατό να ελεγχθεί, αν υπερβαίνει το αναγκαίο και επιβαλλόμενο μέτρο υπεράσπισης του εντολέα (ΑΠ 1886/2008). Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999).

V) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα εξής: "Ο ενάγων (αναιρεσείων) με την από 9-2-2000 αίτησή του, απευθυνόμενη προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Έδεσσας, ζήτησε να επιμεληθεί ο ίδιος, προκειμένου η θεία του Σ. Α. (αδελφή του πατέρα του Κ. Α.), ηλικίας τότε 88 ετών, χωρίς τέκνα και άγαμη, η οποία ήδη έχει αποβιώσει, να υποβληθεί σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και να διορισθεί αυτός .

ως δικαστικός συμπαραστάτης, καθώς και τα αναφερόμενα στην ως άνω αίτηση πρόσωπα ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου, για το λόγο ότι η ανωτέρω δεν ήταν σε θέση να φροντίζει από μόνη της τις υποθέσεις της, συνεπεία σωματικής αναπηρίας (γήρας, υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια, έλλειψη όρασης από το δεξιό οφθαλμό και μειωμένη όραση στον αριστερό οφθαλμό λόγω γλαυκώματος), αλλά και λόγω ψυχικής και διανοητικής διαταραχής που παρουσίαζε και ιδίως γεροντικής παρανοϊκού τύπου ψύχωσης με ήπια ανοϊκά στοιχεία.

Στη συνέχεια η αρμόδια Αντεισαγγελέας Πρωτοδικών Έδεσσας, με την από 16-2-2000 αίτησή της, απευθυνόμενη στο Μονομελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, δικάζοντος κατά την εκούσια δικαιοδοσία, ζήτησε να υποβληθεί η παραπάνω θεία του ενάγοντος, λόγω της προαναφερόμενης ψυχικής και διανοητικής διαταραχής της, σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και να διορισθεί αυτός, λόγω της συγγενικής τους σχέσης ως δικαστικός συμπαραστάτης, καθώς και τα αναφερόμενα στην αίτηση εκείνου πρόσωπα, ως μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 16-3-2000, απουσία της καθ’ ης, ήδη αποβιώσασας θείας του ενάγοντος, άσκησε την από 15-3-2000 πρόσθετη υπέρ της τελευταίας παρέμβαση, ο πρώτος εναγόμενος, υπάλληλος της Εθνικής Τράπεζας και κάτοικος ...ς, ο οποίος, επικαλούμενος στενή κοινωνική σχέση με την ως άνω θεία του ενάγοντος, ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Έδεσσας, διαφορετικά δε και σε περίπτωση αποδοχής της, να διορισθεί ο ίδιος δικαστικός συμπαραστάτης και ως μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης πρόσωπα που υπεδείκνυε αυτός.

Στο εν λόγω δικόγραφο της πρόσθετης παρέμβασης, το οποίο υπέγραφε ως πληρεξούσια δικηγόρος η δεύτερη εναγομένη (ήδη 2η αναιρεσίβλητη), ο πρώτος εναγόμενος εξέθετε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα αναφορικά με τον ενάγοντα "διατείνεται ότι είναι ανηψιός της καθής. Αρνούμαι την ύπαρξη συγγενικής σχέσης μεταξύ της καθής και του Α.

Α.. Ο ανωτέρω δεν συνδέεται με συγγενική σχέση, αλλ’ ούτε και με αισθήματα αγάπης με την καθής. Δεν της παρείχε ποτέ καμμία ανθρώπινη συμπαράσταση ... Προσέφυγε (ο ενάγων) σ’ αυτήν τη διαδικασία, ισχυριζόμενος ψευδώς ... ότι η καθής η αίτηση αδυνατεί να επιμεληθεί του εαυτού της και της περιουσίας της. Η καθής ήταν από εξαετίας, που τη γνωρίζω, καθ’ όλα υγιής τόσο σωματικά, όσο και πνευματικά.

Ο Α. Α., αποβλέποντας αποκλειστικά και μόνο στην περιουσία της καθής, επιχειρεί να αναλάβει την επιτροπεία της, ωθούμενος από ωφελιμιστικά και μόνο κίνητρα ... Παρά τη θέλησή της την κρατάει στη Θεσσαλονίκη ... η οποία εξαναγκάζεται από τον Β. Α. να είναι σήμερα απούσα από τη δίκη αυτή. Έχω έννομο συμφέρον ...

επειδή μου έχει δωρίσει το ποσό της τραπεζικής κατάθεσης ύψους 35.000.000 δρχ., καθιστώντας με συνδικαιούχο του σχετικού λογαριασμού σε ένδειξη ευγνωμοσύνης ...

Συνεπώς σε περίπτωση κηρύξεώς της σε δικαστική συμπαράσταση, υπάρχει κίνδυνος απώλειας του ως άνω δωρηθέντος σε μένα χρηματικού ποσού. Επειδή η Σ. Α. ΔΕΝ αδυνατεί να φροντίσει τον εαυτό της και να επιμεληθεί της περιουσίας της υποβάλλω αίτημα διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης ...". Επί της ως άνω αίτησης και πρόσθετης παρέμβασης, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 139/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, με την οποία, αφενός η ασκηθείσα από τον πρώτο εναγόμενο πρόσθετη παρέμβαση απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής του στη σχετική δίκη, αφετέρου δε, αναφορικά με την αίτηση, διατάχθηκε η διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης με επιμέλεια της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Έδεσσας και διορίσθηκε πραγματογνώμονας ο Ν.

Α., νευρολόγος-ψυχίατρος, κάτοικος ..., προκειμένου να αποφανθεί για την κατάσταση της ψυχικής και διανοητικής υγείας της καθ’ ης η αίτηση Σ. Α.. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής ο ως άνω διορισθείς πραγματογνώμονας συνέταξε την από 15-5-2000 έκθεσή του που κατατέθηκε νόμιμα με αριθμό πρωτ. …/2000 και στην οποία αποφαίνεται επί λέξει ότι "1.

Εμφανίζει επαρκή προσανατολισμό στο χρόνο, χώρο και περιβάλλον ...,2. Δεν εμφανίζει σαφή στοιχεία παρανοϊκού παραληρήματος. Βρίσκεται υπό το κράτος αρνητικών συναισθημάτων οργής έναντι των συγγενικών της προσώπων, με τα οποία τώρα συγκατοικεί, επειδή δεν της επιτρέπουν να επιστρέφει στην οικία της στο ... - ... ...3.

Ο λόγος αρθρώνεται σωστά...4. Η κριτική της ικανότητα είναι ορθή ..., 5) Το συναίσθημα είναι καταθλιπτικό και οργίλο λόγω της αποστερήσεως του οικείου χώρου, 6. Η μνημονική της ικανότητα είναι ανάλογος της ηλικίας της..." και συμπερασματικά καταλήγει ότι "η υπό εξέταση α) δεν εμφανίζει κλινικά σημεία παρανοϊκής ψυχώσεως, β) είναι ικανή να ενεργεί αυτοπροσώπως για δικαιοπραξίες και γ) διαθέτει δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον και δεν έχει ανάγκη επιμελητού".

Οριστική απόφαση στην ως άνω αίτηση περί υποβολής της Σ. Α. σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση δεν εκδόθηκε επειδή εν τω μεταξύ αυτή απεβίωσε. Με αφορμή τις ως άνω δικαστικές ενέργειες του ενάγοντος για τη θέση της θείας του υπό δικαστική συμπαράσταση και τους περιεχόμενους στην ασκηθείσα από τον πρώτο εναγόμενο πρόσθετη παρέμβαση ισχυρισμούς του τελευταίου αναφορικά με το πρόσωπο του ενάγοντος και τα κίνητρά του, ξεκίνησε μία δικαστική διαμάχη μεταξύ των ως άνω διαδίκων, με καταθέσεις πληθώρας αγωγών και μηνύσεων, κυρίως από την πλευρά του ενάγοντος, κατά την εξέλιξη και διάρκεια των οποίων ο πρώτος εναγόμενος είχε ως νομικό παραστάτη την δεύτερη εναγομένη.

Ειδικότερα, εξαιτίας των όσων παραπάνω ισχυρίσθηκε ο πρώτος εναγόμενος-Ι. Τ., στην από 15.03.2000 πρόσθετη παρέμβασή του στη δίκη για την υποβολή της Σ. Α. σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας την από 12-7-2000 και με αριθμό κατάθεσης 146/2000 αγωγή σε βάρος του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται ο τελευταίος να του καταβάλει αποζημίωση ύψους 50.000.000 δρχ., ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία, επικαλούμενος ότι, ο εναγόμενος παράνομα και υπαίτια προσέβαλε την προσωπικότητά του με τα όσα ψευδή και εν γνώσει της αναλήθειάς τους ισχυρίσθηκε για το πρόσωπό του στην ασκηθείσα ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, τελώντας σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ;αλλά και της εξύβρισης.

Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 103/2001 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, η οποία την έκανε εν μέρει δεκτή, ενώ στη συνέχεια, κατόπιν άσκησης αντίθετων εφέσεων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3021/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκαν οι εφέσεις. Έτσι, η ανωτέρω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, αλλά και αμετάκλητη, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 858/2006 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον Ι.

Τ.-πρώτο εναγόμενο αναίρεση, κατά της παραπάνω απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την ως άνω υπ’ αριθμ. 3021/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, ότι όλα τα παραπάνω διαλαμβανόμενα στην πρόσθετη παρέμβαση γεγονότα ήσαν ψευδή. Ότι ο ενάγων ήταν ανηψιός της αποβιώσασας Σ. Α., αφού η τελευταία ήταν αδελφή του πατέρα του, ότι η τελευταία έπασχε από μικρή ηλικία από οστεομυελίτιδα κάτω γνάθου και, κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής της, από καρδιακή ανεπάρκεια και αρτηριακή υπέρταση, ότι ο ενάγων ενδιαφερόταν για τη θεία του για την οποία έτρεφε αισθήματα αγάπης και στοργής όσο διέμενε στο ... ...ς, ενώ την 29-2-2000 εισήχθη με επιμέλειά του στο Γ.

Νοσοκομείο ..., λόγω λοίμωξης του αναπνευστικού και καρδιακής ανεπάρκειας, όπου παρέμεινε μέχρι 3-3-2000, μετά δε την έξοδό της από το Νοσοκομείο μεταφέρθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος - ανηψιού της, στη Θεσσαλονίκη. στην οικία του, όπου και παρέμεινε με τη θέλησή της και ετύγχανε όλων των φροντίδων και περιποιήσεων από τον ίδιο και την οικογένειά του, μέχρι και το θάνατό της την 3-2-2001, ότι ο ενάγων, αιτούμενος τη θέση αυτής υπό δικαστική συμπαράσταση δεν ενήργησε για ωφελιμιστικούς λόγους, ώστε να καρπωθεί την περιουσία της, αλλά με γνώμονα το γεγονός ότι αυτή, στα τελευταία χρόνια της ζωής της, άρχισε να εμφανίζει προβλήματα στην ψυχική της υγεία, στηριζόμενος στην από 20-5-1999 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού ψυχιάτρου Γ.

Μ., με την οποία ο τελευταίος γνωμάτευσε ότι η Σ. Α. έπασχε από γεροντικού παρανοϊκού τύπου ψύχωση, με ήπια ανοϊκά στοιχεία, όπως ελαφρές διαταραχές μνήμης και χρόνου, συμβατά με την ηλικία της και ως εκ τούτου δεν μπορεί να διαχειριστεί την περιουσία της. Επίσης, στην ως άνω απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αναφέρεται ότι, τα όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω από 15-5-2000 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου - ψυχιάτρου, Ν.

Α., που διορίσθηκε ως πραγματογνώμονας με την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. 139/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, περί μη εμφάνισης στοιχείων παρανοϊκού παραληρήματος στο πρόσωπο της Σ. Α. και περί ύπαρξης μόνο αρνητικών συναισθημάτων οργής έναντι συγγενικών της προσώπων, με τα οποία τώρα συγκατοικεί (εννοώντας τον ενάγοντα και την οικογένεια του), επειδή δεν της επιτρέπουν να επιστρέφει στην οικία της στο ...} τα οποία την ωθούν ενίοτε σε εκτροπές και ασυναρτησίες που αφορούν τα πρόσωπα και το χώρο, καταλήγοντας ότι είναι ικανή να ενεργεί αυτοπροσώπως για δικαιοπραξίες και ότι διαθέτει δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον, μη έχοντας ανάγκη επιμελητή, δεν επιβεβαιώνονται, αλλά αντιθέτως αντικρούονται από το υπ’ αριθμ. .../14-4-2000 πιστοποιητικό του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης, από το οποίο προκύπτει ότι η ανωτέρω πάσχει από οργανικό ψυχοσύνδρομο (όψιμη παρανοϊτική διαταραχή, έκπτωση γνωστικών λειτουργιών μεσαίας βαρύτητας, διαταραχές συμπεριφοράς, αδυναμία ελέγχου σφιγκτήρων κύστεως και ορθού, ελαττωμένη κριτική και αφαιρετική ικανότητα) και είναι ανήμπορη να επιληφθεί των προσωπικών της υποθέσεων και των σωματικών της αναγκών, με αποτέλεσμα να χρειάζεται συνεχή φροντίδα και επίβλεψη.

Περαιτέρω η ως άνω απόφαση δέχεται ότι ο εναγόμενος, ο οποίος εργαζόταν ως υπάλληλος στην Εθνική Τράπεζα ..., είχε γνωρισθεί με τη θεία του ενάγοντος από εξαετίας, και είχε κατορθώσει να τον εγκαταστήσει αυτή με διαθήκη μοναδικό της κληρονόμο, τον είχε βάλει δε συνδικαιούχο σε κοινό λογαριασμό που είχε ανοίξει στο κατάστημα της Εθνικής Τράπεζας όπου εργαζόταν, για ποσό 35.000.000 δρχ.

και ότι όσα διέλαβε ο εναγόμενος στην πρόσθετη παρέμβασή του ήσαν ψευδή και μπορούσαν να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, πλην όμως ο εναγόμενος δεν γνώριζε την αναλήθειά τους, ώστε δεν τίθεται ζήτημα προσβολής της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά αυτά αποτελούν απλή δυσφήμηση.

Με βάση όλα τα παραπάνω, κρίθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος-Ι. Τ., ισχυριζόμενος τα ως άνω γεγονότα στην πρόσθετη παρέμβασή του για τον ενάγοντα, διέπραξε σε βάρος του τελευταίου απλή δυσφήμηση και όχι συκοφαντική, διότι ενώ όλα όσα παραπάνω ισχυρίσθηκε σε βάρος του ενάγοντος ήταν ψευδή, εντούτοις δεν αποδείχθηκε ότι αυτός γνώριζε την αναλήθειά τους.

Εξάλλου, με την ίδια παραπάνω απόφαση απορρίφθηκε η, από τη διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ, προβαλλόμενη από τον τότε εναγόμενο, καταλυτική της αγωγής ένσταση, με την αιτιολογία ότι ο τελευταίος, ενήργησε κατά τον παραπάνω τρόπο (ισχυριζόμενος τα ως άνω ψευδή γεγονότα σε βάρος του ενάγοντος) όχι προκειμένου να προστατεύσει την τιμή και την αξιοπρέπεια της Σ.

Α., αλλά αντίθετα, έχοντας ως κίνητρο την προστασία του εαυτού του κυρίως, ως προς τα κεκτημένα που είχε ήδη επιτύχει από αυτήν (θεία του ενάγοντος), με την εγκατάστασή του ως κληρονόμου της με διαθήκη και το άνοιγμα κοινού λογαριασμού με εκείνη και με χρήματά της. Τα όσα διαλαμβάνονται στην ως άνω απόφαση αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων της δίκης εκείνης, δηλαδή του ενάγοντος και του πρώτου εναγομένου, ενώ δεν αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ του ενάγοντος και της δεύτερης εναγομένης - δικηγόρου, η οποία δεν ήταν διάδικος στη δίκη εκείνη, απορριπτομένων των σχετικών περί του αντιθέτου 2ου και 11ου λόγων της έφεσης ως ουσία αβάσιμων.

Να σημειωθεί ότι εξαιτίας των διαλαμβανομένων στην ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, πλην της παραπάνω αγωγής, ασκήθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου μετά από την υποβολή σχετικής έγκλησης εκ μέρους του ενάγοντος και ποινική δίωξη για συκοφαντική δυσφήμηση, και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1856/2003 ήδη αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας, με την οποία ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε αθώος της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, κρίθηκε ότι ο άδικος χαρακτήρας της απλής δυσφήμησης που τέλεσε ο εναγόμενος αίρεται, καθόσον ο τελευταίος ενήργησε από δικαιολογημένο ενδιαφέρον, ενώ ο τρόπος εκδήλωσης ήταν ο πραγματικά αναγκαίος για να αποδώσει το περιεχόμενο της σκέψης για την προστασία του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος του και επομένως δεν προκύπτει και σκοπός εξύβρισης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος, την 23-6-2000, ήτοι μετά τη διενέργεια και την κατάθεση της ως άνω πραγματογνωμοσύνης από τον διορισθέντα με την υπ’ αριθμ. 139/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, πραγματογνώμονα Ν. Α., με την οποία αυτός αποφάνθηκε ότι η υπό εξέταση θεία του ενάγοντος Σ.

Α. "α) δεν εμφανίζει κλινικά σημεία παρανοϊκής ψυχώσεως, β) είναι ικανή να ενεργεί αυτοπροσώπως για δικαιοπραξίες και γ) διαθέτει δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον και δεν έχει ανάγκη επιμελητού", κατέθεσε στον Εισαγγελέα πρωτοδικών Έδεσσας την από 13-6-2000 αναφορά του, σε βάρος του ενάγοντος, με την οποία ζητούσε την ποινική δίωξη του ενάγοντος για το αδίκημα της αρπαγής της θείας του Σ.

Α., η οποία κατά τους ισχυρισμούς του και με βάση την έκθεση πραγματογνωμοσύνης είναι καλά στην υγεία της και παρόλα αυτά ο ενάγων την μετέφερε παρά τη θέλησή της στην οικία του στη Θεσσαλονίκη και δεν της επιτρέπει να μεταβεί στην κατοικία της στο ... ...ς. Επ’ αφορμή της εν λόγω αναφοράς ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντος για την πράξη της παράνομης κατακράτησης σε βάρος της θείας του, ο οποίος ωστόσο απαλλάχθηκε με το υπ’ αριθμ. 17/2003 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, το οποίο κατέστη και αμετάκλητο.

Κατόπιν αυτών ο ενάγων υπέβαλε μήνυση σε βάρος του πρώτου εναγομένου, κατά του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για ψευδή καταμήνυση, πράξη για την οποία καταδικάσθηκε με την υπ’ αριθμ. 466/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...ς και επί πλέον άσκησε εναντίον του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, την από 21-9-2005 και με αριθμό κατάθεσης 16/2005 αγωγή του, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται ο τελευταίος να του καταβάλει το ποσό των 499.960 ευρώ, ως αποζημίωση για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία και ειδικότερα λόγω των ψευδών γεγονότων που εν γνώσει της αναλήθειάς τους ισχυρίσθηκε σε βάρος του στην ως άνω αναφορά του με σκοπό να προκαλέσει την ποινική του δίωξη, και με τα οποία παράνομα και υπαίτια προσέβαλε την προσωπικότητά του.

Επί της παραπάνω αγωγής, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 134/2006 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, το οποίο την έκανε εν μέρει δεκτή, δεχόμενο ότι ο εναγόμενος Ι. Τ. καταμήνυσε ψευδώς τον ενάγοντα, κατά τα αναλυτικά αναφερόμενα στην απόφαση περιστατικά και για το λόγο αυτό αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει στον τελευταίο το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την τελεσθείσα σε βάρος του αδικοπραξία.

Στα πλαίσια της ανωτέρω δίκης, ο εναγόμενος Ι. Τ., κατέθεσε ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου, όπου παραστάθηκε με νομικό παραστάτη τη δεύτερη εναγομένη- δικηγόρο ... (αναιρεσίβλητη) , το δικόγραφο της από 5-9-2006 προσθήκης- αντίκρουσης, που συνέταξε και υπέγραψε η τελευταία, στο οποίο εξέθετε μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "Η δήθεν έλλειψη συνείδησης των πραττομένων της Σ.

Α. είναι εφεύρημα του αντιδίκου και δεν έχει σχέση με την πραγματική κατάσταση της πνευματικής και ψυχικής της υγείας. Η δήθεν έλλειψη συνείδησης των πραττομένων της Σ. Α. επινοήθηκε και κατασκευάσθηκε από τον αντίδικο προκειμένου να κινήσει και να επιτύχει της θέση της υπό δικαστική συμπαράσταση, διότι δεν μπορούσε να την μεταπείσει να αλλάξει τις αποφάσεις της αναφορικά με τη διάθεση της περιουσίας της και να την διαθέσει στον ίδιο" και παρακάτω αναφέρει "Η κατάσταση της πνευματικής και ψυχικής υγείας της Σ.

Α. ήταν αυτή που στις 15-5-2000 διέγνωσε ο δικαστικός πραγματογνώμονας Ν. Α., ο οποίος διορίσθηκε με σαφή και συγκεκριμένη εντολή ελέγχου της Σ. Α. σύμφωνα με την προσκομισθείσα με αρ 139/2000 απόφαση του Μον. Πρωτ. Έδεσσας. Ο ψυχίατρος Ν. Α. απεφάνθη στην προσκομισθείσα από 15-5-2000 έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης ότι η Σ.

Α. "ήταν ικανή για δικαιοπραξία και δεν είχε ανάγκη επιμελητού" Για την ικανότητα της Σ. Α. να συντάσει δικαιοπραξίες αποφάνθηκε στις 15-2-2000 και ο νευρολόγος του Νοσοκομείου ... Σ. Γ. όπως προκύπτει από την από 15-2-2000 ιατρική του γνωμάτευση που επικαλούμαι και προσκομίζω" (βλ. 1η σελίδα της προσθήκης - αντίκρουσης).

Κατά της ανωτέρω απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, ο τότε εναγόμενος άσκησε την από 12-4-2007 και με αριθμό κατάθεσης 20/2007 έφεσή του, απευθυνόμενη στο Εφετείο Θεσσαλονίκης. Στα πλαίσια της εκδίκασης της ανωτέρω έφεσης, ο τότε εκκαλών κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπου παραστάθηκε με νομικό παραστάτη και πάλι την εναγομένη, το δικόγραφο των από 10-4-2008 προτάσεών του, που συνέταξε η τελευταία, στο οποίο εξέθετε μεταξύ άλλων, και τα ανωτέρω αναφερόμενα στην προσθήκη αντίκρουση και συγκεκριμένα "Η δήθεν έλλειψη συνείδησης των πραττομένων της Σ.

Α. είναι εφεύρημα του αντιδίκου και επινοήθηκε και κατασκευάσθηκε από τον αντίδικο προκειμένου να κινήσει και να επιτύχει τη θέση της υπό δικαστική συμπαράσταση, διότι δεν μπορούσε να την μεταπείσει να αλλάξει τις αποφάσεις της αναφορικά με τη διάθεση της περιουσίας της και να την διαθέσει στον ίδιο" (βλ.

στη σελίδα 16 των παραπάνω προτάσεων). Όλα όμως όσα παραπάνω αναγράφονταν στο δικόγραφο της από 5-9-2006 προσθήκης - αντίκρουσης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, καθώς και στο δικόγραφο των από 10-4-2008 προτάσεων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκη ήσαν ψευδή, όπως αυτό αποδεικνύεται με βάση τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης.

Μάλιστα, τα όσα ισχυρίσθηκε ο Ι. Τ., σε βάρος του ενάγοντος, με την επίμαχη προσθήκη - αντίκρουση και με τις προτάσεις του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και του Εφετείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα, έχουν το ίδιο περιεχόμενο με τα όσα αυτός ισχυρίσθηκε με την από 15-03-2000 πρόσθετη παρέμβαση του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, στα πλαίσια της δίκης για την υποβολή της Σ.

Α. σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης, για τα οποία το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την με αριθμό 3021/2003 τελεσίδικη απόφασή του, έκρινε ότι ήταν ψευδή και ότι μπορούσαν να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, τελώντας σε βάρος του, όπως προαναφέρθηκε, την πράξη της απλής δυσφήμησης.

Εξαιτίας των όσων παραπάνω ισχυρίσθηκε ο πρώτος εναγόμενος-Ι. Τ., με το δικόγραφο της από 5-9-2006 προσθήκης - αντίκρουσης που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, καθώς και στο δικόγραφο των από 10-4-2008 προτάσεων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την κρινόμενη από 2-1-2009 και με αριθμό κατάθεσης ...2009 αγωγή σε βάρος του αντιδίκου του Ι.

Τ., καθώς και της πληρεξούσιας δικηγόρου του - δεύτερης εναγομένης, με την οποία ζήτησε κατά τα άνω να αναγνωρισθεί ότι υποχρεούται ο καθένας των εναγομένων να του καταβάλει αποζημίωση ύψους 299.060 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από την σε βάρος του αδικοπραξία, επικαλούμενος ότι, οι εναγόμενοι παράνομα και υπαίτια προσέβαλαν την προσωπικότητά του με τα όσα ψευδή και εν γνώσει της αναλήθειάς τους ισχυρίσθηκαν για το πρόσωπό του στα ως άνω δικόγραφα, τελώντας σε βάρος του το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης..

Μάλιστα ο ενάγων άσκησε κατά των εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, και την από 8-1-2009 και με αριθμό κατάθεσης ...2009 αίτησή του, για συντηρητική κατάσχεση άλλως εγγραφή προσημείωσης υποθήκης εναντίον τους, για την εξασφάλιση της ένδικης αξίωσής του, όπως αυτή αναφέρεται στην κρινόμενη αγωγή, την οποία είχε ήδη ασκήσει εναντίον τους.

Στη δίκη αυτή των ασφαλιστικών μέτρων, όπου όλοι οι διάδικοι παραστάθηκαν αυτοπροσώπως, ο τότε αιτών - νυν ενάγων (αναιρεσείων) , παραιτήθηκε του δικογράφου της αίτησής του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε βάρος της νυν δεύτερης εναγομένης-δικηγόρου, ενώ αναφορικά με τον αντίδικό του Ι. Τ.-πρώτο εναγόμενο, με δήλωσή του που καταχωρήθηκε στα υπ’ αριθμ. 32/28-5-2009 πρακτικά του ως άνω Δικαστηρίου, παραιτήθηκε ...

και από το δικόγραφο και το δικαίωμα της κρινόμενης αγωγής, ... κατόπιν δε αυτών η παρούσα δίκη θεωρείται καταργημένη αναφορικά με τον πρώτο εναγόμενο. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδειχθέντα περιστατικά, όσα διέλαβε εκ νέου ο Ι. Τ., στα πιο πάνω δικόγραφά του - προσθήκη και προτάσεις, τα οποία συνέταξε και υπέγραψε ως πληρεξούσια δικηγόρος του η δεύτερη εναγομένη, ήταν ψευδή και μπορούσαν να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, έλαβαν γνώση δε αυτών οι Δικαστές του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και οι γραμματείς των ως άνω Δικαστηρίων.

Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, συνέταξε και υπέγραψε τα ως άνω δικόγραφα, ήτοι την από 5-9-2006 προσθήκη-αντίκρουση που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Έδεσσας, καθώς και το από 10-4-2008 δικόγραφο προτάσεων που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ιδιότητά της ως πληρεξούσιας δικηγόρου του Ι.

Τ., κατόπιν σχετικής εντολής και πληρεξουσιότητας του τελευταίου, προκειμένου να τον εκπροσωπήσει στις παραπάνω δίκες, και να υπερασπισθεί τα έννομα συμφέροντά του, από τις οποίες μάλιστα στη δίκη που διεξήχθη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας παραστάθηκε και ο ίδιος μαζί με την πληρεξούσια δικηγόρο του - εναγομένη.

Ήτοι, η εναγομένη συνέταξε τα παραπάνω δικόγραφα, περιεχόμενο των οποίων αποτελούσαν και τα επίδικα χωρία, όπως αυτό αναφέρθηκε παραπάνω, κατ’ εντολή και για λογαριασμό του εντολέως της και στα πλαίσια αυτής της εντολής. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο Ι. Τ., στα πλαίσια της μακρόχρονης και οξύτατης αντιδικίας που είχε με τον ενάγοντα, από την αρχή, ήτοι το έτος 2000 στη δίκη για τη δικαστική συμπαράσταση, υποστήριξε και συνέχισε να υποστηρίζει και σε όλες τις επόμενες αντιδικίες τους, ότι ο ενάγων επινόησε τα ψυχικά προβλήματα της θείας του Σ.

Α., προκειμένου να τη θέσει σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και να επωφεληθεί αυτός από την περιουσία της τελευταίας, οι ισχυρισμοί του δε αυτοί αποτέλεσαν και την αιτία της έναρξης της μεταξύ τους σφοδρής αντιδικίας, τόσο σε αστικό όσο και σε ποινικό επίπεδο, αντικείμενο δε των σχετικών δικών ήσαν κατά κανόνα και οι παραπάνω ισχυρισμοί του Ι.

Τ.υ. Ειδικότερα, από την πορεία της μεταξύ τους δικαστικής διαμάχης, η οποία ξεκίνησε από το έτος 2000, όπως προαναφέρθηκε, αποδεικνύεται ότι ο Ι. Τ. σε κάθε δίκη, ποινική ή αστική, ανέφερε τα παραπάνω δυσφημιστικά, όπως κρίθηκε, σε βάρος του ενάγοντος γεγονότα, με την ίδια περίπου φρασεολογία, καθώς οι παραπάνω δυσφημιστικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι για πρώτη φορά αναφέρθηκαν στην από 15-3-2000 πρόσθετη παρέμβασή του, όπως προεκτέθηκε, επαναλήφθηκαν στις από 5-5-2003 προτάσεις του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης σε δίκη που διεξήχθη μεταξύ τους για το κύρος της διαθήκης της μετέπειτα θανούσας θείας του ενάγοντος Σ.

Α., με την οποία εγκαθιστούσε κληρονόμο της τον Ι. Τ., σε ποινική δίκη με κατηγορούμενο τον τελευταίο για το αδίκημα της ψευδούς καταμήνυσης σε βάρος του ενάγοντος, που εκδικάσθηκε σε 1° βαθμό από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο ...ς, και σε 2° βαθμό από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ...ς, κατά τις οποίες αυτός, απολογούμενος ως κατηγορούμενος ανέπτυξε την υπερασπιστική του γραμμή, ισχυριζόμενος τα ίδια παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ήτοι ότι η Σ.

Α. δεν είχε ψυχικής φύσεως προβλήματα και ότι το περιβάλλον της, εννοώντας κυρίως τον ενάγοντα- προσπαθεί να τη βγάλει τρελή ... καθώς και σε πλείστα άλλα δικόγραφα που κατατέθηκαν στα πλαίσια της μεταξύ τους αντιδικίας. Από τα παραπάνω, συνεπώς, αποδεικνύεται ότι αυτή ήταν η θέση του Ι. Τ. ως προς τη δικαστική διαμάχη του με τον ενάγοντα και αυτή τη θέση, κατ’ εντολή του πάντα και στα πλαίσια αυτής της εντολής, αποτύπωνε η νομική του παραστάτης - εναγομένη στα δικόγραφα που συνέτασσε και κατέθετε ενώπιον των διαφόρων δικαστηρίων, για λογαριασμό του, μεταξύ των οποίων ήταν και τα ένδικα δικόγραφα.

Περαιτέρω, αναφορικά με τη γνώση της αναλήθειας των ανωτέρω ισχυρισμών, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν γνώριζε την αναλήθεια αυτών, δεδομένου ότι η θέση του εντολέως της διατυπωνόταν πάντοτε με συνέπεια και με πειστικότητα απέναντι της, καθ’ όλη τη διάρκεια της πολυετούς δικαστικής αντιδικίας μεταξύ αυτού και του ενάγοντος, και ο ίδιος την διαβεβαίωνε περί της αλήθειας των όσων ισχυρίζονταν σε βάρος του ενάγοντος, ενόψει της επικαλούμενης από αυτόν (Ι.

Τ.) προσωπικής επαφής του με την Σ. Α., την οποία η εναγομένη δεν είχε λόγους να αμφισβητεί. Μάλιστα, με την ως άνω υπ’ αριθμ. 3021/2003 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης κρίθηκε ότι τα όσα ο Ι. Τ.-εντολέας της εναγομένης, όμοια με τα ένδικα περιστατικά, διέλαβε στην πρόσθετη παρέμβασή του ήσαν ψευδή και μπορούσαν να θίξουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, πλην όμως ο εναγόμενος δεν γνώριζε την αναλήθειά τους, ώστε δεν τίθεται ζήτημα προσβολής της τιμής και της υπόληψης του ενάγοντος με τη μορφή της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά αυτά αποτελούν απλή δυσφήμηση, δηλαδή για τον ίδιο τον εντολέα της εναγομένης κρίθηκε ότι δεν έχει γνώση της αναλήθειας των περιστατικών αυτών και συνακόλουθα η τελευταία, η οποία ενεργεί στα πλαίσια της εντολής, και του υπερασπιστικού της καθήκοντος, δεν έχει γνώση της αναλήθειας αυτών.

Με βάση όλα τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διαλαμβάνοντας τους παραπάνω ψευδείς ισχυρισμούς στα ένδικα δικόγραφα, ενήργησε κατ’ εντολή του εντολέως της και στα πλαίσια αυτής, μη γνωρίζοντας μάλιστα την αναλήθεια αυτών, και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά ως προς αυτήν η αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, αλλά ούτε και της απλής δυσφήμησης, αφού με τη σύνταξη και υπογραφή των εν λόγω δικογράφων, δεν αποσκοπούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, αλλά ενήργησε αποκλειστικά στα πλαίσια της εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων της, που συνίσταται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του εντολέως της, κατ’ αποδοχή της σχετικής από το άρθρο 367 §1 ΠΚ ένστασής της, την οποία αυτή προέβαλε νόμιμα κατά τα άνω, ως ουσιαστικά βάσιμης.

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο των άνω δικογράφων δεν προκύπτει ούτε σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, δηλαδή πρόθεσή της που να κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του, ως αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής του αξίας, αφού δεν υπάρχει υπέρβαση του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού της υπεράσπισης των συμφερόντων του εντολέως της μέτρου.

Αντιθέτως, τα αναφερόμενα στα δικόγραφα πραγματικά περιστατικά ήταν αντικειμενικά απαραίτητα και αποτελούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση το ενδεδειγμένο μέτρο για την επίτευξη του σκοπού αυτού, της προάσπισης των συμφερόντων του εντολέως της και στα πλαίσια της εντολής, λαμβανομένης υπόψη της οξύτατης αντιπαράθεσης μεταξύ των διαδίκων ενόψει της φύσης της υπόθεσης και των αντικρουόμενων ιατρικών γνωματεύσεων περί της ψυχικής και διανοητικής υγείας της Σ.

Α., απορριπτομένης στο σημείο αυτό της σχετικής από το άρθρο 367 §2 αντένστασης του ενάγοντος ως ουσία αβάσιμης, εφόσον αποδείχθηκε, ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγομένης δεν περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης και ούτε από τον τρόπο της εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα ανωτέρω, προκύπτει σκοπός δυσφήμησης ή εξύβρισης, με συνέπεια να αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξης της εναγομένης.

Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε α) ότι δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά ως προς την εναγομένη η αποδιδόμενη αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης, β) ότι δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά ούτε και η πράξη της απλής δυσφήμησης, καθώς οι ισχυρισμοί που περιέχονται στα ανωτέρω δικόγραφα υπαγορεύτηκαν στα πλαίσια της εκτέλεσης των νομίμων καθηκόντων της, που συνίσταται στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων του εντολέως της, κατ’ αποδοχή της σχετικής από το άρθρο 367 §1 ΠΚ ένστασής της, και γ) ότι με τους ισχυρισμούς της ενώπιον των πιο πάνω δικαστηρίων η εναγομένη δεν υπερέβη το αναγκαίο για την επίτευξη του σκοπού του μέτρου και με τον τρόπο που διατυπώθηκαν δεν προκύπτει σκοπός εξύβρισης του ενάγοντος, απορριπτομένης της σχετικής αντένστασης του τελευταίου, και στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει οι σχετικοί λοιποί λόγοι της έφεσης να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι καθώς και η έφεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη".

VΙ) Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της γνώσης ή μη από την 2η αναιρεσίβλητη της αναλήθειας των επίμαχων περιστατικών και εκφράσεων, που αναγράφονταν στο δικόγραφο της από 5-9-2006 προσθήκης - αντίκρουσης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας και στο δικόγραφο των από 10-4-2008 προτάσεων ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης, που αυτή είχε συντάξει και υπογράψει ως πληρεξούσια δικηγόρος του 1ου αναιρεσιβλήτου Ι.

Τ.. Ειδικότερα, ενώ σύμφωνα με την προσβαλλομένη απόφαση η αναλήθεια αυτών είχε ήδη κριθεί αμετάκλητα από το Δικαστήριο, εκδοθεισών σχετικά των 103/2001, 3021/2003 και 858/2006 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Έδεσσας, του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Αρείου Πάγου αντίστοιχα και η 2η αναιρεσίβλητη ως πληρεξούσια δικηγόρος του 1ου αναιρεσιβλήτου Ι.

Τ. σε όλες τις μεταξύ αυτού και του ήδη αναιρεσείοντος δίκες είχε λάβει γνώση, κατά λογική ακολουθία, και των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων και άρα γνώριζε ότι όσα υποστήριξε ο πελάτης της για τον αναιρεσείοντα ήταν ψευδή και μπορούσαν να θίξουν την τιμή και την υπόληψή του αναιρεσείοντος, στη συνέχεια δέχεται ότι αυτή δεν γνώριζε την αναλήθεια.

Το ότι στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η 2η αναιρεσίβλητη ενήργησε κατ’ εντολή του πελάτη της 1ου αναιρεσιβλήτου και στα πλαίσια του υπερασπιστικού της καθήκοντος, καθώς και ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος υποστήριζε σταθερά καθ’ όλη τη διάρκεια της δικαστικής διαμάχης του με τον αναιρεσείοντα ότι ο τελευταίος είχε επινοήσει τα ψυχικά προβλήματα της θείας του Σ.

Α., προκειμένου να την θέσει σε καθεστώς πλήρους στερητικής δικαστικής συμπαράστασης και να επωφεληθεί αυτός από την περιουσία της, δεν αρκούν για την παραδοχή περί έλλειψης γνώσης της 2ης αναιρεσίβλητης του περιεχομένου των προαναφερομένων 103/2001, 3021/2003 και 858/2006 αποφάσεων, με τις οποίες είχε κριθεί αμετάκλητα ότι όσα ο 1ος αναιρεσίβλητος ως άνω ισχυρίστηκε είναι ψευδή και προσβάλουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσείοντος με τη μορφή της εκ μέρους του απλής δυσφήμησης.

Η δε άγνοια της αναλήθειας των επίμαχων περιστατικών εκ μέρους του 1ου αναιρεσιβλήτου και κατ’ επέκταση ο επηρεασμός της 2ης αναιρεσίβλητης από την σταθερή στάση του πελάτη της σχετικά με τα ισχυριζόμενα από τον τελευταίο για τον αναιρεσείοντα, αναφερόμενα σε μεταγενέστερο της έκδοσης των παραπάνω δικαστικών αποφάσεων χρόνο, δεν αιτιολογούνται επαρκώς στην απόφαση, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, με τις αποφάσεις αυτές κρίθηκε αμετάκλητα η αναλήθειά τους.

Συνεπώς, σχετικά με τα παραπάνω οι δεύτερος και τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, παρελκούσης πλέον της έρευνας του λοιπών λόγων αναίρεσης, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης , πρέπει να επιστραφεί στον αναιρεσείοντα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστεί η 2η αναιρεσίβλητη, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) .

V

ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. εάν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκουσία ή η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στην γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Τα παραπάνω εφαρμόζονται και στην περίπτωση εκουσίας ή αναγκαστικής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η οποία, με την επικύρωσή της από το Εφετείο, θεωρείται ότι ενσωματώθηκε στην αναιρουμένη απόφαση (Ολ ΑΠ 11/2007, ΑΠ 249/2016, ΑΠ 51/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινομένη αίτησή του αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις του υπέβαλε παραδεκτά αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, ζητώντας να υποχρεωθεί η 2η αναιρεσίβλητη σε επιστροφή εντόκως από την καταβολή τους άλλως από την υποβολή της αίτησης των ποσών, συνολικού ύψους 17.920 ευρώ, που κατέβαλε σ’ αυτή, σε εκουσία εκτέλεση της προσβαλλομένης απόφασης και της ενσωματωθείσης σ’ αυτήν υπ’ αριθμ. 18939/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον αναιρεσείοντα με ημερομηνία 6-5-2015 απόδειξη, προκύπτει ότι η 2η αναιρεσίβλητη έλαβε από τον αναιρεσείοντα σε εκούσια εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλομένη απόφαση, καθώς και της τελευταίας αυτής απόφασης, συνολικά το ποσό των 17.920 ευρώ σε εξόφληση των από 14-2-2015 επιταγών προς εκτέλεση, κάτω από αντίγραφα εξ απογράφων των με αρ. 29/2015 και 18939/2011 αποφάσεων του Εφετείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αντίστοιχα.

Συνεπώς, το αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο και να υποχρεωθεί η 2η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το παραπάνω ποσό, με τον νόμιμο όμως τόκο από την επίδοση της παρούσας απόφασης, αφότου αυτή θα καταστεί υπερήμερη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 ΑΚ, διότι ο γενεσιουργός λόγος της εναντίον της απαίτησης, για την απόδοση του αμέσως πιο πάνω ποσού, είναι η αναίρεση της απόφασης που εκτελέστηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη επί της από 29-2-2015 αίτησης για αναίρεση της 29/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους 1ο αναιρεσίβλητο Ι. Τ. και 3ο αναιρεσίβλητο Δικηγορικό Σύλλογο ...

Απορρίπτει ότι έκρινε απορριπτέο

Αναιρεί την 29/2015 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς την 2η αναιρεσίβλητη Μ. Χ.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την 2η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Υποχρεώνει την 2η αναιρεσίβλητη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων εννιακοσίων είκοσι (17.920) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης αυτής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ